Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 466/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  466/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

         Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος : …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουντούρη (ΑΜΔΣΑ: ………).

Της εφεσίβλητης : Της εταιρίας με την επωνυμία «………..», πρώην «…………..», που εδρεύει στην ………. Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ : ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Αρβανίτη (ΑΜΔΣΠ : …………).

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 28-7-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2022  αγωγή του κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 3643/2023 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε,  κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 7-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2  ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 7-11-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 3643/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ, 82 ΚΙΝΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης από 28-7-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2022 αγωγής του εκκαλούντος – ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 61.590,58 ευρώ, απορρεουσών από επικαλούμενη προφορική σύμβαση ναυτικής εργασίας σε πλοίο, πλοιοκτησίας της εφεσίβλητης – εναγόμενης, με την ειδικότητα του Μαγείρου Γ΄, και συνεπεία επικαλούμενου εργατικού ατυχήματος και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή του,  έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 7-11-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./7-11-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι πριν από επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 499 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 9-11-2023, καθώς ουδείς των διαδίκων επικαλείται, ούτε άλλωστε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 28-7-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2022 αγωγή του, ο ενάγων εξέθετε ότι από το έτος 2013 κατήρτιζε συμβάσεις ναυτικής εργασίας για αόριστο κάθε φορά χρόνο και παρείχε τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του Μαγείρου Γ΄, ναυτολογούμενος από τον πλοίαρχο, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο Η, με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……., κ.ο.χ. 13.615,17, πλοιοκτησίας της εναγόμενης, καθώς και ότι την 20-2-2019 απολύθηκε από το παραπάνω πλοίο λόγω αδείας και μετά τη λήξη της άδειάς του την 20-3-2019, συνήψε την 29-3-2019 προφορική σύμβαση ναυτικής εργασίας με την εναγόμενη, προκειμένου να ναυτολογηθεί εκ νέου στο ανωτέρω πλοίο από την 1-4-2019 με την ίδια ειδικότητα. Ακολούθως, ιστορούσε ότι την ίδια ημέρα (29-3-2019), αμέσως μετά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης στα γραφεία της εναγόμενης και αφού είχε διευθετήσει τις απαραίτητες τυπικές – γραφειοκρατικές διατυπώσεις για τη ναυτολόγησή του, έχοντας μεταβεί προς τούτο στις αναφερόμενες αρμόδιες υπηρεσίες, και ενώ διέσχιζε πεζός τη διάβαση πεζών επί της Λεωφόρου Ηρώων Πολυτεχνείου στον Πειραιά, προκειμένου να επιστρέψει στην οικία του, υπέστη βαρύτατο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, το οποίο συνιστά εργατικό ατύχημα, επελθόν εξ αφορμής της εργασίας του. Κατόπιν, ισχυριζόταν ότι εξαιτίας του ατυχήματος κατέστη πλήρως ανίκανος για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος ή άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου επαγγέλματος. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω της προρρηθείσας πλήρους διαρκούς ανικανότητάς του, κατά ποσοστό 100%, κατά το οποίο μειώθηκε το ετήσιο εκ μισθού εισόδημά του κατά το τελευταίο, προ του ατυχήματος, έτος, το χρηματικό ποσό των 61.590,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η εκκαλουμένη με αριθμό 3643/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και καταδικάστηκε ο ενάγων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης ύψους 1.430,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής (3643/2023) παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1 Ν. 551/1915, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 εδ. α ΕισΝΑΚ), έχει δε εφαρμογή και στη σύμβαση ναυτολόγησης κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 Ν. 3816/1958 “περί κυρώσεως του κώδικος ιδιωτικού ναυτικού δικαίου” (Ολ ΑΠ 26/1995): “Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρο 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις τον παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή της εργασίας διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης μόνον της περιπτώσεως καθ’ ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του εργαζομένου από αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου, ασχέτου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του αλλά συνδεομένου προς την εργασία λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής. Η τελευταία αυτή περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν είναι άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, όπως όταν τούτο συνέβη εκτός του τόπου και χρόνου εκτέλεσής της, συνδέεται όμως με αυτήν με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι λόγω της εργασίας δημιουργήθηκαν ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευσή του πραγματικές συνθήκες, οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία (ΑΠ 1072/2018, ΕφΠειρ 109/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).  