EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 439/2026
ΤΟ MONOΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Σπυράκο, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
Των εκκαλούντων : 1) …………., 2) ……………., 3) ………….., 4) ………………, 5) ……………, 6) ……………………., 7) ………………, 8) ……………, 9) ………….., 10) ……. και 11) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Ειρήνη Κοντοσέα (ΑΜ/ΔΣΠ ……), βάσει δήλωσης.
Της εφεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στη ……. της Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά (οδός …………..), με την επωνυμία «…………., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Στέφανο Λύρα (ΑΜ/ΔΣΠ …………), βάσει δήλωσης.
Οι εκκαλούντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 27-12-2019 και με αριθμ. καταθ. ………/2019 αγωγή κατά της εφεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 1286/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών) που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον 10ο των εναγόντων και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 27.1.2025 έφεση με αρ. κατ. ………./2025, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ……………./2025, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσαν προτάσεις με μονομερείς δηλώσεις τους κατ΄ άρθρο 242 ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 27.1.2025 (αρ. κατ. πρωτ. ………./2025 και αρ. κατ. εφετ. ……………./2025) έφεση των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της 1286/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, επί της από 27-12-2019 και με αριθμ. καταθ. ……………/2019 αγωγής των εναγόντων κατά της νυν εφεσίβλητης, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται σχετική επίδοση αυτής (άρθρα 495, 511, 513 παρ.1 περ. β, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της (25.4.2023) μέχρι την άσκηση της έφεσης (27.1.2025), αρμοδίως, δε, φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της ενόψει και της ναυτικής φύσης της διαφοράς (άρθρα 19 και 31 παρ.1 του ΚΠολΔ, και 51 παρ.6 στοιχ. α΄του ν.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία με την επισήμανση ότι για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού, ως υπόθεση που υπάγεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξαιρείται της υποχρέωσης αυτής.
Με την από 27-12-2019 αγωγή τους οι, ήδη εκκαλούντες ναυτικοί, εξέθεταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισαν κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, με την εναγομένη εταιρία, πλοιοκτήτρια του υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου T, κ.ο.χ. 11.347, προσλαμβάνονταν και ναυτολογούνταν στο ως άνω πλοίο, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στο δικόγραφο ως μέλη του «δεύτερου» (κατά κύριο λόγο) πληρώματος του πλοίου, οι δε συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες διέπονταν από τις ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών – επιβατηγών πλοίων των ετών 2018 και 2019, λύνονταν κάθε φορά εντός ελάχιστων ημερών ή και αυθημερόν σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η εναγόμενη συμμετέχει στον όμιλο εταιρειών με τον διακριτικό τίτλο «………….», που εκμεταλλεύεται κυρίως ταχύπλοα πλοία, που εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 1 του π.δ. 381/2001. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 60 του ΚΙΝΔ και δοθέντος ότι κάθε φορά η σύμβαση ναυτολόγησης αυτών (των εναγόντων) λυόταν άνευ δικής τους υπαιτιότητας, όφειλε να τους καταβάλει πλήρεις τους μηνιαίους μισθούς τους ακόμη και αν απασχολούνταν μία ή δύο ημέρες, καθώς και τα αναλογούντα – στον πλασματικό αυτό χρόνο εργασίας – επιδόματα εορτών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τα ποσά των 16.016,23€, 32.287,32€, 9.005,05€, 14.483,11€, 17.458,88€, 5.072,15€, 7.621,74€, 19.016,18€, 28.225,02€, 19.688,07€, 29.810,99€ σε έκαστο των εναγόντων, αντίστοιχα, νομιμότοκα από την επομένη της τελευταίας απόλυσής τους από το ένδικο πλοίο, ήτοι από 23-72019 για τον τρίτο, από 7-8-2019 για τον πέμπτο και από 12-9-2019 για τους λοιπούς ενάγοντες, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με την εκκαλουμένη απόφαση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην του δέκατου, ως προς τον οποίο τη δέχθηκε εν μέρει και του επιδίκασε το ποσό των 223,94 ευρώ, ως οφειλόμενη διαφορά δώρου Πάσχα 2019. Με την ένδικη έφεσή τους, οι εκκαλούντες ζητούν, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει καθ΄ολοκληρία δεκτή η αγωγή τους, καταδικαζομένης της εφεσίβλητης στη δικαστική τους δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με το άρθρου 60 του ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ΚΙΝΔ, “εάν ο μισθός συνωμολογήθη κατά μήνα ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και ημερών, καθ` ας διήρκεσεν η ναυτολόγησις. Εάν όμως αύτη διήρκεσεν έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη”. Προϋποθέτει σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελία από τον πλοίαρχο (ΕφΠειρ 161/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996-1997 σελ. 573, Κοροτζή Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο 1990, 120). Επίσης προϋπόθεση αξίωσης και λήψη ολόκληρου του μηνός είναι η σύμβαση να μη λύθηκε με υπαιτιότητα ή αποκλειστική βούληση του ναυτικού, ο ισχυρισμός δε αυτός αποτελεί ένσταση του εργοδότη (ΕφΠειρ 1270/1997, σε Νομολογία Ναυτικού Τμήματος 1996-1997 41επ). Η απόλυση του ναυτικού αμοιβαία συναινέσει δεν συνιστά παράπτωμα ή υπαιτιότητα του (Καμβύση Ναυτεργατικό Δίκαιο β’ έκδοση 1994, 192 σημ. 9). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 53 και 54 του ΚΙΝΔ προκύπτει ότι, η σύμβαση ναυτολόγησης, που συνομολογείται μεταξύ του πλοιάρχου και του ναυτολογούμενου και συντελείται με την εγγραφή της στο ναυτολόγιο του πλοίου, καταρτίζεται για την ανάληψη υπηρεσιών σε ορισμένο πλοίο. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταθέσουν τον ναυτικό σε άλλο πλοίο έστω και του ίδιου πλοιοκτήτη. Όμως κατ’ εφαρμογήν της από το άρθρο 361 ΑΚ αναγνωριζόμενης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, μπορεί να περιληφθεί εγκύρως στην συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία περιέχει τους όρους της ναυτολόγησης, που επακολουθεί, ή και στην ίδια τη σύμβαση ναυτολόγησης σε ορισμένο πλοίο, πρόσθετη συμφωνία, με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει τον ναυτικό, κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης, σε άλλο, κατονομαζόμενο ή μη, πλοίο του ίδιου πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή. Η τυχόν επακολουθούσα δήλωση του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου για τη μετάθεση του ναυτικού στο άλλο πλοίο, πρέπει να είναι ορισμένη, να αφορά δηλαδή συγκεκριμένο πλοίο, να μνημονεύει τον τόπο και το χρόνο της νέας ναυτολόγησης και να γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεν είναι δε νόμιμη αν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ναυτεργασιακής σχέσης. Με την περιέλευση στον ναυτικό της περί μετάθεσής του, ορισμένης και έγκυρης δήλωσης, με την οποία ενασκείται το ως άνω διαπλαστικό δικαίωμα του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή του πλοιάρχου, επέρχεται λύση της αρχικής σύμβασης ναυτολόγησης με αμοιβαία συναίνεση, διότι η συναίνεση του ναυτικού εμπεριέχεται στην πρόσθετη ως άνω συμφωνία. Συγχρόνως, με την ίδια δήλωση του πλοιάρχου ή του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και με την περιέλευσή της στον ναυτικό επέρχεται κατάρτιση νέας σύμβασης ναυτολόγησης, εφόσον βεβαίως τηρηθεί και ο από το άρθρο 53 ΚΙΝΔ προβλεπόμενος πρόσθετος όρος (ΕφΠειρ 724/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1115/2009, Αρμ 2009, 1217, ΕφΠειρ 482/2007 ΕΝΔ 2007, 398). Εξάλλου, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 14 της ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας ενώ αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα οι ναυτικοί δικαιούνται μισθό 15 μερών, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου αντιστοίχως, ή 1/15 ημίσεος μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου. Επιπλέον να λεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που καταβαλλόταν την 15η ημέρα προ του Πάσχα και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβαλλόταν ή έπρεπε να καταβληθεί από την εργοδότρια ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, δηλαδή το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, το επίδομα αδείας, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές μεταξύ των οποίων είναι και η τροφοδοσία είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης θεωρούνται ο μισθός καθώς και κάθε άλλη παροχή εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου. Ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση : α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά ανά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά, γ) οι λοιπές, τακτικά και πάγια, καταβαλλόμενες παροχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜΕφΠειρ. 647/2014, 412/2014, τνπ ΝΟΜΟΣ), η τροφοδοσία, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτούσια και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜΕφΠειρ. 18/2016, 19/2016, 371/2016, 73/2016, 160/2014, 36/2014, 71/2014, όλες σε τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της ΣΣΝΕ (ΜΕφΠ 442/2023 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Αντιθέτως, το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 20 της ως άνω ΣΣΝΕ μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών (ΜονΕφΠειρ 6/2026, ΜονΕφΠειρ 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας αλλά προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003, ΕΕΔ 2005/237, ΤριμΕφΠειρ 177/2012, ΠειρΝ 2012/354). Ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη. Μόνο δε αν ο δανειστής – αποδεχόμενος την καταβολή – αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα. Αυτό δεν ισχύει για τον εργοδότη. Ειδικότερα : Η αγωγή του μισθωτού σε βάρος του εργοδότη για δεδουλευμένους μισθούς ή άλλες παροχές από την έγκυρη σύμβαση εργασίας έχει νομικό έρεισμα τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων ή άλλων διατάξεων, που εξομοιώνονται προς αυτές, οι όροι των οποίων γίνονται και όροι της ατομικής σύμβασης. Διχοστασία παρατηρείται στη νομολογία, αναφορικά με το ζήτημα της ένταξης στο αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, των ποσών, που ο εναγόμενος – εργοδότης κατέβαλε στον ενάγοντα – εργαζόμενο για κάθε αγωγικό κονδύλιο. Το πρόβλημα αυτό ανακύπτει, όταν ο εργαζόμενος επιδιώκει δικαστικά την καταβολή του υπολοίπου διάφορων μισθολογικών παροχών, διαλαμβάνοντας στην αγωγή του τις καταβολές συγκεντρωτικά και όχι χωριστά για κάθε κεφάλαιο. Κατά μία γνώμη, η αγωγή πάσχει από αοριστία. Στην άποψη αυτή υποκρύπτεται αντιμετώπιση ανάλογη με εκείνη, που θεωρεί απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, η οποία περιορίστηκε κατά το συνολικό της αίτημα και όχι κατά ειδικότερα κονδύλια (ΑΠ 180/1988 ΕλλΔνη 1988 σ. 1659, Α.Π. 639/1988 ΔΕΝ 45 σελ. 470, ΕφΑθ 3156/2002 δημ. νόμος, Εφ.Αθ. 7640/1986 ΕλλΔνη 1987 σελ. 1262). Σύμφωνα ωστόσο με την αντίθετη, ορθότερη – και υιοθετούμενη από το παρόν δικαστήριο ως τέτοια–άποψη, οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν ένσταση εξόφλησης του εναγομένου, ώστε οποιαδήποτε καταβολή να αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του αμυντικού, κατ’ άρθρο 416 ισχυρισμού (ΑΠ 965/1998 ΕλλΔνη 1999 σελ. 315, Α.Π. 1291/94 ΔΕΝ 95 σ. 544, ΕΕΔ 96 σ. 32, Α.Π. 1545/1997, Δ. 29 σ. 409, ΕφΠειρ. 546/2010 ΕΝαυτΔ 2010 σ. 397, 994/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΚρήτης 514/2007 ΕλλΔνη 2008 σ. 1511, ΕφΑθ 10554/1997 ΕλλΔνη 1998 σ. 1967). Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, τέλος, η ένσταση, όπως άλλωστε και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής. Ειδικά, η κατά το άρθρο 416 Α.Κ. ένσταση εξοφλήσεως ποσών, που γίνεται για την απόσβεση των αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, προκειμένου να είναι ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους χρηματικά ποσά, τα οποία απαρτίζουν το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε και την αιτία καταβολής τους. Διαφορετικά η ένσταση αυτή έστω και αν αναφέρεται το συνολικά καταβληθέν ποσό τυγχάνει αόριστη (ΑΠ 1320/2008 ΕλλΔνη 49.1426, ΑΠ 1086/2006 ΕΕργΔ 55.306, ΕφΑθ 7344/2003 ΔΕΝ 2006, 473, ΕφΘεσ 307/1994 Αρμ 49.923). Η νομική αοριστία αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ, αντίθετα, η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Έτσι, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή στην ένσταση ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 8, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 922/2019, ΑΠ 19/2022). Εάν η ένσταση δεν περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) σχετικά με πληρωμή του συνόλου των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ’ αυτές (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 1069/2014).
Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθμ. …../24-6-2020 ένορκης βεβαίωσης του Δημοσθένη – Νίκου Μωραΐτη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά ….., που λήφθηκε με πρωτοβουλία των εναγόντων κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. …./19-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ……..), των υπ’ αριθμ. …, … και …./6-7-2020 ενόρκων βεβαιώσεων των ………..ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία της εναγομένης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. την υπ’ αριθμ. …../26-6-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ………..) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανομένων υπόψη είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους (άρθρα 261, 352 του ΚΠολΔ), όπου ειδικά κατωτέρω αναφέρονται, καθώς επίσης και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγομένη εταιρία τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό κυπριακή σημαία Ε/Γ-Ο/Γ ταχύπλοου πλοίου T, με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ……../2014, κ.ο.χ. 11.347 και ανήκει στον όμιλο …….., που τύγχανε μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) μέχρι το 2021, υπό τον οποίο δραστηριοποιούνται οι κοινοπραξίες «………..» και τον διακριτικό τίτλο «………..» με αριθμό ΓΕΜΗ ……. και η «…………» και τον διακριτικό τίτλο «…………» με αριθμό ΓΕΜΗ ……… Σε αυτές κοινοπρακτούν μεταξύ άλλων, πέραν της εναγομένης με το πλοίο T, η εταιρία …………., με το υπό ελληνική σημαία πλοίο «A», η εταιρία ……………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «C», η εταιρία …………, με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «AN», η εταιρία ……………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «P», η εταιρία …………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «CL», η εταιρία ………………., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «W», η εταιρία ………….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «S», η …………..με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «CH» και η εταιρία … ….., με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο «PO». Οι ενάγοντες τυγχάνουν Έλληνες απογεγραμμένοι ναυτικοί, μέλη της Π.Ε.Ν.Ε.Ν. (οι 1ος – 6ος), της Π.ΕΝ. Αρχιθαλαμηπόλων – Θαλαμηπόλων ΕΝ (οι 7ος,8ος,9ος κ 10ος – μέχρι τον 11ο του 2018), της Π.Ε.Μ.Ε.Ν. (ο 10ος από τον 12ο του 2018) και της Π.Ε.Π.Ε.Ν. (η 11η), οι οποίοι σύναπταν με την εναγομένη και τις λοιπές ανωτέρω εταιρείες του ομίλου, συνήθως μέσω της κοινής διαχειρίστριας αυτών………….., ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας (βλ. ενδεικτικά την από 25.4.2019 σύμβαση του πρώτου ενάγοντος με την πλοιοκτήτρια του πλοίου «CH», την από 16.3.2018 σύμβαση του δεύτερου ενάγοντος με την εναγομένη πλοιοκτήτρια του πλοίου «T» και την από 7.5.2019 σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της πλοιοκτήτριας του πλοίου «CH», την από 15.3.2019 σύμβαση του πρώτου ενάγοντος με την πλοιοκτήτρια του πλοίου «A» κ.