Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 163/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως  163/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στoν Πειραιά, την  ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α)Του εκκαλούντος : ……………….,  ο οποίος εκπροσωπήθηκε  στο ακροατήριο      από  την πληρεξουσια δικηγόρο Αγγελική Πολυδώρου, βάσει δηλώσεως.

Των εφεσιβλήτων : 1) ………………, 2) ……………. οι  οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο   διά του πληρεξουσιου δικηγόρου Γεωργίου Καραχάλιου.

Β) Του εκκαλούντος: ………….  ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο  διά του πληρεξουσιου δικηγόρου  Γεωργίου Καραχάλιου.

Του εφεσιβλήτου : ………………,  ο οποίος  εκπροσωπήθηκε  στο ακροατήριο      από  την πληρεξουσια δικηγόρο Αγγελική Πολυδώρου, βάσει δηλώσεως.

Ο ενάγων  ζήτησε να γίνει δεκτή η από 25.7.2022 αγωγή και με αριθμό κατάθεσης  …………/2022 αγωγή του,  την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο   με την υπ’ αριθ. 2481/2023 μη οριστική απόφαση ανέβαλε την συζήτηση εωσότου περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία  κατά των εναγοντος  με τις υπό στοιχεία ΑΒΜ  …….., ΑΒΜ ……… και ΑΒΜ ………… εγκλήσεις. Εν συνεχεία με την από 13-9-2023 (αρ. κατ. ……………/2023)  κλήση  η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση για την δικάσιμο της 8-2-2024, οποτε εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία η υπ’ αριθ. 1170/2024 οριστική απόφασή, διά της οποίας απερρίφθη η αγωγή ως προς τον  δεύτερο εναγόμενο  και έγινε εν μέρει η αγωγή ως προς τον πρώτο..   Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) ο ενάγων  με την από 4/9/2024  (αριθ. εκθ. κατ.  …………./2023) έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………./2024,   και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 20-2 -2025, οπότε αναβλήθηκε για την  δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,  β) ο πρώτος εναγόμενος  Γεώργιος …….   με την  από 21-10-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………../2024) έφεσή του,   αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………………/2025 και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 20-2-2025, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο   που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος ……………… δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις,  ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος Γεωργίου ……. αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται : α) η από 4/9/2024 (αριθ εκθ καταθ. ……./2023) έφεση του ενάγοντος, β) η από 21-10-2024 (αριθμ εκθ καταθ ……../2023) έφεση του πρώτου εναγομένου. ΟΙ ως άνω εφέσεις κατά της υπ΄ αριθ 1170/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που  δίκασε  κατά την τακτική   διαδικασία   την από 25.7.2022 αγωγή και με αριθμό κατάθεσης  …………../2022  αγωγή του ενάγοντος …………… κατά των εναγομένων ………..  και …………,  έχουν ασκηθεί νομοτύπως   και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ), καθώς  δεν προκυπτει επίδοση της εκκαλουμένης και   δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της.    Αρμοδίως δε  φέρονται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ( άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό τους  έχουν καταβληθει  και τα νόμιμα παράβολα  σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ. 3 του άρθρου  495  του ΚΠολΔ.Επομένως,  είναι   τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων τους κατά την αυτή ως άνω  διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι ως άνω εφέσεις  να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας,  συνακόλουθα δε δια της συνεκδικάσεως διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246, 524 ΚπολΔ)  και να ερευνηθούν κατά την αυτή ως άνω διαδικασία.

Ο ενάγων  με  την από  25.7.2022  (με αριθμό κατάθεσης  …………../2022) αγωγή του   εξέθετε ότι    ο  ίδιος και ο αδελφός του, πρώτος εναγόμενος, σύστησαν το έτος 2007 μία ομόρρυθμη εταιρεία με σκοπό την κατασκευή και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενάργειας (ιδίως φωτοβολαταϊκών),  της οποίας αμφότεροι ήταν ομόρρυθμοι εταίροι, διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι.  Ότι ο  πρώτος εναγόμενος  είχε αναλάβει κυρίως  τη λογιστική παρακολούθηση της εταιρείας, η έδρα της οποίας  ήταν στο λογιστικό του γραφείο, και ότι ο ίδιος (ενάγων) είχε αναλάβει κυρίως  το εκτελεστικό μέρος της λειτουργίας των φωτοβολταϊκών  σταθμών  και τις τραπεζικές  συναλλαγές.  Ότι από τις αρχές  του έτους 2019 δημιουργήθηκε μεταξύ τους  ένταση, με αποτέλεσμα να λήξει η συνεργασία τους, οπότε ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να ισχυρίζεται τόσο εξώδικα όσο και δικαστικά σε βάρος του  ψευδώς ότι  (ο ενάγων) έχει υπεξαιρέσει  από την εταιρεία το συνολικό ποσό των 172.098 ευρώ, όπως οι ψευδείς  αυτοί  ισχυρισμοί περιλαμβάνονται  στις αναγερόμενες στην αγωγη εγκλήσεις και  εξώδικες δηλώσεις και στην αναφερόμενη αγωγή, ανακοπή και αίτηση του πρώτου εναγομένου, στις  οποίες ανέφερε για τον ενάγοντα τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή  ψευδή   γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους.    Ότι  οι διαλαμβανόμενες στις ως άνω εγκλήσεις,  εξώδικες δηλώσεις  και λοιπά δικόγραφα    ψευδείς αναφορές σε βάρος του  αποτελούν αδικοπραξία που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος των  αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, και της  συκοφαντικής δυσφήμισης. Ότι συνεργός του πρώτου εναγομένου  στην τέλεση της ψευδούς καταμήνυσης  και της συκοφαντικής δυσφήμισης  του ενάγοντος  τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος λογιστής, ο  οποίος συνέταξε την από 30-11-2020 οικονομική έκθεση, στην οποία  θεμελίωσε ο πρώτος εναγόμενος  όλους τους ψευδείς ισχυρισμούς του. Ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι ήταν σε γνώση του ψεύδους  του περιεχομένου αυτών και  απέβλεπαν στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και της τιμής του καθώς της επαγγελματικής του οντότητας.  Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του. Με βάση αυτό το ιστορικό κατόπιν νομίμου μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό  ζήτησε   να αναγνωρισθεί ότι  οι εναγόμενοι υποχρεούνται  να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 240.000    ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, και να καταδικασθουν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθ. 2481/2023 μη οριστική απόφαση ανέβαλε την συζήτηση εωσότου περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία που άρχισε κατά του εναγοντος  δυνάμει των  υπό στοιχεία ΑΒΜ  Ε-…….., ΑΒΜ …….. και ΑΒΜ ……… εγκλήσεων, σύμφωνα με τις οποίες  έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος  για την κακουργηματική πράξη  της  υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας  αντικειμενου, η αξία του οποίου  υπερβαίνει  το ποσό των  120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση.  Εν συνεχεία με την από από 13-9-2023 (αρ. κατ. ………../2023)  κλήση  η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση για την δικάσιμο της 8-2-2024, οποτε εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη, δια της οποίας απερριφθη η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και έγινε εν μέρει δεκτή  ως προς τον πρώτο. Κατά της απόφασης  αυτής παραπονούνται 1) ο ενάγων  με την  από 4/9/2024  (αριθ. εκθ. κατ.  …………/2023)  έφεσή του,  για τους αναφερόμενους  σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει   την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή  η   αγωγή  του ως προς αμφότερους του εναγομένους,  2)ο πρώτος εναγόμενος με την από 21-10-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024) με την  από  έφεσή του,  για τους αναφερόμενους  λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει   την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί  η   αγωγή  του ενάγοντος.  Η υπό κρίση αγωγή, έχοντας το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932, 926 ΑΚ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων  δεδομένου ότι τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων, αφού ο ενάγων, τόσο για τη θεμελίωση της νομικής βάσης της αγωγής, όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων, καθώς και της ηθικής βλάβης που ο ίδιος υπέστη συνεπεία της ευθύνης αυτής των τελευταίων, επικαλείται όλα τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, αναγκαία για τη θεμελίωση των αξιώσεών της στοιχεία και, ειδικότερα, επικαλείται : 1) την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, 2) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας του ενάγοντος  και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, με τις  επικαλούμενες παράνομες πράξεις τους, οι οποίες συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του με τον προαναφερόμενο τρόπο,, καθώς επίσης, 3) τη βλάβη που υφίσταται αυτος  στη φήμη, την υπόληψη, την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον  του.

