ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 460/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μονοπρόσωπης ναυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στην ……. Αττικής [ΑΦΜ …..] και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος της Ιωάννα Λεγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………….. τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος του Άννα Κοντοσέα [Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο εκκαλών – εφεσίβλητος, …………., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 16.12.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/16.12.2022 αγωγή, σε βάρος της ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 18.01.2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 643/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «………….», με την από 04.08.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/04-08-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./04-08-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 06.02.2026 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………./06-02-2026 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους και με σχετική δήλωσή τους δήλωσαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 04.08.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/04-08-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./04-08-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας –εναγομένης [Α έφεση] και β) από 06.02.2026 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……./06-02-2026 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 643/27.02.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 16.12.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../16.12.2022 αγωγής, σε βάρος της ήδη εφεσιβλήτου – εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……….», αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 27.02.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων κατετέθη την 04.08.2025 και η δεύτερη εξ αυτών, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την 06.02.2026, αφού αυτή ασκήθηκε μετά την 1.1.2026, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 42 και 168 παρ. 3 Ν. 5221/2025, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, και ήδη § 3 εδ. τελευταίο του ιδίου άρθρου, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α΄ και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ.
ΙΙ. Ο ενάγων, ……………, με την ένδικη αγωγή του, ήγειρε αξιώσεις από την υπ’ αυτού παροχή εξαρτημένης εργασίας στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά – οχηματαγωγά (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοία «Ν» και «D», 5.650,51 και 10.755 κ.ο.χ., αντίστοιχα, πλοιοκτησίας της εναγομένης, στα οποία απασχολήθηκε με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, δυνάμει των αναφερόμενων διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν [α] με τον Πλοίαρχο του πρώτου των ως άνω πλοίων την 21.08.2020, 29.04.2021, 10.12.2021, 08.02.2022 και 26.08.2022 και λύθηκαν αντίστοιχα, στις 01.03.2021 τυπικά λόγω αδείας έως την 1.4.2021 αλλά στην πραγματικότητα κατόπιν μονομερούς εκ μέρους του Πλοιάρχου του πλοίου καταγγελίας, άνευ υπαιτιότητός του, την 9.9.2021 ομοίως τυπικά λόγω αδείας έως την 9.10.2021 αλλά στην πραγματικότητα κατόπιν μονομερούς εκ μέρους του Πλοιάρχου του πλοίου καταγγελίας, άνευ υπαιτιότητός του, την 18.1.2022 τυπικά λόγω ασθενείας του αλλά στην πραγματικότητα λόγω τραυματισμού του επί του εν λόγω πλοίου, κατά την εκτέλεση της εργασίας, την 8.7.2022 τυπικά λόγω αδείας έως την 8.8.2022, αλλά στην πραγματικότητα κατόπιν μονομερούς εκ μέρους του Πλοιάρχου του πλοίου καταγγελίας, άνευ υπαιτιότητός του και την 7.12.2022 με αμοιβαία συναίνεση αυτού και του Πλοιάρχου και [β] με τον Πλοίαρχο του δευτέρου των ως άνω πλοίων την 9.11.2021 και λύθηκε την 10.12.2021, λόγω μεταθέσεώς του σε έτερο πλοίο της εναγομένης. Με βάση τις συμβάσεις αυτές και επικαλούμενος περαιτέρω, ότι κατά τις ναυτολογήσεις του εργαζόταν καθημερινά επί δεκαέξι [16] ώρες καθόν χρόνο εργάσθηκε επί του πρώτου πλοίου, πλην του χρονικού διαστήματος από 4.1.2022 έως 18.1.2022 οπότε διενεργούντο επισκευές επ’ αυτού και αυτός εργάζονταν επί ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και επί δέκα πέντε [15] ώρες καθόν χρόνο εργάζονταν επί του δευτέρου των ανωτέρω πλοίων, χωρίς όμως να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες, ούτε τις πλήρεις αποδοχές του για δώρα εορτών και επιπλέον καθόν χρόνο εργάσθηκε επί του πρώτου των ανωτέρω πλοίων, αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες διανυκτέρευσης, ούτε τη νόμιμη πρόσθετη αμοιβή του για τα δρομολόγια εξπρές, καθώς επίσης την αποζημίωση για την απόλυσή του την 1.3.2021, 9.9.2021 και 8.7.2021, αφού μετά τη λήξη της άδειάς του την 1.4.2021, 9.10.2021 και 8.8.2022, αντίστοιχα, όχλησε την εναγομένη για την επαναπρόσληψή του, πλην όμως αυτή τον προσέλαβε καθυστερημένα, αλλά και αποζημίωση λόγω της πρόσκαιρης ανικανότητάς του προς εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 18.1.2022 έως 7.2.2022, αφού δεν ηδυνήθη να εργασθεί συνεπεία τραυματισμού του επί του πλοίου, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, καθώς επίσης και πλήρεις αποδοχές για μισθούς ασθενείας κατά το ίδιο διάστημα, ζητούσε ο ενάγων, όπως το αρχικώς συνολικά καταψηφιστικό αίτημά του, παραδεκτώς περιορίστηκε πρωτοδίκως, σε εν μέρει αναγνωριστικό, α] να του επιδικαστεί, με διάταξη προσωρινώς εκτελεστή, το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων πενήντα δύο ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (27.252,41 €) για διαφορές αποδοχών του λόγω της υπερωριακής απασχόλησής του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων και β] να αναγνωριστεί η απαίτησή του από την απασχόλησή του στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων για υπόλοιπο αναλογίας δώρων εορτών των ετών 2021 και 2022, πρόσθετη αμοιβή για την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές, για την αποζημίωσή του λόγω μη χορήγησης είκοσι δύο συνολικά αδειών διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου κατά τα έτη 2021 και 2022, για την αποζημίωσή του λόγω απόλυσής του, άνευ υπαιτιότητός του την 1.3.2021, 9.9.2021 και 8.7.2022, για την αποζημίωσή του λόγω πρόσκαιρης ανικανότητάς του προς εργασία λόγω τραυματισμού του κατά την εργασία του επί του πλοίου την 18.1.2022 και για υπόλοιπο μισθών ασθενείας του και, από την απασχόλησή του στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, για διαφορές αποδοχών υπερωριακής απασχόλησης και υπόλοιπο αναλογίας δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022, συνολικού ύψους τριάντα δύο χιλιάδων διακοσίων τριών ευρώ και πενήντα λεπτών (32.203,50 €), εκ των οποίων το ποσό των ευρώ 57.159,33 με το νόμιμο τόκο από την τελευταία αποναυτολόγησή του από το πρώτο πλοίο την 7.12.2022, όπως παραδεκτώς το αίτημα αυτό διορθώθηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου διαδικασία και το ποσό των ευρώ 2.296,58 από την αποναυτολόγησή του από το δεύτερο πλοίο την 10.12.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 643/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως νόμιμη η ένδικη αγωγή, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 653, 655, 340, 341 εδ.α, 345 εδ.α, 346 ΑΚ, 1, 2, 3 παρ.3 του Ν. 551/1915, 53, 54, 57, 60, 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), άρθρο μόνο ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’ 1/1982), της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019 που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β 3170/12.8.2919) και της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2022, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 (ΦΕΚ Β 663/15.2.2022), πλην του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, κατά το αναγνωριστικό της αίτημα, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο και ως τέτοιο απορρίφθηκε και επαρκώς ορισμένη, αφού απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης, ακολούθως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρικώς ασκηθείσα ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως αβάσιμη στην ουσία της η περί συμψηφισμού, κατ΄ ακριβολογία καταλογισμού στις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση επί του πρώτου πλοίου του ποσού των ευρώ 356,71 που η εναγομένη κατάβαλε στον ενάγοντα κατά το έτος 2021, με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» και του ποσού των ευρώ 782,78 που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα κατά το έτος 2022, με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και η εναγομένη (α) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά, το ποσό των ευρώ 12.647,63, νομιμοτόκως από την 8.12.2022 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου, αργίας, τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής κατά τα έτη 2021 και 2022 που εργάσθηκε επί του ανωτέρω πλοίου «N», αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα τρεις (13) ώρες καθ’ εκάστη, πλην του χρονικού διαστήματος από 4.1.2022 έως 18.1.2022, οπότε στο πλοίο διενεργούντο επισκευές και ο ενάγων εργαζόταν επί οκτώ [8] ώρες καθ΄ εκάστη, και (β) αναγνωρίσθηκε ότι οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά, το ποσό των ευρώ 19.066,32, εκ των οποίων το ποσό των ευρώ 18.599,11, νομιμοτόκως από την 8.12.2022 και το ποσό των ευρώ 467,21 νομιμοτόκως από την 11.12.2021 και δη για την εργασία του στο ίδιο ως άνω πλοίο «N» το ποσό των ευρώ 638,57 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2021, το