ο.κ) με τις οποίες προβλέφθηκε η ναυτολόγηση εκάστου των εναγόντων στα ανωτέρω πλοία, για αόριστο χρόνο, με τις κατωτέρω αναφερόμενες για καθέναν τους ειδικότητες και αντί αμοιβής της προβλεπομένης στην εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας. Με τον υπ’ αριθ. (3) συμπληρωματικό όρο εκάστης των εν λόγω εγγράφων συμβάσεων, προβλέφθηκε ότι «Η εταιρεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και ο ναυτικός συναινεί από τούδε στη μετάθεσή του σε οποιοδήποτε άλλο πλοίο ιδίων μετά της εταιρείας συμφερόντων, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων δρομολογίων και εν γένει πλόων ή μη, την οποία μετάθεση και υποχρεούται να αποδεχθεί αμελλητί ο ναυτικός, διαφορετικά η σύμβασή του λύεται αναποζημίωτα. Η αλλαγή των δρομολογίων του πλοίου δεν συνιστά λόγο και δεν παρέχει δικαίωμα στο ναυτικό να καταγγείλει τη σύμβασή του» ενώ με τον όρο (7) των συμβάσεων προβλέφθηκε ότι «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στον βαθμό και την ειδικότητά του με επιμέλεια, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελέσει διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη. Ο Ναυτικός υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε επί του ιδίου πλοίου που υπηρετεί και που με απόφαση της εταιρείας αλλάζει δρομολόγια είτε επί άλλου πλοίου των ιδίων οικονομικών συμφερόντων και θα αμείβεται με την τυχόν μισθοδοτική σύμβαση που ισχύει για το νέο δρομολόγιο ή για το άλλο πλοίο αντίστοιχα». Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών οι ενάγοντες ναυτολογούνταν καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ως «δεύτερο» πλήρωμα (πλην των κατωτέρω εξαιρέσεων), καθόσον τα πλοία (μεταξύ των οποίων και αυτό της εναγομένης) υπάγονταν στις διατάξεις του π.δ. 381/2001 (Κανονισμός περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ- Ο/Γ ταχύπλοων πλοίων). Ειδικότερα ο πρώτος των εναγόντων ναυτολογήθηκε (σχετικά με το εδώ ενδιαφέρον διάστημα) με την ειδικότητα του ναυκλήρου στις 3.6.2019 στο πλοίο CL, αποναυτολογήθηκε αυθημερόν και την επομένη ναυτολογήθηκε στο πλοίο Τ της εναγομένης έως τις 4.6.2019 οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης στο πλοίο CH όπου ναυτολογήθηκε αυθημερόν. Ακολούθως ναυτολογήθηκε και υπηρέτησε στο πλοίο Τ στις 19.6.2019 (κατόπιν αυθημερόν αποναυτολόγησής του από το CL) μέχρι τις 20.6.2019, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μετάθεσης για ναυτολογηθεί την επομένη στο AN. Με τον ίδιο τρόπο, ο πρώτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης, πάντοτε κατόπιν αποναυτολόγησής του από άλλο πλοίο εταιρείας της κοινοπραξίας και αποναυτολογήθηκε αμοιβαία συναινέσει λόγω μετάθεσης, πάντοτε για να ναυτολογηθεί σε άλλο πλοίο της κοινοπραξίας, αυθημερόν ή την επομένη, κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες: από 14.7.2019 έως 15.7.2019, από 20.7.2019 έως 21.7.2019, από 22.7.2019 έως 23.7.2019, από 30.7.2019 έως 31.7.2019, την 1.8.2019, από 6.8.2019 έως 7.8.2019, την 8.8.2019, από 12.8.2019 έως 15.8.2019, από 19.8.2019 έως 20.8.2019, την 22.8.2019, από 27.8.2019 έως 28.8.2019, την 29.8.2019, από 4.9.2019 έως 5.9.2019, από 10.9.2019 έως 11.9.2019 και την 12.9.2019, ήτοι απασχολήθηκε στο πλοίο της εναγομένης το 2019 για 31 ημέρες, όπως συνομολογείται από την τελευταία. Αντίστοιχα, ο δεύτερος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του ναύτη, ως μέλος του βασικού πληρώματος του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2018 έως 28.4.2018, και εν συνεχεία ως μέλος του “δεύτερου” πληρώματος αυτού, την 25.5.2018, την 28.5.2018, την 22.6.2018, την 24.6.2018, την 29.6.2018, την 1.7.2018, την 6.7.2018, την 8.7.2018, από 15.7.2018 έως 16.7.2018, την 22.7.2018, την 27.7.2018, την 29.7.2018, από 3.8.2018 έως 4.8.2018, την 5.8.2018, την 10.8.2018, την 12.8.2018, από 17.8.2018 έως 19.8.2018,την 31.8.2018, την 2.9.2018, την 8.9.2018, την 23.9.2018, από 3.6.2019 έως 4.6.2019 και από 19.6.2019 έως 20.6.2019, και κατόπιν, με την ειδικότητα του ναύκληρου, από 25.6.2019 έως 26.6.2019 και την 27.6.2019 και πάλι με την ειδικότητα του ναύτη, από 14.7.2019 έως 15.7.2019, από 20.7.2019 έως 21.7.2019, από 22.7.2019 έως 23.7.2019, από 30.7.2019 έως 31.7.2019, την 1.8.2019, από 6.8.2019 έως 7.8.2019, την 8.8.2019, από 12.8.2019 έως 13.8.2019, την 15.8.2019, από 19.8.2019 έως 20.8.2019, την 22.8.2019, από 27.8.2019 έως 29.8.2019, από 4.9.2019 έως 5.9.2019, από 10.9.2019 έως 11.9.2019 και την 12.9.2019, ήτοι απασχολήθηκε για 69 ημέρες το 2018 ως ναύτης, για 3 ημέρες το 2019 ως ναύκληρος και για 30 ημέρες το 2019 ως ναύτης. Αντίστοιχα, ο τρίτος εναγόμενος ναυτολογήθηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο και παρείχε τις υπηρεσίες του στο πλοίο της εναγομένης το 2019 ως ναύτης επί 11 ημέρες (με τελευταία ναυτολόγηση στις 22.7.2019 και αποναυτολόγηση την επομένη), ο τέταρτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης το 2019 ως ναύτης από 3.6.2019 έως 4.6.2019, από 19.6.2019 έως 20.6.2019, από 25.6.2019 έως 26.6.2019, από 27.6.2019 έως 28.6.2019, από 14.7.2019 έως 15.7.2019, από 20.7.2019 έως 21.7.2019, από 22.7.2019 έως 23.7.2019, από 30.7.2019 έως 31.7.2019, την 1.8.2019, από 6.8.2019 έως 7.8.2019, την 8.8.2019, από 12.8.2019 έως 13.8.2019, από 19.8.2019 έως 20.8.2019, την 22.8.2019, από 27.8.2019 έως 28.8.2019, από 4.9.2019 έως 5.9.2019, από 10.9.2019 έως 11.9.2019 και την 12.9.2019, ήτοι επί 33 ημέρες (με τη σημείωση ότι δεν αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ναυτικό φυλλάδιό του η επικαλούμενη ναυτολόγησή του από 15.8 έως 18.8 και την 29.8), ο πέμπτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης επί 9 ημέρες το 2018 και επί 12 ημέρες το 2019 με την ειδικότητα του ναύτη, (με τελευταία ναυτολόγηση στις 6.8.2019 και αποναυτολόγηση την επομένη), ο έκτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης το 2019 ως ναύτης επί 6 ημέρες (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν), ο έβδομος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου το 2019 επί 17 ημέρες (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν), o όγδοος ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου το 2018 επί 7 ημέρες και το 2019 επί 28 ημέρες (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν), ο ένατος ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου για 26 ημέρες το 2018 και 33 ημέρες το 2019 (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν), ο δέκατος ενάγων ναυτολογήθηκε αρχικά με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου ως μέλος του «πρώτου» πληρώματος του πλοίου, κατά τα χρονικά διαστήματα από 17.8.2018 έως 25.8.2018 και ως μέλος του «δεύτερου» πληρώματος κατά την 26.8.2018, με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή, ως μέλος του «πρώτου» πληρώματος του πλοίου, από 21.12.2018 έως 16.1.2019, από 18.1.2019 έως 7.2.2019, και εν συνεχεία ως μέλος του «δεύτερου» πληρώματος, από 3.6.2019 έως 4.6.2019, από 19.6.2019 έως 20.6.2019, από 25.6.2019 έως 26.6.2019, την 27.6.2019, από 14.7.2019 έως 15.7.2019, από 20.7.2019 έως 21.7.2019, από 22.7.2019 έως 23.7.2019, από 30.7.2019 έως 31.7.2019, την 1.8.2019, από 6.8.2019 έως 7.8.2019, από 12.8.2019 έως 13.8.2019, την 15.8.2019, από 19.8.2019 έως 20.8.2019, την 22.8.2019, από 27.8.2019 έως 28.8.2019, την 29.8.2019, από 4.9.2019 έως 5.9.2019, από 10.9.2019 έως 11.9.2019 και την 12.9.2019, ήτοι για 10 ημέρες με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου και 11 ημέρες με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής το 2018 και με την αυτή ειδικότητα για 70 ημέρες το 2019 (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν) και η ενδέκατη ενάγουσα με την ειδικότητα της ανθυποπλοιάρχου επί 15 ημέρες το 2018 και 33 ημέρες το 2019 (με τελευταία ναυτολόγηση στις 12.9.2019 και αποναυτολόγηση αυθημερόν).