Από την εκτίμηση  της νομίμως μετ’ επικλήσεως   προσκομιζομενης υπό του  ενάγοντος     υπ’  αριθ. …./27-12-2022 ενόρκου  βεβαιώσεως της ………  ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας ………., η οποία ελήφθη παραδεκτώς μετά νόμιμη κλήτευση  των εναγομένων  (υπ’ αριθ. …./21-12-2022 και  …../21-12-2022 εκθεσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……………), και όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως  προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ),  μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε από αυτά (έγγραφα) για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων  συγκαταλέγονται  η προσκομιζομενη από την ενάγουσα  υπ’ αριθ. …../7.9.2020 ενόρκη βεβαιωση   της … ……. ενώπιον της συμβολαιογράφου Άρτας …..,   καθώς και  οι προσκομιζόμενες από τον πρώτο εναγόμενο  υπ’ αριθ. …../2020, …/2020, …/2020, …/2020, …../2020 ενορκες βεβαιώσεις  των ……..αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου  Πειραιώς ……………..  που  εδόθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης  και συνεκτιμώνται για την  συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 381/2010),   καθώς και  οι προσκομιζόμενες μετ’  επικλήσεως από τούς διαδίκους ποινικές  και πολιτικές αποφάσεις,  που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα  ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Δυνάμει του από 20-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού  σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε  νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς  με αριθμό μητρώου …….. και αριθμό κατάθεσης ……./21-3-2007 συστήθηκε από τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, οι οποίοι είναι μεταξύ τους αδέλφια, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία  «……………..» και τον διακριτικό τίτλο « …………….». Ως έδρα της εταιρείας ορίσθηκε ο Δήμος  Κορυδαλλου και συγκεκριμένα  το ακίνητο που βρισκόταν στον 1ο όροφο επί της οδού ………….., στο οποίο στεγαζόταν  ήδη το λογιστικο γραφείο  του πρώτου εναγομένου, ενώ προβλέφθηκε  ότι η εταιρεία μπορεί να ιδρύει  υποκαταστήματα, πρακτορεία και  γραφεία σε όλη  την ελληνική επικράτεια. Επίσης συμφωνήθηκε  ότι η διάρκειά της θα είναι αόριστη,  ενώ ο σκοπός της θα είναι η κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επέκταση και εκμετάλλευση σταθμών  παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ιδίως φωτοβολταϊκών και άλλων ήπιας μορφής) κυρίως με εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), η εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας  και η παροχή υπηρεσιών  τεχνικών και οικονομικών στην εκπόνηση μελετών που έχουν σχέση με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων/ έργων και άλλων ΑΠΕ.  Το κεφάλαιο  της εταιρείας ορίσθηκε  στο ποσό των 10.000 ευρώ, καταβεβλημένο ολοσχερως κατά το  ήμισυ από έκαστο των εταίρων, οπότε η εισφορά εκάστου ανέρχεται  σε ποσοστό 50%.  Δυνάμει του ιδίου ως άνω συμφωνητικού, διαχειριστές της εταιρείας  ορίσθηκαν αμφότεροι οι εταίροι, καθένας από τους οποιους μπορεί να εκπροσωπεί  μόνος την εταρεία  έναντι τρίτων, δεσμεύοντας αυτήν με την υπογραφή του, με εξαίρεση την υπογραφή επιταγών, γραμματίων και οποιουδήποτε εγγράφου που δεσμεύει την εταιρεία   για ποσό ανώτερο των 5.000 ευρώ, οπότε απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο εταίρων (άρθρο 7). Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό συμφωνηθηκε ότι  κάθε τέλος του  έτους θα συντάσσεται ισολογισμός  και θα διενεργείται η ετήσια απογραφή με ευθύνη των διαχειριστών της εταιρείας (αρθρο 8), ότι  απολήψεις των συνεταίρων θα καθορίζονται με κοινή απόφαση και θα αφαιρούνται από τα διανεμηθέντα κέρδη, ενώ οι συνεταίροι είναι  υποχρεωμένοι  να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία στην εταιρεία και να μετέχουν ενεργά στη διεξαγωγή των εργασιών της  ( άρθρο 9),  και ότι   η εταιρεία  ως αορίστου  χρόνου θα λύεται  με την αποχώρηση οποιουδήποτε εταίρου ( άρθρο 10), στ)  καθώς και ότι  κάθε τροποποίηση των όρων του συμφωνητικού  πρέπει να γίνεται και να αποδεικνύεται έγγραφα και να τηρείται η νόμιμη διαδικασία (άρθρο 14).  Η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία  λειτουργεί έκτοτε  σύμφωνα με το αντικείμενό της, ήτοι  παράγει  ηλεκτρική ενέργεια μεσω των δύο φωτοβολταϊκών σταθμών της στην Άρτα, την οποία πωλεί στον μοναδικό πελάτη της, τη ………… ( ήδη σήμερα  …………), στο πλαίσιο της από 31-1-2011 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, διαρκειας 20 ετών. Μέχρι τις αρχες του έτους 2019 οι δύο εταίροι είχαν ομαλή και αποτελεσματική συνεργασία, έχοντας  στην πράξη κατανείμει μεταξυ τους  τις υποχρεώσεις  για τη λειτουργία της εταιρείας. Ο πρώτος εναγόμενος  είχε αναλάβει κυρίως  τη λογιστική παρακολούθηση της εταιρείας, η έδρα της οποίας  ήταν στο λογιστικό του γραφείο και ειδικότερα είχε αναλάβει την συγκέντρωση των παραστατικών και λοιπών σχετικών   με την εταιρεία εγγράφων, την καταχώρισή τους στο λογιστικό πρόγραμμα του γραφείου του, την κατάρτιση και υποβολή των λογιστικών – φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες υπηρεσίες,  ενώ ο ενάγων είχε αναλάβει κυρίως την οικονομική διαχείριση της εταιρείας,  το εκτελεστικό μέρος της υλοποίησης και λειτουργίας των φωτοβολταϊκών  σταθμών  και τις τραπεζικές  συναλλαγές, είχε αναλάβει δηλαδή  την «εκτελεστική» χρηματοοικονομική διαχείριση. Κατά τους πρώτους μήνες του 2019 εκδηλώθηκε ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις παρά την οικονομικά εύρωστη λειτουργία της εταιρείας.  Ειδικοτερα με το από 21-2-2019 πρακτικό συνεδρίασης των εταιρων διαδίκων συμφωνήθηκε να ανατεθεί στον πρώτο εναγόμενο η εκπροσώπηση της εταιρείας και  μόνο για τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω του συστήματος των Τραπεζών  Πειραιώς και  Alpha Bank, όπου τηρούνταν οι τραπεζικοί λογαριασμοί αυτής, συμφωνήθηκε δε να κατέχει μόνον αυτος τους ηλεκτρονικους κωδικούς για τις συναλλαγές στο web banking, καθώς και την εταιρική κάρτα αναλήψεων.   Στη συνέχεια, όμως, ο πρώτος εναγόμενος  προέβη σε αλλαγή των κωδικών πρόσβασης στους λογαριασμούς web banking που διατηρούσε η εταιρεία στις Τράπεζες Πειραιώς και  Alpha, με αποτέλεσμα  ο ενάγων να μην έχει πλέον πρόσβαση σε αυτούς τους λογαριασμους, τους οποίους όλα τα προηγούμενα  έτη διαχειριζόταν κατά κυριο λόγο ο ίδιος. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την εξώδικη διαμαρτυρία του  ενάγοντος  για τον εν γένει αποκλεισμό του  από την διαχείριση  της ομόρρυθμης εταιρείας, λόγω της αδυναμίας πρόσβασης στους εταιρικούς λογαριασμούς για ενημέρωση  ενόψει  και του ότι  όλα τα βιβλία και τα έγγραφα  τηρούντο στο λογιστικό γραφείο του πρώτου εναγομένου, με την οποία εξώδικη διαμαρτυρία  δήλωνε  την αδυναμία συμμετοχής του στη διοίκηση της εταιρείας, καλώντας  τον πρώτο εναγομενο να επικοινωνήσει  με την πληρεξούσια δικηγόρο του, προκειμένου να συζητήσουν  το ενδεχόμενο λύσης της εταιρείας και διανομής των περιουσιακών  στοιχείων κατά  τρόπο ανάλογο σε καθένα εξ αυτών. Σε απάντηση αυτής ο πρώτος εναγόμενος του κοινοποίησε την από 8-5-2019  εξώδικη δήλωση (η αναφερόμενη στην αγωγή ως ΣΤ1 εξώδικη δήλωση) με  την οποία του  γνωστοποιούσε ότι διενεργείτο διαχειριστικός έλεγχος στα οικονομικά της εταιρείας, διότι  είχαν προκυψει ενδειξεις   αδικαιολόγητων χρηματικών κινήσεων από τον εταιρικό στον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος καθως  και αδικαιολόγητες  αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους εταιρικούς λογαριασμούς. Η ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων μεταξύ των δύο εταίρων  συνεχίσθηκε  με τον ενάγοντα να αρνείται  ως προσχηματικά όσα του καταλόγιζε ο αδερφός του. Με την από 21-10-2019 εξώδική δήλωση (η αναφερόμενη στην αγωγή ως ΣΤ2 εξώδικη δήλωση)  ο πρώτος εναγόμενος  γνωστοποίησε στον ενάγοντα την από 10-10-2019 έκθεση του δεύτερου εναγομένου οικονομολόγου – λογιστή, ο οποίος υπό την ιδιότητα του οικονομολόγου – λογιστή συνέταξε έκθεση επί της οικονομικής διαχείρισης της εταιρείας  για την περίοδο από 21-2-2007 έως 31-3-2019,  και τον κάλεσε να  παράσχει εξηγήσεις  για τις αναφερόμενες σε αυτήν μη δικαιολογημένες  αναλήψεις από τους εταιρικούς  λογαριασμούς και μεταφορές από αυτούς σε προσωπικό λογαριασμο συνολικού ποσού 126.513 ευρώ. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση του δευτέρου εναγομένου, ο ενάγων είχε προβεί κατά το χρονικό διάστημα  από 22-5-2014 έως 12-2-2019 σε αναλήψεις από τους εταιρικούς λογαριασμούς και σε μεταφορές από αυτούς  προς προσωπικούς τους λογαριασμούς χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 126.513 ευρώ, χωρίς να  δικαιολογούνται αυτές από τα παραστατικά και τα βιβλία της ομόρρυθμης εταιρείας ως αφορώσες  χρηματικές υποχρεώσεις – πληρωμές της εταιρείας. Με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωση ο πρώτος εναγόμενος καλούσε τον ενάγοντα να παραδώσει στο κατάστημα της εταιρείας το υπ’ αριθ. ……….., το οποιο ο εναγων κατείχε παρανόμως άνευ αδείας και  συναίνεσής του.  Στην συνέχεια ο ενάγων    με την από 29-10-2019 εξώδικη δήλωση  αρνήθηκε το περιεχόμενο  της έκθεσης αλλά και της εξώδικης δήλωσης του αδερδού του ως ψευδές και συκοφαντικό, ισχυρίσθηκε ότι έχει χρηματοδοτήσει  ο ίδιος την εταιρεία  από την προσωπική του περιουσια και επεσημανε  συγκεκριμενα σφάλματα στην ανωτέρω έκθεση. Την ως άνω εξώδικη δήλωση κοινοποιησε ο ενάγων και στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος με την  από 10-11-2019 έκθεσή του  με τίτλο «επισημάνσεις και τροποποιηση της ειδικής έκθεσης με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 2019’» διόρθωσε το συνολικό  ποσό των αδικαιολογητων  αναλήψεων -μεταφορών  σε 121.593 ευρώ.  Ακολουθως, στις 12-12-2019 ο εναγων κατέθεσε την από 12-12-2019 έγκλησή του  (Α.Β.Μ. ……….) ενώπιον του Εισαγγελέα  Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος των  εναγομένων, αιτουμενος  την ποινική τους δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση.   Περαιτέρω,  στις 9-1-2020 ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας  ατομικώς και ως νόμιμος  εκπρόσωπος της ομορρυθμης εταιρείας με βάση την προαναφερόμενη έκθεση που συνέταξε ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς  την από 7-1-2020 έγκληση με ΑΒΜ …….. (η αναφερόμενο στην αγωγη ως Α έγκληση) με την οποία αιτούνταν την ποινική δίωξη του ενάγοντος  για υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερβαίνει  το ποσό των 120.000 ευρώ (ήτοι το ποσό των 121.593 ευρώ), κατ’ εξακολούθηση που  φέρεται τελεσθείσα στον Κορυδαλλό Αττικής κατά το χρονικό διάστημα  από το έτος 2007 έως τις 21-2-2019. Ειδικότερα με την ως άνω έγκληση καταμηνυσε τον ενάγοντα ότι εν τοις πράγμασι διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας  από την σύστασή της μέχρι την  21-2-2019 ήταν αποκλειστικά ο ενάγων, επειδή ο εναγόμενος, λόγω άλλων επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, δεν  ήταν σε θέση να ασκεί καθηκοντα διαχειριστή. Στην ανακριτική δικογραφία συσχετίσθηκε ακολούθως η από 20-1-2021  συμπληρωματική έγκληση με ΑΒΜ …….. (η  αναφερόμενη ως  Β έγκληση),   την οποία υπέβαλε  ο πρώτος εναγόμενος ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, ενεργώντας ατομικώς και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρειας, με την οποία ζητούσε  την ποινική του δίωξη για νέες επιμέρους πράξεις  υπεξαίρεσης ύψους 50.505 ευρώ, κατά το χρονικο διάστημα  από 28-6-2012 έως 8-10-2018, στο πλαίσιο του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος.

Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλα εξώδικα  και ειδικότερα   ι) η από 23-12-2019 εξώδικη δήλωση του πρώτου εναγομένου (ΣΤ3 εξώδικη δήλωση)  στην  οποία ατομικως και ως εκπροσωπος της εταιρειας επαναλάμβανε τον ως άνω ισχυρισμό  του περί τέλεσης από τον ενάγοντα υπεξαίρεσης σε βάρος της εταιρείας και επιπλέον τον εγκαλούσε ότι  μεταβίβασε  χωρίς τη συναίνεσή του   το με αριθ. κυκλοφορίας …….. ΦΙΧ όχημα της ομόρρυθμης εταιρείας, το οποίο κατείχε  ο ενάγων παρανόμως έως τον Οκτώβριο 2018,  παρακρατώντας το τίμημα  ύψους 7.000  ευρώ και εκδιδοντας εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία., ιι) η από  22-9-2020 εξώδικη δήλωση (ΣΤ4 εξώδικη δήλωση)   του  πρωτου εναγομενου, ενεργώντας ως εκπροσωπος της εταιρείας, στην οποία μεταξύ αλλων  επαναφέρει τον ισχυρισμο περι ποινικών ευθυνών του ενάγοντος για το ποσό των 121.593 ευρώ, ιιι) η από 11-11-2020 εξώδικη δήλωση του πρώτου εναγομένου  (ΣΤ5) ενεργώντας  ως εκπρόσωπος της εταιρείας, με την οποία τον καλεί να επιστρέψει  το προαναφερόμενο  αυτοκίνητο   στην εταιρεία αφετέρου τον ενημερώνει   ότι το κατά τους ισχυρισμούς του υπεξαιρεθέν  ποσό ανέρχεται πλεον  στο ποσό των 128.278 ευρώ, μετά την ανακάλυψη και άλλων αναλήψεων  από το ταμείο της εταιρείας και iv)  την από 3-2-2021 εξώδικη δήλωση της εταιρείας εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εναγόμενο  (ΣΤ6 ), στην οποία αναφέρει  ότι η βλάβη της εταιρείας  από τις παράνομες ενέργειες του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσό άνω των 120.000 ευρώ.  Περαιτέρω απεδείχθη ότι  ο πρώτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της  εταιρείας άσκησε και τα ακόλουθα δικόγραφα : 1. Την από 20-7-2021  (Γ.Α.Κ. ……/2021 Ε.Α.Κ.  ……../2021) αγωγή (Γ΄ δικόγραφο)ενώπιον του Πολυμελούς  Πρωτοδικειου Πειραιά με την οποία αιτήθηκε, μεταξύ άλλων  να υποχρεωθεί ο ενάγων να καταβάλει μεταξύ άλλων το ποσό των 172.098 ευρώ  ως υπεξαιρεθέν από την περιουσία της εταιρειας καθώς και το ποσό των 7.000 ευρώ ως αποζημίωση από την ισχυριζόμενη παρανομη κατακράτηση εκ μέρους του, μη απόδοση  και οριστική απώλεια του ως ανω εταιρικού  φορτηγού αυτοκινήτου, 2) την  από 27-3-2020 (Γ.Α.Κ. ……./2020 Ε.Α.Κ. ……../2020 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικειου  Πειραιώς (εκουσία δικαιοδοσία)  (Δ΄ δικόγραφο) με την οποία αιτήθηκε τον  αποκλεισμό  του ενάγοντος από την εταιρεία επικαλούμενος σπουδαίο λόγο εξαιτίας  της υπεξαίρεσης  που ισχυρίζεται ότι διέπραξε ο ενάγων  και της παράνομης κατακράτησης αρχικά του  αυτοκινήτου και στη συνέχεια του τιμήματος από την πώληση αυτού. Σημειούται ότι η αίτηση αυτή απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη με  την υπ’ αριθ. 1536/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του πρώτου εναγομένου, επικυρώθηκε από την υπ’ αρθ. 533/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά   και 3. Την από 11-12-2020 (αρ. κατ.  ……/2020 ανακοπή (Ε δικόγραφο) κατά της υπ’ αριθ. 42/2020 διαταγής απόδοσης  μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων  της Ειρηνοδίκου Άρτας  κατά τη συζήτηση της οποίας προβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης του εναγοντος  για τα εκεί επιδικα μισθώματα με το κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομενου  υπεξαιρεθέν  ποσό των 121. 593 ευρώ. Επιπροσθέτως στα προαναφερόμενα   δικόγραφα  υπό στοιχεία Γ, Δ, Ε και στην εξώδικη  υπό στοιχεία ΣΤ1 ο πρώτος εναγόμενος  ισχυρισθηκε ότι  ο ενάγων δεν κατέβαλε την οφειλόμενη αμοιβή του μηχανολόγου – μηχανικού ………………,  τις δόσεις  του υπ’ αριθ. 016 ασφαλιστηρίου της εταιρείας στη …………….. και λογαριασμούς ΔΕΗ και ΟΤΕ, με αποτέλεσμα να δυσχερανθεί  η λειτουργία των φωτοβολταϊκών πάρκων στη θέση ……..,  και ότι  ο ενάγων δεν μετείχε στις έκτακτες γενικές συνελεύσεις που συγκαλούσε ο πρώτος εναγόμενος, αδιαφορώντας  για τις εκκρεμούσες εταιρικές υποθέσεις, και ότι το υπόλοιπο των εταιρικών λογαριασμών που τηρούνται στις τράπεζες Πειραιώς και  Alpha Bank  ήταν μηδενικο. Τέλος διαρκούσης της κυρίας ανακρισεως ο πρώτος εναγόμενος κατεθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς την από 3-5-2022 Β συμπληρωματική έγκλησή του (ΑΒΜ …………..)  με την οποία εγκαλούσε τον ενάγοντα για  νεες  αδικαιολογητες μεταφορες χρηματικών ποσών  από τους εταιρικούς τραπεζικους λογαριασμούς  προς τους προσωπικούς τραπεζικους λογαριασμους του ενάγοντος κατά τα ετη 2015 έως 2018 συνολικού ύψους 30.325,50 ευρώ.    Απεδείχθη, όμως, ότι όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται  στις προαναφερόμενες μηνυσεις, εξώδικες δηλώσεις,  αγωγή, αίτηση και ανακοπή  ήταν ψευδείς και συκοφαντικοί. Ειδικότερα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου περί τέλεσης  κακουργηματικής υπεξαίρεσης από τον ενάγοντα σε βαρος της ομόρρυθμης εταιρείας τους,  δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων εχει ιδιοποιηθεί  παράνομα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την περιουσία της εταιρείας.  Αντιθέτως απεδείχθη ότι έχει χρηματοδοτήσει  την εταιρεία με περισσότερα χρήματα από όσα ανέλαβε  και ότι οι καταθέσεις και μεταφορές   στους  τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας προερχονται από δικά του χρήματα, όπως τούτο αποδεικνύεται  από την υπ’ αριθ. ………. ένορκη βεβαίωση  της συζύγου του ενάγοντος ………….., η οποία έχουσα ιδίαν αντίληψη σαφώς κατέθεσε ότι  « Ο ………..  έχει βάλει πολλά περισσότερα χρήματα στην εταιρεία απ’ όσα έχει κάνει ανάληψη και η εταιρεια ακόμα και σήμερα του χρωστάει… Ο ……… επειδη την  πονουσε την εταιρεία, την έβλεπε σαν  δημιούργημά του…εβαζε αφειδως χρήματα σε αυτήν, προκειμένου  να την στηρίξει όσο γινόταν. Και όταν έμπαιναν χρήματα στην εταιρεία, τα έπαιρνε πίσω και πάλι όχι όλα τα ποσά», αλλά και από την ………/7.9.2020 ενόρκη βεβαιωση   της …. …….,  μητέρας  του εναγοντος,  η οποία η  λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο.   Εξάλλου και ο διορισθείς  από την Ανακρίτρια  πραγματογνώμονας ………, οικονομολόγος – φοροτεχνικός, κατέληξε   στο συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο ανάμεσα στις καταθέσεις και τις μεταφορές  που έκανε ο ενάγων προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς  της εταιρείας από τη μία και τις αναληψεις και τις μεταφορές προς τον ατομικό του λογαριασμό  από την άλλη  είναι θετικό. Ειδικότερα ο πραγματογνωμων προέβη σε έλεγχο  των χρηματικών ροών από και προς τους λογαριασμους της ομόρρυθμης εταιρείας και κατέληξε στο   ΄συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο ανάμεσα στις  καταθέσεις  που έκανε ο …  …….  προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς  της εταιρείας (138.710) και τις μεταφορές χρημάτων  από προσωπικό του λογαριασμό  στους εταιρικούς λογαριασμούς  (21.215)  συνολικού ποσού  (138.710 + 21.215) 159.925 και στις αναλήψεις που έκανε ο ως άνω από τους λογαριασμούς της εταιρείας  (22.700) και τις μεταφορές χρημάτων από αυτούς προς προσωπικούς του λογαριασμούς  (116.468) συνολικού ποσού (22.700 + 116.468) 139.168 είναι θετικο κατά το ποσό των 20.757 (σελ. 49 έως 105 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπου αναλύονται διεξοδικά, κατ’ έτος, οι τράπεζικές συναλλαγές – καταθέσεις, αναλήψεις, μεταφορές, ο συνυπολογισμός επιμέρους συναλλαγών στις αιτιολογημένες ή αναιτιολογητες αναλήψεις/ μεταφορές  ή στις καταθέσεις / μεταφορές προς  την εταιρεία από την προσωπική περιουσία του εναγοντος).  Δηλαδή απεδείχθη  ότι ο ενάγων δεν έχει ιδιοποιηθεί παράνομα οποιοδήποτε  ποσό ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρεία και το οποίο  βρίσκεται στους τραπεζικούς της λογαριασμούς,  αλλά  αντιθέτως έχει χρηματοδοτήσει αυτή  με περισσότερα  χρήματα από όσα ανέλαβε  και δη κατά το ποσό των 20.757 ευρω έχοντας συμβάλει  στην οικονομική της λειτουργία με την χρηματοδότησή της και με την εξόφληση οφειλών της από τη δική του περιουσία.    Πλέον τούτων, ο πραγματογνωμων  γνωμοδοτεί  ότι  πρέπει  να προστεθούν στο παραπάνω ποσό και όλα τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο . ……. σε προμηθευτές της εταιρείας, προς εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεών της  ή για κάλυψη εταιρικών εξόδων, είτε τοις μετρητοίς είτε με μεταφορά χρημάτων από προσωπικό του λογαριασμό προς λογαριασμούς τρίτων, συνολικού ύψους  24.811, 45 ευρώ  (106 Έως 118 της πραγματογνωμοσύνης).  Με  βάση δηλαδή το τελικο πόρισμα του διορισθεντος πραγματογνώμονα ………. οι καταθέσεις και μεταφορές χρηματικών ποσών που πραγματοποιησε ο ενάγων στους εταιρικους λογαριασμούς υπερβαίνουν τις αναλήψεις ποσών που του καταλογίζονται από τον εναγόμενο κατά το ποσό των 20.757,00 ευρώ, ενώ πέραν των χρημάτων αυτών, οι πληρωμές που έχει πραγματοποιήσει  ο ενάγων εκτός εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών, προς τους προμηθευτές της εταιρείας, καθως και για την κάλυψη λοιπών εξόδων και υποχρεώσεων αυτής, ανέρχονται στο (επιπλεον) ποσό των 24.811,45 ευρώ προκειμένου να εξυπηρετήσει με ρευστότητα  την εταιρεία και να καλυψει τις οικονομικές της ανάγκες και υποχρεώσεις. Και ναι μεν ο πραγματογνώμων γνωμοδοτησε ότι το  ανωτέρω «ισοζύγιο»  τραπεζικών συναλλαγών που είναι θετικό κατά ποσό 20.575 ευρώ υπέρ του εναγοντος, θα μπορούσε να αποβεί αρνητικό κατά ποσό 115.543 ευρώ, έτσι ώστε δηλαδη να εμφανίζεται ότι οι αναλήψεις και οι μεταφορές σε προσωπικό λογαριασμό του κατηγορουμένου υπερβαίνουν κατά το ποσο αυτό τις καταθέσεις και τις μεταφορές χρημάτων από δικό του λογαριασμό προς τους εταιρικους λογαριασμούς, αν όλες οι καταθέσεις  που έκανε ο κατηγορούμενος σε τραπεζικούς λογαριασμούς   της εταιρείας δεν προέρχονταν από δική του περιουσία, αλλά από την εταιρική περιουσία, όμως τούτο δεν απεδείχθη. Αντιθέτως  απεδείχθη ότι τα συγκεκριμένα ποσά που κατέθεσε ή μετέφερε  στους εταιρικούς  λογαριασμούς ο ενάγων   δεν προήλθαν   από την εταιρική περιουσία με συγκεκριμένο τρόπο (προηγούμενη ανάληψη, πληρωμή επιταγής σε διαταγή της) αλλά από δικα του κεφαλαια.  Τα μονα έδοδα της εταιρείας διέρχονταν μέσα από τους τραπεζικους λογαριασμούς αφού ο μοναδικός πελάτης της εταιρείας (…………. και μετέπειτα  «…………» ) δεν κατεθετε  μετρητά  αλλα εκτελούσε  μονον εμβασματα και αναφέρεται με ειδικό κωδικό στις κινήσεις των εταιρικών λογαριασμών ως «…………..»  