ποσό των ευρώ 1.688,79 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2021, το ποσό των ευρώ 1.076,33 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022, το ποσό των ευρώ 1.870,05 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022, το ποσό των ευρώ 1.166,63 για τη συμμετοχή του στην εκτέλεση συνολικά 60,56 δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο κατά τα έτη 2021 και 2022, κατόπιν παραδοχής ως βάσιμης στην ουσία της της περί μερικής καταβολής ένστασης της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 20.738,47, το ποσό των ευρώ 298,43 ως υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης επτά διανυκτερεύσεων κατά την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2021, το ποσό των ευρώ 32,58 ως υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης εννέα διανυκτερεύσεων κατά την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2022, το ποσό των ευρώ 3.056,55 ως αποζημίωση απόλυσης την 1.3.2021, το ποσό των ευρώ 3.056,55 ως αποζημίωση απόλυσης την 9.9.2021, το ποσό των ευρώ 3.061,04 ως αποζημίωση απόλυσης την 8.7.2022, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα τυπικά ο ενάγων, κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, απολύθηκε λόγω αδείας αλλά στην πραγματικότητα άνευ υπαιτιότητός του από τον Πλοίαρχο του πλοίου, το ποσό των ευρώ 2.040,80 ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.3 του Ν. 551/1915, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων την 18.1.2022 τραυματίσθηκε εργαζόμενος επί του πρώτου των ανωτέρω πλοίων, με αποτέλεσμα να καταστεί ανίκανος προς εργασία από 19.1.2022 έως 7.2.2022, το ποσό των ευρώ 612,79 ως διαφορά μισθών ασθενείας λόγω του ιδίου ως άνω τραυματισμού του, αφού έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 405,00 και για την εργασία του στο ως άνω πλοίο «D» το ποσό των ευρώ 110,71 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των ευρώ 85,56 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές, αφού έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 654,66 και το ποσό των ευρώ 270,94, ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2021, αφού έκανε στο σύνολό της δεκτή την περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης. Με την ίδια ως άνω οριστική απόφαση, κηρύχθηκε η καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000 ευρώ και επιβλήθηκε σε βάρος της εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και δη το ποσό των ευρώ χιλίων εκατό (1.100). Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και η εναγομένη και ο ενάγων, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα: 1) η εναγόμενη άσκησε την υπό στοιχείο Α έφεσή της, με την οποία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του α) επί του κονδυλίου της αμοιβής του ενάγοντος λόγω υπερωριακής του απασχόλησης, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον πρώτο λόγο έφεσης ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά τα προσαχθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζει και είχαν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί που παραθέτει στην έφεση της, καθώς επίσης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) δεν εργάσθηκε υπερωριακώς κατά τις ώρες που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά εργαζόταν καθημερινά επί εννέα και σπανιότερα επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη και για την εργασία του αυτή έχει πλήρως εξοφληθεί διά χρηματικών ποσών που ελάμβανε κάθε μήνα, β) ότι τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του η ισχυρισμός της περί συμβατικού συμψηφισμού των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για υπερωριακή απασχόληση, των ποσών που αυτή του κατέβαλε, πέραν των νομίμων αποδοχών του, ως επιμίσθιο, με αιτιολογία καταβολής του «έκτακτες αμοιβές», κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που πλήττεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τον δεύτερο λόγο έφεσης, γ) ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο δώρων εορτών, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον τρίτο λόγο έφεσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό δεν δικαιούται ο ενάγων για την εν λόγω αιτία, αφού υπολογίσθηκαν εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ελήφθησαν υπόψη και τα χρηματικά ποσά που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», καθώς επίσης και το επίδομα άγονης γραμμής και το επίδομα αδείας, δ) ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον τέταρτο λόγο έφεσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, ο ενάγων κανένα ποσό δεν δικαιούται για την εν λόγω αιτία, αφού η εν λόγω αμοιβή υπολογίσθηκε εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτή μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ελήφθη υπόψη και ο μέσος όρος αναλογίας δώρων εορτών αν και τα εν λόγω δώρα εορτών δεν περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, όπως επίσης εσφαλμένως ελήφθησαν υπόψη προς υπολογισμό των τακτικών αποδοχών επί τη βάση των οποίων υπολογίσθηκε η εν λόγω αμοιβή το επίδομα άγονης γραμμής, το επίδομα αδείας, αλλά και τα χρηματικά ποσά που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», ε) ότι ο ενάγων εδικαιούτο αποζημίωσης για δικαιούμενες υπ’ αυτού και μη ληφθείσες επτά άδειες διανυκτέρευσης κατά το έτος 2021 και εννέα άδειες διανυκτέρευσης κατά το έτος 2022, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, στ) ότι ο ενάγων εδικαιούτο ως αποζημίωση απόλυσης από μονομερή πράξη του Πλοιάρχου του πρώτου πλοίου, άνευ υπαιτιότητος αυτού (ενάγοντος) κατά την απόλυσή του την 1.3.2021, 9.9.2021 και 8.7.2022, αν και ο ενάγων απολύθηκε λόγω αδείας, επιπλέον δε διότι η εν λόγω αποζημίωση υπολογίσθηκε εσφαλμένα από την εκκαλουμένη απόφαση, επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου αμοιβής του ενάγοντος για την υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθό μέρος απέρριψε ως μη νόμιμη την περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση της εναγομένης, αλλά και καθό μέρος στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος συνυπολόγισε αναλογία των δώρων εορτών, το επίδομα άγονης γραμμής, το επίδομα αδείας και τα ποσά που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, επιπλέον των νομίμων αποδοχών του, με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» με τον έκτο λόγο έφεσης, ζ) καθό μέρος δέχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος λόγω ασθενείας την 18.1.2022 οφείλονταν σε εργατικό ατύχημα και επεδίκασε εκ του λόγου τούτου αποζημίωση σε αυτόν (ενάγοντα), κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 551/1915, καθώς επίσης και διαφορά μισθών ασθενείας και περαιτέρω ότι, εσφαλμένως η αποζημίωση λόγω πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας αυτού προς εργασία, υπολογίσθηκε επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος στις τακτικές αποδοχές του, μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για την υπερωριακή αυτού απασχόληση, κρίση που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης, ελήφθη υπόψη το επίδομα ιματισμού, ο μέσος όρος αναλογίας δώρων εορτών, το επίδομα άγονης γραμμής, αλλά και τα χρηματικά ποσά που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», με τον έβδομο λόγο έφεσης και η) ότι η περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση της εναγομένης, τυγχάνει μη νόμιμη, κρίση που πλήττει για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ με τον όγδοο λόγο έφεσης. Ζήτησε δε με την έφεσή της, την εξαφάνιση άλλως μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η, σε βάρος της ασκηθείσα ανωτέρω, αγωγή, καθώς επίσης την καταδίκη του ενάγοντος στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ. επειδή, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον αντίδικό της το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Το ποσό αυτό αξίωσε με το νόμιμο τόκο από της καταβολής αυτού στον ενάγοντα. Το τελευταίο αυτό αίτημα, ήτοι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία καταβολής, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της προκειμένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της, περί επαναφοράς των πραγμάτων, απόφασης, δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (Εφ.