Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 463 /2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4Ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός απόφασης  463 /2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και Ελένη Πρέντζα, Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα, Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………….., για να δικάσει την έφεση:

Της εκκαλούσας – ενάγουσας: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «……………» (……………), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής, οδός ……, με ΑΦΜ ….. (Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών), που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων [δυνάμει του με αριθμό …../3.2.2025 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………..], Ειρήνης Φωτιάδου [ΑΜ ΔΣΑ …..], η οποία κατέθεσε το με Νο …../1.10.2025 γραμμάτιο προείσπραξης  τού ως άνω ΔΣ και Ιωάννη Παπαγεωργόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ …), δικηγόρου της ΔΕ ΙΩΑΝΝΗΣ Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ Δικηγορική Εταιρία (με ΑΜ …), η οποία και κατέθεσε για λογαριασμό του, το με Νο …./1.10.2025 γραμμάτιο προείσπραξης  τού ως άνω ΔΣ.

Του εφεσίβλητου – εναγόμενου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….και φέρει ΑΦΜ …., που παραστάθηκε, ατελώς, δια της δικαστικής πληρεξουσίας τού Ν.Σ.Κ., Καλλιόπης Στόλη (AM ….), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία ζήτησε να γίνει δεκτή η από 17.9.2019 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. …………/22.10.2019) αγωγή της, την οποία άσκησε σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την τακτική διαδικασία. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’αριθμ. 296/2021 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αφού κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, διέταξε την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης από το ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου θα μετέχει υποχρεωτικά και ο νόμιμα διορισθείς για την περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιά, Κτηματολογικός Δικαστής ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Η παραπάνω αγωγή επαναφέρθηκε,  οίκοθεν, προς συζήτηση, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/08-02-2021 πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιά [με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./18-02-2021], προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31.3.2021, οπότε και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η με αρ. 3135/2021 οριστική απόφαση που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Εναντίον της τελευταίας αυτής οριστικής απόφασης η ηττηθείσα ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 7.3.2024 και μετά από αναβολή η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 1, οπότε και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω αναφέρεται, ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Το νόμω βάσιμο οριοθετεί τη δικαιοδοτική κρίση των ιδιωτικών αιτημάτων και συνεπώς δεν καθίσταται ανεμπόδιστα τελεσίδικη παραδοχή αίτησης, η οποία όπως στοιχειοθετήθηκε στην αγωγή, δεν αναγνωρίζεται από το ισχύον δίκαιο. Μέσα στα όρια πάντα της μεταβίβασης της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, το Εφετείο κατά την έρευνα των ζητημάτων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως αποδεσμεύεται από την προβολή ειδικού παραπόνου με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, ακριβώς για την επιδίωξη μίας νομικώς ορθότερης επίλυσης της διαφοράς. Η εξαίρεση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, διότι η εξουσία αυτεπάγγελτης κρίσης επί της αγωγής αναπτύσσεται μόνο εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφορά δηλαδή μόνο το εκκληθέν κεφάλαιο, όπως, επίσης, και γιατί δεν εισάγεται περίπτωση αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη μη προταθέντος λόγου έφεσης κατά της εκκαλουμένης αλλά καθίσταται δυνατή δια της μεταβίβασης η εκφορά αυτεπάγγελτης κρίσης επί της αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη ότι το παραδεκτό και η νομική βασιμότητα, ούτως ή άλλως, όπως και στον πρώτο βαθμό, εκφεύγουν της εξουσίας διάθεσης των διαδίκων, ενώ, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως και άλλα ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα της αυτεπάγγελτης δράσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμά της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παράπονων που διατυπώνονται με τους λόγους  της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019 ΝΟΜΟΣ).

2.Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2α και 3, 4 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 3, 7Α παρ. 1 περ. α εδ. α και β και 17 παρ. 4 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: Στο Εθνικό Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που να διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές. Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε κάθε μία από τις κατά τον Ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Υπό τον όρο «πρώτες εγγραφές» νοούνται εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων κατά την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίησή τους, κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς τον δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος, όταν δηλαδή στο κτηματολογικό φύλλο και δη στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας (ή ενδεχομένως άλλου εμπράγματου δικαιώματος) διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό δικαιούχο, μπορεί όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός του διάδοχος, ο δανειστής του κλπ.), στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που χώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου του, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής, με την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998. Η εν λόγω αγωγή απευθύνεται ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου (μονομελούς ή πολυμελούς), που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Για το ορισμένο της αγωγής αυτής, ο ενάγων, πέραν των στοιχείων που απαιτεί το άρθρο 216 ΚΠολΔ θα πρέπει να επικαλεστεί ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κάποιον νόμιμο τρόπο, κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή που αυτό εντοπίζεται και ότι διατηρούσε την κυριότητα αυτού και κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο έναρξης της λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή, (όπως αυτό το χρονικό σημείο καθορίστηκε με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ). Κρίσιμος δηλαδή χρόνος για την ύπαρξη του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος που προσβάλλεται με τις πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή που εντοπίζεται το επίδικο ακίνητο και όχι ο χρόνος έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1342/2015, ΕφΠειρ 68/2021, Εφκρ 10/2021, ΕφΠειρ 50/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

3. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2744/1999 συστάθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.» και σκοπό τη διαχείριση, συντήρηση και λειτουργία των ακινήτων που θα μεταβιβάζονταν σε αυτό από την ……………, σύμφωνα με τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους στο ως άνω άρθρο όρους. Με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίστηκε ρητά ότι: «Τα υπόλοιπα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δε μεταβιβάζονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους (στην Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π) και τα οποία χρησιμοποιεί αποκλειστικά η …………. κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος για τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης που παρέχει, ανήκουν κατά κυριότητα σε αυτήν. Οι αρμόδιες υπηρεσίες της …………. καταρτίζουν έκθεση απογραφής των ως άνω περιουσιακών στοιχείων της ………….. Μετά την έγκριση της παραπάνω έκθεσης από το Διοικητικό Συμβούλιο της …………., απόσπασμα αυτής, μετά της προβλεπόμενης από το άρθρο 9 του β.δ. 533/1963 «περί εκτελέσεως του άρθρου 10 του Ν.Δ. υπ’ αριθμ. 4201/1961», όπως ισχύει σήμερα, περιλήψεως, μεταγράφεται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών των οικείων υποθηκοφυλακείων, εφόσον πρόκειται για ακίνητα τα οποία δεν έχουν ήδη μεταγραφεί. Η ……….. καθίσταται υπεύθυνη για τη λειτουργία και συντήρηση των ακινήτων αυτών και αναλαμβάνει τις δαπάνες και τους κινδύνους που σχετίζονται με αυτά. Τα έργα, τα οποία είναι υπό κατασκευή ή πρόκειται να κατασκευαστούν από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων για να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικώς από την …………. για την άσκηση των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης δραστηριοτήτων της, ελλείψει άλλης συμφωνίας μεταξύ Ε.ΥΔ.Α.Π. και Δημοσίου, δύνανται να μεταβιβάζονται κατά κυριότητα στην …….. μετά την αποπεράτωσή τους, με σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής, το οποίο περιέχει περιγραφή του ακινήτου και μεταγράφεται ατελώς στα οικεία υποθηκοφυλακεία. Η μεταβίβαση αυτή απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή άλλο τέλος και εισφορά ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιουδήποτε τρίτου».

4. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 και ισχύει σήμερα «οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα, αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο». Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αίτησης μπορεί εκείνος που αξιώνει εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Δημοσίου, εφόσον δεν λάβει ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών του, εν όλω ή εν μέρει, να εγείρει σχετική αγωγή. Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγει η διάταξη της παρ. 2 περ. γ΄ εδ. δ, του άρθρου 6 ν. 2664/1998, σύμφωνα με την οποία: «Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999».

5.Τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 ν. 4640/2019 επαναφέρθηκε μερικώς η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Ειδικότερα ορίστηκε ότι: “1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α’ 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α’ 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: “3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού. 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία”. Συνεπώς, με την τελευταία αυτή ρύθμιση, εξαιρούνται της υποχρέωσης προς καταβολή δικαστικού ενσήμου οι αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όχι όμως και εκείνες που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και συζητούνται μετά την 1-1-2020, για τις οποίες οφείλεται δικαστικό ένσημο. Έτσι, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο τόσο οι ασκηθείσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές που ήταν εκκρεμείς στις 30-11-2019, όσο και εκείνες οι εκκρεμείς καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες είχαν ασκηθεί ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου πριν τις 30-11-2019 αλλά μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την ημερομηνία αυτή και οι οποίες συζητούνται μετά την 01-01-2020 [ΑΠ 1789/2024 ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, η ανάλωση του δικαστικού ενσήμου προϋποθέτει δικαστική εκτίμηση για την ουσία της διαφοράς και άρα δεν αναλώνεται το δικαστικό ένσημο που καταβλήθηκε αν έλαβε χώρα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και επανάσκησή της, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή απαράδεκτη, ενώ αναλώνεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν συνιστά και η έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 1789/2024 ΝΟΜΟΣ).

Ι. Εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 05.05.2023 έφεση της εκκαλούσας – ενάγουσας κατά του εφεσίβλητου – εναγόμενου, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ……………./12.05.2023 και για προσδιορισμό δικασίμου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ……/12.05.2023, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε αρχικά η 7.3.2024 [αρ. πιν. 3] και μετά από αναβολή η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 1.

ΙΙ. Η έφεση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα, κατά τα υπό Ι αναφερόμενα, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 12.05.2023, κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, προ πάσης επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, αφού τέτοια δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα και εντός της προβλεπόμενης, στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ [όπως η ανωτέρω διάταξη ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α΄87), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1η.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου] προθεσμίας των δύο (2) ετών από την δημοσίευση στις 29.12.2021 της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 2, 520, 523 και 524 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό, δε, της συζήτησης της έφεσης καταβλήθηκε, κατ’ άρθρο 495 αρ. 3 υπό Α στοιχ. γ ΚΠολΔ, το απαιτούμενο e – παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ,  που αναφέρεται στην έκθεση κατάθεσής της και ειδικότερα, το με αρ. παραβόλου ……………../2023, σε συνδυασμό με την από 09.05.2023 απόδειξη επιτυχούς πληρωμής της τράπεζας Πειραιώς. Συνεπώς πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά και στην κατ’ έφεση δίκη δυνάμει του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο εκκαλών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης χωρίς τη συναίνεση του εφεσίβλητου, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με δήλωση που περιέχεται σε μεταγενέστερο δικόγραφο έφεσης, επιφέρει ως έννομη συνέπεια την κατάργηση της δίκης επί της εν λόγω έφεσης, η οποία θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε ποτέ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση μεταγενέστερης έφεσης, η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία δηλώνει ρητά ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προγενέστερης, από 30-06-2022, έφεσης που είχε ασκήσει κατά της αυτής εκκαλουμένης απόφασης, η οποία έλαβε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……/2022 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) …/2022. Η δήλωση αυτή της εκκαλούσας, γενόμενη νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν από την έναρξη της συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, είναι έγκυρη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης επί της ως άνω προγενέστερης έφεσης (με Γ.Α.Κ. …./2022 και Ε.Α.Κ. …/2022), η οποία θεωρείται πλέον ως μη ασκηθείσα, του παρόντος Δικαστηρίου περιοριζομένου αποκλειστικά στην έρευνα των λόγων της μεταγενέστερης υπό κρίση έφεσης.

III. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς {Νέα Τακτική}, ασκήθηκε από την εκκαλούσα η από 17.9.2019 [με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, αντίστοιχα, …………../22.10.2019] αγωγή, με τίτλο αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, όπως τροποποιηθέν ισχύει, εναντίον του εφεσίβλητου. Με την εν λόγω αγωγή ζήτησε τα εξής: 1)Να γίνει δεκτή η αγωγή της, 2)Να αναγνωριστεί ότι η ίδια (ενάγουσα) είναι η μοναδική και αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου στην αγωγή γεωτεμαχίου, μετά των επ’ αυτού έργων και εγκαταστάσεων κοινωφελούς χαρακτήρα, ήτοι έκτασης επί της Νήσου …….., που υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Πειραιώς, Περιφέρεια Αττικής (Πειραιώς), βρίσκεται στον Αργοσαρωνικό Κόλπο, μεταξύ του λιμένος Πειραιώς και της Νήσου ……., εμβαδού 467.557,21 τ.μ., η οποία έχει περιέλθει στην κυριότητα, νομή και κατοχή της και έχει μεταγραφεί αρμοδίως και νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς, στον τόμο ….., με αύξοντα αριθμό ……, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 4 ν. 2744/1999, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 αρ. 1 και 2 παρ. 3 ν. 1068/1980 και εμφαίνεται στο υπ΄ αρ. Χ 90Α (κλίμακας 1:2000/Θεωρ. Ιούνιος 2019) κτηματολογικό διάγραμμα χωρικών μεταβολών της Υπηρεσίας Τοπογραφίας και Ακίνητης Περιουσίας της ενάγουσας, που έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές συντεταγμένων του συστήματος ΕΓΣΑ΄ 87 και προσαρτάται στην αγωγή ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής, με νέο όριο για το ΚΑΕΚ ……………. [με στοιχεία 1, 2, 3, 4…100, 101  102,….145, 146, 147, 148, 1] και δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας την ενάγουσα εταιρεία, ………………., όπως η έκταση αυτή περιγράφεται ειδικότερα, στην αγωγή και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα (σχεδόν όλο) της μείζονος έκτασης – γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …….., το οποίο εμφανίζεται εσφαλμένα στο Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, με δικαιούχο δικαιώματος κυριότητας το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, στον Δήμο Αιαντείου, παρατηρήσεις «…….», τρόπος κτήσης, ο νόμος, με εμβαδόν γεωτεμαχίου, 485.333 τ.μ. και κατά ποσοστό 100%, 3)Να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, με ειδικό αριθμό ΚΑΕΚ ….., στον οποίο είναι καταχωρημένη όλη η έκταση της Νήσου ………, στο Δήμο Σαλαμίνας, Περιφέρεια Αττικής (Πειραιώς), εμβαδού     485.333 τ.μ. και κατά ποσοστό κυριότητας 100%, με δικαιούχο δικαιώματος κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία βρίσκεται στον Αργοσαρωνικό Κόλπο, μεταξύ του λιμένος Πειραιώς και της Νήσου Σαλαμίνας και να δημιουργηθεί νέο όριο για το ΚΑΕΚ …….. [με στοιχεία 1, 2, 3. 4…100, 101, 102,…145, 146, 147, 148, 1], έκτασης ιδιοκτησίας της ενάγουσας, εμβαδού 467.557,21 τ.μ., που συνορεύει εν μέρει: Βόρεια-βορειοδυτικά: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90), συνολικού μήκους 439,15 τ.μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99], συνολικού μήκους 275,52μ., με περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 99, 100, 101…130,131, 132, 133…150, 151, 152, 153] συνολικού μήκους 1.210,53 μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Ανατολικά: σε τεθλασμένη     πλευρά [με       στοιχεία 1,2,3,4,5,6, 7,8,9,10,11,12] μήκους 450,66 τ.μ., με το χώρο – ζώνη ασφαλείας- του Φάρου του Πολεμικού Ναυτικού, Νοτιοανατολικά – Νότια: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 12, 13, 14,…68, 69, 70] συνολικού μήκους, 1.486,47 μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, η οποία έχει περιέλθει ex lege στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ενάγουσας και έχει μεταγραφεί αρμοδίως και νομίμως στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς, στον τόμο …… και με αύξοντα αριθμό ……, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2744/1999, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 παρ. 1 και 2 παρ. 3 ν. 1068/1980, κατά τρόπο ώστε με την απόφαση που θα εκδοθεί να εμφανίζεται η ενάγουσα ως έχουσα την πλήρη κυριότητα της έκτασης, η οποία, όπως αναφέρει στην αγωγή της, πληρεί όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση πλήρους κυριότητας της έκτασης αυτής και να γίνουν οι διορθώσεις που εμφαίνονται στο υπ. αρ. Χ 90Α (κλίμακας 1:2000/Θεωρ. Ιούνιος 2019) κτηματολογικό διάγραμμα χωρικών μεταβολών, της Υπηρεσίας Τοπογραφίας και Ακίνητης Περιουσίας της ενάγουσας, που έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές συντεταγμένων του συστήματος ΕΓΣΑ’  87 ως εξής: Α) Να καταργηθεί το παλιό όριο του ΚΑΕΚ …… [με στοιχεία Α1, Α2, Α3, Α4, Α5…Α100, Α101,… Α201, Α202… Α520, Α521, Α522, Α523, Α1], που έχει εμβαδόν 485.333 τ.μ. και μεταβάλλεται ως προς τη θέση και τα όρια, Β) Να δημιουργηθεί νέο όριο της μείζονος έκτασης του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …… [με στοιχεία 1, 2, 3, 4…100, 101, 102…145, 146, 147, 148, 1], με δικαιούχο δικαιώματος κυριότητας την ενάγουσα – εταιρεία «………….». Ότι οι συντεταγμένες των κορυφών του νέου ορίου αναγράφονται στον σχετικό πίνακα μεταβολών που επισυνάπτεται στο ανωτέρω κτηματολογικό διάγραμμα X 90Α, σε σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ΄ 87, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Ελληνικού Κτηματολογίου. Ότι το εν λόγω γεωτεμάχιο, που θα φέρει το ΚΑΕΚ …………… και δέον να έχει εμβαδόν 467.557,21 τ.μ., αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης 485.333 τ.μ. της Νήσου ……… και συνορεύει εν μέρει: Βόρεια – βορειοδυτικά: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90], συνολικού μήκους 439,15 τ.μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού Κόλπου, σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99], συνολικού μήκους 275,52 τ.μ., με περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, κυριότητας του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία  99, 100, 101…130, 131, 132, 133…150, 151, 152, 153], συνολικού μήκους 1.210,53 μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Ανατολικά: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12], συνολικού μήκους 450,66 τ.μ., με το χώρο -ζώνη ασφαλείας – του Φάρου, αρμοδιότητας του Πολεμικού Ναυτικού, κυριότητας του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, Νοτιοανατολικά -Νότια: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 12, 13, 14…68, 69, 70], συνολικού μήκους 1.486,47 μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού Κόλπου, Γ)Να δημιουργηθεί το νέο γεωτεμάχιο 01 [με στοιχεία 1, 149 150, 188, 189, 190, 191 192… 12, 11, 10, 9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1], όπου εμφαίνεται ο χώρος – ζώνη ασφαλείας – του Φάρου, που ανήκει στην Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, με δικαιούχο δικαιώματος κυριότητας το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος οριοθετήθηκε σύμφωνα με το ν. 4278/2014 (ΦΕΚ 157/Α/4-8-2014). Ότι οι συντεταγμένες των κορυφών του νέου γεωτεμαχίου αναγράφονται στο σχετικό πίνακα μεταβολών που επισυνάπτεται στο ανωτέρω κτηματολογικό διάγραμμα Χ 90Α, σε σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ΄87, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Ελληνικού Κτηματολογίου. Ότι το εν λόγω νέο γεωτεμάχιο 01, που θα φέρει νέο ΚΑΕΚ, έχει εμβαδόν 78.271,75τ.μ. και συνορεύει εν μέρει: Βόρεια: σε τεθλασμένη πλευρά με στοιχεία [1, 149, 150, 151, 152, 153], συνολικού μήκους 126,03 τ.μ., με την θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Ανατολικά, σε τεθλασμένη πλευρά, με στοιχεία [153, 154, 156… 187, 188, 189], συνολικού μήκους 395,24 τ.μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Νότια: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 189, 190, 191, 192, 12], συνολικού μήκους, 95,80 τ.μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Δυτικά: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 12, 11, 10, 9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1], συνολικού μήκους 450,66 τ.μ., με το ΚΑΕΚ ….., ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας, ……………, Δ) Να δημιουργηθεί το νέο γεωτεμάχιο 02 [με στοιχεία 90, 91, 92, 93, 94…99, 223, 222, 221…195, 194, 193, 90], όπου αποτελεί το όριο του περιφραγμένου αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τα ΥΠΠΟ /ΑΡΧ/Φ02/22560/952/31-5-1988 και ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Φ02/8132/447/18-2-1994 έγγραφα και αποφάσεις με δικαιούχο δικαιώματος το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο. Ότι οι συντεταγμένες των κορυφών του νέου γεωτεμαχίου, αναγράφονται στο σχετικό πίνακα μεταβολών που επισυνάπτεται στο ανωτέρω κτηματολογικό διάγραμμα Χ90Α της ενάγουσας εταιρείας, σε σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ΄87, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Ελληνικού Κτηματολογίου. Ότι το εν λόγω νέο γεωτεμάχιο, 02, που θα φέρει νέο ΚΑΕΚ, έχει εμβαδόν 16.668,05 τ.μ. και συνορεύει εν μέρει: Βόρεια – βορειοδυτικά: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 99, 223, 222, 221…94, 93, 92, 91, 90], συνολικού μήκους 270,64 τ.μ., με τη θάλασσα του Αργοσαρωνικού, Ανατολικά: σε ευθεία γραμμή [με στοιχεία 99, 98 97]  μήκους 86,19 τ.μ., με το ΚΑΕΚ ………, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, Νότια: σε τεθλασμένη πλευρά [με στοιχεία 97, 96, 95, 94, 93, 92, 91, 90],   συνολικού μήκους, 189,33 τ.μ., με το ΚΑΕΚ 050109607001, ιδιοκτησίας  της ενάγουσας, εταιρείας, …………. Και, τέλος, ζήτησε την καταδίκη του εναγόμενου στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ΄ αριθμ. 