Έτσι, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1915 που ισχύει και επί  ναυτικής εργασίας, κατ’ άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 § 2 Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν. 3816/1958), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής σε ναυτικό και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της κάτω από τις δεδομένες περιστάσεις (ΤριμΕφΠειρ 352/2007, ΜονΕφΠειρ 20/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 39, 53 και 54 ΚΙΝΔ (Ν. 3816/58 – Κώδιξ Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση και ήδη καταργήθηκε από 1-5-2023 με το Νέο Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου – Ν. 5020/2023), προκύπτει ότι η σύμβαση ναυτολογήσεως μέλους του πληρώματος καταρτίζεται μόνο με τον πλοίαρχο, ο οποίος λαμβάνει υπόψη τις οδηγίες του πλοιοκτήτη ή του αντιπροσώπου του, αφορά δε την παροχή της εργασίας του ναυτικού σε ορισμένο πλοίο, του οποίου το όνομα, ή χωρητικότητα και το διεθνές σήμα, περιέχονται, μεταξύ άλλων, στη σύμβαση. Για να συντελεστεί όμως η ναυτολόγηση απαιτείται επιπλέον η καταχώρηση της σύμβασης στο ναυτολόγιο του πλοίου και η επιβίβαση του ναυτικού στο πλοίο, συνακόλουθα η ανάληψη υπηρεσίας από το ναυτικό. Και αν δε καταχωρηθεί η σύμβαση στο ναυτολόγιο, αυτή είναι έγκυρη, εφόσον ο ναυτικός επιβιβάστηκε και ανέλαβε υπηρεσία στο πλοίο. Από τη ναυτολόγηση διαστέλλεται η συμφωνία που συνάπτεται πριν από αυτή, μεταξύ του ναυτικού και του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή ή του αντιπροσώπου τους, σχετικά με τη μελλοντική επιβίβαση του ναυτικού σε ορισμένο πλοίο, το οποίο ναυλοχεί στο λιμάνι της πρόσληψης του ναυτικού ή σε άλλο, συμφωνείται δε να επιβιβαστεί ο ναυτικός στο πλοίο ή να ταξιδέψει για να το συναντήσει και να ναυτολογηθεί και ο πλοιοκτήτης να τον ναυτολογήσει μέσω του πλοιάρχου. Η συμφωνία αυτή χαρακτηρίζεται προσύμφωνο ή συμφωνητικό προσλήψεως και αποτελεί ιδιότυπη οριστική συμφωνία, η οποία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, παράγει αποτελέσματα ανάλογα με τη βούληση των συμβαλλομένων. Για την ιδιότυπη αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, ούτε η καταχώρησή της στο ναυτολόγιο (ΑΠ 168/1999, ΕφΠειρ 633/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 619/2014, ΕφΠειρ 345/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 53 επ. του Κ.Ι.Ν.Δ., η σύμβαση ναυτολόγησης, ούσα ιδιότυπη σύμβαση εργασίας, δεδομένου ότι δεν συντελείται με μόνη τη συνομολόγησή της, αλλά προαπαιτείται ορισμένη ενέργεια, η οποία μόνο στο πλοίο μπορεί να λάβει χώρα και συνίσταται είτε στην καταχώρησή της στο επί του πλοίου υπάρχον ναυτολόγιο, είτε στην επιβίβαση του ναυτικού πάνω στο πλοίο, με την ανοχή του πλοιάρχου, αποβλέποντος στη διαρκή απασχόληση του ναυτικού προς λειτουργική εξυπηρέτηση του προορισμού του πλοίου και από την πλήρωση της οποίας (ενέργειας) ολοκληρώνεται η σύμβαση και κατά συνέπεια αρχίζει να υφίσταται η σχέση, ανάλογα με το ποια από τις ενέργειες αυτές προηγήθηκε χρονικά  –  είναι σύμβαση άτυπη, η οποία καταρτίζεται μεταξύ του ναυτικού και του πλοιάρχου και ως εκ τούτου, η σχετική βούληση και των δύο μερών μπορεί να δηλωθεί και σιωπηρά και να πραγματοποιηθεί έτσι η συνομολόγησή της, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 192 ΑΚ, ήτοι αμέσως μόλις περιέλθει στο ναυτικό η περί αποδοχής της εργασίας του δήλωση του πλοιάρχου. Τέτοια δε δήλωση ενέχει και η συμπεριφορά του πλοιάρχου, η οποία συνίσταται στην, μετά την παράδοση σ’ αυτόν από τον ναυτολογούμενο του ναυτικού του φυλλαδίου και πριν από οποιαδήποτε εγγραφή στο ναυτολόγιο, ανοχή της έναρξης της εργασίας στο πλοίο του υπό ναυτολόγηση ναυτικού (ΤριμΕφΠειρ 102/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 124/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, βλ. Λία Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 2025, παρ. 1764, σελ. 850).