και όλες οι -φερόμενες ως αναιτιολόγητες -αναλήψεις και μεταφορές χρημάτων από αυτούς λήφθηκαν ήδη υπόψη κατά την σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.   Όσον αφορά τον ισχυρισμό  του πρώτου εναγομένου ότι  το πόρισμα του πραγματογνώμονα είναι εσφαλμένο,  επειδή αυτός δεν αφαίρεσε από το συνολικό ποσό των καταθέσεων που εμφανίζεται να κάνει ο ενάγων  στους τραπεζικούς λογαριασμούς,  τα ποσά που προήλθαν από τις αντίστοιχες αναλήψεις (συνολικού ύψους 145.382.99), τις οποίες εχει επισημάνει ως μη αμφισβητούμενες αναλήψεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον  απεδείχθη ότι ο Πραγματογνώμονας …….. έχει λάβει υπόψη του  για την διαμόρφωση  του πορισματός του ό,τι ποσό ανεληφθη από τον ενάγοντα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, και δεν προσμετρά στις καταθέσεις του εναγοντος προς την εταιρεία   τα ποσά εκείνα  που προήρχοντο (εν όλη ή εν μέρει) από προηγούμενη ανάληψή του από τους λογαριασμούς  της εταιρείας. Δηλαδή πάντα αφαιρεί από τα ποσά που κατατίθεντο από τον ενάγοντα προς την εταιρεία, το μέρος εκεινου του ποσού που προερχόταν από προηγούμενη  ανάληψή του από τους εταιρικούς λογαριασμούς. Συνεπώς, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι  οι καταθέσεις του στην εταιρεία προέρχονται από προηγούμενες αναλήψεις του από αυτήν, διότι οι αναλήψεις του αυτές έχουν προσμετρηθεί από τον πραγματογνώμονα και αφαιρεθεί.  Επομένως  τα χρήματα αυτά έχουν κατατεθεί στην εταιρεία από τον ενάγοντα και δεν προέρχονται  από προηγούμενη ανάληψή του από τους λογαριασμούς της εταιρείας.    Σε κάθε περίπτωση από το γεγονος ότι ο ενάγων προέβη σε πληρωμες προς προμηθευτές και φορείς του Δημοσίου (βεβαιωμένες οφειλές Δ.Ο.Υ. εργοδοτικές εισφορές ΕΦΚΑ) χωρίς την χρήση εταιρικών λογαριασμων, αλλά με καταβολή μετρητών ή με μεταφορά χρηματικών ποσών από προσωπικό του λογαριασμό, σαφώς συνάγεται ότι είχε την σχετική οικονομική δυνατότητα να προβεί  στις εν λόγω  καταθέσεις.  Απεδείχθη  επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε πλήρη γνωση της οικονομικης καταστάσεως της εταιρείας  απορριπτομενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του πρώτου εναγομένου. Σύμφωνα με την από 20.1.2022 λογιστική πραγματογνωμοσύνη  του ……….. που διεξήχθη στα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως «Μεχρι την 19/2/2019 οι δύο εταίροι είχαν στενή και αποτελεσματική συνεργασία… Ο εταίρος. ……. είχε αναλάβει το εκτελεστικό  μέρος της υλοποίησης και λειτουργίας των φωτοβολταϊκών  πάρκων (να  συντονίζει τα συνεργεία, να παρακολουθεί τις πληρωμές του, να υλοποιεί  τις τραπεζικές δικπεραιώσεις, να επισκέπτεται τα  Φ/Β/ πάρκα και να συντονίζει τις εργασίες, να χρησιμοποιεί το web banking για τις τραπεζικές συναλλαγές)   και τις τραπεζικές  συναλλαγές και ο εταίρος……. που, κατά δήλωση του ιδίου, είχε  λιγότερο χρόνο να διαθέσει για τα καθημερινά διαδικαστικά θέματα διατηρούσε την ευθύνη του γενικού προγραμματισμού και της νομικο – λογιστικής  παρακολούθησης της εταιρείας, αφού στην έδρα του ατομικού λογιστικού του  γραφείου (η οποία ήταν και η έδρα της Ο.Ε.) συγκεντρωνονταν όλα τα λογιστικα, τραπεζικά  και νομιμά παραστατικά  έγγραφα της Ο.Ε., καταχωρούνταν στο λογιστικό πρόγραμμα και καταρτίζονταν και υποβάλλονταν όλα τα – κατά νόμο-  λογιστικά -φορολογικά έντυπα στις αρμόδιες υπηρεσίες.  Σύμφωνα  με την ανωτερω έκθεση η συνεργασία των δύο αδελφών λειτούργησε αποτελεσματικά κι έτσι εγκατεστησαν και λειτούργησαν μέσω της ομόρρυθμης εταιρείας τους με επιτυχία δύο φωτοβολταϊκά πάρκα στην Άρτα και επιπλέον απέκτησαν και ανακαίνισαν με τη συνδρομή  επιχορήγησης ΕΣΠΑ, ένα ακίνητο 240 τ.μ. στον Πειραιά, όπου δημιούργησαν οκτώ γραφεία για εκμετάλλευση. Οι συνολικές  επενδύσεις παγίων στοιχείων της εταιρείας από το 2011 έως κ αι το έτος 2018 προσδιορίζονται  σε ποσό 1.147.347 ευρώ,  ο δανεισμός από τράπεζες  σε ποσό 480.000 ευρώ (με δύο δάνεια, εκ των οποίων το ένα  έχει αποπληρωθεί),  η επιχορήγηση σε ποσό 40.000 ευρώ και οι αποζημιώσεις  από ασφαλιστικές εταιρείες  σε ποσό περίπου 100.000 ευρώ.»  Εξαιτίας του γεγονότος, όπως διαπίστωσε  ο πραγματογνώμων,  ότι όλα τα έγγραφα, λογιστικά παραστατικά  αποστέλλονταν στην έδρα της εταιρείας και οι λογιστικές  εργασίες για λογαριασμό της Ο.Ε. γίνονταν από τον …….,  διαπιστώνεται ότι  διασφαλιζόταν ο ελάχιστος έλεγχος  και η παρακολούθηση της πορείας της εταιρείας και από τους δύο εταίρους, αφού ο ενάγων είχε την ευθύνη «εκτελεστικής» χρηματοοικονομικής διαχείρισης (πληρωμές, μεταφορές, παρακολούθηση, και εξασφάλιση της ρευστότητας τις κρίσιμες ημερομηνίες, ηλεκτρονικές συναλλαγές) και ο πρωτος εναγόμενος  είχε την ευθύνη της νομικο – λογιστικής  διαχείρισης και γενικής παρακολούθησής της.  Όπως αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη του ……….., η εταιρεία  δεν κατήρτιζε ισολογισμούς και αποτελέσματα χρήσεων (κατά παράβαση  του αρ.8 του Καταστατικού), αλλά δεν υποχρεούνταν λόγω του είδους των Λογιστικών Βιβλιων που διατηρούσε (Β κατηγορίας), ούτε τηρούσε Ταμειακή Κατάσταση (Ημερολόγιο Ταμείου)και αν και είχε μηχανογραφικά βιβλία, ούτε τηρούσε αναλυτικό ισοζύγιο Εσόδων – Εξόδων,  αλλά έχει υποβάλει ανελλιπως όλα τα φορολογικά έντυπα που υποχρεούνταν, στις αρμόδιες αρχές (Ε3, Ε5, Βεβαιώσεις Αποδοχών και Συντάξεων κλπ, κλπ) με τα οποία διαπιστώνεται χρηστή και σύννομη διοίκηση αναφορικα με την νομικο – φορολογική της κατάσταση.  Κατά συνέπεια καταλήγει ο πραγματογνώμονας οι δύο εταιροι ειχαν την ίδια εικόνα  για την πραγματική οικονομική κατάσταση της Επιχείρησης. Και ναι μεν δεν υπήρχαν Πρακτικά Συνεδριάσεων  Εταίρων, τακτικη και τυποποιημένη πληροφόρηση, η εικόνα, όμως, της εταιρείας ήταν σε  γνώση και των δύο εταίρων, αφού α) ούτε η δραστηριότητα ήταν περίπλοκη και έχει έναν και μοναδικό Πελάτη – το ΔΕΣΜΙΕ και τα έσοδα από τον μοναδικο πελάτη περνούσαν μέσα από τους εταιρικούς Τραπεζικούς Λογαριασμούς και από εκεί γίνονταν οι πληρωμές των Προμηθευτών/ Εξόδων β) και οι δύο εταίροι είναι λογιστές  στο επάγγλεμα και άρα  γνώστες  του τρόπου παρακολούθησης της οικονομικής πορείας μιας επιχείρησης.  Επομένως, με βάση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η διοίκηση της εταιρείας  ήταν σύννομη αναφορικα με την νομικο – φορολογική  της κατάσταση με την ανελλιπή υποβολή όλων των υποχρεωτικών φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες αρχές και είχε διασφαλισθεί ο έλεγχος και η παρακολούθηση της πορείας της εταιρείας από αμφοτέρους του εταίρους. Με αυτόν τον τρόπο αναφέρει ο πραγματογνώμων  ξεπεράσθηκαν όλες οι μεγάλες δυσκολίες της περιόδου   2007-2018 ήτοι: α)Η αντικατάσταση των Φ/Β πάρκων λόγω καταστροφής από φωτιά, εξαιτίας κατασκευαστικού του Προμηθευτή των πλαισίων το 2012, β) Η ολική καταστροφή των Φ/Π πάρκων από πλημμύρα του 2015- υπαιτιότητα της ΔΕΗ και οι επιτυχείς  ενέργειες είσπραξης ασφαλιστικής αποζημίωσης από δύο ασφαλιστικές εταιρείες., γ) η δικαστική δικαίωση της εταιρείας έναντι της ΔΕΗ για την προηγούμενη καταστροφή, δ) η ολική αποπληρωμή του ενός από τα δύο δάνεια, ε) η αγορά και η ανακαίνιση μέσω ΕΣΠΑ – ορόφου 240 τ.μ. στη οδό Γούναρη Πειραιά και η μετατροπή του σε οκτώ (8)  γραφεία προς εκμετάλλευση  (επένδυση -100.000-120.000 μείον  40.000 επιχορήγηση).  