ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 447/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Βασίλειο Πορτοκάλη Εφέτη και Ελένη Μοτσοβολέα Εφέτη- Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στον ……………. Θεσσαλονίκης, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε στο στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπαδόπουλο- Τσαγιάννη, βάσει δηλώσεως.
Της εφεσιβλητης : Της εταιρείας με την επωνυμία « «…………», που εδρεύει στο Πέραμα Αττικης (…………), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ………….., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοδώρα Γιαννακοπούλου, βάσει δηλώσεως.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 9-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2022 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2461/2024 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγομένη με την από 13-9-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …../2024 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …../2024, η οποία προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της ηττηθείσας στο πρώτο βαθμό εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 2461/2024 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς όπως διορθωθηκε (με την υπ’ αριθ. 2018/2015 κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο), το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία την από 9-11-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2022) αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ), αφού δεν προκυπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου έχει ασκηθεί εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της έχει καταβληθει και το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθει περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
O Ν. 2496/1997 ορίζει : Στο άρθρο 1§1: “Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)”, στο άρθρο 2§§1, 2 και 5: “1. Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή… 2. Ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ή αν έχει συμφωνήσει προσωρινή κάλυψη, έγγραφο προσωρινής κάλυψης. 5. Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση”. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις καλύψεως, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους τής υπό κατάρτιση συμβάσεως, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ`οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής συμβάσεως και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αιτήσεως και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντιώσεως και χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δηλώσεως εναντιώσεως, ο δε λήπτης της ασφαλίσεως δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στον ίδιο έντυπη δήλωση εναντιώσεως, τότε οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αιτήσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2§5 Ν. 2496/1997, η οποία εισάγει ρύθμιση διαφορετική από τις διατάξεις των άρθρων 191 εδ. β` και 192 Α.Κ., κατά τις οποίες “Αποδοχή (της προτάσεως) με τροποποιήσεις θεωρείται σαν αποποίηση με νέα πρόταση. Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει, σ` αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του”, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφαλίσεως και κατ` επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχειρήσεως, από τον αιφνιδιασμό τού λήπτη με τη θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, το οποίο εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται όχι μόνον επί πλέον ειδικοί όροι οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, και οι οποίοι δεν απετέλεσαν αντικείμενο της αιτήσεως, αλλά κατά μείζονα λόγο και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της καλύψεως ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους με την αίτησή του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνον τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής συβάσεως και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτησή του. H μη περίληψη εξαίρεσης στην αίτηση ασφάλισης στοιχειοθετεί παρεκλιση (ΑΠ 846/2003 NOMOΣ, Ι. Ρόκας, Ασφαλιστική Σύμβαση, κατ’ άρθρον Ερμηνεία, 2026, σελ. 53).Από αυτά παρέπεται, ότι, αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο το οποίο εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αιτήσεως, όπως είναι και εκείνο το οποίο δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την εκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει, ότι ο λήπτης της ασφαλίσεως ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντιώσεως, ο τελευταίος δε, δεν εναντιώθηκε γραπτώς μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνον, ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτησή του, είναι αλυσιτελής. (ΟλAΠ 9/2014 ΝΟΜΟΣ).
Με την από 9-11-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2022) αγωγή, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, η ενάγουσα εκθέτει ότι ο …………., ο οποιος ενεργεί υπο την ιδιοτητα του νομίμου εκπροσώπου της και διαχειριστή αυτής, εχοντας πρόθεση να ασφαλίσει την ενάγουσα από ζημίες που μπορεί να προκύψουν σε βάρος τρίτων προσώπων εκ των συναφών με το αντικείμενο της εμπορικης της δραστηριότητας κινδύνων, απευθύνθηκε στους ασφαλιστικούς της συμβούλους …………. και ………., που ήταν ταυτοχρονως και συνεργάτες της εναγομένης και κατόπιν υποδείξεως προσφοράς των τελευταίων, η ενάγουσα εταιρεία συνήψε δια του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου της, με την εναγομένη το υπ’ αριθ. ……………/22-2-2018 ασφαλιστήριο συμβόλαιο γενικής αστικής ευθύνης, αναφορικά με το αναφερόμενο στο δικόγραφο όχημα -εργαλείο ιδιοκτησίας της τύπου κλαρκ – ανυψωτικό μηχάνημα, για υλικες ζημίες και σωματικές βλάβες σε βάρος τρίτων προσώπων που τυχόν θα προκληθούν από την λειτουργία του ως άνω εργαλείου για το χρονικό διάστημα ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης ήτοι από 22-2-2018 έως 22-2-2019. Ότι δηλώθηκε με σαφήνεια, διά του νομίμου εκπροσώπου της η βούλησή της για σύναψη συμβολαιου επαγγελματικού κινδυνου, το οποίο να καλύπτει τον προερχομενο κίνδυνο από την χρήση του κλαρκ-ανυψωτικού μηχανήματος ως εργαλείου και να αφορά πρωτίστους τους εργαζομένους και ότι ουδόλως της αναφέρθηκε ότι δεν καλύπτονται από το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι εργαζόμενοι ή ότι δεν θεωρούνται τρίτοι. Ότι, αντίθετα από ότι αναγράφεται