Οι ενάγοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, αξιώνουν αφενός μεν τις τακτικές αποδοχές τους για όλες τις ημέρες του επιδίκου για έκαστο εξ αυτών χρονικού διαστήματος, ήτοι αξιώνουν τον μισθό για τις πραγματικές ημέρες απασχόλησής τους στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, για τις οποίες για έκαστο εξ αυτών θα γίνει λόγος ακολούθως, αλλά και για τις ημέρες μεταξύ των εν λόγω διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν σε αυτό, αλλά όπως απεδείχθη κατά τα άνω, κατόπιν μεταθέσεώς τους, εργάσθηκαν σε έτερο πλοίο του ομίλου ………, και επιπλέον αξιώνουν, ενόψει του ότι η τελευταία κατά τα άνω ναυτολόγησή τους στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης έλαβε χώρα στις 22.7.2019 για τον τρίτο ενάγοντα και διήρκεσε 2 ημέρες, στις 6.7.2019 για τον πέμπτο ενάγοντα και διήρκεσε 2 ημέρες και στις 12.9.2019 για τους λοιπούς και διήρκεσε μία ημέρα και τις αποδοχές 29 ημερών (28 ο τρίτος και πέμπτος), μέχρι τη συμπλήρωση ενός πλήρους μηνός. Εν τούτοις, η ανωτέρω αξίωση αυτών δεν κρίνεται βάσιμη στην ουσία της, διότι, όπως απεδείχθη, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας είχε συμφωνηθεί ότι η εναγομένη, είχε το δικαίωμα να μεταθέτει τους ενάγοντες σε άλλα πλοία των ιδίων συμφερόντων και αμέσως, ήτοι αυθημερόν ή την επομένη ημέρα εκάστης αποναυτολόγησής τους από το Τ, αυτοί πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα ναυτικά τους φυλλάδια, συνέχισαν χωρίς διακοπή να εργάζονται σε άλλα πλοία του ομίλου με τους ίδιους όρους, με αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση να μη δύναται να θεωρηθεί ότι η ναυτολόγηση των εναγόντων διαρκούσε έλασσον του μηνός, υπό την έννοια του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ώστε καθένας εξ αυτών να δικαιούται αφενός μεν τις αποδοχές και για τις ενδιάμεσες ημέρες των πραγματικών ημερών απασχόλησής τους στο πλοίο της εναγομένης, αφού κατά τις ημέρες αυτές απασχολήθηκαν σε έτερα πλοία του αυτού ομίλου κατόπιν μετάθεσής τους, αφ’ ετέρου δε αποδοχές 29 ημερών (ή 28 κατά περίπτωση), ενόψει του ότι η τελευταία ναυτολόγησή τους στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης διήρκησε μία (ή 2 για τον τρίτο και πέμπτο) ημέρα, αφού αμέσως με την αποναυτολόγησή τους, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, αυτοί μετατέθηκαν σε έτερο πλοίο του αυτού ομίλου και εργάσθηκαν σε αυτό με τους ίδιους όρους. Πράγματι, εν προκειμένω, απεδείχθη ότι, κατά την πρόσληψη των ανωτέρω εναγόντων συνομολογήθηκε μεταξύ τους και της εναγομένης, ο ανωτέρω όρος 3 που, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τυγχάνει έγκυρη, χωρίς να αντιβαίνει στις διατάξεις της περίπτωσης β του άρθρου 54 του ΚΙΝΔ, έστω κι αν δεν κατονομάζεται το άλλο πλοίο στο οποίο ηδύνατο η εναγομένη να μεταθέσει έκαστο των εναγόντων, απορριπτομένου του συναφούς δεύτερου λόγου της έφεσης με τον οποίο παραπονούνται οι ενάγοντες για το αντίθετο. Η εν λόγω πρόσθετη συμφωνία σαφώς παρείχε το δικαίωμα στην εναγομένη να μεταθέτει τους ενάγοντες κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής τους στο πλοίο της, σε έτερο πλοίο, κατονομαζόμενο ή μη, του ιδίου ομίλου, ήτοι των ιδίων συμφερόντων. Με τη δήλωση μετάθεσης αυτών από την εργοδότριά τους εναγομένη, η οποία δεν αμφισβητείται ότι κάθε φορά ήταν ορισμένη ήτοι αφορούσε συγκεκριμένο πλοίο καθώς επίσης και τον χρόνο και τόπο ναυτολόγησης, λυνόταν η ναυτολόγηση αυτών στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης «αμοιβαία συναινέσει» των συμβαλλομένων, αφού η αποναυτολόγησή τους γινόταν κατόπιν έγκυρης μεταξύ τους συμφωνίας περί δυνατότητας της εναγομένης μετάθεσης αυτών στα ανωτέρω πλοία όπου ακολούθως ναυτολογούνταν και καταρτιζόταν νέα σύμβαση εργασίας με τη νέα εργοδότρια πλοιοκτήτρια ή κατά περίπτωση εφοπλίστρια έτερου πλοίου του αυτού ομίλου. Και πράγματι, η ναυτολόγησή τους λύθηκε ως άνω απεδείχθη, προ της συμπλήρωσης ενός μηνός επί του πλοίου της εναγομένης, πλην όμως, οι ενάγοντες, αμέσως με την αποναυτολόγησή τους, αυθημερόν ή την επομένη, ήτοι χωρίς διακοπή, συνέχισαν να εργάζονται με τους αυτούς όρους σε έτερο πλοίο του αυτού ομίλου, των αυτών οικονομικών συμφερόντων, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, δοθέντος ότι, κατά την πρόσληψή τους, οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνον σε ένα συγκεκριμένο πλοίο, αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία του ιδίου ομίλου και μάλιστα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ως δεύτερο πλήρωμα, πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους εργασίας. Ενόψει τούτου, επομένως, κρίνεται ότι, δεν συντρέχει στο πρόσωπο των εναγόντων, ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της διάταξης του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ, ο οποίος, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι μόνον η αποθάρρυνση της πρόωρης απόλυσης του ναυτικού, ως οι ενάγοντες διατείνονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσής τους, αλλά και η κατά το δυνατόν εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας της εργασίας του παρά τη θέλησή του και χωρίς υπαιτιότητά του, ενόσω βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας, αφού στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους είχαν συμφωνήσει σε επικείμενη ναυτολόγησή τους σε άλλο πλοίο, συνέχιζαν να ναυτολογούνται χωρίς διακοπή στα πλοία του ανωτέρω ομίλου και δεν υποχρεώθηκαν σε ανεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη χωρίς έσοδα για τα προς το ζην. Εξάλλου, σε καμία περίπτωση, η εν λόγω διάταξη δεν αποβλέπει στον πλουτισμό του ναυτικού, διά της εισπράξεως αποδοχών πλειστάκις για παρασχεθείσα εργασία υπ’ αυτού κατά το αυτό χρονικό διάστημα. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω ο δικαιολογητικός λόγος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ και απέρριψε το αίτημα των εναγόντων να λάβουν τις αιτούμενες «συμπληρωματικές» αποδοχές για τις ημέρες των επιδίκων χρονικών διαστημάτων που δεν εργάσθηκαν στο πλοίο της εναγομένης αλλά σε έτερα πλοία του ομίλου και επιπλέον, απέρριψε το αίτημα αυτών καταβολής από την εναγομένη του υπόλοιπου μισθού, έως συμπληρώσεως αποδοχών ενός πλήρους μηνιαίου μισθού από την τελευταία αποναυτολόγηση από το πλοίο της εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ανωτέρω άρθρο 60 του ΚΙΝΔ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης αυτών, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 53, 54, 60 του ΚΙΝΔ, 105 ΚΔΝΔ και 361 ΑΚ, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία περί «τυπικής» λύσης των ναυτολογήσεων των εναγόντων που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολ). Εξάλλου, σε ακολουθία των ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν δικαίωμα επί των αξιούμενων συμπληρωματικών αποδοχών κατ΄αρθρ. 60 ΚΙΝΔ, ως εκ τούτου δε, δεν νοείται παραίτησή τους από ανύπαρκτο δικαίωμα, όσα δε υποστηρίζουν περί του αντιθέτου οι εκκαλούντες με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης, περί μη παραίτησής τους από τις αξιώσεις τους, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, ερειδόμενα επί αναληθούς προϋπόθεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης των ανωτέρω αξιώσεων που προέβαλε πρωτοδίκως η εναγομένη και επαναφέρει με τις προτάσεις της. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες αιτιώνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή τους και κατά το σκέλος της με το οποίο αυτοί αιτούνταν την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών τους για τις ημέρες που υπηρέτησαν στο πλοίο. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος καθόσον, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της αγωγής, αυτοί αξιώνουν αποδοχές για το σύνολο των ανωτέρω διαστημάτων, απαρτιζόμενων τόσο από τις δεδουλευμένες αποδοχές τους για τις ημέρες που πράγματι εργάσθηκαν στο πλοίο όσο και από τις συμπληρωματικές αποδοχές τους κατ΄αρθρ. 60ΚΙΝΔ, η δε εκκαλουμένη, αν και ορθά απέρριψε το αίτημα επιδίκασης των συμπληρωματικών αποδοχών, απέρριψε σιγή, χωρίς να το ερευνήσει, και το αίτημα καταβολής των αποδοχών τους που αντιστοιχούσαν στην πραγματική απασχόλησή τους στο πλοίο. Επομένως, ο λόγος αυτός, ο οποίος τυγχάνει νόμιμος, πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγομένης περί ομολογίας των εναγόντων για ανυπαρξία απαίτησής τους, επειδή στο δικόγραφο της έφεσής τους αναφέρουν ότι «τους καταβάλλονταν αποδοχές για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους μόνο σε ένα (πλοίο) εξ αυτών και όχι σε όλα», αφού, από την εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου της ένδικης έφεσης, ουδόλως συνάγεται ομολογία τους περί εξόφλησης των δεδουλευμένων αποδοχών τους, τις οποίες και αναλυτικά προσδιόριζαν με την αγωγή τους, παραθέτοντας τις ημέρες πραγματικής απασχόλησής τους και τις οφειλόμενες για αυτές αποδοχές τους μαζί με τις «συμπληρωματικές», ενώ με την έφεσή τους προβαίνουν σε ειδικότερο προσδιορισμό των αναλογουσών αποδοχών, χωριστά για την πραγματική τους απασχόλησης. Ο προσδιορισμός αυτός, στον οποίο επικουρικά προβαίνουν, ουδόλως αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής κατ΄αρ. 224 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, αφού με την αγωγή τους, όπως εκτέθηκε, ζητούσαν το μείζον, το σύνολο των αποδοχών τους που περιλάμβανε και το έλασσον, επικουρικά προσδιοριζόμενο ειδικότερα με τον τρίτο λόγο έφεσης, αίτημα επιδίκασης των δεδουλευμένων αποδοχών τους, οι οποίες ούτως ή άλλως σαφώς αναλύονταν και προσδιορίζονταν στην αγωγή. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι οι ενάγοντες παρανόμως ζητούν την επιδίκαση αποδοχών από κάθε εταιρεία για την εργασία τους σε περισσότερες εταιρείες εντός της ίδιας ημέρας, τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθώς δεν προσδιορίζει σε ποιες ημέρες ναυτολόγησης κάθε ενάγοντα αναφέρεται, από ποιά εκ των περισσότερων εταιριών στις οποίες ναυτολογήθηκε καταβλήθηκε η ημερήσια αμοιβή, ούτε πώς η αμοιβή αυτή επιμερίζεται στις εργοδότριες εταιρείες ανά ημέρα, ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης ναυτικού σε κάθε μία από αυτές του. Σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε (αρ. 60 εδ. γ ΚΙΝΔ), η απλώς αρξάμενη ημέρα ναυτολόγησης, ήτοι ακόμα κι αν αυτή διήρκεσε ελάχιστα λεπτά της ώρας, θεωρείται πλήρης ημέρα ναυτολόγησης και συνεπώς οφείλονται γι’ αυτή ολόκληρες οι αποδοχές μιας πλήρους ημέρας απασχόλησης.