Επομένως ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν γνώριζε την οικονομικη κατάσταση της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας  από την σύστασή της μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019 κρίνεται αβάσιμος, διότι ο πρώτος εναγόμενος  ήταν λογιστής στο επάγγελμα, ήτοι πρόσωπο με ειδικές λογιστικές και οικονομικές γνώσεις  και άρα είχε τις γνώσεις και την εμπειρία για να ελέγχει την εταιρεία. Επιπλέον είχε την δυνατότητα να το πράξει, καθώς είχε αναλάβει και διεκπεραίωνε  τα λογιστικά της επίμαχης  εταιρείας, η δραστηριότητα της οποία  ήταν απλή, καθώς αυτή διέθετε έναν πελάτη και όλα τα έσοδά της εισερχονταν στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, η έδρα της εταιρείας, στην οποία αποστέλλονταν όλα τα έγγραφα σχετικά με την λειτουργία της εταιρείας καθώς και τα ενημερωτικά σημειώματα κίνησης  των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρεία, βρισκόταν  στο λογιστικό γραφειο του πρώτου εναγομένου,  ενώ κάθε έξοδο της εταιρείας άνω των 5.000 ευρω απαιτούσε, κατά το καταστατικο της εταιρείας, την δική του ενημέρωση και συνυπογραφή.   Με βάση τα ανωτέρω  αποδειχθέντα ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί τέλεσης  κακουργηματικής υπεξαίρεσης από τον ενάγοντα σε βαρος της ομόρρυθμης εταιρείας τους ήταν ψευδής και ο πρώτο εναγόμενος το εγνώριζε. Σημειούται  ότι   με το υπ’ αριθ. ……./2023 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα το Συμβουλιο  Πλημμελειοδικων Πειραιώς  απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία  σε βάρος του εναγοντος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας  αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση. Όσον αφορά το αίτημα του πρώτου εναγομένου για διενέργεια νέας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που προβάλλεται με τον δεύτερο λογο εφεσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο  δοθέντος ότι  το Δικαστήριο από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση.   Eπομένως όσα περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της από 21.10.2024  εφέσεως του πρώτου εναγομένου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.  Περαιτέρω οι  ισχυρισμοι του πρώτου εναγομένου (αναφερομενοι στην ως άνω υπό στοιχείο  Α έγκληση, στα  υπό στοιχεία  Γ, Δ  και Ε δικόγραφα  και στις υπό στοιχεία  ΣΤ2 και ΣΤ3 και ΣΤ5 εξώδικες δηλώσεις) περί παράνομης κατοχής  του υπ’ αριθ. ………………… Ι.Χ. οχήματος (μαρκας Renault Clio), κυριότητος της εταιρείας,  από τον ενάγοντα χωρίς τη συναίνεση της εταιρείας,  εκδόσεως πλαστών  παραστατικών τα οποία δεν καταχωρίσθηκαν στα βιβλία της εταιρείας και παρακράτησης του τιμηματος μετά την πώλησή του δεν απεδείχθησαν αληθείς. Ειδικότερα  απεδείχθη ότι το έτος 2016 ο ενάγων αγόρασε με δικά του χρήματα, όπως κατέθεσε η ενόρκως βεβαιώσασα ………………  το υπό στοιχεία  ……… ΦΧΙ όχημα, το οποίο εμφανιζόταν στο όνομα της εταιρείας  για φoρολογικούς λόγους.  Το όχημα αυτό χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο ενάγων  προσωπικά  με τη συναίνεση και χωρίς  οιαδήποτε  διαμαρτυρια  εκ μέρους της εταιρείας και του πρωτου εναγομένου διαρκώς εως το έτος 2019, όταν για πρώτη φορά  ο τελευταίος  έθεσε  ζήτημα επιστροφής του με την από 21-10-2019 εξώδικη διαμαρτυρία του (εξώδικη δήλωση ΣΤ2). Δεν απεδείχθη  ότι ο ενάγων  εξέδωσε  πλαστο παραστατικό για την πώληση του  εν λόγω οχήματος (τιμολόγιο), καθόσον είχε την εξουσία εκ του καταστατικού να εκπροσωπεί με μόνη την υπογραφή του την εταιρεία για την εν λόγω πώληση. Επιπλεον δεν απεδείχθη ότι   παρακράτησε  παρανόμως το τίμημα εκ της πωλήσεως (ύψους 7.000,00 ευρώ), αφού η μεταβίβαση του αυτοκινήτου ματαιώθηκε και  η  πώληση του οχήματος στην εταιρεία  «…………..» ανετράπη  μετά από ενέργειες του πρώτου εναγομένου  κι ως εκ τούτου  η ως άνω εταιρεία  του επέστρεψε το  όχημα κι ο ενάγων της επεστρεψε το τίμημα, ενώ λόγω ακριβώς  της μη  μεταβίβασης του αυτοκινήτου και της ανατροπής της  πωλήσεως  δεν καταχωρίσθηκαν τα σχετικά τιμολόγια στα βιβλία της εταιρείας. Επομένως απεδείχθη ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ηταν ψευδείς και ο ενάγων το εγνώριζε, όσα δε περί του  αντιθέτου υποστηρίζονται  με   τον τρίτο λόγο της από 21.10.2024 εφέσεως του πρώτου εναγομένου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αναφορικά με τους έτερους ισχυρισμους του πρώτου εναγομένου (στα υπό στοιχεί Γ, Δ΄, Ε΄ δικόγραφα και την υπό στοιχείο, ΣΤ1΄ έγκληση),  ότι ο ενάγων δεν εξόφλησε δύο λογαριασμούς του μηχανολόγου μηχανικού (…………….) που επέβλεπε τα δύο πάρκα της εταιρείας, το ασφαλιστήριο της ΝΝ ασφαλιστικής εταιρείας, ότι δεν εξόφλησε  λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ,  ότι δεν σύμμετείχε σε γενικές συνελεύσεις της εταιρείας, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την ομαλή λειτουργία της εταιρείας και ότι κατέλειπε τους  εταιρικούς  τραπεζικούς λογαριασμούς χωρίς υπόλοιπο, αυτοί δεν απεδείχθησαν αληθείς. Αντιθέτως απεδείχθη ότι ο ενάγων έως τα τέλη Φεβρουαρίου 2019, που ανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος  την οικονομική διαχείριση  της εταιρείας,  ήταν ενήμερος στις πληρωμές του. Οι πληρωμες  των εξόδων της ετιαρείας γίνονταν εγκαίρως  είτε με έμβασμα στο δικαιούχο είτε με μετρητά, ενώ αντιθέτως  δεν απεδείχθη ούτε  ότι σε βάρος της εταιρείας  έχουν ασκηθεί αγωγές  για καταβολη αμοιβών  ή άλλων οφειλών ούτε ότι δημιουργήθηκε  δυσλειτουργία  στις εγκαταστάσεις της  εξαιτίας μη καταβολής των λογαριασμών  κοινής ωφελείας, όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο πρωτος εναγόμενος. Αντιθέτως απεδείχθη  ότι το χρονικό διάστημα που ο ενάγων είχε την οικονομικη  διαχείριση της εταιρείας η τελευταία λειτουργούσε με επιτυχία δύο φωτοβολταϊκά  πάρκα στην Άρτα και επιπλέον  απέκτησε και ανακαίνισε, με τη συνδρομή επιχορήγησης ΕΣΠΑ, ένα ακίνητο 240 τ.μ. στον Πειραιά, όπου δημιούργησε  οκτώ γραφεία για εκμετάλλευση, οι δε συνολικές  επενδύσεις παγίων στοιχείων της από το έτος 2011 έως και το έτος 2018 προσδιορίζονται σε ποσό 1.147.347, ο δανεισμός από τράπεζες σε ποσό 480.000 ευρώ  (με δύο δάνεια, εκ των οποίων το ένα έχει αποπληρωθεί), η επιχορήγηση σε ποσό 40.000 ευρώ και οι αποζημιώσεις  από ασφαλιστικές εταιρείες σε ποσό περίπου 100.000 ευρώ. Επιπλέον  απεδείχθη  ότι ο ενάγων  αρνείτο  την συμμετοχή του σε έκτακτες γενικές συνελεύσεις που συγκαλούσε ο πρώτος εναγόμενος  μονο μετα την διάρρηξη των σχέσεών τους και τον αποκλεισμο του από την διαχείριση της εταιρείας, θεωρώντας  τις προσκλήσεις αυτές  προσχηματικές  και αναληθείς  εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, δεδομένου  μάλιστα ότι είχε ζητήσει τη λύση αυτής και την διανομή των περιουσιακών στοιχείων της. Επομένως οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ο ενάγων το εγνώριζε απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον  τέταρτο λόγο εφέσεως. Αποδείχθη ότι  ο πρώτος εναγόμενος καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την σύσταση της εταιρείας  (21-3-2007) έως και τις 21-2-2019, που ανέλαβε την εκπροσωπηση της εταιρείας  και  εκδηλώθηκαν  τα πρώτα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις τελούσε σε πλήρη γνώση όλων των διαχειριστικων ενεργειών που λάμβαναν χώρα  για λογαριασμό της εταιρείας,  της οποιας,  ήταν ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής, συμμετέχοντας   στις εταιρικές υποθεσεις