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή με το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα είναι νόμω αβάσιμη και ως τέτοια απορριπτέα. Ειδικότερα, δεδομένου ότι για να ολοκληρωθεί η σύμβαση ναυτολόγησης απαιτείται η καταχώρηση της σύμβασης στο ναυτολόγιο του πλοίου και η επιβίβαση του ναυτικού στο πλοίο, συνακόλουθα η ανάληψη υπηρεσίας από το ναυτικό, ενώ αν δεν καταχωρηθεί η σύμβαση στο ναυτολόγιο, αυτή είναι έγκυρη, εφόσον ο ναυτικός επιβιβάστηκε και ανέλαβε υπηρεσία στο πλοίο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά το χρόνο του επικαλούμενου ατυχήματος (29-3-2019), δεν είχε ακόμη συντελεστεί η ναυτολόγηση του ενάγοντος, αφού αυτός δεν είχε επιβιβασθεί στο πλοίο όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του, γεγονός που επρόκειτο να λάβει χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο (1-4-2019), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεμελιωθεί η έννοια του εργατικού ατυχήματος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, αφού ελλείπει η αναγκαία εκ του νόμου προϋπόθεση της επέλευσης του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, κατά το μέρος με το οποίο ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στην παραπάνω νομική σκέψη άρθρων του Ν. 551/1915 και του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Επίσης, στα πλαίσια του ίδιου λόγου έφεσης ο εκκαλών παραπονείται επιπλέον για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 4078/2012, με το οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (στο εξής «MLC 2006»), του άρθρου VI παρ. 1 της MLC 2006, του τίτλου 2 της MLC 2006 περί συνθηκών εργασίας, του Κανονισμού 2.1 της MLC 2006 περί συμβάσεων εργασίας ναυτικών, του Προτύπου Α2.1 MLC 2006 περί συμβάσεων εργασίας ναυτικών και του άρθρου 6 παρ. 1 της υπ’ αριθ. 3522.2/08/2013 απόφασης των Υπουργών Υγείας, Ναυτιλίας και Αιγαίου (ΦΕΚ Β 1671/5.7.2013) περί Κανονισμού για την εφαρμογή απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Ωστόσο, δεν ανακύπτει ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών. Και τούτο διότι σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 2006, όπως έχει κυρωθεί με το Ν. 4078/2012, η σύμβαση ναυτικής εργασίας καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει τους βασικούς όρους της ναυτολόγησης επί του πλοίου και καθένας από τους συμβαλλόμενους λαμβάνει υπογεγραμμένο πρωτότυπο αυτής [Πρότυπο Α.2.1 παρ. 1 (α) και (γ), άρθρο 166 νέου ΚΙΝΔ – Ν. 5020/2023 με ισχύ από 1-5-2023], περίπτωση όμως, που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συντρέχει εν προκειμένω (βλ. Λία Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, εκδ. 2025, παρ. 1761 επ., σελ. 848 επ.). Ακόμα, με τον ίδιο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι επικουρικά η προφορική σύμβαση ναυτικής εργασίας, που είχε συνάψει με την εναγόμενη, ήταν προσύμφωνο ναυτολόγησης. Στο μέτρο όμως, που ο παραπάνω επικουρικός ισχυρισμός προβάλλεται το πρώτον με την έφεση και κατά τον τρόπο αυτό επιχειρείται να προστεθεί επικουρική βάση στην αγωγή, το σχετικό σκέλος του παραπάνω λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρο 526 ΚΠολΔ).

V. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση (3643/2023) απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε και ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα – ενάγοντα με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο πιο πάνω λόγος έφεσης στο σύνολό του. Όσον αφορά όμως, στη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, με την οποία η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος λόγω της ήττας του, κατ’ άρθρο 176 ΚΠολΔ, έσφαλε. Και τούτο διότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ. α ΚΠολΔ), όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών – ενάγων με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσής του, ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται κατ’ άρθρο 193 ΚΠολΔ, αφού με την ένδικη έφεση προσβάλλεται ταυτόχρονα και η ουσία της υπόθεσης, η οποία νοείται ως καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα (ΑΠ 1004/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Για τον ίδιο λόγο άλλωστε, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους και για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου έφεσης ως βάσιμου, να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (3643/2023) μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης και να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη (η έφεση) κατά τα λοιπά. Ακολούθως, αφού η υπόθεση κρατηθεί και εκδικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το μέρος της αυτό, πρέπει η δικαστική δαπάνη να συμψηφιστεί συνολικά μεταξύ των διαδίκων για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς επίσης, και για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας κατά τα προεκτεθέντα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (ΜονΕφΠειρ 159/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, κατ’ ουσίαν, την έφεση κατά της με αριθμό 3643/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατ’ ουσίαν κατά τα λοιπά.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 3643/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορά στα δικαστικά έξοδα.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων τόσο για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας όσο και για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την  7 Ιουλίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