Ακολούθως αποδείχθηκε, αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα, ότι για το επίδικο διάστημα, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατικών πλοίων του 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019- ΦΕΚ τ. Β΄3170/12.8.2019) στο ποσό των (µισθός ενεργείας 1.313,13 ευρώ, επίδοµα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του µισθού ενεργείας 288,89 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας από 5 ηµεροµίσθια το µήνα 463,99 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, ειδικό επίδοµα ναυκλήρου 24,93 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,79 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ) 2.785,77 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 515,74 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ναύκληρους (σε αντίθεση με άλλες ειδικότητες όπως του πλοιάρχου – βλ. ΕφΠειρ(Μον) 386/2025), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Επίσης ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δε δεσμεύεται από τις ΣΣΝΕ ετών 2018 και 2019 για το προ της κυρώσεώς τους χρονικό διάστημα, επειδή δεν είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) τυγχάνει απορριπτέος, καθώς ο όμιλος στον οποίο υπάγεται η εναγομένη ήταν μέλος του ΣΕΕΝ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και μέχρι το 2021, ο οποίος συνέπραξε από πλευράς εργοδοτών στην κατάρτιση των ΣΣΝΕ και ισχύουν, όπως ορίζεται στο αρ. 39 εκάστης, από την 1 Ιανουαρίου του αντίστοιχου έτους, οι δε ενάγοντες τύγχαναν μέλη των αντίστοιχων ανα ειδικότητα συνδικαλιστικών φορέων (Π.Ε.Ν.Ε.Ν., Π.ΕΝ. Αρχιθαλαμηπόλων – Θαλαμηπόλων ΕΝ, Π.Ε.Μ.Ε.Ν. και Π.Ε.Π.Ε.Ν.) που συμβλήθηκαν για λογαριασμό τους στις εν λόγω ΣΣΝΕ. Επομένως, ο πρώτος ενάγων δικαιούται για την απασχόλησή του στο πλοίο της εναγομένης επί 31 ημέρες το 2019 το ποσό των (2.785,77:30Χ31) 2.878,63 ευρώ. Επίσης ως αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019 ο ενάγων αυτός που εργάστηκε εντός του κρίσιµου χρονικού διαστήµατος 31 ηµέρες, δικαιούται ποσό ίσο µε τα 2/25 του µηνιαίου µισθού του ανά 19 ηµέρες απασχόλησης, ήτοι το ποσό των [συνολικός µηνιαίος µισθός (2.785,77-58,79 για το επίδομα ιματισμού που δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών –βλ ΜονΕφΠειρ. 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜονΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262 =) 2.726,98 ευρώ Χ 2/25 Χ 1,63 δεκαεννιαήµερα) 355,60 ευρώ. Η εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 4.012,59 ευρώ για δεδουλευμένα και 478,12 ευρώ για επιδόματα εορτών. Από τις αποδείξεις που προσκομίζει ως σχετικά 32.1 έως 32.17, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες καταβολές έγιναν σε εξόφληση της ανωτέρω οφειλής της εναγομένης, καθώς αφορούν σε καταβολές άλλων εταιρειών του ομίλου για την υπηρεσία του πρώτου ενάγοντος στα πλοία τους και όχι στο επίδικο της εναγομένης. Καμία αναφορά στις εν λόγω αποδείξεις δεν γίνεται, ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης και ότι έγιναν κατ΄αρθρ. 317 ΑΚ για λογαριασμό της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής με εντολέα έτερη εταιρεία του ομίλου και όχι την εναγομένη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (πρώτος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Μάλιστα, η ίδια η εναγομένη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία κατεβλήθησαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση της ……. η οποία κατέθεσε σχετικά, «…. Οι πληρωμές των αποδοχών των παραπάνω ναυτικών για κάθε ημέρα υπηρεσίας τους, γινόντουσαν διατραπεζικά με εμβάσματα σε ατομικούς λογαριασμούς τους στην τράπεζα . …….. Κάθε μήνα εκδίδετο από το κοινό λογιστήριο του ομίλου “…….” στον Πειραιά, αναλυτική απόδειξη πληρωμής αποδοχών στην οποία αναφερόντουσαν ακριβώς οι ημέρες εργασίας κάθε ναυτικού και τα ποσά που πληρωνόντουσαν για κάθε συγκεκριμένη αιτία. Οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος κάθε μήνα, πληρωνόντουσαν στους ναυτικούς από οποιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε, ή ακόμη και από την διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία “……..”. Για το σύνολο των ημερών εργασίας σε κάθε πλοίο κάθε μήνα, έβγαινε εκκαθαριστικό σημείωμα το οποίο κάλυπτε τις αποδοχές των ημερών αυτών υπηρεσίας των ναυτικών μέσα στο μήνα. Αυτά τα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα -αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, έβγαιναν στο τέλος κάθε μήνα από το μοναδικό λογιστήριο της επιχείρησης “ …….” στον Πειραιά και αφορούσαν τις αποδοχές για τις ημέρες υπηρεσίας του κάθε ναυτικού μέσα στο μήνα, και ο κάθε ναυτικός έπαιρνε αντίγραφο…». Η εν λόγω κατάθεση είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρει ποιά εκ των ανωτέρω εταιρειών του ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της απαίτησης του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Η εν λόγω κατάθεση, όπως και οι ομοίου περιεχομένου ένορκες βεβαιώσεις των ……….. και ………., είναι παντελώς αόριστες, αφού οι ανωτέρω μάρτυρες ομοίως δεν κατέθεσαν ποίο ποσό κατεβλήθη από ποιά εκ των ανωτέρω εταιρειών του ομίλου και πότε, έναντι των απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις ανωτέρω καταβολές οι ανωτέρω τρίτες εταιρείες του ομίλου, εξοφλούσαν τις ένδικες ως άνω απαιτήσεις του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στην εναγομένη, λογικό και αναμενόμενο ήταν, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης, αφού πρόκειται για εξόφληση ξένης απαίτησης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, η εναγομένη έναντι της ανωτέρω απαίτησης του πρώτου ενάγοντος ουδέν κατέβαλε έναντι των δικαιούμενων αποδοχών του από την εργασία του στο ως άνω πλοίο αυτής και επομένως έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας την αγωγή κατά το συναφές αίτημά της, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσης που πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατήσει και δικάσει την αγωγή το παρόν Δικαστήριο, να την κάνει εν μέρει δεκτή ως προς αυτόν και να υποχρεώσει την εναγομένη να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά (2.878,63 + 355,60) νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019.
Αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι, για το επίδικο διάστημα, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν με βάση τη ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατικών πλοίων του 2018 (ΥΑ 2242,5-1.5/80350/2018- ΦΕΚ τ. Β΄5084/2018) και 2019 (ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019- ΦΕΚ τ. Β΄3170/12.8.2019), για το 2018 σε (µισθός ενεργείας 1.181,15 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 259,86 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 425,46 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35,92 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 57,63 ευρώ, αντίτιµο τροφής 587,70 ευρώ) 2.547,72 ευρώ, (με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 464,12 ευρώ κατά τα σχετικώς προεκτιθέμενα για τον πρώτο ενάγοντα). Δεδομένου ότι υπηρέτησε στο πλοίο της εναγομένης επί 69 ημέρες το 2018, δικαιούται 2.547,72 : 30 Χ 69= 5.859,76 ευρώ, και όχι 6.927,23 ευρώ όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Επίσης για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2018, δεδοµένου ότι εργάστηκε εντός του κρίσιµου χρονικού διαστήµατος από 1.1.2018 έως 30.4.2018 επί 44 ηµέρες, δικαιούται ποσό ίσο µε το 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού του ανά 8 ηµέρες απασχόλησης, ήτοι το ποσό των [συνολικός μηνιαίος µισθός (2.547,72 – 57,63 για το επίδομα ιματισμού που δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών –βλ ΜονΕφΠειρ. 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜονΕφΠειρ 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262-, = 2.490,09 : 2 Χ 1/15 Χ 5,5 οκταήµερα=) 456,51 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε από την εκκαλουμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάγοντος περί οφειλής της εναγομένης για την άνω αιτία ποσού 552,14 ευρώ, κατόπιν μη νόμιμου συνυπολογισμού του επιδόματος ιματισμού στις τακτικές αποδοχές του για τον υπολογισμό των δώρων του. Επίσης για δώρο Χριστουγέννων έτους 2018 ο ίδιος ενάγων δικαιούται από την εναγομένη, δεδοµένου ότι εργάστηκε εντός του κρίσιµου χρονικού διαστήµατος επί 25 ηµέρες δικαιούται : [συνολικός µηνιαίος µισθός (2.490,09 Χ 2/25 Χ 1,31 δεκαεννιαήµερα)] 260,96 ευρώ, και όχι 315,64 ευρώ, όπως υποστηρίζει ο ενάγων. Ακολούθως, για την υπηρεσία του ως ναύτης επί 29 ημέρες το 2019 δικαιούται [(µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 256,05 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ = 2.589,59) :30 Χ 29=] 2.503,27 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 =2.530,81 Χ 2/25Χ 1,53 δεκαεννιαήµερα =) 309,77 ευρώ. Για την εργασία του επί 3 ημέρες το 2019 με την ειδικότητα του ναύκληρου, δικαιούται (βάσει των αναφερόμενων αντιστοίχως για τον πρώτο ενάγοντα) ποσό (2.785,77 : 30 Χ 3=) 278,58 ευρώ και ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, βάσει της αυτής υπηρεσίας, ποσό (2.726,98 ευρώ Χ 2/25 Χ 0,16 δεκαεννιαήµερα=) 34,90 ευρώ. Έναντι των ποσών αυτών ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη τμηματικά το ποσό των 7.233,89 ευρώ (μικτά), και όχι αυτό των 5.327,82 ευρώ που επικαλείται ο δεύτερος ενάγων, όπως αποδεικνύεται από τις εξοφλητικές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγομένης που φέρουν την υπογραφή του και τις συνημμένες αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων (σχετικά 33.1, 33.2, 33.8, 33.12, 33.19, 33.27, 33.40 και 33.44 της εναγομένης), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της ένστασης εξόφλησης που νομίμως επαναφέρει με τις προτάσεις της, περί καταβολής στον δεύτερο ενάγοντα ποσού 10.562,69 ευρώ για τις άνω δεδουλευμένες αποδοχές του και ποσό 1.281,95 ευρώ για τα δώρα εορτών, που από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει και δη τις επικαλούμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών (σχετ. 33,1 – 33.51, πλην των ανωτέρω), κατά τα συναφώς αναφερόμενα σχετικά με τον πρώτο ενάγοντα. Επομένως κατόπιν καταλογισμού των άνω καταβολών στις παλαιότερες απαιτήσεις του δεύτερου ενάγοντος (αρ. 422 ΑΚ), απομένει οφειλή της ποσού 2.469,86 ευρώ που αντιστοιχεί στο δώρο Χριστουγέννων 2019 (295,86) και κατά το λοιπό ποσό (2.174€) στις δεδουλευμένες αποδοχές του 2019. Επομένως απορρίπτοντας τις ανωτέρω αξιώσεις του δεύτερου ενάγοντος, εσφαλμένα εκτίμησε η εκκαλουμένη τις αποδείξεις και πρέπει κατ’ αποδοχήν του τρίτου λόγου της έφεσης και ως προς τον δεύτερο ενάγοντα – εκκαλούντα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατήσει και δικάσει την αγωγή το παρόν Δικαστήριο, να την κάνει εν μέρει δεκτή και ως προς αυτόν και να υποχρεώσει την εναγομένη να του καταβάλει το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019.
Ως προς τον τρίτο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι αυτός εργάστηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του ναύτη για 11 ημέρες το 2019 για τις οποίες δικαιούται [(µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 256,05 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ = 2.589,59) :30 Χ 11=] 949,52 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 = 2.530,81 Χ 2 / 25 Χ 1,53 δεκαεννιαήµερα =) 117,22 ευρώ. Και ως προς την οφειλή αυτή, η εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της, την, παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 1.119,44 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 121,72 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, από τις αποδείξεις που αυτή προσκομίζει ως σχετικά 34.1 έως 34.14, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες καταβολές άλλων εταιρειών του ομίλου, έγιναν σε εξόφληση της ανωτέρω οφειλής της εναγομένης, κατά τα αντιστοίχως αναφερόμενα για τον πρώτο ενάγοντα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ένσταση εξόφλησης ως αβάσιμη και να γίνει η έφεση δεκτή και ακολούθως εν μέρει η αγωγή και ως προς τον ενάγοντα αυτόν και να του επιδικασθεί το παραπάνω ποσό (1.241,16€) νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του, ήτοι από 24.7.2019.
Αναφορικά με τον τέταρτο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάστηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του ναύτη για 33 ημέρες το 2019 για τις οποίες δικαιούται [(µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 256,05 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ = 2.589,59) :30 Χ 33=] 2.848,55 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 = 2.530,81 Χ 2 / 25 Χ 1,74 δεκαεννιαήµερα =) 352,29 ευρώ. Και ως προς την οφειλή αυτή, η εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών, κατέβαλε στον συγκεκριμένο ενάγοντα το ποσό των 3.671,41 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 403,31 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. Από τις εξοφλητικές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών της εναγομένης που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος (σχετικά 35.7, 35.11 και 35.15 της εναγομένης), προκύπτει ότι αυτή του κατέβαλε 834,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές κατά το επίδικο διάστημα (και όχι 774,05 ευρώ όπως ισχυρίζεται ο ενάγων) και 100,79 ευρώ για δώρα (όπως ομολογεί ο ενάγων) και επομένως του οφείλει 2.014,48 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 251,50 για αναλογία δώρου Χριστουγέννων νομιμοτόκως από 13.9.2019, κατά τα οποία και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ακολούθως η αγωγή.
Περαιτέρω, αναφορικά με τον πέμπτο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε με την ειδικότητα του ναύτη στο πλοίο της εναγομένης επί 9 ημέρες το 2018, για τις οποίες δικαιούται (κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα) 2.547,72 : 30 Χ 9 = 764,32 ευρώ, και όχι 903,55 ευρώ όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, δικαιούται 2.490,09 Χ 2/25 Χ 0,47 δεκαεννιαήµερα=) 93,63 ευρώ, και όχι 113,24 ευρώ κατά τους υπολογισμούς του ενάγοντος. Ακολούθως, εργάστηκε με την αυτή ειδικότητα επί 12 ημέρες το 2019, για τις οποίες δικαιούται (2.589,59 :30 Χ 12=) 1.035,84 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 = 2.530,81 Χ 2 / 25 Χ 0,6315 δεκαεννιαήµερα =) 127,85 ευρώ. Έναντι των ποσών αυτών ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 954,33 ευρώ (μικτά), για δεδουλευμένες αποδοχές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης (σχετικά αυτής 36.12, 36.18, 36.27), και 124,25 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων, όπως συνομολογεί ο ενάγων, απορριπτόμενης κατά το υπερβάλλον της νομίμως επαναφερόμενης ένστασης της εναγομένης ως αβάσιμης αφού δεν αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες (σχετ. 36.1 – 36.35) λοιπές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου. Επομένως, κατόπιν των καταβολών αυτών, καταλογιζομένων κατά νόμο, απομένει απαίτηση του ενάγοντος (764,32 + 1.035,84 – 954,33 =) 845,83 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2019 και (93,63 + 127,85 – 124,25=) 97,23 ευρώ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019, τα ποσά αυτά δε νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 8.8.2019.