και στη λήψη των σχετικών αποφάσεων, για τις οποίες ουδέποτε διατύπωσε οποιαδήποτε αντίρρηση. Το γεγονός ότι ο πρωτος εναγόμενος είχε πλήρη γνώση των εταιρικών υποθέσεων επιρρωνύεται από το το γεγονός ότι  έδρα της εταιρείας ορίσθηκε ο Δήμος Κορυδαλλού  και συγκεκριμένα  το ακίνητο που βρίσκεται στον 1ο οροφο επί της οδού …… ….., στο οποίο στεγαζόταν ΄ηδη το λογιστικο γραφείο του πρώτου εναγομένου. Στο γραφείο αυτό κοινοποιούντο  όλα τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα (παραστατικά, τιμολόγια, αποδείξεις) που αφορούσαν την εταιρεία, εκεί δε αποστέλοντο σε τακτική βάση και τα ενημερωτικά σημειώματα κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας,  των ανωτέρω δε εγγράφων ο πρώτος εναγόμενος  ηταν σε θεση ευχερώς άμεσα να λαμβάνει γνώση, να κατανοεί πληρως το περιεχόμενό τους και να ελέγχει την ακρίβεια και την βασιμότητα των στοιχείων τους, καθώς ήταν  έμπειρος λογιστής- φοροτεχνικός, λόγω δε της ειδικής γνώσης  και εμπειρίας του  ειχε πλήρη  και ακριβή γνώση της πορείας και των υποθέσεων της εταιρείας,  της οποίας  τηρούσε τα βιβλία και στοιχεία, ενώ στον  παραπάνω χώρο του λογιστικού γραφείου  του πρώτου εναγομένου  απασχολείτο η υπάλληλος της εταιρείας  …………….., η οποία είχε προσληφθεί  ως βοηθός λογιστή από τις 25-10-2012 και καταχωρούσε όλα τα φορολογικά  δεδομένα  στα προγράμματα που διέθετε το  γραφειο για λογαριασμο της εταιρείας, τελούσα υπό την άμεση εποπτεία και τις οδηγίες του πρώτου εναγομενου. Τουτο επιβεβαιώνει, άλλωστε,  και ο πραγματογνώμονας, ………………..,  ο οποιος γνωμοδότησε, όπως προαναφέρθηκε   στην πραγματογνωμοσύνη του ότι αμφοτεροι οι  εταιροι ειχαν την ίδια εικόνα  για την πραγματική οικονομική κατάσταση της, επιχείρησης.  Απεδείχθη επομένως ότι   οι διαλαμβανόμενοι  στις επίμαχες εγκλήσεις, εξώδικες δηλώσεις καθώς και στην  αγωγή, ανακοπή και την αίτηση ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ο πρώτος εναγόμενος το εγνώριζε και τον κατήγγειλε με σκοπό να  προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτά. Εγνώριζε δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος   ότι οι ανωτέρω αναληθείς περί γεγονότων ισχυρισμοι σε βάρος τoυ ενάγοντος που διαλαμβάνονταν στις  επίμαχες εξώδικες δηλώσεις, στην επίμαχη αγωγή, ανακοπή και αίτηση και   στις επίμαχες εγκλήσεις   ήταν ψευδή  και με τον τρόπο αυτόν προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος.   Ο πρώτος  εναγομενος   επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο (και όγδοο λόγο) εφέσεως την πρωτοδίκως προβληθείσα ενσταση του δικαιολογημένου   ενδιαφέροντος ισχυριζόμενος ότι σκοπός της  καταγγελιας του ήταν η διαφύλαξη των συμφερόντων της εταιρείας, η οποία πρέπει να απορριφθεί γενομένης δεκτής της  προβληθείσας καθ’ υποφοράν με την αγωγή αντεστάσεως του εναγομένου  εκ του  άρθρου 367 παρ. 2α, διότι απεδείχθη ότι τα διαλαμβανόμενα στις επιμαχες  καταγγελιες, εξώδικες δηλώσεις και λοιπά δικόγραφα  ήταν ψευδή  και ο πρώτος εναγόμενος  το εγνώριζε. Ωσαύτως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι με βάση ως άνω αποδειχθέντα  και ο όγδοος λόγος  εφέσεως του πρώτου εναγομένου  ότι πίστευε δικαιολογημένα πως τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ήταν αληθη. Σημειούται ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ότι  οι περιλαμβανόμενοι  στην έκθεσή του ισχυρισμοί  περιήλθαν σε γνώση μόνον των Εισαγγελέων Πρωτοδικών Αθηνών και της Πταισματοδίκη Νίκαιας και των δικηγόρων των διαδίκων, οι  οποίοι, όμως, δεν εμπίπτουν πλέον στην έννοια του τριτου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι  σύμφωνα με το άρθρο 533 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον δεν δεχεται ως παραδεκτό και βάσιμο καποιο λογο έφεσης και δεν εξαφανίζει την εκκαλουμένη,  εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε όταν  δημοσιεύθηκε η πρωτοδικη απόφαση, απορριπτομένου του ως άνω ισχυρισμού.    Eπομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της από 21-10-2024 εφέσεως του πρώτου εναγομένου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.   Περαιτέρω με τον έκτο λόγο της από 21-10-2024 εφέσεως ο πρώτος εναγόμενος επαναφέρει τον ισχυρισμό  περί ελλείψεως παθητικης νομιμοποιησης επικαλούμενος ότι πρόκειται για διαφορά  μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας και ότι τις όποιες αξιώσεις πρεπει  ο ενάγων να τις εγείρει κατά της εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο τρίτος ζημιωθείς  έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση να εναγάγει  παραλλήλως  το νομικο πρόσωπο  και το υπαίτιο όργανο κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άθρα 481  και 926 ΑΚ)  και σχέσης απλής ομοδικίας  (ΑΠ 1761/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος   μπορεί να ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω και  ως εκπροσωπος της εταιρείας,  αλλά είναι αυτός  που τα  ισχυρίσθηκε, τα ισχυρίσθηκε   εκ δόλου  και απλώς συνευθυνεται το νομικό πρόσωπο. Ανεξαρτήτως λοιπόν  του αν  τα ισχυρίσθηκε ατομικώς ή αν ενήργησε ως όργανο  της εταιρείας  ούτως η άλλως ευθύνεται με βάση το άρθρο 71 ΑΚ  ως το  υπαίτιο όργανο που διέπραξε την αδικοπραξία.  Ο ενάγων έχει το δικαιωμα να στραφεί για τις επίδικες αξιώσεις του κατά οποιουδήποτε εκ των συνευπευθυνων εις ολόκληρον προσώπων.  Ωσαύτως απορριπτέος ως μη νόμιμος κρίνεται  και ο   επαναφερόμενος   με τον έβδομο λόγο έφεσης του πρώτου εναγομένου  ισχυρισμός περί  καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος  με τον οποίον επικαλείται  ότι   ο ενάγων  δεν άσκησε την ένδικη αγωγή και σε βάρος της εταιρείας αλλά μονον εναντιον του, καθώς  τα επικαλούμενα πραγματικα περιστατικά  και αληθή υποτιθεμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του 281 ΑΚ, παρεκτός του ότι  ο τρίτος ζημιωθείς  έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση να εναγάγει  παραλλήλως  το νομικο πρόσωπο  και το υπαίτιο όργανο κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481  και 926 ΑΚ)  και σχέσης απλής ομοδικίας.     Τέλος απεδείχθη  ότι από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου και τη εντεύθεν  παράνομη και υπαίτια  προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη λόγω του ότι  επλήγη η τιμή και η επαγγελματική του υπόληψη και φήμη.  Συνεπώς  ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη  του είδους και της φύσης της προσβολής του ενάγοντος, της έκτασης της βλάβης,  των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος, της έντασης του δόλου, των γενικότερων περιστάσεων, της εξακολουθητικής συμπεριφορας του πρωτου  εναγομένου, του γεγονότος  ότι ασκήθηκε   ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για κακούργημα της στενοχώριας που αυτός δοκίμασε  και   της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, στο ποσό των 10.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 531/2014 ΝΟΜΟΣ), η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία δεδομένου ότι το άνω ποσό βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.  Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος, τον όγδοο λόγο και τον ένατο λόγο  της από 21-10-2024 εφεσεως του πρώτου εναγομένου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.  