σε αυτο, δεν τέθηκαν υπόψη του νομίμου εκπροσώπου της ασφαλιζομένης εταιρείας άλλοι όροι πέραν των αναγραφομένων στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο αποτελείται από 4 σελίδες και επισυνάπτεται στην ένδικη αγωγή. Ότι το σχετικό Φυλλάδιο Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης, με τα συνημμένα έντυπα εναντίωσης, δεν ήταν συνημμένα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ούτε παραδόθηκαν κατά τον χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης. Ότι στις 11-1-2019 στις εγκαταστάσεις της εταιρείας έλαβε χώρα θανατηφόρο ατύχημα σε βαρος του εργαζομενου ……… απο τη λειτουργία του ως άνω κλαρκ – ανυψωτικου μηχανηματος, ως εργαλείου. Ότι το ως άνω περιστατικό ανήγγειλε εμπρόθεσμα η ασφαλισμένη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εγειροντας αξιωσεις εκ της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Ότι η τελευταία δήλωσε ότι αδυνατεί να προβεί σε καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση που επιδικασθεί αποζημίωση σε βάρος της ασφαλισμένης, για τον λόγο ότι ο θανών εργαζόμενος δεν θεωρείται τρίτος, σύμφωνα με τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης διότι τελούσε σε υπαλληλική σχεση με την ασφαλισμένη. Ότι ο ως άνω όρος, καθώς και οι υπολοιποι προαναφερόμενοι γενικοί και ειδικοί όροι,που ανακριβώς αναφέρονταν ως συνημμένοι στο ασφαλιστήριο τεθηκαν σε γνώση της ενάγουσας εταιρείας το πρώτον μετά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την επέλευση στις 11-1-2019 του θανατηφόρου οχήματος. Ότι οι ως άνω ασφαλιστικοί σύμβουλοι και συνεργάτες της εναγομένης δεν της είχαν επισημάνει τον ως άνω επίμαχο όρο προ της καταρτίσεως της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά οι μόνες εξαιρέσεις για τις οποίες είχαν ενημερωσει την ενάγουσα με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και που αποτέλεσαν αντικείμενο συμβατικής διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτές ήταν οι ζημίες σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΚΟ, υπόγειες εγκαταστάσεις και σωληνώσεις κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα και ότι καμία άλλη εξαίρεση δεν τέθηκε σε γνωση της εναγούσης πριν την σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ότι ως άνω ειδικός όρος εξαίρεσης δεν της επισημάνθηκε κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβασης, ούτε σημείωθηκε στην πρωτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεια από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει στην αντίληψή της, ότι αντιθετα στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηρίου, αναγράφεται στο τμήμα Α «ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ- ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ- ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ-ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ ΠΑΡΕΚΚΛΊΣΕΙΣ- ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ» και ότι δεν της χορηγήθηκαν τα σχετικά δύο έντυπα εναντίωσης. Ότι ο ως άνω επικαλούμενος από την εναγομένη όρος απαλλαγής της, λόγω της παράβασης από την τελευταία των άρθρων 1 παρ. 2στ και 2 παρ. 4-6 του ν. 2496/1997, δεν αποτέλεσε εγκύρως μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης και δεν δεσμεύει την ασφαλισμένη. Ότι ο κίνδυνος που απορρέει από την λειτουργία του ως άνω ανυψωτικού μηχανήματος -κλαρκ ιδιοκτησίας της ασφαλισμένης, ως εργαλείου, σχετίζεται αποκλειστικά με τους εργαζόμενους, αφού τέτοιο όχημα κινείται μόνον εντός της εγκατάστασης της επιχείρησης σε χωρο φορτοεκφόρτωσης αντικειμενων, ήτοι σε επαγγελματικό χωρο που δεν προορίζεται για το κοινό αλλά αποκλειστικά για τους εργαζομένους της εναγούσης. Ότι από το ότι δηλώθηκε σαφώς η βούλησή της για σύναψη συμβολαίου επαγγελματικού κινδύνου, σε συναρτηση με το ότι υφίστατο προειδοποιητική πινακιδα που εχει τεθεί στην είσοδο του χώρου, στον οποίο το κλαρκ εκτελεί τις εργασίες του «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ», καθίστατο σαφες ότι το ασφαλιστήριο αφορά πρωτίστως τους εργαζομένους. Ότι ενόψει των ανωτέρω, η διατήρηση της ως άνω απαλλακτικής ρήτρας – αποποίησης πρωτογενούς αντικειμενικής ευθύνης εκ μέρους της εναγομένης σε ισχύ, επιφέρει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εταιρείας ως καταναλωτή και της και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ότι διαψεύδονται οι δικαιολογημένες προσδοκίες της ως λήπτη της ασφάλισης. Ότι ο ως άνω επικαλούμενος από την εναγομένη όρος απαλλαγής ειναι άκυρος λόγω καταχρηστικότητας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7 του ν 2251./1994. Ότι η ως άνω απαλλακτική ρήτρα καθιστά πρακτικά ανεφάρμοστο το συμβόλαιο. Ότι με τελεσίδικη δικαστική απόφαση επιδικάσθηκε σε βάρος της και υπέρ της μητέρας και αδελφής τους ως άνω θανόντος υπαλλήλου της το συνολικό ποσό των 90.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξ αδικοπραξίας με υπαίτιο πρόσωπο τον προστηθέντα από την ενάγουσα χειριστή του ως άνω οχήματος τύπου κλαρκ, εκ του οποίου ποσού έχει ήδη καταβάλει, σε συμμόρφωση με προσωρινά εκτελεστη διάταξη της απόφασης, στους συγγενείς του θανόντος υπαλλήλου της το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ και ότι μετά την καταβολή αυτή και αφού έλαβε χώρα η επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης από το Εφετείο, της επιδόθηκε από τους ως άνω νικήσαντες διαδίκους -συγγενείς του θανόντος επιταγή προς εκτέλεση για το συνολικό ποσό των 82.748,20 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλυεται στο δικόγραφο. Με βάση το ιστορικο αυτό, ζητούσε 1) να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω απαλλακτική ρήτρα είναι ανίσχυρη και μη δεσμευτική για την ενάγουσα λόγω παράβασης των άρθρων 1 παρ. 2στ και 2 παρ. 4-6 του ν. 2496/1997, 2) επικουρικώς ζητούσε στην περίπτωση που κριθεί ότι είναι σε ισχύ και την δεσμεύει η πραναφερομενη απαλλακτική ρήτρα να αναγνωρισθεί η απόλυτη ακυρότητά της σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρων 2 παρ 7 στοιχ. Β, ιγ του ν. 2251/1994 και επικουρικά του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη, σε εκτέλεση της καταρτισθείσας ασφαλιστικής σύμβασης «Γενικής Αστικης Ευθύνης» να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως ως ασφάλισμα λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το ποσό των 100.000 ευρώ που είναι το συμβατικό ανώτατο όριο κάλυψης νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Επί της ανωτέρω αγωγής το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξεδωσε την υπ’ αριθμ. 