Ως προς τον έκτο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάστηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του ναύτη για 6 ημέρες το 2019 για τις οποίες δικαιούται (κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα 2.589,59 :30 Χ 6=) 517,92 ευρώ, ενώ για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 =2.530,81 Χ 2 / 25 Χ 0,315 δεκαεννιαήµερα =) 63,78 ευρώ, και όχι τα ποσά των 614,26 και 76,17 ευρώ που ζητά ο ενάγων. Και ως προς την οφειλή αυτή, η εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι έναντι των ανωτέρω αποδοχών, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 581,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 64,95 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων. Από την εξοφλητική απόδειξη πληρωμής αποδοχών της εναγομένης, που φέρει την υπογραφή του ενάγοντος (σχετικό 37.8 της εναγομένης, καθώς οι λοιπές αποδείξεις πληρωμής με αρ. σχετ. 37.1-37.10 αφορούν άλλες εταιρείες του ομίλου), προκύπτει ότι αυτή του κατέβαλε 96,76 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές κατά το επίδικο διάστημα και 12,60 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2019 (όπως ομολογεί ο ενάγων). Επομένως του οφείλει 421,16 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 51,58 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019, κατά τα οποία και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και η αγωγή.
Αναφορικά με τον έβδομο ενάγοντα ο οποίος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου στο πλοίο της εναγομένης επί 17 ημέρες το 2019, δικαιούται με βάση το μισθό του, που βάσει της ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατικών πλοίων του 2019 ανερχόταν σε (µισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 265,05 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 433,95 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 58,78 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ) 2.589,59 ευρώ, (με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 472,72 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα), 2.589,59 : 30 Χ 17 = 1.467,43 ευρώ, και όχι 1.740,41 ευρώ όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Επίσης για αναλογία επιδόματος και ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.589,59 – 58,78 =2.530,81 Χ2/25Χ 0,894 δεκαεννιαήµερα =) 181 ευρώ και όχι 218,68 ευρώ που επικαλείται ο ενάγων. Έναντι αυτών η εναγομένη ουδέν του κατέβαλε, απορριπτόμενης της συναφούς ένστασης εξόφλησής της, που νομίμως επαναφέρει με τις προτάσεις της, αφού δεν προκύπτουν οι επικαλούμενες καταβολές της ποσών 1.719,41 και 213,77 ευρώ, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου (σχετικά 38.1 – 38.11 της εναγομένης) κατά τα συναφώς αναφερόμενα σχετικά με τον πρώτο ενάγοντα. Επομένως και ως προς τον ενάγοντα αυτόν εσφαλμένα εκτίμησε η εκκαλουμένη τις αποδείξεις και πρέπει κατ’ αποδοχήν της έφεσης και της αγωγής να του επιδικαστούν τα παραπάνω οφειλόμενα ποσά (1.933,18€) νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του ημέρα, ήτοι από τις 13.9.2019.
Ως προς τον όγδοο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου στο πλοίο της εναγομένης επί 7 ημέρες το 2018, για τις οποίες δικαιούται βάσει του μισθού του (µισθός ενεργείας 1.181,15 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 259,86 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 425,46 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35.92 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 57,63 ευρώ, αντίτιµο τροφής 587,70 ευρώ, (με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στον μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών κατά τα προεκτεθέντα) 2.547,72 : 30 Χ 7 = 594,47 ευρώ, και όχι 702,76 ευρώ όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, δικαιούται 2.547,72 – 57,63 = 2.490,09 Χ 2/25 Χ 0,368 δεκαεννιαήµερα=) 70,30 ευρώ, και όχι 89,15 ευρώ κατά τους υπολογισμούς του ενάγοντος. Ακολούθως, εργάστηκε με την αυτή ειδικότητα επί 28 ημέρες το 2019, για τις οποίες δικαιούται (2.589,59 :30 Χ 28=) 2.416,95 ευρώ. Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.530,81 Χ2/25Χ 1,47 δεκαεννιαήµερα =) 297,62 ευρώ, αντί 361,18 ευρώ που αιτείται ο ενάγων. Έναντι των ποσών αυτών ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 1.078,60 ευρώ (954,34 ευρώ (μικτά), για δεδουλευμένες αποδοχές 2018 κ΄ 2019 και 124,26 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων), όπως συνομολογεί ο ενάγων και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης (σχετικά αυτής 39.5, 39.10, 39.18 και 39.22), απορριπτόμενης κατά το υπερβάλλον της νομίμως επαναφερόμενης ένστασης της εναγομένης ως αβάσιμης αφού δεν αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες (σχετ. 39.1 – 39.30) λοιπές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου. Επομένως, κατόπιν των καταβολών αυτών, καταλογιζομένων κατά νόμο, απομένει οφειλή του ενάγοντος (594,47+ 2.416,95 – 954,34 =) 2.057,08 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2019 και (70,30+297,62-124,26 =) 243,66 ευρώ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019, τα ποσά αυτά δε νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019.
Ως προς τον ένατο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου στο πλοίο της εναγομένης επί 26 ημέρες το 2018, για τις οποίες δικαιούται βάσει του μισθού του (κατά τα ανωτέρω, 2.547,72 : 30 Χ 26 =) 2.208,02 ευρώ, και όχι 2.610,26 όπως διατείνεται. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, δικαιούται (2.547,72 – 57,63 = 2.490,09 Χ 2/25 Χ 1,368 δεκαεννιαήµερα=) 272,52 ευρώ, και όχι 330,09 ευρώ κατά τους υπολογισμούς του ενάγοντος. Ακολούθως, εργάστηκε με την αυτή ειδικότητα επί 33 ημέρες το 2019, για τις οποίες δικαιούται (2.589,59 :30 Χ 33=) 2.848,54 ευρώ. Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του, δικαιούται (2.530,81 Χ2/25Χ 1,736=) 351,48 ευρώ, αντί 425,07 που αιτείται ο ενάγων. Έναντι των ποσών αυτών ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 2.253,69 ευρώ (1.994,07 για δεδουλευμένες αποδοχές 2018 κ΄ 2019 και 259,62) ευρώ για δώρα Χριστουγέννων), όπως συνομολογεί και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης (σχετικά αυτής 40.3, 40.8, 10.11, 40.17 και 40.27), απορριπτόμενης κατά το υπερβάλλον της νομίμως επαναφερόμενης ένστασής της ως αβάσιμης αφού δεν αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες (σχετ. 40.1 – 40.38) λοιπές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου, κατά τα αντιστοίχως εκτιθέμενα για τον πρώτο ενάγοντα. Επομένως, κατόπιν των καταβολών αυτών, καταλογιζομένων κατά νόμο, απομένει οφειλή έναντι του ενάγοντος αυτού (2.208,02 – 1.994,07 =) 213,95 ευρώ για δεδουλευμένα έτους 2018 και 2.848,54 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2019 και (272,52 – 259,62 =) 12,90 ευρώ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2018 και 351,48 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019, τα ποσά αυτά δε νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης κατά το αντίστοιχο έτος, ήτοι ποσό 226,85 νομιμοτόκως από τις 9.9.2018, και ποσό 3.200,02 ευρώ νομιμοτόκως από τις 13.9.2019.