Περαιτέρω αναφορικά με τον δεύτερο εναγόμενο απεδείχθη ότι ο πρωτος εναγόμενος απευθύνθηκε σε αυτόν και του ανέθεσε δυνάμει της από 1-7-2019 σύμβασης  παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών την πραγματοποίηση οκονομικού, ταμειακού  και διαχειριστικού ελέγχου της ομορρυθμης εταιρείας για το διάστημα από 21-3-2007 έως 31-3-2019 και την σύνταξη σχετικής έκθεσης. Ο έλεγχος αυτος διενεργήθηκε από τον δευτερο εναγόμενο βάσει των παραστατικών της εταιρείας, των απλογραφικών βιβλίων, των συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών  – προμηθευτών, του καταστατικού των πρακτικών συνεδριάσεων των εταίρων και κινήσεων των τεσσάρων  τραπεζικών  λογαριασμών  της εταιρείας  που του έθεσε  υπόψη του ο πρώτος εναγόμενος- εντολέας του. Ο δεύτερος εναγόμενος συνέταξε  την από 10-10-2019 ως άνω έκθεσή του, στην οποία εντόπισε και επεσήμανε μεταφορές από εταιρικούς   λογαριασμούς σε  τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον ενάγοντα καθώς και αναλήψεις από ΑΤΜ  που μονο ο τελευταίος  είχε τη δυνατότητα  να ενεργήσει και οι οποίες  δεν δικαιολογούνται από τα στοιχεία που ο ίδιος είχε στην διάθεσή του. Απεδείχθη, όμως, ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος, από τους οποίους  απεδείχθη τελικώς κατά τα προαναφερθεντα ότι γίνονταν μεταφορές  χρημάτων και αναλήψεις για λογαριασμό και για εξυπηρέτηση  των λειτουργιών  και επιχειρηματικών αναγκών της ομόρρυθμης εταιρείας, ούτε είχε προσωπική επικοινωνία με τον τελευταίο, ο οποίος είχε την οικονομική διαχείριση  της εταιρείας την ελεγχόμενη  διαχειριστικη περίοδο και ήταν υπεύθυνος  για όλες τις πληρωμές των οφειλών της προς τρίτα πρόσωπα. Απεδείχθη ότι ο δεύτερος εναγόμενος   είχε ελλιπή στοιχεία  στην διαθεσή του  και απουσία ενημέρωσης αναφορικά  με τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας και τη χρηματοδότηση αυτής από τους ίδιους τους εταίρους, καθώς στην διάθεσή του για την διενέργεια του ελέγχου  είχε μόνον τα έγγραφα που του δόθηκαν από τον διαχειριστή της εταιρείας και εντολέα του πρώτο εναγόμενο. Επομένως  ο δεύτερος εναγόμενος συνεταξε την ως άνω έκθεσή του έχοντας πεποίθηση ότι  τα περιλαμβανόμενα σε αυτήν στοιχεία αναφορικά με την οικονομική διαχείριση της ομόρρυθμης εταιρείας  του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου  κατά την περίοδο από 21-3-2007 έως 31-3-2019 ήταν αληθή, ενώ δεν απεδειχθη ότι είχε πρόθεση να διαδώσει γεγονότα, ικανά να βλαψουν την τιμή και την υπόληψή του ενάγοντος, διότι  ήταν  ανεξάρτητος επαγγελματίας λογιστής χωρίς καμία προσωπική εμπλοκή με την ενάγοντα. Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν και  όσα  περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πρωτο λόγο και τον δεύτερο λόγο  της από 4-9-2024 εφέσεως  του ενάγοντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειούται ότι το προβληθέν με τις προτάσεις του παρόντος βαθμού   αίτημα του πρώτου εναγομένου περί επίδειξης α)των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος  των ετών 2014-2019 μετα των συνοδευτικών παραστατικών, β) των πρωτότυπων τραπεζικων εγγραφων μεταφοράς χρηματων από τον τραπεζικό του λογαριασμό  στον εταιρικό, γ) του χειρόγραφου σημείωματος του ενάγοντος συνταχθέντος  κατά τον χρόνο παράδοσης της οικονομικής διαχείρισης στον πρωτο εναγόμενο κρίνεται απορριπτέο ως αόριστο, διότι δεν γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον ενάγοντα, ουτε  προσδιορίζονται τα ως άνω έγγραφα  σε βαθμο ατομικότητος. Το προβληθέν επίσης  με τις προτάσεις του παρόντος βαθμού αίτημα του πρώτου εναγομένου να αναβληθεί η συζήτηση κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ διότι από  την  υπ’ αριθ. ……/3/2025 πράξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς  προκύπτει  ότι στο πλαίσιο προκαταρκτικής  εξέτασης, δυνάμει της υπ’ αριθ. ΑΒΜ ……. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς  έχει διαταχθεί η διενέργεια νέας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για να  αποφανθεί ο πραγματογνώμων εάν ο ενάγων κατέβαλε  χρήματα από ατομικά  του κεφάλαια  για την χρηματοδότηση της εταιρείας και για το εάν έλαβαν χωρα αδικαιολογητες μεταφορές  η αναλήψεις,  είναι απορριπτέο ως  μη νόμιμο διότι η εν λόγω  πραγματογνωμοσύνη διετάχθη  στο στάδιο  προκαταρκτικής εξέτασης. Επίσης  το αίτημα του ενάγοντος να  επιβληθεί  χρηματική ποινή του άρθρου 205 ΚΠολΔ διότι η  υπ’ αριθ. ………/14/3/2025 πράξη  διορισμού πραγματογνώμονα της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς εκδόθηκε στο πλαίσιο της εγκλήσεως που υπεβαλαν ο ίδιος και η εταιρεία    σε βάρος του πρώτου εναγομένου με την οποία ζήτησαν την ποινική του δίωξη για υπεξαίρεση και ότι αντικειμενο της νέας πραγματογνωμοσύνης θα είναι τα πεπραγμένα του πρώτου εναγομένου επί των οικονομικών της εταιρείας και όχι του ιδίου, τυγχάνει απορριπτέο καθώς  στην εισαγγελικη παραγγελία μημονευεται  η ασαφης  λέξη εγκαλούμενος  και δεν προσδιορίζεται εάν αναφέρεται στον ενάγοντα ή στον πρώτο εναγόμενο.   Μετα ταύτα πρέπει να απορριφθεί  ως ουσιαστικά αβάσιμη  η αγωγή ως προς τον δεύτερο  εναγόμενο και να γίνει εν μερει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και  να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον  ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Ετσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε ορθώς κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό  και πρέπει αφού  αντικατασταθούν και συμπληρωθούν  εν μέρει οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω, διά των αιτιολογιών της παρούσης, οι  επί μέρους λόγοι των  υπό κρίση  εφέσεων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα  να απορριφθούν. Επομένως πρεπει οι υπό κρίση εφέσεις   να απορριφθουν   στο σύνολό τους μετά μερική αντικατάσταση και συμπλήρωση αιτιολογιών.  Η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων της  από 4/9/2024  (αριθ. εκθ. κατ.  ……………/2023 )  εφέσεως  του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας βαρύνει τον  ηττηθέντα     στην έκκλητον δίκη ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα ………………..(176 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπανη του εφεσιβλήτου της από 21-10-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024) εφεσεως  βαρύνει τον  ηττηθέντα στην έκκλητον δίκη πρώτο εναγόμενο  και ήδη εκκαλούντα   …………… Μετά δε την απόρριψη των  εφέσεων   πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεδικάζει  κατ’ αντιμωλίαν των  διαδίκων τις εφέσεις.

Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν  τις εφέσεις.

Διατάσσει την απόδοση των εις το σκεπτικό  παραβόλων  στους εκκαλούντες.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος  της  από 4/9/2024  (αριθ. εκθ. κατ.  ………………./2023)  εφέσεως,    την δικαστική δαπανη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800)  ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος  της από από 21-10-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………………../2024) εφέσεως  την δικαστική δαπανη του εφεσιβλήτου  του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800)  ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά   σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  9.3.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.                    Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