2461/2024 απόφαση του, διά της οποίας, αφου απέρριψε ως μη νόμιμο το πρώτο αίτημα με την αιτιολογία ότι η παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 2στ και 2 παρ. 4-6 του ν. 2496/1997 δεν καθιστά άκυρο τον όρο με τον οποίον η ασφαλιστική εταιρεία εισάγει εξαίρεση από την ασφαλιστικής της ευθύνη, αλλά θεωρείται αυτός κατ’ αποτέλεσμα ως κείμενος εκτός του περιεχομένου της ασφαλιστικής σύμβασης και ως εκ τούτου μη δεσμευτικός για την ασφαλισμένη, περαιτέρω έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και κατα την κύρια βάση της ερειδόμενη επί των διατάξεων 185, 192, 193, 361 ΑΚ, 1 παρ. 2στ και 2 παρ. 4-6 του ν. 2496/1997 και μετ’ εκτίμηση αποδείξεων δέχθηκε αυτήν κατ’ ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη με την υπο κρίση έφεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Σημειούται ότι, ενοψει του ότι υπό τα εκτιθέμενα έχει ήδη λάβει χώρα όχι μόνο έγερση αγωγής των συγγενών του θανόντος υπαλλήλου ως δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε βάρος της εναγούσης αλλά και τελεσίδικη επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού υπέρ τους και σε βάρος της εναγούσης, η αγωγή δεν πάσχει από το δικονομικό ελάττωμα του απαραδέκτου λογω προωρότητας ενάσκησης της επίδικης αξίωσης.
Με τον πρώτο λόγο εφέσεως η εναγομένη παραπονείται η εναγομένη ότι η αγωγή ασκείται από το φυσικό πρόσωπο, τον ……………, υπο την ιδιοτητα του νομιμου εκπροσώπου του νομικού προσωπου και ότι δεν ασκείται από το ίδιο το νομικό πρόσωπο και ότι ως εκ τούτου ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικως για την άσκηση της αγωγής, επειδή δεν είναι συμβαλλόμενος στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 118 αριθ.3 του Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται, εκτός από άλλα στοιχεία, τα στοιχεία των διαδίκων και ειδικότερα το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η κατοικία και η διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου τους. Τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να δημιουργείται ως προς αυτον οποιαδήποτε αμφιβολία, η εσφαλμένη αναγραφή κάποιου από τα προαναφερόμενα στοιχεία δεν ασκεί επιρροή (ΑΠ 1390/2001 ΝΟΜΟΣ). Πανηγυρική διατύπωση ή παράθεση των στοιχείων σε προκαθορισμένη θέση στο δικόγραφο δεν τάσσεται, εφόσον τα αναγκαια στοιχεία προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου και δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την ταυτότητα ή τη διαδικαστική θέση του διαδίκου.(Χαρ.Απαλαγάκη -Στ. Σταματόπουλους ΚπολΔ Ερνημεια κατ’ άρθρο, εκδ. 2022 1ος Τόμος, σελ. 506). Εν προκειμένω από τα εισαγωγικά στοιχεία του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναγράφεται για την αναφορά των στοιχείων της εναγούσης ως διαδίκου η φράση «Του …………….., ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία « ……………. (Α.Φ.Μ. ….., Δ.Ο.Υ. Ε Πειραιά) που εδρεύει στο …… Περάματος». Ωστόσο από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, και όχι μόνο της κατ’ ιδίαν διατύπωσης του εισαγωγικού του μέρους, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι την αγωγή ασκεί το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «…………….», νομίμως εκπροσωπούμενο από τον διαχειριστή του ………….., και όχι ο τελευταίος ατομικώς. Απο την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το πρόσωπο που φέρεται ως ενεργητικά νομιμοποιούμενος διάδικος στην ενδικη αγωγή, δεν είναι ο ……….., αλλά η εταιρεία με την επωνυμία «…………..» το δε φυσικο προσωπο αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου – αντισυμβαλλομενου της ασφαλιστικής σύμβασης. Τούτο συνάγεται ιδίως από την αναγραφή της επωνυμίας, της έδρας, του ΑΦΜ και της ΔΟΥ της εταιρείας, από τη ρητή μνεία της ιδιότητας του ανωτέρω φυσικού προσώπου ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή, από το ιστορικό της αγωγής, το οποίο αφορά την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας και της εναγομένης, καθώς και από το καταψηφιστικό αίτημα καταβολής του ασφαλίσματος σε εκτέλεση της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης. Εξάλλου, ως τόπος κατοικίας του διαδίκου αναφέρεται η έδρα της εταιρείας και όχι η κατοικία του …………. Η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου δεν αναιρεί την κρίση αυτή, αλλά εναρμονίζεται με τη διατύπωση δικογράφου ασκούμενου από νομικό πρόσωπο μέσω του οργάνου εκπροσώπησής του. Έτσι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται σε περισσότερα σημεία στο ιστορικό της αγωγής, καθώς και στο αιτητικό αυτής, παραπέμπει, με βάση την διατυπωση που είθισται να υιοθετείται στα δικογραφα, σε νομικο και όχι σε φυσικο πρόσωπο ως φορέα της επίδικης αξίωσης που εγείρει την αγωγή. Με βάση τα πρεκτεθέντα αρκεί να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του διαδίκου από το όλο περιεχόμενο και το αιτητικό του δικογράφου, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική διατύπωση. Η αδόκιμη ή ελλιπής διατύπωση της επικεφαλίδας δεν σημαίνει ότι το δικόγραφο ασκείται ατομικά από το φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος, εφόσον από το σύνολο του δικογράφου προκύπτει ότι διάδικος είναι το εκπροσωπούμενο πρόσωπο. Επομένως δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα και τη δικονομική θέση της ενάγουσας εταιρείας, η δε περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης ένσταση της εναγομένης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Από την εκτίμηση της νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένης από την εναγομένη υπ’ αριθ. ……./10-10-2025 ενόρκου βεβαιώσεως της …… που δοθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ….. κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγουσας (υπ’ αριθ. …./7-10-2025 εκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …..) και όλων των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), μη λαμβανομένων υποψιν όσων εκ των προσκομιζομενων υπο της εναγούσης εγγράφων δεν γίνεται επίκληση και δεν προσδιοριζονται σε βαθμο ατομικότητος, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O …………… ενεργών υπό την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που δραστηριοποιείται εμπορικά με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών χώρων στάθμευσης, πρακτόρευσης ή μίσθωσης κάθε είδους μεταφορικού μέσου, παραλαβής, συγκέντρωσης, συσκευασίας, ταξινόμησης