Ως προς τον δέκατο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε με την ειδικότητα του επίκουρου θαλαμηπόλου στο πλοίο της εναγομένης επί 10 ημέρες το 2018, για τις οποίες δικαιούται βάσει του μισθού του (µισθός ενεργείας 946,93 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 208,32 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 360,50 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35,92 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 57,63 ευρώ, αντίτιµο τροφής 587,70 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών κατά τα προαναφερθέντα) 2.197 : 30 Χ 10 =) 732,33 ευρώ, και όχι 856,25 ευρώ όπως διατείνεται. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, δικαιούται (2.197 – 57,63 = 2.139,37 Χ 2/25 Χ 0,52 δεκαεννιαήµερα=) 89 ευρώ, και όχι 80,95 ευρώ όπως δέχθηκε εσφαλμένα η εκκαλουμένη ή 106,84 ευρώ κατά τους υπολογισμούς του ενάγοντος. Επίσης, κατά το ίδιο έτος εργάσθηκε στο πλοίο της εναγομένης με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανής χωρίς άδεια θερμαστή επί 11 ημέρες για τις οποίες δικαιούται, βάσει του μισθού του (µισθός ενεργείας 928,59 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 204,29 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 355,42 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35,92 ευρώ, επίδοµα ιµατισµού που δεν του παρείχετο σε είδος 57,63 ευρώ, αντίτιµο τροφής 587,70 ευρώ, ειδικό επίδομα παρακολούθησης μηχανημάτων 20,21 ευρώ και επίδομα εκτέλεσης έξτρα εργασιών 36,19 ευρώ με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό του η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 371,75 ευρώ κατά τα προαναφερθέντα) 2.225,95 : 30 Χ 11 =) 816,18 ευρώ. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018 για την υπηρεσία του αυτή, δικαιούται (2.225,95 – 57,63 = 2.168,32 Χ 2/25 Χ 0,58 δεκαεννιαήµερα=) 100,61 ευρώ, και όχι 91,24 ευρώ που εσφαλμένα υπολόγισε η εκκαλουμένη ή 120,18 ευρώ κατά τους υπολογισμούς του ενάγοντος. Ακολούθως, εργάστηκε με την ειδικότητα του καθαριστή μηχανών επί 69 ημέρες το 2019, για τις οποίες δικαιούται με βάση τον μισθό του (μισθός ενεργείας 947,16 ευρώ + επίδομα Κυριακών 208,38 ευρώ + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ + αντίτιμο τροφής που δεν παρεχόταν σε είδος 599,40 ευρώ το μήνα + επίδομα ιματισμού 58,78 ευρώ + επίδομα παρακολούθησης της λειτουργίας των βοηθητικών μηχανημάτων του πλοίου 20,61 ευρώ + επίδομα εκτέλεσης έξτρα εργασιών 36,91 ευρώ και ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 362,59 ευρώ και συνολικά 2.270,47 μηνιαίως :30 Χ 69 =) 5.222,08 ευρώ. Επίσης για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2019, δεδοµένου ότι εργάστηκε εντός του κρίσιµου χρονικού διαστήµατος από 1.1.2019 έως 30.4.2019 επί 37 ηµέρες, δικαιούται ποσό ίσο µε το 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού του ανά 8 ηµέρες απασχόλησης, ήτοι το ποσό των [συνολικός μηνιαίος µισθός (2.270,47 – 58,78 για το επίδομα ιματισμού = 2.211,69 : 2 Χ 1/15 Χ 4,625 οκταήµερα=) 340,97 ευρώ, και όχι 334,28, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από την εκκαλουμένη ή 516,97 ευρώ όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας του 32 ημερών από 1.5 – 31.12.2019, δικαιούται (2.270,47 – 58,78 = 2.211,69 Χ2/25Χ 1,684 δεκαεννιαήμερα=) 297,96 ευρώ, αντί των 1.456,34 που αιτείται. Έναντι των ποσών αυτών ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 4.801,90 ευρώ (4.248,72 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2018 κ΄ 2019 και 553,18 ευρώ για δώρα εορτών), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης (σχετικά αυτής 41.3, 41.6, 41.7, 41.8 και 41.17), απορριπτόμενης κατά το υπερβάλλον της νομίμως επαναφερόμενης ένστασης της εναγομένης ως αβάσιμης, αφού δεν αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες (σχετ. 41.1 – 41.28) λοιπές αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου, κατά τα αντιστοίχως εκτιθέμενα για τον πρώτο ενάγοντα. Επομένως, κατόπιν των καταβολών αυτών, καταλογιζομένων κατά νόμο, απομένει οφειλή έναντι του ενάγοντος (732,33 + 816,18 + 5.222,08 – 4248,72 =) 2.521,87 για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών 2019 και (89 + 100,61 + 340,97 + 297,96 – 553,18 =) 275,36 ευρώ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019, τα ποσά αυτά δε νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής του από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019.
Αναφορικά με την ενδέκατη ενάγουσα, τέλος, αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε με την ειδικότητα της ανθυποπλοιάρχου στο πλοίο της εναγομένης επί 15 ημέρες το 2018, για τις οποίες δικαιούται βάσει του μισθού της (µισθός ενεργείας 1.501,66 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 330,37 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 514,32 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35,92 ευρώ, αντίτιµο τροφής 587,70 ευρώ, ειδικό επίδομα πλοιάρχου γ΄ 30,19, επίδομα παραλαβής, επίβλεψης στιβασίας κ’ φορτοεκφόρτωσης οχημάτων 178,63 ευρώ, με τη σημείωση ότι δεν συνυπολογίζεται στο μισθό της η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών ποσού 589,54 ευρώ, αφού τέτοια αμοιβή δεν προβλεπόταν από την οικεία ΣΣΝΕ για τους ανθυποπλοιάρχους, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, στα πλαίσια της ατομικής σύμβασης εργασίας τους) 3.178,60 : 30 Χ 15 = 1.589,30 ευρώ, και όχι 1884,17 όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Επίσης για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, δικαιούται 3.178,60 Χ 2/25 Χ 0,79 δεκαεννιαήµερα=) 200,89 ευρώ, και όχι 238,16 ευρώ κατά τους υπολογισμούς της ενάγουσας. Ακολούθως, εργάστηκε με την αυτή ειδικότητα επί 31 ημέρες το 2019, για τις οποίες δικαιούται με βάση τον μισθό της (µισθός ενεργείας 1.531,69 ευρώ, επίδοµα Κυριακών 336,97 ευρώ, επίδοµα αδείας µετά της τροφοδοσίας 524,60 ευρώ, επίδοµα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ, αντίτιµο τροφής 599,40 ευρώ, ειδικό επίδομα πλοιάρχου γ΄ 30,79, επίδομα παραλαβής, επίβλεψης στιβασίας κ’ φορτοεκφόρτωσης οχημάτων 182,20 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται στο μισθό της η επικαλούμενη πάγια αμοιβή Σαββάτου και αργιών), 3.242,29 : 30 Χ 31 = 3.350,37 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2019, βάσει της άνω υπηρεσίας της, δικαιούται (3.350,37 Χ2/25Χ 1,63 δεκαεννιαήμερα=) 436,89 ευρώ, αντί 495,99 που αιτείται η ενάγουσα. Έναντι των ποσών αυτών η ενάγουσα έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 3.209,22 ευρώ (2.837,36 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2018 κ΄ 2019 και 371,86 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων), όπως συνομολογεί η ενάγουσα απορριπτόμενης κατά το υπερβάλλον της νομίμως επαναφερόμενης ένστασης της εναγομένης ως αβάσιμης αφού δεν αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες (σχετ. 42.1 – 42.37) αποδείξεις πληρωμής αποδοχών άλλων εταιρειών του ομίλου (πλην των 42.11 και 42.28 αποδείξεων της εναγομένης, συνολικού ποσού 1.837,61 ευρώ). Επομένως, κατόπιν των καταβολών αυτών, καταλογιζομένων κατά νόμο, απομένει οφειλή έναντι της ενάγουσας ποσού (1.589,30+3.350,37 – 2.837,36 =) 2.102,31 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές 2019 και (200,89 + 436,89 – 371,86 =) 265,92 ευρώ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2019, τα ποσά αυτά δε νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας αποναυτολόγησής της από το πλοίο της εναγομένης, ήτοι από τις 13.9.2019.
Κατ’ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τον ανωτέρω τρίτο λόγο της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει η αγωγή εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα για τον καθέναν τους ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Επίσης, η εναγομένη, λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Δέχεται αυτήν εν μέρει.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει :
Α) Στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (3.234,23€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Β) Στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (2.469,86€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Γ) Στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων διακοσίων σαράντα ενός ευρώ και δέκα έξι λεπτών (1.241,16€) με το νόμιμο τόκο από τις 24.7.2019.
Δ) Στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (2.265,98 €) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Ε) Στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων σαράντα τριών ευρώ και έξι λεπτών (943,06€) με το νόμιμο τόκο από τις 8.8.2019.
Στ) Στον έκτο ενάγοντα το ποσό των τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και δεκαέξι λεπτών (421,16€) με το νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Ζ) Στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των χιλίων εννιακοσίων τριάντα τριών ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (1.933,18€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Η) Στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (2.300,74€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Θ) Στον ένατο ενάγοντα το ποσό των διακοσίων είκοσι έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (226,85€) νομιμοτόκως από τις 9.9.2018 και το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων ευρώ και δύο λεπτών (3.200,02€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Ι) Στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (2.797,23€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
ΙΑ) Στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (2.368,23€) με τον νόμιμο τόκο από τις 13.9.2019.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 25 Ιουνίου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