3135/2021 οριστική απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή, για το αναγνωριστικό αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (αρθ. 42 παρ. 1 ν. 4640/2019 – βλ. το με αριθ. ……. Σειρά Θ/3-06-2020 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΓ’ Αθηνών), παραδεκτά και αρμόδια, καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του, κατά την τακτική διαδικασία (αρθ. 7, 9, 11 αρ. 1, 18, 29 ΚΠολΔ και αρθ. 6 παρ. 2, 17 παρ. 4 ν. 2664/1998) και έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 στ. α, γ του ν. 2664/1998, η οποία εν προκειμένω έληγε την 31-12-2022 (βλ. αρθ. 102 παρ. 2 ν. 4623/2019, όπως τροποποιήθηκε με το αρθ. 9 ν. 4821/2021), ενόψει του ότι η αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22.10.2019 και επιδόθηκε στο εναγόμενο την 31.10.2019 (όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθ. ……./31-10-2019 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………), ενώ η περιοχή του Αιαντείου Σαλαμίνας κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση προ της 02.08.2006 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3481/2006) και ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή ορίστηκε η 12.02.2007 (όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. 403/4/31.01.2007 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΚΧΕ, ΦΕΚ 179/Β/12-02-2007). Ότι τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία με την εμπρόθεσμη καταχώρηση αντιγράφου τής αγωγής στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του επηρεαζόμενου ακινήτου (αρθ. 13 παρ. 2 εδ. δ΄ ν.2664/1998 και 220 παρ. 1 ΚΠολΔ (σύμφωνα με το υπ’ αριθ. πρωτ. ……/7.11.2019 πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίστηκαν: 1) το υπ’ αριθ. πρωτ. ……./27.11.2019 αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου του επηρεαζόμενου ακινήτου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει προηγηθεί η καταχώρηση άλλων αιτήσεων ή αγωγών με παρόμοιο περιεχόμενο, καθώς και 2) το υπ’ αριθ. Χ-90Α, από Ιουνίου 2019, διάγραμμα χωρικών μεταβολών της Υπηρεσίας Τοπογραφίας και Ακίνητης Περιουσίας της ……., μετά της σχετικής, υπ’ αριθμ. πρωτ. …/ΕΠΕΑ-…../27-01-2020, εισήγησης της εταιρείας Ελληνικό Κτηματολόγιο, ενόψει του αιτήματος της αγωγής, που αφορά και σε αλλαγές στο υφιστάμενο κτηματολογικό διάγραμμα του επηρεαζόμενου ακινήτου [(βλ. αρθ. 6 παρ. 3 περ. ε΄ ν.2664/1998) χωρίς εν προκειμένω να απαιτείται η ηλεκτρονική υποβολή του ανωτέρω διαγράμματος γεωμετρικών μεταβολών στον ψηφιακό υποδοχέα του Ελληνικού Κτηματολογίου, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 περ. ζ΄ ν. 2664/1998, διότι η σχετική διάταξη εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που κατατίθενται μετά την 27-01-2020 (βλ. ΥΑ 110243/4885/2019 – ΦΕΚ B 4765/24-12-2019)]. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή, εκτιμώμενη ως αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή (αγωγή), η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέστη αποκλειστική κυρία της επίδικης έκτασης εκ του νόμου, με την μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιά, την 12-11-2008, τής από 17.07.2008 έκθεσης απογραφής περιουσιακών στοιχείων, που συνέταξε η ίδια, κατ’ άρθρο 4 παρ. 4 ν. 2744/1999 και συνεπώς, η ενάγουσα, σύμφωνα με τον ανωτέρω αγωγικό της ισχυρισμό και ανεξαρτήτως της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτού, κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του Αιαντείου Σαλαμίνας, όπου και κτηματογραφήθηκε η επίδικη έκταση, ήτοι την 12-02-2007 (βλ. υπ’ αριθ. 403/4/31-01-2007 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΚΧΕ – ΦΕΚ 179/Β/12-02-2007), δεν είχε αποκτήσει ακόμα κυριότητα επ’ αυτής. Ότι ενόψει τούτου η ενάγουσα μη νόμιμα ζητά την διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, αφού, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή, το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμά της δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Ότι, επιπλέον, ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως η επίδικη έκταση εσφαλμένα κτηματογραφήθηκε στον Δήμο Αιαντείου Σαλαμίνας, καθώς αυτή εντοπίζεται στην πραγματικότητα εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Πειραιά, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθώς με την υπό κρίση αγωγή ζητείται η διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας (περιοχή Αιαντείου) και επομένως, κρίσιμος χρόνος για την διαπίστωση της ύπαρξης του επικαλούμενου εμπράγματου δικαιώματος της ενάγουσας παραμένει ο χρόνος έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή του Αιαντείου Σαλαμίνας. Ότι, εξάλλου, η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και για τον πρόσθετο λόγο ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 2744/1999, με την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πως απέκτησε κυριότητα επί του επίδικου,  προέβλεπε την δυνατότητα του Δημοσίου να της μεταβιβάζει κατά κυριότητα, μόνον τα έργα, τα οποία κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ως άνω νόμου, ήτοι τον Οκτώβριο του 1999, ήταν ακόμα υπό κατασκευή ή επρόκειτο να κατασκευαστούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε και όχι και το έδαφος, επί των οποίων αυτά εκτείνονταν. Ότι σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη, για την κτήση κυριότητας επί των έργων αυτών εκ μέρους της ενάγουσας απαιτείτο σε κάθε περίπτωση η σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης — παραλαβής με περιγραφή του ακινήτου και η μεταγραφή αυτού στο οικείο υποθηκοφυλακείο. Συμπεραίνοντας, δε, η εκκαλουμένη έκρινε ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεταγραφή της έκθεσης απογραφής, που συνέταξε η ίδια, για το επίδικο έργο της κατασκευής του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων στη νήσο ………. δεν ήταν, σε κάθε περίπτωση, ικανή κατά τον νόμο να της προσπορίσει κυριότητα ούτε επί του επίδικου έργου, ούτε και επί του εδάφους αυτού, αφού η σύνταξη έκθεσης απογραφής και η μεταγραφή αυτής προβλεπόταν από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν.2744/1999, μόνο για τα ακίνητα, τα οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά η ενάγουσα κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ως άνω νόμου για τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης και όχι για τα έργα τα οποία κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ήταν υπό κατασκευή, όπως και το επίδικο, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε παραδοθεί μόνον τμηματικά, ως προς την Α’ φάση του, ενώ οι εργασίες της Β’ φάσης αυτού ήταν ακόμα υπό εκτέλεση. Για, δε, τα υπό κατασκευή έργα κατά τον χρόνο αυτό (όπως και το επίδικο ως άνω) προβλεπόταν ότι, μετά την ολοκλήρωσή τους, θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην ………….. με πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, στο οποίο θα περιλαμβανόταν περιγραφή του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και το οποίο θα έπρεπε να μεταγραφεί. Ότι κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ν.2744/1999, το έργο της κατασκευής του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ……………….. (…….) δεν είχε ολοκληρωθεί, αφού είχαν παραδοθεί μόνον οι εγκαταστάσεις της Α’ φάσης, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η ……………. είχε τη χρήση μόνο των εγκαταστάσεων αυτών, όχι όμως και του εδάφους, το οποίο παρέμενε στη κυριότητα του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, περαιτέρω, όταν το έργο ολοκληρώθηκε το έτος 2007, το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε να παραδώσει στην ενάγουσα μόνον τις εγκαταστάσεις αυτού, με σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής και όχι και το έδαφος, εφόσον στο ανωτέρω πρωτόκολλο δεν συμπεριέλαβε και περιγραφή του ακινήτου (εδαφικής έκτασης), προκειμένου στη συνέχεια να μεταγραφεί και αυτό ως μεταβιβαζόμενο στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 4 Ν.2744/1999. Ότι, όμως, για την κτήση κυριότητας επί του επίδικου εδάφους εκ μέρους της ενάγουσας, ….. θα έπρεπε να είχε συνταχθεί πρωτόκολλο παράδοσης με περιγραφή του ακινήτου και μεταγραφή αυτού στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, αναγκαία προϋπόθεση, η οποία δεν εκτίθεται καν στην αγωγή ότι έλαβε χώρα. Ότι η εκ μέρους της ενάγουσας, …… σύνταξη απογραφής και μεταγραφή αυτής ουδέν αποτέλεσμα είχε και δεν προσπόρισε σε αυτήν κυριότητα, αφού η σύνταξη απογραφής προβλέφθηκε από τον νόμο μόνο για τα ακίνητα των οποίων έκανε αποκλειστική χρήση κατά τη δημοσίευση του Ν.2744/1999, ήτοι τον Οκτώβριο του έτους 1999 και όχι για αυτά που θα της παραδίδονταν στο μέλλον προς αποκλειστική χρήση και ότι, συνεπώς, μη νόμιμα επικαλείται την εκ μέρους της κτήση κυριότητας στο επίδικο, τόσο για το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής της, όσο και για το αίτημα περί κτηματολογικής διόρθωσης της επικαλούμενης εκ μέρους της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής. Τέλος, η εκκαλουμένη έκρινε ότι το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας επί της επίδικης έκτασης, εκτιμώμενο και αυτοτελώς ως αίτημα απλής αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 ΚΠολΔ είναι απορριπτέο προεχόντως ως απαράδεκτο, καθώς εν προκειμένω δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 8 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 νόμιμη προδικασία με την, δια δικαστικού επιμελητή, επίδοση προς το εναγόμενο (όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών — βλ. αρθ. 5 παρ. 1 Ν.Δ. 26-6110-7-44) αίτησης με το αναφερόμενο στην ως άνω διάταξη περιεχόμενο και ότι, σε κάθε περίπτωση, τυγχάνει απορριπτέο και ως μη νόμιμο, διότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεταγραφή της έκθεσης απογραφής που συνέταξε η ίδια για το επίδικο έργο της κατασκευής του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων στη νήσο ……………….. δεν ήταν ικανή εκ του νόμου να της προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης έκτασης, σύμφωνα και με τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα ανωτέρω. Κατόπιν αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος της ενάγουσας λόγω της ήττας της (αρθ. 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 N. 1738/1987 2 της ΚΥΑ 134423/1992.

Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα – εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της, να της αποδοθεί ως μη αναγκαίο το εκδοθέν και κατατεθέν με σειρά Θ και αριθμ. ……./3.6.2020 δικαστικό ένσημο χρηματικού ποσού ύψους 713.140,38 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος και να καταδικαστεί το εναγόμενο – εφεσίβλητο στην δικαστική της δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλήττοντας την πρώτη σκέψη της εκκαλουμένης, με την οποία η από 17-10-2019 αγωγή της, εκτιμώμενη ως αγωγή εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Αιαντείου – Σαλαμίνας (12-02-2007) δεν είχε ακόμη αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας, καθόσον η μεταγραφή της έκθεσης απογραφής συντελέστηκε μεταγενέστερα (και δη στις 12-11-2008 στο κτηματολογικό Γραφείο του Δήμου Πειραιά). Ισχυρίζεται, δε, η εκκαλούσα ότι η νήσος ……………….. κτηματογραφήθηκε εσφαλμένα στην Κοινότητα Αιαντείου Σαλαμίνας, αντί για τον Δήμο Πειραιά, με αρχική εγγραφή της στην πλήρη κυριότητα του εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου και ΚΑΕΚ …….. του κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας και ότι κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, δηλαδή στην περιοχή όπου ανήκει το ακίνητο, είχε εμπράγματο δικαίωμα και μάλιστα γεγεννημένο και όσα διαλαμβάνονται στην εκκαλουμένη περί μη έννομης επιρροής  με την αιτιολογία ότι αιτήθηκε την διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας (Αιαντείου) κρίθηκαν εσφαλμένα και παρά το νόμο. Κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 2744/1999 μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων προς αυτήν συντελείται αυτοδικαίως και απευθείας εκ του νόμου (ex lege) ήδη από τον χρόνο δημοσίευσης αυτού (25-10-1999), η δε μεταγενέστερη σύνταξη και μεταγραφή της σχετικής έκθεσης απογραφής το έτος 2008 στερείται συστατικού χαρακτήρα, έχουσα αποκλειστικά δηλωτικό χαρακτήρα προς εξασφάλιση της δημοσιότητας. Υποστηρίζει, ως εκ τούτου, ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία του επιδίκου ήδη από το έτος 1999 [γεγεννημένο εμπράγματο δικαίωμα], ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης του Κτηματολογίου στην επίδικη περιοχή (12-02-2007) και ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη έκρινε ότι κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε ακόμη αποκτήσει κυριότητα. Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την πρώτη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο της αγωγής. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η ίδια η ενάγουσα εξαρτούσε και συνέδεε την κτήση της αποκλειστικής κυριότητάς της επί της επίδικης έκτασης με τη μεταγραφή της έκθεσης απογραφής στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιά, η οποία συντελέστηκε την 12-11-2008. Εφόσον, λοιπόν, κατά τα ρητά εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα προέβαλε ως γενεσιουργό χρόνο κτήσης και ολοκλήρωσης του δικαιώματός της την μεταγραφή του έτους 2008, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι, ανεξαρτήτως της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, η ενάγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του Αιαντείου Σαλαμίνας, ήτοι την 12-02-2007, δεν είχε ακόμη αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης έκτασης, με αποτέλεσμα η αγωγή διόρθωσης πρώτης εγγραφής να τυγχάνει μη νόμιμη. Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου έφεσης είναι νομικά αβάσιμο. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η επίδικη έκταση (Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων ………………..) κτηματογραφήθηκε εντός της κτηματολογικής ενότητας του Αιαντείου Σαλαμίνας (βάσει της με αρ. 24414/4876 Υ.Α.), καθόσον η νήσος ……………….. δεν ανήκει γεωγραφικά και διοικητικά στον Δήμο Σαλαμίνας, αλλά υπάγεται στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς, όπως τούτο βεβαιώνεται από το με αριθμ. πρωτ. ……./12.11.2008 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ορθά προέβη στη μεταγραφή τού εν λόγω παγίου στοιχείου στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς, στις 12-11-2008 (δυνάμει της με αρ. 9400/2007 Υ.Α.) και ότι το Υπουργείο Εσωτερικών βεβαιώνει ότι η ……………….. ανήκει διοικητικά στον Πειραιά και επομένως εσφαλμένα απορρίφθηκε η σχετική ένστασή της κατά το στάδιο της ανάρτησης των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων με την αιτιολογία ότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός του ακινήτου. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, προβάλλεται σε κάθε περίπτωση αλυσιτελώς. Και τούτο διότι, κατά πάγια νομολογία, αν το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες (διαζευκτικές ή επικουρικές) αιτιολογίες, οι οποίες αποκλείουν την παραδοχή της αγωγής, εφόσον μία από αυτές κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως νόμιμη, οι λόγοι έφεσης που στρέφονται κατά των λοιπών αιτιολογιών απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, καθώς η τυχόν παραδοχή τους δεν επαρκεί για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της αυτοτελή, επάλληλη και επικουρική αιτιολογία, η οποία πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα του επικαλούμενου τίτλου κτήσης. Σύμφωνα με την επάλληλη αυτή αιτιολογία, η επικαλούμενη από την ενάγουσα έκθεση απογραφής και η μεταγραφή αυτής δεν ήταν, σε κάθε περίπτωση, ικανή κατά νόμο να προσπορίσει στην ενάγουσα δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, διότι το εν λόγω έργο (ΚΕΛ ………………..) τελούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης του Ν. 2744/1999 (25-10-1999) υπό καθεστώς κατασκευής, καθώς είχε παραδοθεί μόνον τμηματικά ως προς την Α’ φάση του, ενώ οι εργασίες της Β’ φάσης αυτού βρίσκονταν ακόμα υπό εκτέλεση. Ως εκ τούτου, το επίδικο εξαιρείτο ρητά από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου και υπαγόταν υποχρεωτικά στις ρυθμίσεις της παραγράφου 5 αυτού, δυνάμει των οποίων τα υπό κατασκευή έργα προορίζονταν να περιέλθουν μετά την ολοκλήρωσή τους στην κυριότητα ετέρου νομικού προσώπου, ήτοι της «Εταιρείας Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.» (Ν.Π.Δ.Δ.).Η επάλληλη αυτή αιτιολογία της εκκαλουμένης, η οποία κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως ορθή, νόμιμη και επαρκής, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί του μη νόμιμου της αγωγής. Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η νήσος ……………….. υπάγεται διοικητικά στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς, η παραδοχή του ισχυρισμού αυτού δεν δύναται να οδηγήσει στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού η αγωγή παραμένει απορριπτέα ως μη νόμιμη βάσει της δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας, καθόσον η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία στερείτο εκ του νόμου δικαιώματος να απογραφεί ως κυρία επί ενός υπό κατασκευή έργου. Ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί, εξάλλου, ότι τα όρια των κτηματολογικών ενοτήτων (και η υπαγωγή ενός ακινήτου σε συγκεκριμένο ΟΤΑ για τις ανάγκες της κτηματογράφησης) καθορίζονται κυριαρχικά από τις πράξεις της Διοίκησης (εν προκειμένω, τη με αρ. 24414/4876 Υ.Α. του 1997). Το πολιτικό δικαστήριο που δικάζει την κτηματολογική αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 δεν έχει δικαιοδοσία να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τα διοικητικά όρια ή τις αποφάσεις κτηματογράφησης. Αυτό αποτελεί αντικείμενο ακυρωτικού ελέγχου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Από τη στιγμή που η νήσος ……………….. κτηματογραφήθηκε στην ενότητα Αιαντείου Σαλαμίνας, αυτή είναι η δεσμευτική βάση για το Κτηματολογικό Γραφείο. Το κρίσιμο, δε, στοιχείο όσον αφορά την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998 είναι ότι η έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή Αιαντείου Σαλαμίνας έγινε στις 12-02-2007. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της εκκαλούσας περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασής της από τα κτηματολογικά όργανα κατά την προδικασία της ανάρτησης προβάλλονται αλυσιτελώς, καθόσον αντικείμενο της δίκης επί της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 είναι αποκλειστικά η ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου (12-02-2007) και όχι ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεων της κτηματολογικής επιτροπής. Εφόσον, δε, κατά τα προεκτεθέντα, η εκκαλούσα στερείτο νόμιμου τίτλου κτήσης κυριότητας, καθώς το επίδικο έργο ως υπό κατασκευή υπαγόταν στην παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999 και προοριζόταν για την «Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.», η αγωγή ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού εντοπισμού ή των διοικητικών ορίων του ακινήτου. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, καθόσον το μεν πρώτο σκέλος αυτού τυγχάνει νομικά αβάσιμο, το δε δεύτερο σκέλος αυτού προβάλλεται αλυσιτελώς.

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι, εφόσον η νήσος ……………….. υπάγεται διοικητικά και εντοπίζεται στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς, η εκκαλουμένη όφειλε να ερευνήσει την ύπαρξη του εμπράγματου δικαιώματός της κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και όχι κατά τον χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας (Αιαντείου), ο οποίος εσφαλμένα κρίθηκε ως κρίσιμος. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά τις θεμελιώδεις διατάξεις των άρθρων 1, 6 και 12 του Ν. 2664/1998, το σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου οργανώνεται με βάση την αρχή του πραγματικού συστήματος (κτηματοκεντρική οργάνωση), όπου κριτήριο για την τοπική αρμοδιότητα, την τήρηση των στοιχείων και τον κρίσιμο χρόνο έναρξης λειτουργίας αποτελεί η χωρική κτηματολογική ενότητα εντός της οποίας έχει συμπεριληφθεί το γεωτεμάχιο δυνάμει των οικείων κανονιστικών πράξεων της Διοίκησης. Από τη στιγμή που η νήσος ……………….. εντάχθηκε νόμιμα στην κτηματολογική ενότητα Αιαντείου Σαλαμίνας, με ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου την 12-02-2007 (βάσει της υπ’ αριθμ. 403/4/31-01-2007 απόφασης του Δ.Σ. του ΟΚΧΕ – ΦΕΚ 179/Β/12-02-2007), η ημερομηνία αυτή συνιστά το μοναδικό και αποκλειστικό χρονικό ορόσημο για τη διάγνωση της ύπαρξης του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος στο πλαίσιο της αγωγής διόρθωσης πρώτων εγγραφών (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998).Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεσμευόμενο από το αντικείμενο της δίκης, το οποίο προσδιορίστηκε από την ίδια την εκκαλούσα – ενάγουσα με την προσβολή των πρώτων εγγραφών της κτηματολογικής ενότητας Σαλαμίνας, ορθά προσέφυγε στον χρόνο έναρξης της συγκεκριμένης ενότητας (12-02-2007) για να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής. Η διοικητική ή ληξιαρχική υπαγωγή της νήσου ……………….. στον Δήμο Πειραιώς ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί επί του κρίσιμου χρόνου της κτηματολογικής δίκης, καθόσον το πολιτικό δικαστήριο δεν δύναται να μεταβάλει παρεμπιπτόντως τα εγκεκριμένα όρια των κτηματολογικών ενοτήτων ούτε να μετατοπίσει αναδρομικά τον χρόνο έναρξης λειτουργίας ενός Κτηματολογικού Γραφείου σε άλλη περιφέρεια. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο κρίνοντας ως κρίσιμο χρόνο την 12-02-2007, ο δε δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Συνεχίζοντας, δε, τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, η εκκαλούσα διατείνεται, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου έφεσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της, κρίνοντας ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο φέρεται παρά τον νόμο και αυθαιρέτως ως κτηματογραφούμενο στο Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας (Κοινότητας Αιαντείου) αντί του ορθού Κτηματολογικού Γραφείου της περιφέρειας του Δήμου Πειραιώς, όπου και έπρεπε να είχε κτηματογραφηθεί. Υποστηρίζει μάλιστα ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά τον νόμο “νομιμοποίησε” τις προφανώς παράνομες εκδοθείσες πράξεις της Διοίκησης του Εθνικού Κτηματολογίου, ενώ όφειλε να θεραπεύσει την ανωτέρω διοικητική αυθαιρεσία, να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης και να υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του. Ειδικότερα, κατά την παγίως κρατούσα αρχή του διοικητικού και δικονομικού δικαίου, οι ατομικές ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις (όπως οι Υπουργικές Αποφάσεις περί κήρυξης μιας περιοχής υπό κτηματογράφηση και περί καθορισμού των ορίων των κτηματολογικών ενοτήτων) απολαμβάνουν το τεκμήριο της νομιμότητας. Η προσβολή της εγκυρότητάς τους για λόγους παράβασης νόμου ή κατάχρησης εξουσίας ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των ακυρωτικών διοικητικών δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας) και δεν δύναται να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία στερούνται παντελώς σχετικής δικαιοδοσίας. Συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ως πολιτικό δικαστήριο επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, ούτε “νομιμοποίησε” ούτε είχε την εξουσία να “θεραπεύσει” ή να τροποποιήσει τις κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης που υπήγαγαν τη νήσο ……………….. στην κτηματολογική ενότητα Αιαντείου Σαλαμίνας. Αντιθέτως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά συμμορφώθηκε με τα όρια της δικαιοδοσίας του, λαμβάνοντας ως δεδομένη και δεσμευτική την υφιστάμενη κτηματολογική κατάσταση, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε με την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας την 12-02-2007. Η κτηματολογική αγωγή διόρθωσης πρώτων εγγραφών έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την δικαστική διάγνωση του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος επί του γεωτεμαχίου, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί χωρικά από τη Διοίκηση και δεν αποτελεί μέσο αναθεώρησης των διοικητικών ορίων των Κτηματολογικών Γραφείων. Εφόσον, δε, κατά τα προεκτεθέντα στην επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης, η εκκαλούσα στερείτο εξαρχής νόμιμου τίτλου κτήσης κυριότητας επί του επίδικου (καθώς το έργο τελούσε υπό κατασκευή το έτος 1999 και ο νόμος επιφύλασσε την κυριότητά του για την «Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.»), η αγωγή ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, χωρίς το Δικαστήριο να δύναται ή να υποχρεούται να μετατοπίσει τον κρίσιμο χρόνο της δίκης στην έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε σφάλμα ερμηνείας ή εφαρμογής του νόμου, ο δε δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου της έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως και πλημμελώς, με τον ανωτέρω “αφορισμό” ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή το πού υπάγεται διοικητικά η επίδικη έκταση, απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη. Υποστηρίζει δε ότι, καθόσον με την υπό κρίση αγωγή της αιτείται αποκλειστικά την διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας (περιοχή Αιαντείου), σφάλλει η εκκαλουμένη κρίνοντας ότι κρίσιμος χρόνος παραμένει ο χρόνος έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή του Αιαντείου Σαλαμίνας, δεδομένου ότι η νήσος ……………….. συμπεριλήφθηκε παρά τον νόμο στο εν λόγω Κτηματολογικό Γραφείο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι τυγχάνει νομικά αβάσιμος, ενέχει και προφανή δικονομική αντίφαση, καθιστώντας τον απορριπτέο και για τον λόγο αυτό. Ειδικότερα, η ίδια η εκκαλούσα συνομολογεί ότι το αντικείμενο της υπό κρίση δίκης, το οποίο η ίδια προσδιόρισε με το αγωγικό της δικόγραφο, συνίσταται στη διόρθωση των πρώτων εγγραφών που τηρούνται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας για την κτηματολογική ενότητα Αιαντείου. Κατά την σαφή και αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, η νομιμότητα και η ακρίβεια των πρώτων εγγραφών οποιουδήποτε Κτηματολογικού Γραφείου τελούν σε άρρηκτη και αποκλειστική συνάρτηση με τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη χωρική περιφέρεια, καθώς αυτός ορίζει το χρονικό σημείο αποκρυστάλλωσης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Συνεπώς, από την στιγμή που εισάγεται προς διάγνωση η ανακρίβεια των εγγραφών της κτηματολογικής ενότητας Σαλαμίνας, το Δικαστήριο υποχρεούται εκ του νόμου να λάβει ως κρίσιμο χρόνο την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του εν λόγω Γραφείου, ήτοι την 12-02-2007, καθόσον είναι νομικά και λογικά ασύμβατο να ελεγχθεί η ορθότητα των βιβλίων της Σαλαμίνας με βάση τον χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς. Η επίκληση εκ μέρους της εκκαλούσας της διοικητικής υπαγωγής της νήσου ……………….. στον Δήμο Πειραιώς, δεν δύναται να διασπάσει την ανωτέρω κτηματοκεντρική αρχή, ούτε να επιτρέψει στο πολιτικό δικαστήριο να εφαρμόσει έναν ξένο προς την επίδικη κτηματολογική ενότητα κρίσιμο χρόνο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, δεν προέβη σε κανέναν αυθαίρετο αφορισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα αλλά ορθά και νόμιμα έκρινε ότι από την στιγμή που διώκεται η διόρθωση των βιβλίων Σαλαμίνας, κρίσιμος χρόνος για το νόμω βάσιμο της αγωγής παραμένει η 12-02-2007. Εφόσον δε, κατά τον χρόνο αυτό, η εκκαλούσα δεν είχε ολοκληρώσει καμία νόμιμη κτήση κυριότητας επί του επιδίκου (καθώς η μεταγραφή του 2008 έγινε σε χρόνο που το Υποθηκοφυλακείο είχε απωλέσει την αρμοδιότητά του και επιπλέον το έργο ως υπό κατασκευή το 1999 ανήκε εκ του νόμου στην Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.), η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, κατά το τρίτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Περαιτέρω, με το τέταρτο σκέλος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου της έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου (Κτηματολογικού, Πολεοδομικού κλπ.), καθόσον όφειλε να κάνει δεκτό ότι το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς της επί του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ……………….. προϋφίστατο και ήταν ήδη γεγεννημένο δυνάμει του Ν. 2744/1999, σε συνδυασμό με τον προϊσχύσαντα Ν. 1068/1980, πριν από την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, η δε καταχώρισή του στο Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας αντί του Πειραιώς οφείλεται σε εσφαλμένη κτηματογράφηση. Διατείνεται, δε, επικουρικά, ότι ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ως κρίσιμος χρόνος η ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας (12-02-2007), η εκκαλούσα, ……………….. είχε και κατά τον χρόνο αυτό γεγενημένο δικαίωμα κυριότητας σύμφωνα με τους ανωτέρω νόμους. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, τυγχάνει νομικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο Ν. 1068/1980, ως ιδρυτικός νόμος του αρχικού νομικού προσώπου της ……………….., στερείται αυτοτελούς εφαρμογής για τον προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων της εκκαλούσας, καθόσον το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η διάσπαση της περιουσίας και η μεταβίβαση των παγίων στοιχείων ρυθμίστηκαν εξ υπαρχής, ειδικά και αποκλειστικά με τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2744/1999.Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής αποκλειστικά στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999. Δυνάμει δε της ορθής επάλληλης αιτιολογίας της εκκαλουμένης, το επίδικο έργο της ……………….., τελώντας υπό καθεστώς κατασκευής κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ν. 2744/1999 (25-10-1999), υπαγόταν υποχρεωτικά στη διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου. Η διάταξη αυτή απέκλειε ρητά την περιέλευση της κυριότητας των υπό κατασκευή έργων στην εκκαλούσα εισηγμένη ανώνυμη εταιρεία (……………….. ….) και όριζε αναγκαστικά ότι αυτά περιέρχονται, μετά την ολοκλήρωσή τους, στην κυριότητα ετέρου νομικού προσώπου, ήτοι της «Εταιρείας Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.» (Ν.Π.Δ.Δ.).Συνεπώς, ο επικουρικός ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι διέθετε «γεγενημένο» δικαίωμα κυριότητας κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου Σαλαμίνας (12-02-2007) τυγχάνει νομικά αβάσιμος, καθόσον κατά την ημερομηνία αυτή, βάσει των εκτιθέμενων στην ίδια την αγωγή, το δικαίωμα κυριότητας επί του υπό κατασκευή επίδικου έργου δεν είχε γεννηθεί, ούτε μπορούσε κατά νόμο να γεννηθεί στο πρόσωπο της εκκαλούσας αλλά τελούσε υπό την ex lege δέσμευση υπέρ του ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε σφάλμα ερμηνείας ή εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με το πέμπτο σκέλος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου της έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά, προβαίνοντας σε “στείρες τυπικές κρίσεις” και “αφορισμούς” που τείνουν να συγκαλύψουν τις παράνομες ενέργειες της Διοίκησης. Ισχυρίζεται δε ότι οι παραδοχές της εκκαλουμένης περί του κρίσιμου χρόνου έναρξης του Κτηματολογίου Σαλαμίνας τυγχάνουν λανθασμένες, μη νόμιμες και άδικες, καθόσον παρακάμπτουν το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς και δεν έχουν πλέον ουδεμία ουσιαστική αξία. Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις της εκκαλούσας, πέραν του ότι τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτες ως γενικόλογες και αόριστες, καθόσον δεν προσδιορίζουν κανένα συγκεκριμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα, είναι και νομικά αβάσιμες. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή διαθέτει πλήρη και σαφή αιτιολογία, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ασκώντας ορθά τα καθήκοντά του ως δικαστήριο ουσίας, όφειλε, προτού εισέλθει στην ουσιαστική (αποδεικτική) έρευνα της υπόθεσης, να εξετάσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, με βάση τα ιστορούμενα σε αυτήν. Εφόσον δε, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999, το επίδικο έργο ως υπό κατασκευή κατά το έτος 1999 υπαγόταν αναγκαστικά στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου, η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία στερείτο νομίμου δικαιώματος να απογραφεί ως κυρία αυτού. Ως εκ τούτου, η αγωγή διόρθωσης πρώτης εγγραφής (εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998) ορθά κρίθηκε ως μη νόμιμη. Ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η κτηματολογική εγγραφή έπρεπε να ελεγχθεί με βάση τα διοικητικά όρια του Δήμου Πειραιώς, παραγνωρίζει τη θεμελιώδη κτηματοκεντρική αρχή του Ν. 2664/1998, βάσει της οποίας ο κρίσιμος χρόνος προσδιορίζεται αποκλειστικά από την έναρξη λειτουργίας της συγκεκριμένης κτηματολογικής ενότητας (εν προκειμένω Σαλαμίνας) της οποίας ζητείται η διόρθωση. Οι κρίσεις της εκκαλουμένης περί του κρίσιμου χρόνου δεν αποτελούν “στείρους τυπικούς αφορισμούς”, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα αλλά ορθή και δεσμευτική εφαρμογή των κανόνων αναγκαστικού δικαίου που διέπουν το Εθνικό Κτηματολόγιο, οι οποίοι δεν δύνανται να καμφθούν από επικλήσεις περί “γενικής αδικίας” ή σκοπιμότητας. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, ο δε δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με το 6ο σκέλος του 2ου λόγου της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει των πρόσφατων νομοθετικών μεταρρυθμίσεων (Ν. 4512/2018) έχει ήδη συσταθεί και λειτουργεί ενιαίο “Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων του Νομού Αττικής”. Υποστηρίζει δε ότι, κατόπιν της νομοθετικής αυτής μεταβολής, το παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να αποκαταστήσει την παρά τον νόμο κτηματογράφηση της νήσου ……………….., θεραπεύοντας τη διαστρεβλωμένη κατάσταση, ώστε να κριθεί η αγωγή της ως νόμιμη και παραδεκτή εντός των πλαισίων της νέας αυτής οργανωτικής δομής και ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η δήλωση της ιδιοκτησίας της δεν ασκεί επιρροή. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, η δυνάμει του Ν. 4512/2018 θεσπισθείσα οργανωτική δομή του ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”, με τη σύσταση περιφερειακών Κτηματολογικών Γραφείων (όπως το Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων), φέρει αποκλειστικά διοικητικό, υπηρεσιακό και χωροταξικό χαρακτήρα προς τον σκοπό της ενοποίησης των δομών και της ψηφιοποίησης των αρχείων. Η εν λόγω διοικητική συγχώνευση των επιμέρους γραφείων κάτω από την ίδια περιφερειακή διεύθυνση ουδόλως μεταβάλλει, καταργεί ή ενοποιεί αναδρομικά το ουσιαστικό κτηματολογικό δίκαιο που διέπει τις ήδη περαιωθείσες κτηματογραφήσεις. Για τα γεωτεμάχια που έχουν ήδη κτηματογραφηθεί εντός της κτηματολογικής ενότητας Αιαντείου Σαλαμίνας, ο κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση της ύπαρξης εμπράγματου δικαιώματος στο πλαίσιο της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 παραμένει αμετάβλητα και αποκλειστικά η 12-02-2007 (ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του τότε αυτοτελούς Κτηματολογικού Γραφείου της περιοχής). Η μεταγενέστερη υπαγωγή της ενότητας αυτής στην αρμοδιότητα του ενιαίου Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων δεν δύναται να μετατοπίσει αναδρομικά το χρονικό ορόσημο της δίκης, ούτε να προσδώσει νομική ισχύ στη μεταγραφή του έτους 2008, η οποία συντελέστηκε σε χρόνο που το σύστημα μεταγραφών είχε ήδη ανασταλεί για τη συγκεκριμένη περιοχή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, ορθά έκρινε ότι η εκπρόθεσμη και σε αναρμόδιο (κλειστό) υποθηκοφυλακείο γενόμενη μεταγραφή της έκθεσης απογραφής δεν ασκεί έννομη επιρροή. Εξάλλου, το πολιτικό δικαστήριο στερείται εξουσίας να “διορθώσει την εκτροπή της νομιμότητας” μέσω παράκαμψης των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί του κρίσιμου χρόνου. Εφόσον, δε, κατά την κρίσιμη ημερομηνία (12-02-2007), η εκκαλούσα στερείτο τίτλου κυριότητας επί του επιδίκου (καθώς το έργο τελούσε υπό κατασκευή το 1999 και υπαγόταν στην παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999), η αγωγή ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν τούτων ο δεύτερος λόγος της έφεσης, αναφορικά με όλα τα επιμέρους σκέλη αυτού και στο σύνολό του, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου και για εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, πλήττοντας τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων ……………….. (…….) λειτουργούσε ήδη κατά τον Οκτώβριο του έτους 1999 (χρόνο δημοσίευσης του Ν. 2744/1999), έχοντας παραδοθεί σε αυτήν από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων προς αποκλειστική λειτουργία για την εκπλήρωση του ιδρυτικού της σκοπού. Ισχυρίζεται, ως εκ τούτου, ότι πληρούνταν πλήρως οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 2744/1999 και ότι κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος της επίδικης έκτασης της νήσου ……………….., συνολικού εμβαδού 467.557,21 τ.μ., μετά των επ’ αυτής εγκαταστάσεων, όπως αυτή εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουνίου 2019 διάγραμμα χωρικών μεταβολών της Υπηρεσίας Τοπογραφίας της. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ίδια η ενάγουσα – εκκαλούσα εκθέτει στο ιστορικό της ότι το επίδικο έργο του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων στη νήσο ……………….. τελούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης του Ν. 2744/1999 (25-10-1999) υπό καθεστώς κατασκευής, καθόσον είχε παραδοθεί μόνον τμηματικά ως προς την Α’ φάση του, ενώ οι εργασίες της Β’ φάσης αυτού βρίσκονταν ακόμη υπό εκτέλεση. Με αυτό το περιεχόμενο, το επίδικο ακίνητο, ως έργο ημιτελές και τελούν υπό κατασκευή κατά την 25-10-1999, εξαιρείτο ρητά εκ του νόμου από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999, η οποία αφορούσε αποκλειστικά και μόνο σε ήδη ολοκληρωμένα και εν λειτουργία αυτοτελή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Αντιθέτως, η μερική ή δοκιμαστική λειτουργία της Α’ φάσης του έργου δεν αναιρεί τον χαρακτήρα αυτού ως υπό κατασκευή υποδομής, υπαγόμενης υποχρεωτικά στις αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεις της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου. Κατά τη σαφή διάταξη της παραγράφου 5, τα υπό κατασκευή έργα από το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. περιέρχονται ex lege στην κυριότητα ετέρου νομικού προσώπου, ήτοι της “Εταιρείας Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.” (Ν.Π.Δ.Δ.) και μάλιστα μόνο μετά την πλήρη αποπεράτωση και ολοκλήρωσή τους. Περαιτέρω, η επικαλούμενη από την εκκαλούσα παράδοση των εγκαταστάσεων προς “αποκλειστική λειτουργία” για την εκπλήρωση του σκοπού της, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εδάφους ή των κτιρίων, καθόσον ο Ν. 2744/1999 διαχωρίζει ρητά το δικαίωμα διοίκησης, λειτουργίας και συντήρησης των δικτύων (το οποίο αναθέτει στην εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία) από την εμπράγματη κυριότητα των υποδομών αυτών, την οποία επιφυλάσσει υπέρ της Εταιρείας Παγίων του Δημοσίου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διαπιστώνοντας την αναντιστοιχία μεταξύ του επικαλούμενου τίτλου κτήσης (παρ. 4) και των ιστορούμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών (έργο υπό κατασκευή), ορθά τον νόμο εφάρμοσε και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να υπάρξει σφάλμα περί την ερμηνεία των διατάξεων ή την εκτίμηση του δικογράφου. Κατόπιν τούτων, ο τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλήττοντας την επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης αναφορικά με τις προϋποθέσεις μεταβίβασης του εδάφους του επιδίκου. Ειδικότερα, η εκκαλούσα διατείνεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή της ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2744/1999 δεν προέβλεπε τη δυνατότητα μεταβίβασης προς αυτήν του εδάφους επί του οποίου εκτείνονταν τα υπό κατασκευή έργα και ότι απαιτείτο, σε κάθε περίπτωση, η σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής και η μεταγραφή αυτού. Υποστηρίζει δε, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της, ότι το ΚΕΛ ……………….. είχε ήδη κατασκευαστεί και τελούσε σε λειτουργία πριν από τη δημοσίευση τού ως άνω νόμου, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμοστέα αποκλειστικά η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4, δυνάμει της οποίας η δική της έκθεση απογραφής ήταν επαρκής για να της προσπορίσει την κυριότητα τόσο των εγκαταστάσεων όσο και του εδάφους αυτού. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει προεχόντως αλυσιτελής, σε κάθε, δε, περίπτωση νομικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο υπό κρίση λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η αποτελεσματικότητα των ισχυρισμών του εξαρτάται αποκλειστικά από την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο υπαγόταν στη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999. Εφόσον, όμως, κατά τα προεκτεθέντα κατά την εξέταση του τρίτου λόγου της έφεσης, κρίθηκε ότι το επίδικο έργο του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ……………….. τελούσε υπό κατασκευή (Β’ φάση) κατά τον κρίσιμο χρόνο (25-10-1999) και, ως εκ τούτου, υπαγόταν αναγκαστικά και αποκλειστικά στις ρυθμίσεις της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, οι αιτιάσεις της εκκαλούσας περί εσφαλμένης ερμηνείας της παραγράφου 4 δεν δύνανται να οδηγήσουν στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και νομικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ουσιαστικό δίκαιο, κρίνοντας ότι για τα μεγάλα δημόσια έργα υποδομής που τελούσαν υπό την κατασκευαστική ευθύνη του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ο νόμος (άρθρο 4 παρ. 5 Ν. 2744/1999) έθετε ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συντέλεση της ex lege μεταβίβασης την πλήρη αποπεράτωση του έργου και τη σύνταξη σχετικής διαπιστωτικής πράξης ή πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής, με ακριβή περιγραφή του ακινήτου και του αναγκαίου εδάφους αυτού. Η μονομερής σύνταξη έκθεσης απογραφής περιουσιακών στοιχείων από την ίδια την εκκαλούσα και η μεταγραφή αυτής το έτος 2008, στερείτο νόμιμου ερείσματος, καθόσον η διάταξη της παραγράφου 4 αφορούσε περιοριστικά και μόνο τα ήδη υφιστάμενα και αποπερατωμένα κατά το έτος 1999 ακίνητα στοιχεία της παλαιάς ……………….. και όχι τις υπό εκτέλεση δημόσιες υποδομές, των οποίων η κυριότητα επιφυλάχθηκε ex lege υπέρ του αυτοτελούς νομικού προσώπου της “Εταιρείας Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.” (Ν.Π.Δ.Δ.).Κατόπιν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά έκρινε ότι η γενόμενη μεταγραφή της έκθεσης απογραφής δεν ήταν ικανή να προσπορίσει στην ενάγουσα κυριότητα ούτε επί του έργου ούτε επί του εδάφους της νήσου ……………….., με αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται και από την παρούσα, το, δε, πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Τα λοιπά δε σκέλη του 4ου λόγου της έφεσης, με τα οποία η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι τούτο παρέλειψε να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη του κρίσιμα αποδεικτικά μέσα τυγχάνουν προεχόντως αλυσιτελή, διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, ήτοι σε στάδιο που προηγείται της έρευνας των κατ’ ουσίαν ισχυρισμών των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν εισήλθε, ούτε όφειλε να εισέλθει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και στην αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι για την κτήση κυριότητας επί του επίδικου εδάφους εκ μέρους της απαιτούνταν η σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής με περιγραφή του ακινήτου και η μεταγραφή αυτού στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο. Ισχυρίζεται δε ότι η παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών στο αγωγικό δικόγραφο εσφαλμένα οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης είναι νομικά αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2744/1999 (ΦΕΚ Α’ 222), ο οποίος ρυθμίζει τα θέματα της περιουσίας και της μεταβίβασης των παγίων στοιχείων της ……………….., σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1033 και 1192 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), η μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων προς την εκκαλούσα προϋποθέτει την τήρηση του συστατικού τύπου. Ήτοι, απαιτείται η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης ή στην προκειμένη περίπτωση, η σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο να περιγράφονται επακριβώς τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα κατά θέση, όρια και έκταση, καθώς και η νόμιμη μεταγραφή του εν λόγω πρωτοκόλλου ή της πράξης στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, προκειμένου να συντελεστεί η εμπράγματη μεταβολή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παρέλειψε να διαλάβει σε αυτό την ιστορική επίκληση των ανωτέρω αναγκαίων πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκε ότι το από 21 Δεκεμβρίου 2007 πρωτόκολλο περιείχε την απαιτούμενη περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ούτε ότι τούτο είχε μεταγραφεί νομίμως. Εφόσον, λοιπόν, τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να παραγάγουν την έννομη συνέπεια της κτήσης κυριότητας, η αγωγή τυγχάνει νομικά αβάσιμη λόγω ελλείψεως των αναγκαίων για τη θεμελίωσή της στοιχείων. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, το δε 1ο σκέλος του 5ου λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω πέμπτου λόγου έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθώς τα πράγματα και τις αποδείξεις, ισχυριζόμενη ότι η αναφορά της αγωγής στο “Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων ………………..” (Κ.Ε.Λ.Ψ.) υποδηλώνει προφανώς και χωρίς ανάγκη περαιτέρω εδαφικής περιγραφής το σύνολο της έκτασης της νήσου ……………….., τούτο δε συνάγεται, κατά τους ισχυρισμούς της, αδιαμφισβήτητα και από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει προεχόντως αλυσιτελής και νόμω αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατά την πάγια νομολογία, για το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής με την οποία διεκδικείται ή ζητείται η αναγνώριση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται η ακριβής περιγραφή του επίδικου κτήματος στο εισαγωγικό δικόγραφο (άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ), ήτοι ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, όρια και προσανατολισμό, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι εφικτή η εκτέλεση της απόφασης. Η παράλειψη της ενάγουσας να περιγράψει την επίδικη έκταση στο ιστορικό της αγωγής, καθώς και η παράλειψη επίκλησης ότι η έκταση αυτή περιγραφόταν στο σχετικό πρωτόκολλο, δεν δύναται να θεραπευτεί ούτε με την παραπομπή σε αποδεικτικά έγγραφα (όπως το έγγραφο του 1983 ή το πρωτόκολλο του 2007), ούτε με την επίκληση ότι η ταυτότητα του ακινήτου είναι “προφανής” λόγω της ευρύτερης ονομασίας της περιοχής. Τα αποδεικτικά έγγραφα εξετάζονται αποκλειστικά για την απόδειξη των ήδη προταθέντων στην αγωγή γεγονότων και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για τη συμπλήρωση των ελλειπουσών προϋποθέσεων του νόμου ή του ορισμένου αυτής. Εφόσον, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ορθά δεν εισήλθε στην έρευνα των αποδείξεων για να διαπιστώσει αν η έκταση ταυτίζεται με τη νήσο ………………… Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Με το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα αιτιάται την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, παραπονείται διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία της σύνταξης απογραφής και της μεταγραφής αυτής, ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας, προβλέφθηκε από τον Ν. 2744/1999 αποκλειστικά και μόνο για τα ακίνητα των οποίων η εκκαλούσα έκανε αποκλειστική χρήση κατά τον χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού (Οκτώβριος 1999) και όχι για εκείνα που της παραδόθηκαν μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα να κριθεί μη νόμιμη η αγωγή της ως προς το διεκδικητικό – αναγνωριστικό της αίτημα και το αίτημα διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής. Υποστηρίζει δε η εκκαλούσα ότι η κρίση αυτή παραβλέπει τα ιστορούμενα στην αγωγή και δημιουργεί σοβαρά λειτουργικά προβλήματα στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων ……………….. (……..). Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις ειδικές διατάξεις του Ν. 2744/1999, σε συνδυασμό με τις θεμελιώδεις αρχές του εμπράγματου δικαίου (άρθρα 1033 και 1192 ΑΚ).Ειδικότερα, οι εξαιρετικές διατάξεις του Ν. 2744/1999, οι οποίες προέβλεψαν τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου προς την ……………….. Α.Ε. μέσω της διαδικασίας της απογραφής και της μεταγραφής της, αφορούσαν περιοριστικά την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το χρονικό σημείο της έναρξης ισχύος του νόμου (25.10.1999). Για οποιαδήποτε μεταγενέστερη (μετά το 1999) μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου προς την εκκαλούσα (όπως η επικαλούμενη δυνάμει του πρωτοκόλλου του έτους 2007), απαιτείτο, όπως προειπώθηκε, η σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο να περιγράφεται επακριβώς το μεταβιβαζόμενο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση, καθώς και η νόμιμη μεταγραφή τού εν λόγω πρωτοκόλλου στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, προκειμένου να συντελεστεί η εμπράγματη μεταβολή. Συνεπώς, η απλή παράδοση της χρήσης μιας έκτασης (ή η λειτουργία εγκαταστάσεων όπως το ……..) προς την εκκαλούσα, ακόμη και αν γίνεται δυνάμει υπηρεσιακού πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής, αποτελεί ενοχική ή διοικητική σχέση και δεν αρκεί από μόνη της για την παραγωγή του εμπράγματου αποτελέσματος της κτήσης κυριότητας, εφόσον δεν συνοδεύεται από την τήρηση των παραπάνω προϋποθέσεων του και συστατικού τύπου της μεταγραφής. Οι ισχυρισμοί, δε, της εκκαλούσας περί “λειτουργικών προβλημάτων” του …….., ανεξαρτήτως της ουσιαστικής τους βασιμότητας, δεν δύνανται να κάμψουν την ως άνω αναγκαστικού δικαίου νομοθετική διαδικασία, που προστατεύει την δημοσιότητα των εμπράγματων σχέσεων. Κατά ακολουθίαν, εφόσον στην αγωγή δεν γινόταν επίκληση  μεταγεγραμμένου τίτλου κτήσης κυριότητας για το μεταγενέστερο του 1999 επίδικο εδαφικό τμήμα [νήσος ………………..] το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προς το αναγνωριστικό αίτημα όσο και ως προς το αίτημα κτηματολογικής διόρθωσης, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν. Με το τέταρτο και τελευταίο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση τυγχάνει αντιφατική, αναιτιολόγητη και εσφαλμένη, καθόσον δέχθηκε ότι η γενόμενη μεταγραφή του επίδικου ακινήτου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς προ 14 ετών δεν επέφερε καμία έννομη συνέπεια. Παράλληλα, αποδίδει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του εδ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις έργων που κατά τον χρόνο δημοσίευσης του νόμου τελούσαν υπό κατασκευή ή επρόκειτο να κατασκευαστούν στο μέλλον, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 του Ν. 1068/1980, το οποίο, κατά την ερμηνευτική εκδοχή της εκκαλούσας, αφορά αποκλειστικά έργα που κατασκευάζονταν κατά το έτος 1980 και όχι αυτά που ήδη λειτουργούσε η ……………….. κατά το έτος 1999.Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης, κατά το υπό κρίση σκέλος του, τυγχάνει νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2744/1999, η δυνατότητα τμηματικής παράδοσης και παραλαβής έργων (υπό κατασκευή ή μελλοντικών) και η μεταβίβαση των σχετικών δικαιωμάτων τελεί υπό την απαρέγκλιτη δικονομική και ουσιαστική προϋπόθεση ότι η παράδοση αυτή διενεργείται βάσει των ρητών προβλέψεων του νόμου αυτού, όπως παραπάνω λέχθηκε, και την μεταγραφή των εκ του νόμου προβλεπόμενων τίτλων. Στην προκειμένη περίπτωση, το από 21 Δεκεμβρίου 2007 πρωτόκολλο, το οποίο επικαλείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, συνταχθέν από την ίδια, αποτελεί έγγραφο εσωτερικής υπηρεσιακής διαδικασίας, που πιστοποιεί την υλική παράδοση της χρήσης και λειτουργίας των εγκαταστάσεων του ………. και δεν συνιστά κατά νόμο μεταβιβαστικό τίτλο κυριότητας ακινήτου. Η υλική ενέργεια της καταχώρησης ή μεταγραφής ενός εγγράφου, το οποίο από τη φύση του στερείται μεταβιβαστικής ισχύος, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, δεν δύναται να θεραπεύσει τη νομική ανυπαρξία τίτλου κτήσης, ούτε να παραγάγει έννομες συνέπειες κυριότητας, ακόμη και αν αυτή η κατάσταση διατηρείται επί σειρά ετών (14 συναπτά έτη). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ορθά έκρινε ότι η επικαλούμενη μεταγραφή στερείται έννομης επιρροής επί της κυριότητας του επιδίκου, με αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται και από την παρούσα, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας περί εσφαλμένης ερμηνείας των Ν. 2744/1999 και Ν. 1068/1980 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους. Με τον 6ο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε και δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο, διότι, ενώ χώρησε στην εξέταση της αγωγής ως απλής αναγνωριστικής έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, αφού διαπίστωσε την μη τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν.2732/1999], σύμφωνα με την δική της σκέψη και να μην την εξετάσει ως απλή αναγνωριστική αγωγή ερχόμενη σε αντίφαση με την άνω νομική της σκέψη και αποστερώντας την από την διαδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν.2732/1999]. Ότι, εντούτοις, προχώρησε παρά τον νόμο στην εξέταση του νόμω βάσιμου του αναγνωριστικού αιτήματος, απορρίπτοντας αυτό και ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η έκθεση απογραφής δεν της προσπόρισε κυριότητα. Υποστηρίζει δε ότι η κρίση αυτή την βλάπτει πολλαπλώς, διότι: Α) της στερεί το δικαίωμα να επανέλθει δικαστικά αφού τηρήσει την εξώδικη προδικασία, και Β) στερεί από αυτήν τη δυνατότητα απόδοσης του καταβληθέντος δικαστικού ενσήμου, ανερχόμενου στο ποσό των 713.140,38 ευρώ, το οποίο έπρεπε να διαταχθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν λόγω του απαραδέκτου της αγωγής. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, η υπό κρίση αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 φέρει εκ του νόμου χαρακτήρα ειδικής εμπράγματης αναγνωριστικής αγωγής, το αντικείμενο της οποίας ταυτίζεται με τη δικαστική διάγνωση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξετάζοντας το δικόγραφο, διέλαβε στο σκεπτικό του επάλληλες σκέψεις αναφορικά με το νόμω βάσιμο του συνόλου της αγωγής, κρίνοντας ορθά ότι η εκκαλούσα στερείτο νόμιμου τίτλου κτήσης, καθώς το επίδικο έργο ως υπό κατασκευή κατά το έτος 1999 υπαγόταν στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Ν. 2744/1999, η οποία επιφύλασσε την κυριότητα υπέρ του ετέρου νομικού προσώπου (“Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.”). Κατά τις πάγιες αρχές του δικονομικού δικαίου, όταν μια αγωγή τυγχάνει προφανώς μη νόμιμη, το Δικαστήριο δεν κωλύεται να στηρίξει την απόρριψή της στο νόμω βάσιμο αυτής, ακόμη και αν συντρέχει παράλληλα έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης ή προδικασίας, καθόσον η διάγνωση της νομικής αδυναμίας παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων από τον επικαλούμενο τίτλο προτάσσεται της έκδοσης μιας απλής τυπικής απορριπτικής απόφασης. Περαιτέρω, το παράπονο της εκκαλούσας περί μη απόδοσης του δικαστικού ενσήμου, ποσού 713.140,38 ευρώ, στερείται νόμιμου ερείσματος. Η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου γεννάται από την άσκηση καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος επί περιουσιακών διαφορών, η δε διαταγή απόδοσής του ως “αχρεωστήτως καταβληθέντος” χωρεί περιοριστικά και μόνο στην περίπτωση που αυτό εισπράχθηκε χωρίς νόμιμη αιτία (ελλείψει σχετικής φορολογικής υποχρέωσης). Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της αγωγής και την απορρίπτει ως μη νόμιμη, το δικαστικό ένσημο έχει αναλωθεί νομίμως για την παροχή της δικαστικής κρίσης επί του ουσιαστικού δικαίου και δεν συνιστά αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, ανεξαρτήτως της παράλληλης συνδρομής τυπικών ελλείψεων του δικόγραφου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε το αίτημα ως μη νόμιμο και ορθά δεν διέταξε την απόδοση του δικαστικού ενσήμου, ο δε έκτος λόγος της έφεσης στο σύνολό του, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με τον έβδομο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα προβάλλει τον ισχυρισμό περί κακής σύνθεσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε από δικαστήριο που δεν είχε νόμιμη σύνθεση και δικαιοδοσία. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, εφόσον η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση ως κτηματολογική αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, στη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου συμμετείχε υποχρεωτικά, κατόπιν σχετικής παραπομπής [με την υπ΄ αριθμ. 296/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά [τακτική διαδικασία], όπου και εισήχθη αρχικά η αγωγή] ο ορισθείς κτηματολογικός δικαστής. Υποστηρίζει δε ότι, από τη στιγμή που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε με επάλληλη σκέψη του στην εξέταση και απόρριψη της αγωγής ως απλής αναγνωριστικής του άρθρου 70 ΚΠολΔ, η συμμετοχή του κτηματολογικού δικαστή κατέστησε την σύνθεση παράνομη, καθώς για τις κοινές αναγνωριστικές αγωγές απαιτείται σύνθεση αποτελούμενη αποκλειστικά από τρεις τακτικούς δικαστές της τακτικής διαδικασίας, χωρίς την συμμετοχή του κτηματολογικού δικαστή. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει νομικά παντελώς αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, ο κατά τις διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων οριζόμενος “κτηματολογικός δικαστής” δεν αποτελεί μέλος κάποιου ειδικού, εξαιρετικού ή προνομιακού δικαστηρίου, στερούμενου κοινής πολιτικής δικαιοδοσίας αλλά τυγχάνει τακτικός ισόβιος δικαστής του οικείου Πρωτοδικείου, στον οποίο απλώς ανατίθεται η εσωτερική υπηρεσιακή χρέωση της εκδίκασης των κτηματολογικών διαφορών προς τον σκοπό της ταχύτερης και εξειδικευμένης απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, η συμμετοχή του στη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο συγκροτείται πάντοτε από τρεις τακτικούς δικαστές, ουδόλως αλλοιώνει τη φύση ή τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου ως οργάνου της τακτικής πολιτικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, εφόσον η υπό κρίση αγωγή εισήχθη νόμιμα προς εκδίκαση με το αντικείμενο της κτηματολογικής διαφοράς του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, η αρμοδιότητα και η σύνθεση του Δικαστηρίου μετά την απόφαση της παραπομπής οριστικοποιήθηκαν νόμιμα κατά τον χρόνο της συζήτησης. Κατά την θεμελιώδη δικονομική αρχή της συνάφειας, το νομίμως συγκροτημένο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κύριας αγωγής διατηρεί στο ακέραιο την δικαιοδοσία και την υποχρέωση να ερευνήσει και να κρίνει οποιοδήποτε σωρευόμενο, συναφές ή επικουρικό αίτημα, καθώς και να προβεί στην αυτεπάγγελτη νομική εκτίμηση του δικογράφου. Το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ασκώντας τη δικαιοδοτική του κρίση επί του νόμω βάσιμου, εκτίμησε το δικόγραφο και επικουρικά [με επάλληλη σκέψη] ως απλή αναγνωριστική αγωγή του κοινού δικαίου, απορρίπτοντάς το λόγω έλλειψης της προδικασίας του Α.Ν. 1539/1938, αποτελεί επιτρεπτή δικονομική ενέργεια και δεν επέφερε καμία αναδρομική ακυρότητα ή μεταβολή στη σύνθεση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στερείτο της δυνατότητας να διασπάσει τη σύνθεσή του ή να αποβάλει μέλος του κατά το στάδιο της διάσκεψης με βάση το είδος της νομικής αιτιολογίας που επέλεξε προς θεμελίωση της απορριπτικής του κρίσης. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απολύτως νόμιμη σύνθεση και δικαιοδοσία, ο δε έβδομος λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με τον 8ο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε στην κατανόηση, ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, παραλείποντας να διατάξει την απόδοση του κατατεθέντος με Σειρά Θ και αριθμ. ……../3-6-2020 δικαστικού ενσήμου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης επιφέρει τις ίδιες ακριβώς έννομες συνέπειες με αυτές της απόρριψης λόγω αοριστίας (απαράδεκτο), καθόσον δεν παράγει ουσιαστικό δεδικασμένο επί της ύπαρξης του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει με νέα αγωγή. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι το δικαστικό ένσημο κατέστη “μη αναγκαίο” και έπρεπε να της αποδοθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν, μέμφεται, δε, την εκκαλουμένη για έλλειψη ιστορικής και τελολογικής ερμηνείας των κείμενων διατάξεων. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, η υπό της εκκαλούσας επιχειρούμενη εξομοίωση των έννομων συνεπειών της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης με εκείνες της απόρριψής της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είναι νομικά εσφαλμένη. Ενώ η απόρριψη λόγω αοριστίας συνιστά τυπικό (διαδικαστικό) απαράδεκτο που αφήνει ανέπαφη την ουσία της διαφοράς, η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης (νόμω αβάσιμης) αποτελεί κρίση επί του ουσιαστικού δικαίου. Το Δικαστήριο, ελέγχοντας την νομική βασιμότητα, αποφαίνεται ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, δεν δύνανται κατά νόμο να γεννήσουν το επίδικο εμπράγματο δικαίωμα. Η απόφαση αυτή παράγει πλήρες ουσιαστικό δεδικασμένο (άρθρα 321, 322, 324 ΚΠολΔ) ως προς τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και τον επικαλούμενο τίτλο κτήσης, αποκλείοντας την επανέγερση της ίδιας αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Συνεπώς, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εισήλθε στον έλεγχο του ουσιαστικού δικαίου και έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 5 του Ν. 2744/1999 η ενάγουσα στερείτο ex lege του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου, η δικαιοδοτική κρίση του Δικαστηρίου αναλώθηκε επί της ουσίας, παράγοντας δεδικασμένο που κωλύει νέα αγωγή στηριζόμενη στον ίδιο τίτλο. Κατά νομική ακολουθία, το κατατεθέν δικαστικό ένσημο, ποσού 713.140,38 ευρώ, στερείται του χαρακτήρα του “αχρεωστήτως καταβληθέντος” ή “μη αναγκαίου”. Η υποχρέωση καταβολής και η οριστική απώλεια (ανάλωση) του δικαστικού ενσήμου συνδέονται άρρηκτα με την έκδοση δικαστικής κρίσης επί της νομικής βασιμότητας του προβαλλόμενου δικαιώματος. Διάταξη περί απόδοσης δικαστικού ενσήμου χωρεί αποκλειστικά όταν η αγωγή απορρίπτεται για λόγους καθαρά τυπικούς και διαδικαστικούς (όπως η αοριστία), χωρίς το δικαστήριο να προβεί σε ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄ 193/30.11.2019), η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄ 189), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016, αντικαταστάθηκε εκ νέου ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων…». Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης και πρωτοβάθμιας συζήτησης της ένδικης από 05.10.2019 αγωγής, προκύπτει ότι οι αναγνωριστικές αγωγές που υπάγονταν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου επέστρεψαν στο καθεστώς της υποχρεωτικής καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου. Η υποχρέωση αυτή καταλάμβανε κάθε αναγνωριστική αγωγή περιουσιακού χαρακτήρα, περιλαμβανομένης και της αγώγιμης αξίωσης αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, καθώς ο ειδικός αυτός νόμος δεν εισάγει αντίθετη προνομιακή εξαίρεση υπέρ των κτηματολογικών διαφορών. Περαιτέρω, κατά την πάγια νομολογία, το δικαστικό ένσημο αποτελεί φορολογικής φύσεως εμπράγματο βάρος, το οποίο αναλώνεται νομίμως με τη συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση οριστικής απόφασης επί της νομικής ή ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος, με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 52 του ν. 5282/2026 (ΦΕΚ Α΄ 30/27.02.2026), η ανωτέρω παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 τροποποιήθηκε και πάλι, ορίζοντας ότι στο τέλος δικαστικού ενσήμου δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές αρμοδιότητας «των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων», καταργώντας έτσι εκ νέου το δικαστικό ένσημο για το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Ωστόσο, η ως άνω νεότερη ευνοϊκή διάταξη του ν. 5282/2026, κατά την αληθή της έννοια και κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών του διαχρονικού δικονομικού δικαίου (άρθρο 24 παρ. 1 ΚΠολΔ), καταλαμβάνει αναδρομικά μόνο τις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Αντίθετα, η εν λόγω κατάργηση δεν εκτείνεται και στις υποθέσεις που έχουν ήδη κριθεί πρωτοδίκως υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και εκκρεμούν στον δεύτερο βαθμό κατόπιν άσκησης έφεσης, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον το δικαστικό ένσημο είχε ήδη εγκύρως επιβληθεί, καταβληθεί και αναλωθεί για την παροχή της πρωτοβάθμιας δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, τυχόν αίτημα του ενάγοντος για αυτεπάγγελτη δικαστική απόδοση ή επιστροφή του νομίμως καταβληθέντος πρωτοδίκως δικαστικού ενσήμου ως «αχρεωστήτως καταβληθέντος» είναι μη νόμιμο.

Περαιτέρω, όταν μια απόφαση στηρίζεται σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) που η καθεμία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό (απόρριψη της αγωγής), ο διάδικος που ασκεί έφεση οφείλει να πλήξει επιτυχώς και τις τρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 495/2021 ΝΟΜΟΣ).Αν έστω και μία αιτιολογία μείνει αλώβητη ή κριθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθή, η έφεση απορρίπτεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα, με την από 05.10.2019 ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου (κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 ν. 2664/1998) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί της νήσου ………………… Επειδή η αγωγή ασκήθηκε και συζητήθηκε πρωτοδίκως υπό την ισχύ του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 4640/2019, η εκκαλούσα κατέβαλε νομίμως το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, ποσού 713.140,38 ευρώ [βλ. το με σειρά Θ ……../03.06.2020 διπλότυπο είσπραξης της ΑΑΔΕ που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα], για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής της στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, εισήλθε στην έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής και την απέρριψε ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα το καταβληθέν δικαστικό ένσημο να αναλωθεί νομίμως για την παροχή της δικαστικής προστασίας στον πρώτο βαθμό. Η εκκαλούσα υποβάλλει εν προκειμένω αίτημα προς το παρόν Δικαστήριο να διαταχθεί η απόδοση και επιστροφή του ως άνω ποσού των 713.140,38 ευρώ, επικαλούμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την επάλληλη αιτιολογία του, διότι αν και έκρινε ότι το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της κυριότητάς της (της ενάγουσας – εκκαλούσας)  επί της επίδικης έκτασης εκτιμώμενο και αυτοτελώς ως αίτημα απλής αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70  ΚΠολΔ τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο καθώς δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 νόμιμη προδικασία έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να είχε περιοριστεί στην απόρριψη της αγωγής αποκλειστικά ως απαράδεκτης, ώστε με τον τρόπο αυτό το καταβληθέν δικαστικό ένσημο δεν θα είχε αναλωθεί και θα έπρεπε να της επιστραφεί. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλουμένης, αυτή στηρίζει το απορριπτικό της διατακτικό στην κύρια αιτιολογία της κατά την οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αυτή είναι μη νόμιμη. Εφόσον το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι η ως άνω κύρια αιτιολογία περί της νομικής βασιμότητας είναι ορθή, το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης παραμένει ισχυρό. Από τη στιγμή που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέφερε έγκυρη δικαστική κρίση επί της νομικής βασιμότητας του επίδικου δικαιώματος κυριότητας, το δικαστικό ένσημο επιτέλεσε τον νόμιμο φορολογικό του σκοπό και αναλώθηκε αναποτρέπτως, η δε ύπαρξη των τυπικών επάλληλων αιτιολογιών (περί απαραδέκτου) δεν αναιρεί, ούτε αναστέλλει την παραχθείσα ουσιαστική νομική κρίση, ούτε δύναται να οδηγήσει σε δικαίωμα επιστροφής του. Τέλος, οι αιτιάσεις περί έλλειψης ιστορικής και τελολογικής ερμηνείας τυγχάνουν αβάσιμες, καθόσον η εκκαλουμένη, εφαρμόζοντας το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 2744/1999, προσέφυγε ορθά στον σκοπό του νομοθέτη (τελολογική προσέγγιση), ο οποίος απέβλεπε ρητά στον διαχωρισμό των υπό κατασκευή δημόσιων υποδομών και στην περιέλευση της κυριότητάς τους στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της Εταιρείας Παγίων, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αιτιολογίες οι οποίες συμπληρώνονται και με την παρούσα απόφαση, ορθά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ορθά παρέλειψε να διατάξει την απόδοση του δικαστικού ενσήμου, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε διότι παρέλειψε να συμψηφίσει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρθρο 179 ΚΠολΔ) και αντίθετα επέβαλε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 290 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των μειωμένων ορίων του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης τυγχάνει νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα εν όλω ή εν μέρει, μόνον αν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η εφαρμογή ή μη της διάταξης αυτής, η οποία εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της καταδίκης του ηττηθέντος διαδίκου στα έξοδα του νικήσαντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ), εναπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα τις συνθήκες της συγκεκριμένης διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε τη γενική αρχή της ήττας της ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) και επέβαλε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου. Το επιβληθέν ποσό των 290 ευρώ, προσδιορίστηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και συνιστά το ελάχιστο εκ του νόμου προβλεπόμενο όριο δικαστικής δαπάνης υπέρ του Δημοσίου, το οποίο δεν δύναται να θεωρηθεί υπέρμετρο ή εσφαλμένο. Εξάλλου, η σαφήνεια των ρυθμίσεων του άρθρου 4 παρ. 5 του Ν. 2744/1999 αναφορικά με την ex lege περιέλευση των υπό κατασκευή έργων στην «Εταιρεία Παγίων Ε.ΥΔ.Α.Π.» και τον αποκλεισμό της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, απέκλειε την ύπαρξη οιασδήποτε εύλογης αμφιβολίας ή δυσχέρειας που θα δικαιολογούσε τον συμψηφισμό των εξόδων. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά δεν προέβη σε συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης και νόμιμα επέβαλε το ως άνω μειωμένο ποσό σε βάρος της εκκαλούσας, ο δε σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα για την άσκηση της ένδικης έφεσης υπ’ αριθ. ……………../2023 e – παραβόλου, ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ. Εξάλλου, λόγω της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος αυτής τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος, που το τελευταίο υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά αυτά έξοδα ενόψει του ότι το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε και παραστάθηκε νόμιμα στην παρούσα δίκη διά μέλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, κατ’ εφαρμογή των για το Ελληνικό Δημόσιο διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και τη διάταξη της υπ’ αριθμ. 134423/1992 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, πλην όμως, εκτιμώμενα κυριαρχικά από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει της εξαιρετικής νομικής και πραγματικής πολυπλοκότητας της κρινόμενης διαφοράς, του τεράστιου οικονομικού αντικειμένου του επίδικου και της ανάλογης προετοιμασίας που απαιτήθηκε από τους πληρεξουσίους του, ορίζονται κατ’ αποκοπή στο εύλογο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει κατ΄ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα υπ’ αριθ. ……../2023 e – παραβόλου, ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των οκτακοσίων (800€) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 4/6/2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 7.7.2026

                       Η ΠPOEΔPOΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