και διανομής εμπορευμάτων, διεκπεραίωσης μεταφορών κάθε είδους εμπορευμάτων και φορτίων, αγοράς και πώλησης εμπορευματοκιβωτίων καθώς και επισκευής και συντήρησης μεταλλικών δεξαμενών, ταμιευτηρίων και δοχείων, έχοντας πρόθεση να ασφαλίσει την ενάγουσα από ζημίες που μπορεί να ανακύψουν σε βάρος τρίτων προσώπων εκ των συναφών με το αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας κινδύνων, απευθύνθηκε στους ασφαλιστικούς της συμβούλους …………… και ……….. που ήταν ταυτοχρόνως και συνεργάτες της εναγομένης και κατόπιν υποδείξεως προσφοράς των τελευταίων, η ως άνω εταιρεία, απηύθυνε στις 21-2-2018 αίτηση για κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γενικής αστικής ευθύνης δια του προαναφερομένου νομίμου εκπροσώπου της, με την εναγόμενη αναφορικά με ένα οχημα ιδιοκτησίας της εναγούσης τύπου κλάρκ-ανυψωτικό μηχάνημα, μάρκας “…………”, με αριθμό πλαισίου ………. για τις τυχόν ζημίες που θα προκαλούντο από την λειτουργία του, ως εργαλείου. Στην προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη υπ’ αριθ. …./2025 ένορκη βεβαίωση της η ενόρκως βεβαιούσα ……………., καταθέτει ότι η ενάγουσα με την πρότασή της για ασφάλιση ζητούσε να ασφαλισθεί η λειτουργία του επιδίκου κλαρκ ως εργαλείου. Η ασφαλισή του ως εργαλείου κατα λογικη αναγκαιότητα αφορα ασφαλιση των εργαζομενων, διότι το κλαρκ αποτελεί μηχανημα κινούμενο και συγκεκριμένα σύμφωνα με το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγουσα από 6-2-2020 πιστοποιητικό ελέγχου-επανελέγχου ανυψωτικού μηχανήματος, που εξέδωσε ο πιστοποιημένος φορέας ελέγχου «…………..», αποτελεί τηλεσκοπικό γερανό, το οποίο χρησιμοποιειτο μόνον απο εργαζομενους της εναγομένης στον χωρο αυτον εργασίας, ενώ ειχε απαγορευθει σε τρίτους μη εργαζομένους να εισερχονται στο χωρο με μη αμφισβητούμενη ειδικώς ως προς την ύπαρξή της απαγορευτικη πινακιδα. Αποδεικνυεται συνεπως ότι η βούληση της εταιρείας οπως εκπροσωπείτο από τον διαχεριστή αυτής κατετεινε στην σύναψη ενός συμβολαίου γενικής αστικης ευθυνης, το οποίο να καλύπτει τον προερχομενο κίνδυνο από την χρήση του ως άνω ανυψωτικού μηχανήματος -κλαρκ ως εργαλείου έναντι των εργαζομενων της, οι οποιοι χειριζοντο τα μηχανήματα η ευρισκοντο στον χωρο εργασιας, καθόσον η ασφαλιστική κάλυψη μονον έναντι τρίτων – μη εργαζομένων εστερείτο πρακτικης σημασίας. Την αίτηση υπέγραψε ως συνεργάτης της εναγoμενης η …………. που ήταν και ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγούσης, ενώ το κείμενο δεν έφερε άλλες υπογραφές όπως αποδεικνύεται από το ίδιο το κείμενο της αίτησης. Με μικρά γράμματα κάτωθι της ως άνω αιτήσεως-προτάσεως αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι «…Επίσης συμφωνώ ότι το ασφαλιστήριο διεπεται από τις διατάξεις του ν 489/76 μόνον όσον αφόρα στους υποχρεωτικά καλυπτόμενους κίνδυνους. Έλαβα από την εταιρία Ενημερωτικό Έντυπο με πληροφορίες του άρθρου 150 του νδ 4364/2016. Τέλος δηλώνω ότι έλαβα γνώση των σχετικών Γενικών και Ειδικών Ασφαλιστικών Όρων καθώς και τις εξαιρέσεις αυτών, με τα οποία συμφωνώ και τα οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα». Ειδικώς δε όσον αφορά τις εξαιρέσεις κάλυψης της ασφαλιστικής σύμβασης, απεδείχθη ότι στο πλαίσιο υποδείξεως της ως άνω προσφοράς απεστάλη με το προσκομιζόμενο μετ’ επικλησεως από την εναγουσα ανευ ημερομηνίας ηλεκτρονικό μήνυμα από τον ασφαλιστικό σύμβουλο, ……………, προς την ενάγουσα το προτεινόμενο σχέδιο ασφαλιστικής ευθύνης για τον κίνδυνο που απορρέει από την λειτουργία του επιμαχου κλαρκ σαν Εργαλείο, στο οποίο αναγράφοντο μόνον οι κάτωθι εξαιρέσεις «Εξαιρούνται ζημίες σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΚΟ, υπόγειες εγκαταστάσεις και σωληνώσεις. Για μεγαλύτερα ασφαλιζόμενα κεφάλαια συνεννόηση με την έδρα της Εταιρίας. Η κάλυψη δεν παρέχεται σε συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη των 3 μηνών.», ενώ καμία άλλη εξαίρεση δεν τέθηκε σε γνωση της εναγούσης πριν την σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Δεν απεδείχθη επίσης ότι στο στάδιο αυτό προς της καταρτίσεως της σύμβασης της είχε γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο των Γενικών και Ειδικών Ασφαλιστικών Όρων με τις εξαιρεσεις αυτών. Κατόπιν τούτων, καταρτίστηκε το υπ’ αριθμ. ………../22-02- 2018 ασφαλιστήριο συμβόλαιο Γενικής Αστικής Ευθύνης, αναφορικά με ένα επίμαχο κλάρκ – ανυψωτικό μηχάνημα (μάρκας “……………”, με αριθμό πλαισίου …………), για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες σε βάρος τρίτων προσώπων πού τυχόν θα προκαλουντο από τη λειτουργία του ως εργαλείου με συνολικό ασφάλιστρο 140 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 22-2-2018 έως 22-2-2019. Στο Τμήμα Β του εν λόγω ασφαλιστηριου συμβολαίου (δευτερη σελίδα) αναφέρεται ότι «καλύπτεται η ευθύνη του κ. Ασφαλιζομένου για τυχόν ζημιες που θα προκληθούν σε τρίτους από τη χρήση του σαν εργαλείο του παρακάτω περιγραφομένου οχήματος και πάντα σύμφωνα με τη χρήση του…».Ειδικά για την κάλυψη αστικής ευθύνης από σωματικές βλάβες κατά τρίτων προσώπων ορίζεται ως όριο ασφαλιζόμενου κεφαλαίου το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας του ασφαλιστήριου με έντονα κεφαλαία γράμματα αναγράφονται τα έξης: «ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΒΛΕΠΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΕ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΟΝΤΑΙ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΝΤΥΠΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ…». Επίσης στο μέσον της πρώτης σελίδας του ασφαλιστήριου στο κεφάλαιο των «ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ- ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ- ΟΡΙΩΝ ΚΑΛΥΨΗΣ-ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΩΝ- ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ» με κεφαλαία γράμματα αναγράφονται τα εξής: «Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΕΙΣ: Βλεπε συνημμένους ΓΕΝΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Β.ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ: Βλεπε συνημμένους ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Γ. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΕΩΝ: Βλεπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου. Δ. ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ & ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ: Βλεπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου. Ε. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ: Βλέπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου. Ζ. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ: Βλέπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου». Στη δεύτερη σελίδα αυτού αναφέρεται: «ΤΜΗΜΑ Γ : Εξαιρέσεις – Προϋποθέσεις – Απαλλαγές – Καλύψεις – Παρεκκλίσεις – Πρόσθετες συμφωνίες : Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΗΣ : Από τις καλύψεις που παρέχονται με το παρόν Ασφαλιστήριο εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις Γενικές Εξαιρέσεις των Όρων του ΚΛΑΔΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ. Β. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ : Από τις Πρόσθετες Καλύψεις (ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ) που παρέχονται με το παρόν Ασφαλιστήριο εξαιρούνται οι Περιπτώσεις που αναφέρονται στους αντίστοιχους Ειδικούς όρους. Γ. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ : Οι πρόσθετες καλύψεις (ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ) παρέχονται με τις παρακάτω προϋποθέσεις και αναφέρονται στους αντίστοιχους Ειδικούς όρους : ΔΗΛΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΕΙΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΣ ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΡΕΙ ΑΠΑΡΕΚΛΙΤΩΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΣΧΕΤΙΚΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ.- Δ. ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ & ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ : ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΛΙΚΗ ΖΗΜΙΑ 300 ΕURΟ.Ι Ε. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ : Το παρόν ασφαλιστήριο εκδόθηκε με τις παρακάτω παρεκκλίσεις από την αίτηση για ασφάλιση. ΖΗΤΗΘΗΚΕ ΚΑΛΥΨΗ ΧΩΡΙΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ Γ. : Δ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ & ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ.». Επίσης κατωθι της τρίτης σελίδας αυτού αναφέρεται ότι επισυνάπτεται στο ασφαλιστήριο συμβολαιο Φυλλάδιο Γενικών και Ειδικών Ορων. Τέλος, στην τελευταία σελίδα αυτού αναφέρεται : «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ. Προς την ………. Δηλώνω ότι παρέλαβα το υπ’ αριθμ. 22.118429 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και έλαβα γνώση των Ειδικών όρων, το έντυπο πληροφοριών του άρθρου 150 του ν. 4364/2016 σύμφωνα με το Ν. 2496/97, που επισυνάπτονται σ’αυτό καθώς και τα δύο (2) έντυπα εναντίωσης, την .. /…./ Ο ασφαλισμένος λήπτης της ασφάλισης ………..». Ακολούθως, στις 11 Ιανουάριου 2019, ο εργαζόμενος ……………., υπάλληλος γραφείου που ανήκε στο προσωπικό της εναγούσης, με εργασιακό αντικείμενο την καταγραφή των κοντέινερ, κατά την είσοδο ή την έξοδό τους από τη μάντρα, μετακινήθηκε από τα γραφεία της εταιρείας προς τον εξωτερικό χώρο, όπου το ως άνω ασφαλισμένο όχημα κλαρκ – ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας **“……………”, με αριθμό πλαισίου ………., οδηγούμενο από το μηχανοδηγό – χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων, ……………, επίσης υπάλληλο της εναγούσης ο οποίος διαθέτει την κατάλληλη άδεια-πιστοποίηση, επιχειρώντας με ταχύτητα 3-5 χλμ. ανά ώρα να εισέλθει σε μία στοίβα με κοντέινερ, κινούμενο μπροστά και δεξιά, προκάλεσε το θανατηφόρο τραυματισμό του ……………. Με την υπ’ αρ. 2189/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει καταστεί τελεσίδικη επιδικάστηκε σε βάρος της εναγούσης και υπέρ της μητέρας και της αδελφής του θανόντος το συνολικό ποσό των 90.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξ αδικοπραξίας με υπαίτιο πρόσωπο τον προστηθέντα από την ενάγουσα χειριστή του ως άνω οχήματος τύπου κλάρκ, εκ του οποίου ποσού η ενάγουσα έχει ήδη καταβάλλει, σε συμμόρφωση με προσωρινά εκτελεστή διάταξη της απόφασης, στους ως άνω συγγενείς του θανόντος υπαλλήλου της το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, μετά δε την καταβολή αυτή, και αφού έλαβε χώρα η επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης με την υπ’ αρ. 448/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, της επιδόθηκε από τους ως άνω νικήσαντες διαδίκους – συγγενείς του θανόντος, η από 23-9-2022 επιταγή προς εκτέλεση για το συνολικό ποσό των 82.748,20 ευρώ. Σημειώνεται ότι η εκτέλεση της υπ’ αρ. 448/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς έχει ανασταλεί δυνάμει της υπ’ αρ. 124/2022 απόφασης του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της από 17-8-2022 αίτησης αναίρεσης που έχει υποβληθεί από την ενάγουσα κατά της ως άνω υπ’ αρ. 4481/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Το ως άνω ατύχημα ανήγγειλε εμπρόθεσμα η ασφαλισμένη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εγείροντας αξιώσεις εκ της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Η εναγομένη αρνείται την καταβολη του ασφαλίσματος επικαλούμενη τους Γενικούς και Ειδικούς όρους του ασφαλιστηριου σύμφωνα με τους οποίους «Η εταιρία έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον ασφαλισμένο τα ποσά που αυτός ως αστικα υπεύθυνος από το νόμο θα υποχρεωνόταν να καταβάλει ως αποζημίωση (κεφαλαίο, τόκους και έξοδα) για ζημίες που προκαλούνται ακούσια σε τρίτους, δηλαδή για θάνατο, σωματικές βλάβες… Δε θεωρούνται τρίτοι:… Γ. Τα πρόσωπα που τελούν σε σχέση εξάρτησης ή κάθε είδους συνεργασίας από τον Ασφαλισμένο και υφίσταται τη ζημία εξαιτίας της εργασίας ή της υπηρεσίας τους…»…….«Δια του παρόντος προσθέτου ορου καλύπτεται η Αστική Ευθύνη του ασφαλιζόμενου σε σχέση με το ή τα αναφερόμενα στο ασφαλιστήριο οχήματα σύμφωνα με τους παρακατω ειδικούς ορούς: Η Εταιρία αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο για κάθε ποσο, για το οποίο νομιμως υποχρεωθεί να καταβάλλει αποζημίωση: 1. Για σωματικές βλάβες οιουδήποτε προσώπου εξαιρούμενων του ασφαλισμένου των μελών της οικογένειας του και προσώπων που έχουν υπαλληλική σχέση μ’ αυτόν…» και προβάλλει την ένσταση απαλλαγή της από την υποχρέωση της για ασφαλιστική κάλυψη επειδή εν προκειμένω κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο θανων ……………. εργαζόταν στην ενάγουσα και συνεπώς δε θεωρείται τρίτος κατά τους ανωτέρω όρους. Iσχυρίζεται επίσης ότι το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης δεν παρεκκλίνει απο την αίτηση ασφαλισης και ότι σε κάθε περίπτωση είχε ενημερώσει την ενάγουσα για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης της ΙΚΕ με σημείωση την πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία και ότι ειχε χορηγήσει χωριστό υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι αντίθετα απο ότι αναγράφεται στο ασφαλιστήριο, δεν τέθηκαν υπόψη του νομίμου εκπροσώπου της άλλοι όροι πέρα απ’ τους αναγραφόμενους στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο αποτελείται από 4 σελίδες και επισυνάπτεται στην ένδικη αγωγή, ότι το σχετικό Φυλλάδιο Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης με τα συνημμένα έντυπα εναντίωσης, δεν ήταν συνημμένα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ούτε της παραδόθηκαν κατά το χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης και ότι ο ως άνω όρος καθως και οι υπόλοιποι προαναφερόμενοι γενικοί και ειδικοί όροι που ανακριβώς αναφέρονταν ως συνημμένοι στο ασφαλιστήριο τέθηκαν σε γνώση της εταιρείας το πρώτον μετά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την επέλευση στις 11-01-2019 του θανατηφόρου ατυχήματος, ότι ο ως άνω ειδικός όρος εξαίρεσης που επικαλείται η εναγομένη δεν της επισημάνθηκε κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβασης, ούτε σημείωθηκε στην πρωτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεια από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει στην αντίληψή της, και ότι δεν της χορηγήθηκαν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2496/1997έντυπα δήλωσης εναντίωσης. O ως άνω επικαλούμενος όρος εξαιρεσης, ο οποίος προβλέπεται στο προσκομιζόμενο από την εναγομένη Φυλλάδιο Γενικων και Ειδικών όρων, με βάση τον οποίο εξαιρουνται της ασφαλιστικής καλύψης οι εργαζόμενοι της εναγουσας αποτελεί παρέκκλιση από την αίτηση ασφαλίσεως, καθόσον στην αίτηση περιλαμβάνεται μονον η ασφαλιση του επιμαχου κλαρκ ως εργαλείου. Όπως δε ανωτέρω εγινε δεκτό η βούλησή της εναγούσης, οπως εκπροσωπείτο από τον διαχεριστή αυτής κατέτεινε στην σύναψη ενός συμβολαίου επαγγελματικού κινδύνου γενικής αστικης ευθυνης, το οποίο να καλύπτει τον προερχομενο κίνδυνο από την χρήση του ανυψωτικού μηχανήματος -κλαρκ ως εργαλείου προς τρίτους, στους οποίους τρίτους να συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι αυτής που χειριζοντο τα μηχανήματα η ευρισκοντο στον χωρο εργασιας, οι οποιοι ως προς την ασφαλιστικη σύμβαση είναι τρίτοι, δηλαδή προσωπα διαφορα των συμβαλλομένων, ενώ η εναγομένη με τον ως άνω όρο εξαιρούσε τους εργαζομένους από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι δεν τους θεωρούσε τρίτους. Εξάλλου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινή πείρας και λογικής, το επίμαχο κλάρκ – ανυψωτικό μηχάνημα, κινείται μόνον εντός της εγκατάστασης της επιχείρησης σε χώρο φορτοεκφόρτωσης αντικειμένων, ήτοι σε επαγγελματικό χώρο που δεν προορίζεται για το κοινό αλλά αποκλειστικά για τους εκτελούντες εργασία, πολλώ δε μάλλον όταν όπως στην υπό κρίση περίπτωση υφίστατο προειδοποιητική απαγορευτική πινακίδα, η ύπαρξη της οποιας δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από την εναγομένη. Συνεπώς, ο κίνδυνος που απορρέει από τη λειτουργία του ως άνω οχήματος ως εργαλείου σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικώς με τους εργαζόμενους της επιχείρησης. Η ενόρκως βεβαιούσα …… στην υπ’ αριθ. ……./2025 ένορκη βεβαίωσή της ρητώς καταθέτει ότι με το ως άνω ασφαλιστήριο η εναγομένη ανέλαβε την ασφαλιστικη κάλυψη -ευθύνη του επίμαχου κλαρκ για τυχόν ζημίες που θα προκληθούν σε τρίτους από την χρήση του σαν εργαλείο σύμφωνα με την χρήση του. H μη περίληψη της ως άνω επικαλούμενης εξαίρεσης στην αίτηση ασφάλισης στοιχειοθετεί παρεκλιση (ΑΠ 846/2003, ΝΟΜΟΣ). Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομενης ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα κατά την κατάρτιση της συμβασης για την ως άνω εξαίρεση κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 2 παρ. 5 τροπο και ότι ειχε χορηγήσει και τα σχετικο έντυπο δήλωσης εναντίωσης. Δεν απεδείχθη επίσης και ότι είχε παραδοθεί στην ενάγουσα από την εναγομένη ή από τους προαναφερθέντες ασφαλιστικούς συμβούλους της εναγούσης και ταυτόχρονα συνεργάτες της εναγόμενης, το κείμενο των ως άνω Γενικών και Ειδικών Ασφαλιστικών Όρων και οι εξαιρέσεις αυτών. Στην υπ’ αριθ. …./10-10-2025 ενορκη βεβαιωσής της η …………. κατέθεσε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικως από το γραφείο του ασφαλιστικού συμβούλου …… ότι παρεδόθη στην ενάγουσα το Ενημερωτικό Έντυπο με πληροφορίες του άρθρου 150 του ν.δ. 4364/2016 και το Φυλλάδιο Όρων. Η ως άνω, όμως, ενόρκως βεβαιούσα δεν κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι παρεδόθη το Φυλλάδιο Γενικών και Ειδικών Όρων και το ως άνω Ενημερωτικό Έντυπο στην ενάγουσα, αλλά απλώς μετέφερε μία πληροφορία από το γραφείο του ως άνω ασφαλιστικού συμβούλου ότι παρεδόθησαν τα ως άνω έγγραφα, χωρίς, όμως, να επιβεβαιώνει η ιδία ότι αυτά παρεδόθησαν, ενώ δεν καταθέτει καθόλου εάν παρεδόθη στην ενάγουσα και το χωριστό υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης, που τάσσει ο νόμος όταν υφίσταται παρεκκλιση κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 2 ν. 2496/1997. Εξάλλου απο το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. …………./22-02-2018 ασφαλιστήριο, το οποίο σημειωτέον δεν υπογράφεται από την λήπτρια της ασφαλίσεως – ενάγουσα αλλά μόνον από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι στην πρώτη σελίδα αυτού δεν υφίσταται ενημέρωση για την παρεκκλιση στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη της εναγούσης, όπως επιτάσσει ο νόμος, αλλά μόνον για το δικαίωμα εναντίωσης, χωρίς να γίνεται μνεία της άνω παρεκκλίσεως. Και ναι μεν κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης δεν απαιτείται υπογραφή του λήπτη της ασφαλισης επί τους ασφαλιστηρίου, ωστόσο, για να δεσμεύεται αυτός από τους προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά παρέκκλιση της αιτήσεως και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως, θα πρέπει ο ασφαλιστής να επικαλείται και να αποδεικνύει, ότι ο λήπτης της ασφαλίσεως ενημερώθηκε για την υπαρξη παρεκκλισεων κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτόν ασφαλιστηρίου) και για το δικαίωμα εναντίωσης και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντιώσεως. Εν προκειμένω ελλείψει υπογραφής από την πλευρά της εναγούσης επί τους ασφαλιστηρίου και κυρίως κάτωθι του τεθέντος στην τελευταία σελίδα κειμένου : «…Δηλώνω ότι παρέλαβα το υπ’ αριθ. ……….. ασφαλιστήριο συμβόλαιο και έλαβα γνώση των Ειδικών όρων, το έντυπο πληροφοριών του άρθρου 150 του ν. 4364/2016 σύμφωνα με το Ν. 2496/97, που επισυνάπτονται σ’αυτό καθώς και τα δύο (2) έντυπα εναντίωσης… » δεν αποδεικνύεται με τον ως άνω έγγραφο αποδεικτικό τύπο, αλλά ούτε και από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, η ενημέρωση της εναγουσης για την ως άνω εξαίρεση, ούτε η παράδοση προς την ενάγουσα του προβλεπομένου στην παραγραφο 5 του άρθρου 2 ν. 2496/1997 Εντύπου Δήλωσης Εναντίωσης και του Φυλλαδίου Γενικών και Ειδικών όρων Ασφάλισης στο περιεχόμενο των οποίων παραπέμπει το ασφαλιστήριο, αλλά ούτε και η λήψη γνώσης από την ενάγουσα του περιεχομένου των ως άνω όρων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ως άνω κρίσιμος όρος που επικαλείται η εναγόμενη για να θεμελιώσει την απαλλαγή της από την καταβολή ασφαλίσματος. Απεδείχθη ότι δεν τέθηκαν σε γνωση της εναγούσης άλλοι συνημμένοι όροι, πέραν των αναγραφομένων στο υπ’ αριθ. …….. ασφαλιστήριο, ούτε απεδείχθη ότι της χορηγήθηκαν τα προβλεπομενα δύο υποδείγματα εντύπων εναντίωσης. Αντιθέτως απεδείχθη ότι το επίμαχο Φυλλάδιο Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης που περιλαμβάνει την εν λόγω εξαίρεση τέθηκε σε γνώση της εταιρείας το πρώτον μετά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την επέλευση στις 11-01- 2019 του θανατηφόρου ατυχήματος, και ειδικότερα η ενάγουσα ενημερωθηκε για τους όρους του συβολαίου μόλις την 18-1-2019, όπως αποδεικνύεται από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από την ενάγουσα απο 18-1-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο ασφαλιστικός σύμβουλος ……….. προς την πληρεξουσία δικηγορο της εναγούσης. Στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηριου με έντονα κεφαλαία γράμματα γίνεται μεν ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα εναντιωσης γενικώς, όμως, το αρθρο 2 παρ. 5 τελ. εδάφιο του ν. 2496/1997 απαιτεί επιπλέον ενημέρωση για την παρεκκλιση και παράδοση του έντυπου εναντίωσης στην ασφαλισμένη προκειμένου να δεσμεύεται η τελευταία από τις αποκλίσεις από την αίτηση για κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης. Ο ως άνω όρος εξαίρεσης που επικαλείται η εναγομένη, μολονότι παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση δεν επισημάνθηκε στον εκπροσωπο της ασφαλιζομένης κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ούτε σημειώθηκε στην πρωτη σελίδα του ασφαλιστηρίου οτι υπαρχει παρεκκλιση με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, όπως απαιτείται από τη διάταξη του αρθρου 2 παρ.5 του ν. 2496/1997, ενώ δεν χορηγήθηκε στην ενάγουσα το σχετικο έντυπο δήλωσης εναντίωσης. Αντιθέτως στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας του αφαλιστήριου στο κεφαλαιο των «ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ-ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ- ΟΡΙΩΝ ΚΑΛΥΨΗΣ-ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΩΝ- ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ» με ψιλά γράμματα αναγράφονται τα εξής: «Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΕΙΣ: Βλεπε συνημμένους ΓΕΝΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Β.ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ: Βλεπε συνημμένους ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Γ. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΕΩΝ: Βλεπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου. Δ. ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ & ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ: Βλεπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου. Ε. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ: Βλέπε ΤΜΗΜΑ Γ του ασφαλιστήριου» και περαιτέρω στην δεύτερη σελίδα του ασφαλιστηρίου στο Κεφάλαιο Β του Τμήματος Γ γινεται μνεία ειδικών εξαιρέσεων -πρόσθετων καλύψεων, δια παραπομπής στους ειδικούς όρους, όμως, οπως προεκτέθη, δεν απεδείχθη ότι το φυλλάδιο αυτο με τους γενικούς και ειδικούς ορους περιήλθε στην ενάγουσα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε απόκλιση μεταξύ της αίτησης της εναγούσης για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβαση και του περιεχομένου της ασφαλιστικής σύμβασης ώστε να τύχει εφαρμογής το αρ. 2 παρ. 5 τελ. εδάφιο του ν. 2496/1997, διότι στο έντυπο της αίτησης αναφέρεται μεταξύ άλλων η φράση : «…Επίσης συμφωνώ ότι το ασφαλιστήριο διέπεται από τις διατάξεις του ν 489/76 μόνον όσον αφορα/ στους υποχρεωτικά καλυπτόμενους κίνδυνους. Έλαβα από την εταιρία Ενημερωτικό Έντυπο με πληροφορίες του άρθρου 150 του νδ 4364/2016. Τελος δηλώνω ότι έλαβα γνώση των σχετικών Γενικών και Ειδικών Ασφαλιστικών Όρων καθώς και τις εξαιρέσεις αυτών, με τα οποία συμφωνώ και τα οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα».. Εν σχεσει με τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης η γνώση και η επικαλουμενη αυτή συμφωνια αυτή δεν αποδεικνύεται, καθόσον η αίτηση δεν φέρει την υπογραφή της εναγούσης, παρεκτος του οτι η φράση αυτή είναι προδιατυπωμενη και δεν απεδείχθη οτι κατά την σύνταξή της επεδείχθη στην εναγουσα το κείμενο του επικαλουμένου ως συνημμένου, στην λογικώς και χρονικώς επομένη της αιτήσεως ασφαλιστική σύμβαση, φυλλαδίου γενικών και ειδικών όρων, που περιείχε τον επίμαχο ορο και ότι αυτή συμφωνησε, ακομη περισσότερο αφού η αίτηση δεν φερει την υπογραφή της εναγουσης αλλά της ασφαλιστικης συμβούλου (………..) ενεργούσης ταυτόχρονα ως συνεργάτιδος της εναγόμενης, ελλείψει δε υπογραφής από την πλευρά της εναγούσης δεν αποδεικνύεται η λήψη γνώσης από την ενάγουσα του περιεχομένου των ως άνω όρων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ως άνω κρίσιμος όρος που επικαλείται η εναγομένη για να θεμελιώσει την απαλλαγή της από την καταβολή ασφαλίσματος. Συνεπώς, εφόσον απεδείχθη ότι η εναγομενη δεν ενημέρωσε για τον ως άνω όρο εξαίρεσης την ενάγουσα κατα τις διατυπώσεις του αρθρου 2 παρ.5 του ν 2496/1997 και ότι δεν παρέδωσε στην ενάγουσα το προβλεπόμενο στον ως άνω νόμο Εντυπο Δήλωσης Εναντίωσης, ο επίμαχος όρος δεν δεσμεύει την ασφαλισμένη ενάγουσα, εφόσον αυτος δεν περιλαμβάνεται στο περιεχόμενο της αίτησης της ασφαλισμένης. Επομένως η σχετική περι απαλλαγής ένσταση της εναγομένης πρεπει να απορριφθεί και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως κατά το πρωτο σκελος του είναι αβασιμα κι απορριπτέα. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κι αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι δεν παρέδωσε τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 2 παρ. Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ. 400/70 τους ή ότι δεν παρέδωσε τους Γενικους και Ειδικούς ασφαλιστικούς όρους στην ενάγουσα, οι όροι του ενδίκου ασφαλιστηρίου ισχύουν, διοτι η τελευταία δεν εναντιώθηκε γραπτώς εντός 14 ημερών από την παραδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε αυτή και σε κάθε περίπτωση οι όροι έχουν καταστεί απρόσβλητοι λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μείζονος των 10 μηνών από την πληρωμή του ασφαλίστρου. Σύμφωνα με το αρθρο 6 του νόμου 2496/1997 «Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλιστηρίου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται». Εν προκειμένω, εφόσον απεδείχθη ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει χορηγήσει στην ενάγουσα χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης η προθεσμια των 14 ημερών δεν τρέχει. Εξάλλου το γεγονός ότι παρήλθε χρονικό διάστημα 10 μηνών από την πληρωμή του ασφαλίστρου που έγινε εφάπαξ κατά την έναρξη της ασφάλισης οποτε και εκδοθηκε το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο, δίχως η ενάγουσα να εκφράσει οιαδήποτε αμφισβητηση των όρων του ενδίκου ασφαλιστηρίου κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, δεν οδηγεί σε ισχυροποιηση του ως άνω επίμαχου όρου και σε δέσμευση της εναγούσης από τον όρο αυτόν, αφού με ρητή διατύπωση του αρ. 2 παρ. 6 τελευταίο εδάφιο του Ν. 2496/1997, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται, που σημαίνει ότι όταν στο ασφαλιστηριο υφίστανται παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης, και ο ασφαλιστής δεν ενημερώνει τον λήπτη της ασφάλισης για τις παρεκκλίσεις με τις διατυπώσεις της παραγραφου 5 του άρθρου 2 ν. 2496/1997, και δεν χορηγεί και το σχετικο έντυπο δήλωσης εναντίωσης, οπως απεδείχθη εν προκειμένω, ο λήπτης της ασφάλισης δεν δεσμεύεται από τις παρεκκλίσεις αυτές και συνεπως δεν ισχυει η δεκαμηνος αποσβεστική προθεσμία. Και στην περίπτωση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 εκ των υστέρων τιθέμενοι ασφαλιστικοί όροι για τους οποίους δεν υφίσταται συμφωνία δεν είναι δεσμευτικοί (Ι. Ρόκας, Ασφαλιστική Σύμβαση, κατ’ άρθρον Ερμηνεία, 2026, σελ. 59). Επομένως, όσα περι του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο εφεσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβασιμα κι απορριπτέα. Η εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ως άνω επίδικο ατύχημα δεν έλαβε χωρα από την λειτουργία του οχήματος ως εργαλειου αλλά ως αυτοκινήτου και ότι ως εκ τούτου δεν περιλαμβάνεται στην ασφαλιστική κάλυψη που προβλέπει το επίδικο ασφαλιστήριο. Ωστόσο από την προεκτιθέμενη περιγραφή των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χωρα εντος του χώρου των εγκατάστάσεων της εναγούσης σε τόπο που απαγορευόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε δεν εκτελούσε εργασία, ενώ το εν λόγω όχημα -κλαρκ κινείτο μεταφέροντας και τοποθετώντας πραγματα καθίσταται προφανές ότι δεν επρόκειτο για κίνηση του οχήματος ως αυτοκινήτου αλλά ως εργαλείου. Αλλωστε από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως απο 6-2-2020 πιστοποιητικό ελέγχου-επανελέγχου ανυψωτικού μηχανήματος, που εξέδωσε ο πιστοποιημένος φορέας ελέγχου «……..» το επίμαχο κλαρκ χαρακτηρίζεται ως τηλεσκοπικός γερανός και όχι ως οχημα. Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα κι απορριπτέα. Με τον τέταρτο λόγο εφέσεως η ενάγουσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως επιδίκασε δικαστική δαπάνη ύψους 4.200 ευρώ, ενώ αν ορθώς εφήρμοζε τον νόμο όφειλε να συμψηφίσει την δικαστική δαπάνη λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης και του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθεντων κανόνων, άλλως να επιδικασθεί μόνον το 1/6 του ανωτέρω ποσού. Ο λογος αυτός κατα το σκελος που πληττεται η εκκαλουμένη διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν συμψηφισε την δικαστικη δαπάνη λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης και του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθεντων κανόνων, είναι απορριπτέος, διότι δεν είναι δυσερμήνευτες οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν κι ως εκ τούτου δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΚπολΔ. Κατα το σκέλος που ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι θα έπρεπε να επιδικασθεί μόνον το 1/6 του ανωτέρω επιδικασθέντος για δικαστική δαπάνη, ποσού, ο ως άνω λόγος εφέσεως θα πρέπει να απορριφθεί προεχοντως ως αόριστος διοτι δεν εξειδικεύεται ποια επιμερους κονδυλια πληττονται. Σε καθε δε περιπτωση η δικαστική δαπάνη για την επίδικη απαίτηση (ύψους 100.000 ευρώ) ανέρχεται σε 2% για αμοιβή του δικηγόρου για σύνταξη αγωγής, συν 1% για σύνταξη προτάσεων, συν 1,0592% για αναλογια δικαστικου ενσήμου =4.059,2 ευρώ, συν 160 ευρώ για παράσταση δικηγορου στο πρώτο βαθμό , συν 95 ευρώ ως αμοιβή επιμελητού για επιδοση της εκ 36 σελιδων αγωγής (αρθρα 63, 68 ν. 4194/2013 και σχετικό παράρτημα). Συμποσούμενα τα ως άνω ποσά ανέρχονται στο ποσό των 4.314,20 ευρώ το οποίο υπερβαίνει το επιδικασθεν ποσό. Συνεπώς το πρωτοβαθμιο Δικαστηριο που επιδίκασε το ποσό των 4.200 ευρώ για δικαστική δαπάνη δεν έσφαλε εις βαρος της εναγομενης και συνεπως πρεπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος εφέσεως. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου εφέσεως, θα πρέπει να απορριφθούν όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους επιμέρους λόγους εφέσεως ως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της, αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης δια των αιτιολογιών της παρούσης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της εφεσιβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ μετά την απόρριψη της εφέσεως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στον Δημόσιο Ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του εις το σκεπτικό παραβόλου που κατατέθηκε για την έφεση στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας την δικαστική δαπάνη της εφεσιβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθορίζει σε δύο χιλιαδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 25 Ιουνίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε την 30.6.2027 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσιων δικηγόρων τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