Πειρ. 31/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Αθ. 490/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Και β) ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την ανωτέρω υπό στοιχείο Β έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν με τους οκτώ λόγους έφεσής του, οι οποίοι εκτιμώμενοι, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του α) ως προς τις ώρες ημερήσιας απασχόλησής του στα ως άνω πλοία κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς με τον πρώτο και έβδομο λόγο έφεσης, καθώς επίσης, διότι δέχθηκε την περί καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 317,93 για την υπερωριακή του απασχόληση καθόν χρόνο το πρώτο πλοίο εκτελούσε δρομολόγια, αν και το ποσό αυτό η εναγομένη του κατέβαλε καθόν χρόνο στο οποίο εγίνοντο επισκευές, β) επί των γενομένων εν μέρει δεκτών ως κατ’ ουσίαν βασίμων κονδυλίων δώρων εορτών, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτών από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον δεύτερο και όγδοο λόγο έφεσης διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτές, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, γ) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού κονδυλίου διαφοράς αμοιβής του για δρομολόγια εξπρές, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτών από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο έφεσης διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτό, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, καθώς επίσης χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου δώρων εορτών, δ) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού κονδυλίου αποζημιώσεως λόγω απολύσεως την 1.3.2021, 9.9.2021 και 8.7.2022, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο έφεσης διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτές, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, καθώς επίσης χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για δώρα εορτών, κονδύλιο που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος δεν συνυπολογίσθηκε και η αμοιβή του για δρομολόγια εξπρές, ε) επί του γενομένου εν μέρει δεκτού κονδυλίου αποζημίωσής του λόγω του επισυμβάντος εργατικού ατυχήματος την 18.1.2022, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον πέμπτο λόγο έφεσης διότι, όπως διατείνεται, υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτές, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, καθώς επίσης χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου δώρων εορτών, κονδύλιο που πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος δεν συνυπολογίσθηκε και η αμοιβή του για δρομολόγια εξπρές και στ) επί της γενομένης δεκτής έντασης μερικής καταβολής της εναγομένης κατά το ποσό των ευρώ 405,00 όσον αφορά τους μισθούς ασθενείας που επιδικάσθηκαν, αν και το ποσό αυτό καταβολής αφορούσε έτερη αιτία, με τον έκτο λόγο έφεσης. Ζήτησε δε με την ένδικη έφεσή του να εξαφανισθεί άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Από την εκτίμηση της, ληφθείσας ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιώς …………… με αριθμό ΔΣΠ_ΕΒ_……_2023/ 4.9.2023, ένορκης βεβαίωσης του ………., ο οποίος απασχολήθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων με την ειδικότητα του Ναύτη από το έτος 2010 έως την 20.12.2022, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος και την επικαλείται, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. την υπ’ αριθμ. ……../30.8.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς . ………), της, ληφθείσας ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικηγόρου Πειραιώς με αριθμό ΔΣΠ_ΕΒ_…………_2024/3.1.2024 ένορκης βεβαίωσης του …………, ο οποίος απασχολήθηκε στο πρώτο των ενδίκων πλοίων κατά διαστήματα με την ειδικότητα του Ναύτη από το έτος 2007 έως το έτος 2013, την ειδικότητα του Υποναυκλήρου από το έτος 2013 έως τον Μάρτιο του 2023 και ακολούθως με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος και την επικαλείται, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. την υπ’ αριθμ. ………/28.12.2023 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας), της, ληφθείσας ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικηγόρου Πειραιώς με αριθμό ΔΣΠ_ΕΒ_……………./ 12.3.2026 ένορκης βεβαίωσης του ……………., ο οποίος απασχολήθηκε στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων με την ειδικότητα του Ναύτη από το έτος 2018 έως την 7.2.2025, συνυπηρετήσας μετά του ενάγοντος από 9.11.2021 έως 10.12.2021, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος και την επικαλείται, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. την υπ’ αριθμ. …………./9.3.2026 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας) και παραδεκτώς, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ (Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2018, § 114, αρ. 80, σελ. 729) προσκομίζεται στο δεύτερο βαθμό, οι οποίες εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι αυτοί τυγχάνουν αντίδικοι της εναγομένης, επειδή έχουν ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του έκαστος, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων τους (ΜονΕφΠειρ. 196/2020, ΤριμΕφΑθ. 5117/2018, 3879/2012, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη, μη εξαρτώντας εκ του λόγου τούτου συμφέρον από την παρούσα δίκη, όπως η ίδια διατείνεται, ενόψει μάλιστα του ότι, ήδη η διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ κατά το οποίο «Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες,1) …,2) …, 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη», καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως συμβαίνει με τη με επίκληση, περιεχομένη στα από 15.10.2019 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ένορκη κατάθεση του …………., υπηρετήσαντος ως Υπάρχου επί του πρώτου των ανωτέρω πλοίων κατά διαστήματα κατά τα έτη 2017 και 2018, όπως ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεσή του, τις με επίκληση προσκομιζόμενες από την εναγομένη υπ’ αριθμ. …/2022 και ……../2022 δύο [2] ένορκες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……. βεβαιώσεις των ……… και ……………, οι οποίες ελήφθηκαν στα πλαίσια έτερης δίκης και δη της από 23.12.2020 αγωγής των ………… και …….. κατά της εταιρείας με την επωνυμία ……………., οι οποίες παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, ανεξαρτήτως της νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων από την εναγομένη της ως άνω αγωγής, με επιμέλεια της οποίας ελήφθησαν [ΑΠ 1443/2024 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου] αν και όπως βεβαιώνεται με την με αριθμό 22/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη επί της ανωτέρω αγωγής οι ενάγοντες αυτής κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τη λήψη αυτών από την εναγομένη της ίδιας αγωγής, καθώς επίσης τη με επίκληση από τον ενάγοντα προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …../2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς του ………….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια των εναγόντων της αμέσως ανωτέρω αναφερομένης αγωγής, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατά τα άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «…………», πλοιοκτήτριας των υπό ελληνική σημαία επιβατηγών – οχηματαγωγών (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίων «N» και «D», 5.650,51 και 10.755 κ.ο.χ., αντίστοιχα και του ενάγοντος, ………., απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, στο πρώτο ως άνω πλοίο και παρείχε τις υπηρεσίες του α) από την 21.8.2020 έως την 1.3.2021, β) από την 29.4.2021 έως την 9.9.2021, γ) από την 10.12.2021 έως την 18.1.2022, δ) από την 8.2.2022 έως και την 8.7.2022 και ε) από την 26.8.2022 έως την 7.12.2022 και στο δεύτερο των ως άνω πλοίων από την 9.11.2021 έως την 10.12.2021. Κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, διάταξη η οποία δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, κατόπιν συμφωνίας αυτών, οι ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος διήποντο κατά τα έτος 2021, από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 (η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 και δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Β 3170/12.8.2019) και κατά το έτος 2022, από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2022 που κυρώθηκε από την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, (ΦΕΚ Β’ 663/15.02.2022). Περαιτέρω, κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω κατά την απασχόληση του ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία κατά το έτος 2021, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019 [άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2], ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Ναυκλήρου ορίστηκε σε χίλια τριακόσια δέκα τρία ευρώ και δέκα τρία λεπτά (1.313,13 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ογδόντα οκτώ ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτά (288,89 €), το αντίτιμο της τροφοδοσίας σε δεκαεννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά (19,98 €) την ημέρα, δηλαδή σε πεντακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτά (19,98 € Χ 30 ημέρες = 599,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα έξι ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (36,64 €), οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια εξήντα τέσσερα ευρώ {[(1.313,13 € + 288,89 € : 22) + ημερήσιο επίδομα τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 19,98] επί 5 ημέρες = 464,00 €}, πλην όμως ο ενάγων αναφέρει 463,99 €, όπως έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το επίδομα ιματισμού στο ποσό των ευρώ πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (57,78 €) και το ειδικό επίδομα Ναυκλήρου σε είκοσι τέσσερα ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά (24,93 €). Οι συνολικές αποδοχές επομένως του Ναυκλήρου, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ευρώ 2.726,99. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 της ίδιας ΣΣΝΕ το ωρομίσθιο του Ναυκλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (7,59 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτά (9,49 €) και σε ένδεκα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτά (11,39 €), αντίστοιχα. Κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ως άνω πλοίων κατά το έτος 2022, ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2022 [άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2], ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Ναυκλήρου ορίστηκε σε χίλια τριακόσια πενήντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτά (1.352,52 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ενενήντα επτά ευρώ και πενήντα πέντε λεπτά (297,55 €), το αντίτιμο της τροφοδοσίας σε είκοσι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτά (20,58 €) την ημέρα, δηλαδή σε εξακόσια δέκα επτά ευρώ και σαράντα λεπτά (20,58 € Χ 30 ημέρες = 617,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα επτά ευρώ και εβδομήντα τέσσερα λεπτά (37,74 €), οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια εβδομήντα επτά ευρώ και ενενήντα ένα λεπτά {[(1.352,52 € + 297,55 € : 22) + ημερήσιο επίδομα τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 20,58] επί 5 ημέρες = 477,91 €}, το επίδομα ιματισμού στο ποσό των εξήντα ευρώ και πενήντα τέσσερα λεπτά (60,54 €) και το ειδικό επίδομα Ναυκλήρου σε είκοσι πέντε ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτά (25,68 €). Οι συνολικές αποδοχές επομένως του Ναυκλήρου, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ευρώ 2.808,80. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 της ίδιας ΣΣΝΕ το ωρομίσθιο του Ναυκλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (7,82 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (9,78 €) και σε ένδεκα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (11,73 €), αντίστοιχα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 των ως άνω εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές, εν πλω και στον λιμένα, καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά την Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508 όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ.), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝαυτΔ 34.351, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 33.345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο που, κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ της ιδίας ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαιρέσεως του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους δια 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, τα γενικά και ειδικά καθήκοντα και οι λοιπές εργασιακές υποχρεώσεις των Ναυκλήρων, ορίζονται στον Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 683/1960, ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960), στις διατάξεις των άρθρων 52, 53, 54, 55, 56, 57 και 58 του οποίου, ορίζεται ότι «1. Ο Ναύκληρος είναι ο υπαξιωματικός υπόλογος διά την υπηρεσία του καταστρώματος και το κατώτερον προσωπικόν αυτού. 2. Τελεί υπό τας διαταγάς και τον έλεγχον του `Υπαρχου και του Υποπλοιάρχου και βοηθεί αυτούς διά την διατήρησιν της τάξεως και της πειθαρχίας του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος διά την εσωτερικήν και εξωτερικήν συντήρησιν και καθαριότητα αυτού και την καθαριότητα, τάξιν και ευπρέπειαν των καταστρωμάτων, του προστέγου, μεσοστέγου και επιστέγου και των ενδιαιτημάτων, λουτήρων, πλυντηρίων και αποχωρητηρίων του πληρώματος. 3. Κατανέμει κατά τας οδηγίας του Υπάρχου εις ένα έκαστον εκ του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος την ειδικήν εργασίαν, εις ην οφείλει ν` απασχοληθή και καθοδηγεί τούτους, ώστε η εργασία να εκτελήται καλώς, ταχέως και με πάσαν δυνατήν οικονομίαν. Επιμελείται της εγκαίρου προσελεύσεως των μελών του κατωτέρου προσωπικού καταστρώματος, εις τας εργασίας των και όπως μη παρατηρήται αδικαιολόγητος εξ αυτής απομάκρυνσις είτε οκνηρία περί την εκτέλεσίν της ή οιαδήποτε αταξία ή παρεκτροπή αναφέρων περί τούτων εις τον `Υπαρχον. Σημαίνει διά των κεκανονισμένων σημάνσεων την έναρξιν και παύσιν της εργασίας μετά δε το πέρας ταύτης μεριμνά διά την περισυλλογήν των εργαλείων, υλικών και λοιπών αντικειμένων και διά την σάρωσιν και ευπρεπισμόν των τόπων της εργασίας και εν γένει του σκάφους. 4. Μεριμνά εν όρμω διά την τοποθέτησιν χοανών εις τα πρυμνήσια, εάν δε το πλοίον είναι παραβεβλημένον εις πάντα τα πεισμάτια προσδέσεως αυτού και διά την έγκαιρον αφήν των κεκανονισμένων φανών αγκυροβολίας. 5. Εν ουδεμιά περιπτώσει ζητεί οδηγίας απ` ευθείας παρά του Πλοιάρχου διά τας εκτελεσθησομένας εργασίας εν τω πλοίω αλλά διά του Υπάρχου, εκτός αφεύκτου ανάγκης.», «1. Ο Ναύκληρος επιβλέπει ιδιαίτατα την καλήν κατάστασιν, συντήρησιν και λειτουργίαν των μηχανημάτων, αγκυροβολίας, αγκύρας, αλύσεις, αγκυροβολείς, βαρούλκα αγκύρας. 2. `Οταν το πλοίον δεν χρησιμοποιή αμφιδετικόν στρεπτήρα παρακολουθεί τας συστροφάς των αλύσεων των αγκυρών και αναφέρει εις τον `Υπαρχον και τον Αξιωματικόν φυλακής καταστρώματος τας παρατηρήσεις ας έκαμεν επί τούτου. 3. Μεριμνά διά την ένθεσιν των αγκυρών κατά το πλούν ή διά την παρέασιν των προ του κατάπλου εις το αγκυροβόλιον.», «Ο Ναύκληρος επιβλέπει την ευθέτησιν των ιστών, κεραιών και του εξαρτισμού εν γένει και φροντίζει μετά προσοχής όπως πάντα τα εξάρτια και αγόμενα, εξ ων εξαρτάται η ασφάλεια των εγραζομένων, ευρίσκωνται εν καλή καταστάσει.», «Ο Ναύκληρος ως βοηθός του Υπάρχου και του Ανθυποπλοιάρχου επί του θέματος της καλής καταστάσεως και ετοιμότητος των σωστικών μέσων του πλοίου υποχρεούται όπως : α) μεριμνά διά την εν πλω και εν όρμω καλήν και ασφαλή στοιβασίαν των λέμβων, κρεμαστών και ενθέτων και εξασφαλίζει την συντήρησιν και στεγανότητα αυτών. β) μεριμνά όπως πάσαι αι λέμβοι έχουσι πλήρη και εν καλή καταστάσει προς άμεσον χρήσιν όλα τα εξαρτήματα, εργαλεία και εφόδια, όσα καθορίζονται υπό των εν ισχύϊ κανονισμών. γ) μεριμνά διά την καλήν κατάστασιν προς άμεσον χρήσιν των μηχανημάτων ανακρεμάσεως, καθαιρέσεως, εκθέσεως και εξαιρέσεως των λέμβων και εφοκλίων εν γένει και των εξαρτίων και αγομένων αυτών, οίον επωτίδων, υποστατών, εντρόχων, τροχίλων, συσπάσεων, σχοινίων. Εφ` όλων των ανωτέρω αναφέρει εις τον Ανθυποπλοίαρχον όστις και ενημερώνει τον Υποπλοίαρχον.», «Ο Ναύκληρος επιβλέπει την εν καλή καταστάσει διατήρησιν των ρυμουλκίων και των εξαρτημάτων των και βεβαιούται ότι πάσαι αι τροχαλίαι, δι` ων πρόκειται να διέλθωσι ταύτα, στρέφονται ελευθέρως περί των άξονά των.», «Ο Ναύκληρος είναι υπεύθυνος διά την φύλαξιν και διάθεσιν όλων των αναλωσίμων υλικών καταστρώματος και των σχετικών εργαλείων. Προς τούτο τηρεί “βιβλίον αναλωσίμων υλικών” με στήλας εισαγωγής και εξαγωγής, το οποίον παρουσιάζει εις τον `Υπαρχον προς θεώρησιν οσάκις ήθελε διαταχθή.», «Ο Ναύκληρος βοηθεί τον `Υπαρχον εις την άσκησιν των αστυνομικών καθηκόντων του εν τω πλοίω.» και επιπλέον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 του ιδίου ΒΔ, επιβλέπει τις γενικές εργασίες καταστρώματος που εκτελούνται από τους ναύτες του πλοίου και κατά το άρθρο 139 του ιδίου ΒΔ, μετά του λοιπού προσωπικού καταστρώματος, μετέχει στον κατάπλου, στην αγκυροβολία, στη μεθόρμιση, στην άπαρση και στον απόπλου του πλοίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 146 § 2 του ιδίου ΒΔ «εν όρμω το προσωπικόν καταστρώματος υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπάρχου και υπό την διεύθυνσιν του Ναυκλήρου, ασχολείται εις καθαρισμούς, αποσκωρίασιν ελασμάτων χρωματισμούς, καθαρισμόν υδροσυλλεκτών και δεξαμενών, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, πρωρατικά έργα και εις πάσαν άλλην εργασίαν σκάφους, διατασσομένην υπό του Υπάρχου, συμφώνως προς το ωρολόγιον πρόγραμμα ημερησίας εργασίας εν όρμω, χειμερινόν ή θερινόν, αναλόγως της εποχής του έτους». Από τα ως άνω άρθρα, προκύπτει μεταξύ άλλων ότι στα λιμάνια προσεγγίσεως του πλοίου το προσωπικό καταστρώματος, συμπεριλαμβανομένου του Ναύκληρου, μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση) η εργασία δε αυτή, ακόμα και αν εκτείνεται πέραν του οκταώρου της καθημερινής απασχόλησης των ναυτών, δεν θεωρείται υπερωριακή. Όμως, η τελευταία αυτή ρύθμιση υποχωρεί, καθόσον στη (μεταγενέστερη και ειδικότερη) διάταξη του άρθρου 13 § 1 των ως άνω ΣΣΝΕ, που έχει ισχύ νόμου, ορίζεται αντιθέτως ότι για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών, ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ. 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό των διαδίκων, τα ανωτέρω πλοία, εκτελούσαν τα ακόλουθα δρομολόγια: [α] Το επιβατηγό – οχηματαγωγό (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίο «N» [Α] Κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2021 (για τον προγενέστερο χρόνο δεν προβάλλονται απαιτήσεις), έως 1.3.2021 και από 3.5.2021 έως 16.5.2021: Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.05 για Σχοινούσα (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Κουφονήσι (αφ. 01.55 – αν. 02.10), Κατάπολα (αφ. 02.50 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05) κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη και Πέμπτη, αντίστοιχα) στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 00.15, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.30 για Αιγιάλη (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Αστυπάλαια (αφ. 02.50 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), ακολούθως εάν η επομένη ημέρα ήταν Τετάρτη κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ως ανωτέρω, εάν δε η επομένη ημέρα ήταν Παρασκευή κατέπλεε στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 01.05, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.20 της ίδιας ημέρας για Αιγιάλη (αφ. 02.00 – αν. 02.15), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.00 της ημέρας Σαββάτου απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 00.15 για Σχοινούσα (αφ. 00.20 – αν. 00.35), Κουφονήσι (αφ. 01.05 – αν. 01.20), Κατάπολα (αφ. 02.00) απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 06.00 της επομένης ημέρας Κυριακής για Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Σύρο (αφ. 11.50 – αν. 12.05) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά (αφ. 15.50 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), Ηρακλειά(αφ. την επομένη ημέρα Δευτέρα ώρα 00.50), ακολούθως δε συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο.
[Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 17.5.2021 έως 17.6.2021: Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.05 για Σχοινούσα (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Κουφονήσι (αφ. 01.55 – αν. 02.10), Κατάπολα (αφ. 02.50 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05) κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη και Πέμπτη, αντίστοιχα) στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 00.15, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.30 για Αιγιάλη (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Αστυπάλαια (αφ. 02.50 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), ακολούθως εάν η επομένη ημέρα ήταν Τετάρτη κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ως ανωτέρω, εάν δε η επομένη ημέρα ήταν Παρασκευή κατέπλεε στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 01.05, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.20 της ίδιας ημέρας για Αιγιάλη (αφ. 02.00 – αν. 02.15), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.00 της ημέρας Σαββάτου απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 00.15 για Σχοινούσα (αφ. 00.20 – αν. 00.35), Κουφονήσι (αφ. 01.05 – αν. 01.20), Κατάπολα (αφ. 02.00 – αν. 07.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 22.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), Κατάπολα (αφ. 01.05 της επομένης ημέρας Κυριακής – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), Ηρακλειά (αφ. την επομένη ημέρα Δευτέρα ώρα 00.50), ακολούθως δε συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. Την Τετάρτη 19.5.2021 το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.30 για Πάρο (αφ. 22.45 – αν. 23.00), Νάξο (αφ. 23.45 – αν. 00.05 της επομένης ημέρας Πέμπτης 20.5.2021), Δονούσα (αφ. 01.15 – αν. 02.25), Αιγιάλη (αφ. 02.10 – αν. 02.25), Αστυπάλαια (αφ. 03.50 – αν. 05.15). Την Παρασκευή 21.5.2021 το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.30 για Πάρο (αφ. 22.45 – αν. 23.00), Νάξο (αφ. 23.45 – αν. 00.05 της επομένης ημέρας Σάββατο 22.5.2021), Ηρακλειά (αφ. 01.00 – αν. 01.15), Σχοινούσα (αφ. 01.20 – αν. 01.35), Κουφονήσι (αφ. 02.05 – αν. 02.20), Κατάπολα (αφ. 03.00 – αν. 07.00). Την Πέμπτη 10.6.2021 το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.00 για Συρο (αφ. 02.55 της επομένης ημέρας Παρασκευής 11.6.2021 – αν. 03.10), Πάρο (αφ. 04.20 – αν. 04.40), Νάξο (αφ. 05.35 – αν. 05.55), Αιγιάλη (αφ. 07.40 – αν. 07.55), Νάξο (αφ. 09.40 – αν. 10.00), Πάρο (αφ. 10.55 – αν. 11.15), Πειραιά (αφ. 15.35 – αν. 18.00), Κατάπολα (αφ. 03.00 της επομένης ημέρας Σάββατο 12.6.2021 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), Αιγιάλη (αφ. 00.50 της επομένης ημέρας Κυριακή 13.6.2021 – αν. 01.05), Αστυπάλαια (αφ. 02.45 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.55 – αν. 07.10), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30) και την Τετάρτη 16.6.2021 το πλοίο απόπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.00 για Πάρο (αφ. 03.15 της επομένης ημέρας Πέμπτης 17.6.2021 – αν. 03.30), Νάξο (αφ. 04.25 – αν. 04.40), Δονούσα (αφ. 05.50 – αν. 06.00), Αιγιάλη (αφ. 06.45 – αν. 07.00), Αστυπάλαια (αφ. 08.25 – αν. 08.40), Αιγιάλη (αφ. 10.05 – αν. 10.20), Δονούσα (αφ. 11.00 – αν. 11.15), Νάξο (αφ. 12.25 – αν. 12.50), Πάρο (αφ. 13.35 – αν. 14.00), Πειραιά (αφ. 18.00). [Γ] Κατά το χρονικό διάστημα από 18.6.2021 έως 5.9.2021: Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.00 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 06.45 για Πάρο (αφ. 11.05 – αν. 11.20), Νάξο (αφ. 12.05 – αν. 12.20), Δονούσα (αφ. 13.30 – αν. 13.45), Αιγιάλη (αφ. 14.30 – αν. 14.45), Αστυπάλαια (αφ. 16.25 – αν. 18.00), Αιγιάλη (αφ. 19.35 – αν. 19.50), Δονούσα (αφ. 20.35 – αν. 20.50), Νάξο (αφ. 22.00 – αν. 22.30), Πάρο (αφ. 23.15 – αν. 23.45), κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή αντίστοιχα) στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.00 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 06.45 για Πάρο (αφ. 10.55 – αν. 11.10), Νάξο (αφ. 11.55 – αν. 12.10), Ηρακλειά (αφ. 13.10 – αν. 13.25), Σχοινούσα (αφ. 13.30 – αν. 13.45), Κουφονήσι (αφ. 14.15 – αν. 14.30), Κατάπολα (αφ. 15.10 – αν. 19.00), Κουφονήσι (αφ. 19.40 – αν. 19.55), Σχοινούσα (αφ. 20.25 – αν. 20.40), Ηρακλειά (αφ. 20.45 – αν. 21.00), Νάξο (αφ. 22.00 – αν. 22.30), Πάρο (αφ. 23.15 – αν. 23.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.00 τη επομένης ημέρας και συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. [Δ] Κατά το χρονικό διάστημα από 29.4.2021 έως 2.5.2021, από 6.9.2021 έως 9.9.2021 και από 1.4.2022 έως 15.5.2022: Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.05 για Σχοινούσα (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Κουφονήσι (αφ. 01.55 – αν. 02.10), Κατάπολα (αφ. 02.50 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05) κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη και Πέμπτη, αντίστοιχα) στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 00.15, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.30 για Αιγιάλη (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Αστυπάλαια (αφ. 02.50 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), ακολούθως εάν η επομένη ημέρα ήταν Τετάρτη κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ως ανωτέρω, εάν δε η επομένη ημέρα ήταν Παρασκευή κατέπλεε στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 01.05, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.20 της ίδιας ημέρας για Αιγιάλη (αφ. 02.00 – αν. 02.15), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.00 της ημέρας Σαββάτου απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 00.15 για Σχοινούσα (αφ. 00.20 – αν. 00.35), Κουφονήσι (αφ. 01.05 – αν. 01.20), Κατάπολα (αφ. 02.00 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), Θήρα (αφ. 01.15 της επομένης ημέρας Κυριακής – αν. 07.00), Νάξο (αφ. 09.10 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 της επομένης ημέρας Δευτέρας και ακολούθως δε συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. Την Κυριακή 24.4.2022 το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 19.30 για Σύρο (αφ. 23.10 – αν. 23.25), Πάρο (αφ. 00.30 της επομένης ημέρας Δευτέρας – αν. 00.50), Νάξο (αφ. 01.35 – αν. 01.55), Ηρακλειά (αφ. 02.50 -αν. 03.05), Σχοινούσα (αφ. 03.10 – αν. 03.25), Κουφονήσι (αφ. 03.55 – αν. 04.10), Κατάπολα (αφ. 04.50 – αν. 06.00). [Ε] Κατά το χρονικό διάστημα από 11.12.2021 έως 3.1.2022, από 8.2.2022 έως 31.3.2022 και από 1.11.2022 έως 7.12.2022: Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.05 για Σχοινούσα (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Κουφονήσι (αφ. 01.55 – αν. 02.10), Κατάπολα (αφ. 02.50 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05) κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη και Πέμπτη, αντίστοιχα) στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 00.15, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.30 για Αιγιάλη (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Αστυπάλαια (αφ. 02.50 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), ακολούθως εάν η επομένη ημέρα ήταν Τετάρτη κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ως ανωτέρω, εάν δε η επομένη ημέρα ήταν Παρασκευή κατέπλεε στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 01.05, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.20 της ίδιας ημέρας για Αιγιάλη (αφ. 02.00 – αν. 02.15), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 05.15), Αιγιάλη (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Δονούσα (αφ. 07.35 – αν. 07.50), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.00 της ημέρας Σαββάτου απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 00.15 για Σχοινούσα (αφ. 00.20 – αν. 00.35), Κουφονήσι (αφ. 01.05 – αν. 01.20), Κατάπολα (αφ. 02.00) απ’ όπου απέπλεε ώρα 06.00 της επομένης ημέρας Κυριακής για Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 της επομένης ημέρας Δευτέρας και ακολούθως συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. Την 18.12.2021 ημέρα Σάβαβτο, το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι Κατάπολα ώρα 06.00 για Κουφονήσι (αφ.06.60 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00). [ΣΤ] Κατά το χρονικό διάστημα από 16.5.2022 έως 4.6.2022 και από 12.9.2022 (βράδυ) έως και 31.10.2022: Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 01.05 για Σχοινούσα (αφ. 01.10 – αν. 01.25), Κουφονήσι (αφ. 01.55 – αν. 02.10), Κατάπολα (αφ. 02.50 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 17.30 για Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.50 – αν. 23.10) κατέπλεε δε το πρωί της επομένης ημέρας (Τρίτη) στο λιμάνι της Δονούσας ώρα 00.20, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.35 για Αιγιάλη (αφ. 01.15 – αν. 01.30), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 04.45), Αιγιάλη (αφ. 06.55 – αν. 07.10), Δονούσα (αφ. 07.50 – αν. 08.05), Νάξο (αφ. 09.15 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), ακολούθως την επομένη ημέρα Τετάρτη κατέπλεε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.50 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ως ανωτέρω και ώρα 00.20 της Πέμπτης κατέπλεε στο λιμάνι της Δονούσας, απ’ όπου αναχωρούσε ώρα 00.35 της ίδιας ημέρας για Αιγιάλη (αφ. 01.15 – αν. 01.30), Αστυπάλαια (αφ. 03.40 – αν. 04.45), Αιγιάλη (αφ. 06.55 – αν. 07.10), Δονούσα (αφ. 07.50 – αν. 08.05), Νάξο (αφ. 09.15 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.15 – αν. 21.30), Πάρο (αφ. 22.40 – αν. 23.00), Νάξο (αφ. 23.50 – αν. 00.15 της επομένης ημέρας Παρασκευής), Δονούσα (αφ. 01.25 – αν. 01.35), Αιγιάλη (αφ. 02.15 – αν. 02.25), Αστυπάλαια (αφ. 04.35 – αν. 04.45), Αιγιάλη (αφ. 06.55 – αν. 07.10), Δονούσα (αφ. 07.50 – αν. 08.05), Νάξο (αφ. 09.15 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.20 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ηρακλειάς ώρα 00.00 της ημέρας Σαββάτου απ’ όπου απέπλεε την ίδια ημέρα ώρα 00.15 για Σχοινούσα (αφ. 00.20 – αν. 00.35), Κουφονήσι (αφ. 01.05 – αν. 01.20), Κατάπολα (αφ. 02.00 – αν. 06.00), Κουφονήσι (αφ. 06.40 – αν. 06.55), Σχοινούσα (αφ. 07.25 – αν. 07.40), Ηρακλειά (αφ. 07.45 – αν. 08.00), Νάξο (αφ. 09.00 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Πάρο (αφ. 21.45 – αν. 22.00), Νάξο (αφ. 22.45 – αν. 23.05) και κατέπλεε στο λιμάνι της Θήρας ώρα 01.15 της επομένης ημέρας Κυριακής, απ’ όπου απέπλεε ώρα 07.00 για Νάξο (αφ. 09.10 – αν. 09.30), Πάρο (αφ. 10.15 – αν. 10.45), Πειραιά (αφ. 15.00 – αν. 17.30), Σύρο (αφ. 21.10 – αν. 21.25), Πάρο (αφ. 22.30 – αν. 22.50), Νάξο (αφ. 23.35 – αν. 23.55), κατέπλεε δε στο λιμάνι Ηρακλειά την επομένη ημέρα Δευτέρα και ώρα 00.50 και ακολούθως συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο και [Ζ] Κατά το χρονικό διάστημα από 5.6.2022 έως 8.7.2022 και από 26.8.2022 έως και 12.9.2022 (πρωί): Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.10, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 06.45 για Πάρο (αφ. 11.05 – αν. 11.25), Νάξο (αφ. 12.15 – αν. 12.35), Δονούσα (αφ. 13.45 – αν. 14.00), Αιγιάλη (αφ. 14.45 – αν. 15.05), Αστυπάλαια (αφ. 17.20 – αν. 17.45), Αιγιάλη (αφ. 20.00 – αν. 20.15), Δονούσα (αφ. 21.00 – αν. 21.15), Νάξο (αφ. 22.25 – αν. 22.45), Πάρο (αφ. 23.35 – αν. 23.59), ακολούθως την επομένη ημέρα Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.10 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 06.45 για Πάρο (αφ. 11.05 – αν. 11.25), Νάξο (αφ. 12.15 – αν. 12.35), Ηρακλειά (αφ. 13.35 – αν. 13.55), Σχοινούσα (αφ. 14.00 – αν. 14.20), Κουφονήσι (αφ. 14.55 – αν. 15.15), Κατάπολα (αφ. 15.55 – αν. 19.00), Κουφονήσι (αφ. 19.40 – αν. 20.00), Σχοινούσα (αφ. 20.30 – αν. 20.50), Ηρακλειά (αφ. 20.55 – αν. 21.10) κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 05.10 το πρωί της Δευτέρας, Τετάρτης, Παρασκευής και Σαββάτου, κατά περίπτωση, και ακολούθως συνέχιζε το ανωτέρω δρομολόγιο. [β] Το επιβατηγό – οχηματαγωγό (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίο «D», κατά το χρονικό διάστημα από 9.11.2021 έως 10.12.2021 κάθε Δευτέρα και Σάββατο, απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.25 για Πάρο (αφ. 11.35 – αν. 11.55), Νάξο (αφ. 12.45 – αν. 13.05), Θήρα (αφ. 15.10 – αν. 15.30), Νάξο (αφ. 17.40 – αν. 18.00), Πάρο (αφ. 18.50 – αν. 19.15) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.20. Κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή, απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.25 για Πάρο (αφ. 11.35 – αν. 11.55), Νάξο (αφ. 12.45 – αν. 13.05), Ίο (αφ. 14.20 -αν. 14.30), Θήρα (αφ. 15.30 – αν. 15.45), Νάξο (αφ. 17.45 – αν. 18.00), Πάρο (αφ. 18.50 – αν. 19.15) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.20. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.25 για Πάρο (αφ. 11.35 – αν. 11.55), Νάξο (αφ. 12.45 – αν. 13.05), Θήρα (αφ. 15.10 – αν. 15.30), Ίο (αφ. 16.30 -αν. 16.40), Νάξο (αφ. 17.45 – αν. 18.00), Πάρο (αφ. 18.50 – αν. 19.15) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.20. Από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας, απεδείχθη επίσης ότι, η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα για κάθε μήνα πλήρους απασχόλησής του, σε αμφότερα τα ανωτέρω πλοία, σταθερή κατ’ αποκοπή αμοιβή για υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες, ανερχομένη καθόν χρόνο εργάσθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων στο ποσό των ευρώ 519,86 κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο 2021 και στο ποσό των ευρώ 535,45 κατά τους Μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2022. Κατά τους υπόλοιπους μήνες ναυτολογήσεως του ενάγοντος, του καταβάλλονταν αμοιβή για την ανωτέρω αιτία, αλλά αναλογούσα στις ημέρες απασχόλησής του καθ’ έκαστο μήνα. Προσθέτως, από τα αυτά ως άνω έγγραφα της μισθοδοσίας του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι, η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα παγίως, χρηματικά ποσά, προκειμένου να καλύπτεται η υπερωριακή του εργασία κατά τις καθημερινές εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές επί του ιδίου (πρώτου) των ανωτέρω πλοίων. Συγκεκριμένα, στον ενάγοντα καταβλήθηκε για την αιτία αυτή το ποσό των ευρώ 654,66 κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2021, το οποίο αντιστοιχεί σε [654,66 δια 9,49=] 68,98 ώρες εργασίας, στο ποσό των ευρώ 624,78 τον μήνα Μάρτιο 2022 που αντιστοιχεί σε [624,78 δια 9,78=] 63,88 ώρες εργασίας και στο ποσό των ευρώ 674,30 κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2022, το οποίο αντιστοιχεί σε [674,30 δια 9,78=] 68,95 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) ώρες εργασίας. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στην απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Απριλίου 2021 οπότε ο ενάγων εργάσθηκε δύο ημέρες και δη μία καθημερινή και δη την 29.4.2021 και μία ημέρα αργίας και δη την 30.4.2021. Για την ημέρα πέραν του νομίμου ωραρίου των ωρών εργασίας την καθημερινή ημέρα της 29.4.2021 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 43,64 με αιτιολογία καταβολής αμοιβή υπερωριών. Το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί σε (43,64 δια 9,49=) 4,59 ώρες εργασίας. Επίσης, η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 34,66 για αμοιβή εργασίας του κατά την ημέρα αργίας 20.4.2021, η οποία αντιστοιχεί σε (34,66 δια 11,39=) 3,03 ώρες εργασίας. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει και στην απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2022, κατά τον οποίο από 4.1.2022 έως 18.1.2022 ο ενάγων εργάζονταν στις επισκευές του πλοίου. Για την πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 317,93 το οποίο αντιστοιχεί σε (317,93 δια 9,78=) 32,50 ώρες εργασίας. Κατά το ίδιο διάστημα, το πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια την 2 και 3.1.2022 ήτοι δύο ημέρες και τις υπόλοιπες ημέρες του μηνός, στο εν λόγω πλοίο εκτελούντο εργασίες επισκευής. Επιπλέον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 321,93 το οποίο αντιστοιχεί σε (321,93 δια 11,73=) 27,44 ώρες εργασίας. Παράλληλα, εντός του αυτού χρονικού διαστήματος, απεδείχθη ότι, το πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια μόνον την ημέρα Σαββάτου και ταυτόχρονα ημέρα αργίας 1.1.2022, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες Σαββάτου (8 και 15.1.2022 και την ημέρα αργίας 6.1.2022) στο πλοίο διενεργούντο εργασίες επισκευής. Καθόν χρόνο δε ο ενάγων απασχολήθηκε στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, για το χρονικό διάστημα από 9.11.2021 έως 30.11.2021 η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 363,90 για υπερωριακή εργασία για τις τρεις ημέρες Σαββάτου του εν λόγω χρονικού διαστήματος το οποίο αντιστοιχεί σε (363,90 δια 11,39=) 31,94 ώρες εργασίας και δη κατά μέσο όρο σε 10,65 ώρες εργασίας εκάστη ημέρα Σαββάτου και το ποσό των ευρώ 458,26 για υπερωριακή εργασία κατά τις καθημερινές εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές, το οποίο αντιστοιχεί σε (458,26 δια 9,49=) 48,28 ώρες εργασίας, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα εργάσθηκε επί δέκα έξι καθημερινές ημέρες και τρεις ημέρες Κυριακής, ήτοι του κατέβαλε κατά μέσο ώρα αμοιβή για υπερωριακή εργασία επί 2,54 ώρες καθ’ εκάστη. Για το διάστημα δε από 1.12.2021 έως 10.12.2021 του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 155,96 για υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες, το οποίο αντιστοιχεί σε (156,95 δια 11,39 =) 13,77 ώρες εργασίας, ο ενάγων δε κατά το ίδιο διάστημα εργάσθηκε μία ημέρα Σαββάτου και μία ημέρα αργίας. Επίσης, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 196,40 για υπερωριακή εργασία κατά τις καθημερινές εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε (196,40 δια 9,49=) 20,69 ώρες εργασίας, ο ενάγων δε εργάσθηκε κατά το ίδιο διάστημα επί έξι καθημερινές ημέρες και μία ημέρα Κυριακής. Απεδείχθη επίσης ότι, κατά την οργανική σύνθεση του πρώτου των ανωτέρω πλοίων N ως πλήρωμα κατώτερου πληρώματος, προβλέπονταν ένας (1) Ναύκληρος, ένας (1) Υποναύκληρος, εννέα (9) Ναύτες και δύο (2) Ναυτόπαιδες. Η εναγομένη ήδη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία, με τις έγγραφες προτάσεις της, υποστήριξε ότι, κατά καιρούς και δη κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2021 και Απρίλιο, Μάιο, Ιούλιο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2022, στο εν λόγω πλοίο, απασχολείτο και δεύτερος Ναύκληρος, καθώς επίσης και/ή δεύτερος Υποναύκληρος, στην αρμοδιότητα του οποίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 59 του ΒΔ 683/1960 εμπίπτει η προσφορά βοήθειας προς τον Ναύκληρο προς εκτέλεση των καθηκόντων του. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της η εναγομένη επικαλέσθηκε αντίγραφα των Καταστάσεων Υπερωριών του πληρώματος του εν λόγω πλοίου. Από τις εν λόγω καταστάσεις, προκύπτει ότι, η εναγομένη, τον μήνα Μάρτιο 2021 απασχόλησε ταυτόχρονα στο ανωτέρω πλοίο της δύο Ναύκληρους και δη τον ενάγοντα και τον ………., μόνον την 1.3.2021, οπότε ο ενάγων αποναυτολογήθηκε, καθώς επίσης απασχόλησε δύο Υποναυκλήρους και δη τον …………. και έτερο πρόσωπο με δυσανάγνωστα τα στοιχεία του μόνον την 21.3.2021. Κατά τον μήνα Απρίλιο 2021 απασχόλησε δύο Ναυκλήρους και δη τον ενάγοντα και τον ……………., μόνον την 29.4.2021, ημέρα ναυτολόγησης του ενάγοντος, καθώς επίσης ως Υποναυκλήρους τον ……….. από 26.4.2021 έως 30.4.2021 και τον ……. από 1.4.2021 έως 25.4.2021. Η αντίστοιχη κατάσταση μηνών Μαΐου και Ιουλίου 2021 τυγχάνει δυσανάγνωστη. Από την αντίστοιχη Κατάσταση μηνός Αυγούστου 2021, προκύπτει ότι, η ενάγουσα απασχόλησε στο ανωτέρω πλοίο της έναν Ναύκληρο και δη τον ενάγοντα, καθώς και δύο Υποναυκλήρους, με δυσανάγνωστα τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης εκάστου. Ομοίως, όσον αφορά τον μήνα Σεπτέμβριο 2021, αν και προκύπτει ότι στο εν λόγω πλοίο κατά τον εν λόγω μήνα απασχολήθηκαν δύο Ναύκληροι και δη ο ενάγων και ο …… …., τυγχάνουν δυσανάγνωστα τα στοιχεία του χρόνου απασχόλησης εκάστου, δοθέντος μάλιστα ότι ο ενάγων αποναυτολογήθηκε την 9.9.2021. Περαιτέρω, από τις ίδιες καταστάσεις προκύπτει ότι, κατά τον μήνα Απρίλιο 2022, στο εν λόγω πλοίο απασχολήθηκε έναν Ναύκληρος και δύο Υποναύκληροι, πλην όμως δεν προκύπτει ο χρόνος απασχόλησης εκάστου, αφού οι σχετικές εγγραφές τυγχάνουν δυσανάγνωστες. Όσον αφορά τον μήνα Μάιο 2022, στο εν λόγω πλοίο απασχολήθηκε ως Ναύκληρος μόνον ο ενάγων, ενώ απασχολήθηκε ως Υποναύκληρος ο ……… από 1.5.2022 έως 6.5.2022 και ο ……… από 6.5.2022 έως 31.5.2022. Τον μήνα Ιούλιο 2022 απασχολήθηκε ως Ναύκληρος ο ενάγων από 1.7.2022 έως 8.7.2022 και ο ……… από 8.7.2022 έως 31.7.2022. Τον μήνα Νοέμβριο 2022 απασχόλησε ως Ναύκληρο μόνον τον ενάγοντα, ενώ τους Υποναυκλήρους ……. και ……….. απασχόλησε, τον πρώτο από 1.11.2022 έως 11.11.2022 και τον δεύτερο από 11.11.2022 έως 30.11.2022. Τέλος, η προσκομιζόμενη σε αντίγραφο κατάσταση μηνός Δεκεμβρίου 2022, από την οποία προκύπτει ότι η εναγομένη στο ανωτέρω πλοίο απασχόλησε δύο Ναυκλήρους και δύο Υποναυκλήρους τυγχάνει δυσανάγνωστη, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ο χρόνος απασχόλησης εκάστου. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τους ανωτέρω μήνες στο ανωτέρω πλοίο της απασχόλησε είτε δύο Ναυκλήρους και δύο Υποναυκλήρους, είτε έναν Ναύκληρο και δύο Υποναυκλήρους, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, δεν απεδείχθη, αφού απεδείχθη ότι οι μόνες ημέρες που εμφανίζονται ως απασχολούμενοι πέραν του ενός των Ναυκλήρων ή Υποναυκλήρων ήταν οι ημέρες κατά τις οποίες ο ένας εκ των δύο απασχολουμένων με την αυτή ειδικότητα αποναυτολογείτο. Περαιτέρω, κατά την οργανική σύνθεση του δευτέρου των ανωτέρω πλοίων D, προβλέπονταν ένας (1) Ναύκληρος, δύο (2) Υποναύκληροι, δώδεκα (12) Ναύτες και δύο (2) Ναυτόπαιδες. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα έξι [16] ώρες καθ’ εκάστη, καθόν χρόνο υπηρέτησε στο πλοίο N, πλην του χρονικού διαστήματος από 4.1.2022 έως 18.1.2022, οπότε στο εν λόγω πλοίο εκτελούντο εργασίες επισκευής και εργάζονταν επί ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και επί δέκα πέντε [15] ώρες καθ’ εκάστη καθόν χρόνο υπηρέτησε στο πλοίο D. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν τις ώρες που αυτός (ενάγων) αναφέρει στην αγωγή του, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι αυτός εργάζονταν επί 9-10 ώρες, υπερωριακή εργασία για την οποία έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί, αφού κάθε μήνα πλήρους απασχόλησης του ενάγοντος, αυτή (εναγομένη) κατέβαλε σε αυτόν (ενάγοντα) αμοιβή για εξήντα εννέα [69] ώρες απασχόλησης και αναλογία αυτών για τους μήνες που δεν εργάσθηκε πλήρως. (σχετικά σελ. 13 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος στα ανωτέρω πλοία, ο ενόρκως βεβαιώσας με επιμέλεια του ενάγοντος ………., ο οποίος υπηρέτησε με την ειδικότητα του ναύτη στο πλοίο N, κατά διαστήματα από το έτος 2010 έως την 20.12.2022, κατέθεσε σχετικά ότι, ο ενάγων, ο οποίος υπηρέτησε στο ίδιο πλοίο ως Ναύκληρος, εργαζόταν επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη. Συγκεκριμένα, κατά τον εν λόγω μάρτυρα, ο ενάγων, καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε δρομολόγιο, συμμετείχε στις εργασίες απόπλου, κατάπλου, φορτοεκφότωσης του εν λόγω πλοίου και έχμασης των οχημάτων, σε όλα τα λιμάνια του δρομολογίου, μαζί με τους ναύτες, εργασία που εκκινούσε μισή ώρα προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και διαρκούσε μισή ώρα μετά τον απόπλου αυτού από το λιμάνι, προς συγκέντρωση και διευθέτηση των μέσων πρόσδεσης και προς ασφάλιση των οχημάτων στο γκαράζ του πλοίου. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια που το πλοίο εκτελούσε δρομολόγιο, ο ενάγων από ώρα 06.00 έως ώρα 18.00, συμμετείχε σε εργασίες καθαριότητας, αλλά και σε εργασίες συντήρησης του πλοίου, όπως αποσκωριασμούς των καταστρωμάτων και των γκαράζ. Επίσης, συμμετείχε και σε εργασίες γενικού πλυσίματος και καθαρισμού του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, αλλά και στο λιμάνι της Αμοργού ή της Αστυπάλαιας, όταν το πλοίο παρέμενε στα λιμάνια αυτά το βράδυ, οπότε πραγματοποιούνταν και εργασίες συντήρησης και επισκευής του πλοίου, ειδικά στα γκαράζ αυτού, αφού τότε ήταν κενά οχημάτων. Κατά τον ίδιο μάρτυρα, ο ενάγων αναπαύονταν μόνον μετά το πέρας των εργασιών απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Πάρου, τελευταίο λιμάνι του δρομολογίου και έως την έναρξη των εργασιών κατάπλου στο λιμάνι του Πειραιά, καθώς επίσης και μετά το πέρας του απόπλου αυτού από το ίδιο λιμάνι έως τον έναρξη των εργασιών κατάπλου αυτού στο λιμάνι της Πάρου ή της Σύρου, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγιο, στο πλοίο εκτελούντο εργασίες συντήρησης και επισκευής, οπότε εργάζονταν άπαντες, ενώ καθόν χρόνο στο πλοίο εκτελούντο επισκευές απασχολείτο σε αυτές και το πλήρωμα του πλοίου και μάλιστα σε εργασίες οι οποίες δεν ήταν της ειδικότητός του, επί ένδεκα ώρες. Καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο πλοίο D, κατά τον ίδιο μάρτυρα, αυτός (ενάγων) συμμετείχε στις εργασίες φόρτωσης αυτού, οι οποίες διαρκούσαν δύο ώρες προ της αναχωρήσεως αυτού από το λιμάνι αφετηρίας και με το πέρας του δρομολογίου στο λιμάνι του Πειραιά καθημερινά, μετείχε στις εργασίες εκφόρτωσης και ακολούθως στις εργασίες καθαριότητας και συντήρησης του πλοίου αυτού. Ο ίδιος μετείχε στις φορτοεκφορτώσεις σε όλα τα λιμάνια του δρομολογίου, καθώς επίσης και στις εργασίες συντήρησης και επισκευής του πλοίου εν πλω. Αναπαύονταν δε, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών απόπλου του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, έως την έναρξη των εργασιών προετοιμασίας κατάπλου αυτού στο λιμάνι της Πάρου, αλλά και κατά την επιστροφή μία ώρα προ του κατάπλου στο λιμάνι του Πειραιά, με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων) να εργάζεται επί δέκα πέντε ώρες. Ο με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσας ……., ο οποίος εργάσθηκε στο πλοίο Ν από το έτος 2007 έως την 17.12.2023 κατά διαστήματα, αρχικά με την ειδικότητα του Ναύτη, από το έτος 2013 με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου και από τον Μάρτιο του 2023, ήτοι κατόπιν του επιδίκου χρόνου, με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, κατέθεσε ότι ο ενάγων ήταν ο μοναδικός Ναύκληρος επί του πλοίου και εργαζόταν από ώρα 06.00 πρωινή έως ώρα 18.00 το απόγευμα, όταν το πλοίο ήταν εν πλω, συντονίζοντας και εποπτεύοντας τους ναύτες του πλοίου στις εργασίες καθαριότητας και καθημερινής συντήρησης αυτού (πλοίου), όπως αποσκωριασμούς των καταστρωμάτων, συμμετέχοντας μάλιστα και ο ίδιος στις εργασίες αυτές. Επιπλέον, μαζί με τους ναύτες, αυτός (ενάγων) απασχολείτο και στις εργασίες κατάπλου, εκφόρτωσης, φόρτωσης του πλοίου και έχμασης των οχημάτων, αλλά και στον απόπλου αυτού σε όλα τα λιμάνια που προσέγγιζε το πλοίο. Προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, εκκινούσε η προετοιμασία για τον κατάπλου και την εκφόρτωση αυτού, ακολούθως δε πραγματοποιείτο η φορτοεκφότωση του πλοίου και η έχμαση των οχημάτων και ακολούθως, το πλοίο αναχωρούσε. Οι εργασίες απόπλου, κατά τον εν λόγω μάρτυρα, διαρκούσαν και μετά τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι, καθώς το πλήρωμα περισυνέλεγε τα μέσα πρόσδεσης, καθώς επίσης επιμελείτο για την ασφάλιση των οχημάτων. Οι εργασίες δε αυτές εκκινούσαν μισή ώρα προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και διαρκούσαν έως και μισή ώρα μετά τον απόπλου αυτού. Επιπλέον, στα λιμάνια του Πειραιά, της Αμοργού και της Αστυπάλαιας, όταν το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι για περισσότερο χρόνο, εκτελούνταν εργασίες γενικού πλυσίματος και καθαριότητος αυτού, αλλά και εργασίες επισκευών στα γκαράζ και στα καταστρώματα του πλοίου, στις οποίες μετείχε και ο ενάγων. Καθ’ όν χρόνο το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγιο αλλά πραγματοποιούντο επισκευές σε αυτό, στις εν λόγω εργασίες μετείχε και ο ενάγων, όπως και το λοιπό πλήρωμα καταστρώματος, εργαζόμενος από ώρα 08.00 έως ώρα 19.00, απασχολούμενος και σε εργασίες επισκευής εκτός ειδικότητός του, όπως στον καθαρισμό στο «στρίτζο» και του φουγάρου. Τέλος, κατά την ένορκη βεβαίωση του …………, ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, συνυπηρετήσας με τον ενάγοντα, με την ειδικότητα του Ναύτη στο πλοίο D, ο ενάγων, μοναδικός Ναύκληρος στο εν λόγω πλοίο, κατένειμε τις εργασίες μεταξύ των ναυτών, συντόνιζε και επέβλεπε την εργασία αυτών, απασχολούμενος και ο ίδιος στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των οχημάτων, καθώς επίσης και στις εργασίες απόπλου σε όλα τα λιμάνι του δρομολογίου. Οι εργασίες φόρτωσης του πλοίου εκκινούσαν στο λιμάνι του Πειραιά καθημερινά δύο ώρες προ του απόπλου του πλοίου και ο ενάγων ήλεγχε το πλάνο φορτώσεως, τον καταπέλτη και τα μέσα πρόσδεσης, ενώ κατά τη διάρκεια της φόρτωσης του πλοίου αυτός (ενάγων) ευρίσκονταν στο γκαράζ αυτού, δίδοντας οδηγίες στους ναύτες και επιβλέποντας τη διαδικασία φορτώσεως. Ακολούθως, απασχολείτο κατά τον απόπλου του πλοίου, εργασία που διαρκούσε μισή ώρα μετά την αναχώρηση του πλοίου, δηλαδή έως ώρα 08.00, οπότε αναπαύονταν, έως την έναρξη των εργασιών κατάπλου του πλοίου στο πρώτο λιμάνι του δρομολογίου, περί ώρα δε 11.00 και έως ώρα 20.00, οπότε ολοκληρώνονταν οι εργασίες απόπλου από το λιμάνι της Πάρου, εργάζονταν διαρκώς χωρίς διάλλειμα. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ότι, σε κάθε ενδιάμεσο λιμάνι, μισή ώρα προ της αφίξεως του πλοίου, εκκινούσαν οι εργασίες κατάπλου και δη η ετοιμασία των μέσων πρόσδεσης στο γκαράζ του πλοίου, εργασίες στις οποίες μετείχε και ο ενάγων ως Ναύκληρος αυτού, ο οποίος επιπλέον επέβλεπε τους ναύτες και τους έδιδε οδηγίες. Ακολούθως, προ του δεσίματος του πλοίου, ο ενάγων μετέβαινε στον καταπέλτη του πλοίου όπου και παρέμενε κατά τη φόρτωση αυτού, δίδοντας οδηγίες στους ναύτες και τους Υποναυκλήρους του πλοίου σχετικά με τη φόρτωση και εκφόρτωση των οχημάτων, ενώ μετείχε και στις εργασίες απόπλου του πλοίου. Οι εργασίες αυτές διαρκούσαν μισή ώρα μετά τον απόπλου του πλοίου, αφού το πλήρωμα καταστρώματος περισυνέλεγε τα μέσα πρόσδεσης και τα μέλη αυτού ασφάλιζαν τα οχήματα στο γκαράζ. Λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των λιμένων του δρομολογίου, οι εργασίες αυτές πραγματοποιούντο χωρίς διακοπή. Όταν το πλοίο ευρίσκετο εν πλω, κυρίως στο ταξίδι από τη νήσο Νάξο προς τη νήσο Σαντορίνη ή τη νήσο Ίο και αντίστροφα, ο ενάγων μαζί με τους Υποναυκλήρους και τους ημερεργάτες, εκτελούσαν εργασίες συντήρησης του πλοίου όπου απαιτείτο, όπως ματσακωνίσματα στο γκαράζ του πλοίου, βαψίματα, εργασίες με τον τροχό και γρασαρίσματα. Επίσης, ο ενάγων συντόνιζε και τις εργασίες καθαριότητας που εγίνοντο εν πλω και δη την καθαριότητα των εξωτερικών καταστρωμάτων και των γκαράζ του πλοίου. Περί ώρα 22.30, εκκινούσαν οι εργασίες κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, στις οποίες συμμετείχε και ο ενάγων. Μετά τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, ο ενάγων μετέβαινε στο γκαράζ του πλοίου προκειμένου και για την εκφόρτωσή του, εργασία που διαρκούσε περίπου μία ώρα και ακολούθως, κατά τις εργασίες καθαρισμού και δη πλυσίματος του πλοίου μετείχε και αυτός (ενάγων). Οι εν λόγω εργασίες διαρκούσαν κατά τον εν λόγω μάρτυρα καθημερινά έως ώρα 02.00 το πρωί. Κατά τον ίδιο μάρτυρα, το εν λόγω πλοίο διέθετε τέσσερα γκαράζ, ένα πατάρι, τέσσερα εξωτερικά καταστρώματα, τα οποία είχαν μήκος 146 μέτρα και πλάτος 23 μέτρα και τα οποία καθημερινά με το πέρας του δρομολογίου έπλεναν με γλυκό νερό. Επίσης το πλήρωμα καταστρώματος περισυνέλεγε τα σκουπίδια του πλοίου και αυτά από όλες τις επιστασίες, σε ειδικούς κάδους στο γκαράζ αυτού (πλοίου). Επιπλέον των εργασιών καθαριότητος, ο ενάγων μετείχε σε εργασίες για το δέσιμο στο πλοίο της μπαρίζας, ήτοι μικρής φορτηγίδας του λιμανιού που μετέφερε τα καύσιμα του πλοίου, ενώ αυτός επιμελείτο και την παραλαβή πόσιμου νερού με μάνικες, αλλά και εργασίες επισκευής εξωτερικά του πλοίου, όπως αφαίρεση σκουριάς με οξαλικό οξύ και βάψιμο. Κατά την εν λόγω κατάθεση ο ενάγων εργάζονταν τουλάχιστον επί δέκα πέντε ώρες καθημερινά. Ως προς τις συνθήκες εργασίας επί του εν λόγω πλοίου, η εναγομένη επικαλέσθηκε την περιεχομένη στα από 15.10.2019 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί αγωγής του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ……. κατ’ αυτής, ένορκη κατάθεση του ………, υπηρετήσαντος με την ειδικότητα του Υπάρχου, κατά διαστήματα κατά τα έτη 2017-2018, επί του πρώτου των ως άνω πλοίου της εναγομένης, όπως ο ίδιος κατέθεσε. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά με την εργασία των ναυτών επί του εν λόγω πλοίου, κατά τα ενδιαφέροντα δε εν προκειμένω σημεία της εν λόγω κατάθεσής του, εν πλω επί του εν λόγω πλοίου δεν πραγματοποιούντο εργασίες συντήρησης και καθαριότητας. Αυτές πραγματοποιούνταν είτε κατά τη διάρκεια που το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγιο αλλά διενεργούντο επισκευές σε αυτό, είτε καθόν χρόνο, λόγω απαγορευτικού το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγιο, αλλά παρέμενε στο λιμάνι του Πειραιά, είτε όταν αυτό διανυκτέρευε στο λιμάνι Κατάπολα. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, προκειμένου και για τις εργασίες κατάπλου στα ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου, οι ναύτες αναλάμβαναν υπηρεσία δέκα λεπτά με ένα τέταρτο προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και οι εργασίες αυτές διαρκούσαν περίπου δύο λεπτά, καταθέτοντας ότι στις εργασίες αυτές μετείχε και ο λοστρόμος. Επίσης, η εναγομένη, προσεκόμισε τις με αριθμό 1065 και 1066 από 12.5.2022 ένορκες βεβαιώσεις των ….. και …….., οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια έτερης δίκης και δη επί αγωγής των ………. και ………. κατά της εταιρείας με την επωνυμία …………, επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 22/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, στην οποία γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και ως εκ τούτου ότι αυτές ελήφθησαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγόντων. Σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του ………, υπηρετήσαντος με την ειδικότητα του Ναύτη στο δεύτερο των ενδίκων πλοίων από τα τέλη του έτους 2014 έως την 11.11.2019, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο, ο Ναύκληρος του πλοίου μετείχε στις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου στα λιμάνια του δρομολογίου μαζί με τους ημερεργάτες και τους ναύτες βάρδιας. Το πλοίο παρέμενε στους ενδιάμεσους λιμένες περίπου είκοσι λεπτά και οι μετέχοντες στις εργασίες κατάπλου του πλοίου ναύτες καλούνταν στα καθήκοντά τους περίπου είκοσι λεπτά προ του κατάπλου του πλοίου και απασχολούνταν επιπλέον είκοσι λεπτά στις φορτοεκφορτώσεις στο λιμάνι και αμέσως μετά τον απόπλου του πλοίου αποδεσμεύονταν. Κατά τους πλόες δεν πραγματοποιούντο εργασίες καθαριότητας και συντήρησης από τους ημερεργάτες, αλλά γι’ αυτές ήταν επιφορτισμένοι μόνον οι ναυτόπαιδες. Οι ημερεργάτες μετείχαν σε κάποιες εργασίας καθαριότητας, διάρκειας μισής ώρας περίπου, μεταξύ του λιμένα της Νάξου προς Σαντορίνη ή προ το λιμάνι της Ίου. Οι ημερεργάγες ήταν επιφορτισμένοι με την καθαριότητα του πλοίου μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά το βράδυ και συγκεκριμένα, το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.25, η αποβίβαση και η εκφόρτωση διαρκούσε περίπου έως ώρα 00.00 και η καθαριότητα του πλοίου, η οποία δεν ήταν εκτεταμένη διαρκούσε περίπου μισή ώρα, ήτοι έως 00.30. Εν πλω, κατά τον ίδιο μάρτυρα, δεν πραγματοποιούντο εργασίες συντήρησης. Εξάλλου, κατά την ένορκη βεβαίωση του ……., υπηρετήσαντος στο ως άνω δεύτερο πλοίο, με την ειδικότητα του Ναύτη από 21.9.2018 έως 7.7.2019, στις εργασίες κατάπλου και απόπλου του πλοίου στα ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου μαζί με τους ημερεργάτες απασχολείτο και ο Ναύκληρος. Αυτοί, απασχολούντο και στη φόρτωση του πλοίου στον Πειραιά, η οποία εκκινούσε ώρα 06.00, ενώ η διάρκεια απασχόλησης στα ενδιάμεσα λιμάνια, ήταν είκοσι λεπτά προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι και επιπλέον είκοσι λεπτά κατά την εκφόρτωση του πλοίου. Επίσης, οι ημερεργάτες απασχολούντο στην καθαριότητα του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά με την άφιξη του πλοίου και διαρκούσε μισή ώρα. Ο ενάγων με τη σειρά της επικαλέσθηκε και προσεκόμισε τη με αριθμό 722/2021 ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγόντων …………… και ……………. κατά της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία ……………., επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερομένη με αριθμό 22/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ………., ένορκη βεβαίωση η οποία, ελήφθη κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως υπό των εναγόντων της αγωγής αυτής της εναγομένης αυτής ανωτέρω εταιρείας, αφού προσκομίζεται η με αριθμό …… από 10.9.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……… Ο εν λόγω ενόρκως βεβαιώσας, ο οποίος, κατά την ίδια ένορκη βεβαίωση, υπηρέτησε στο πλοίο D από τα τέλη του έτους 2011 έως τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2020 με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου, κατέθεσε κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία ότι, το εν λόγω πλοίο αναχωρούσε καθημερινά ώρα 07.35 από το λιμάνι του Πειραιά, προς εκτέλεση του δρομολογίου Πειραιάς – Πάρος – Νάξος – Ίος – Θήρα, με επιστροφή τα μεσάνυχτα και στο πλοίο ήταν ναυτολογημένοι δώδεκα ναύτες. Οι ντειμάνιδες καθημερινά εκτελούσαν εργασίες συντήρησης και καθαριότητας του πλοίου, ενώ μετείχαν και στις εργασίες κατάπλου, φορτώσεως, εκφόρτωσης και απόπλου σε όλα τα λιμάνια. Η φόρτωση του εν λόγω πλοίου εκκινούσε καθημερινά δύο ώρες προ της αναχώρησης του πλοίου από το λιμάνι του Πειραιά. Κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, κυρίως κατά το ταξίδι από Νάξο έως Σαντορίνη, οι ντειμάνιδες μαζί με τους Υποναυκλήρους και τον Ναύκληρο εκτελούσαν εργασίες συντήρησης επί του πλοίου, όπου ήταν αναγκαίο και δη ματσακόνι και βαψίματα κυρίως στα γκαράζ του πλοίου, σε αποθήκες και γενικά σε σημεία που δεν ενοχλούσαν τους επιβάτες. Οι εργασίες καθαριότητας του πλοίου με το πέρας του δρομολογίου, διαρκούσαν έως ώρα 02.00 το πρωί. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, ο ενάγων, καθόν χρόνο υπηρέτησε στο πλοίο N, ως μοναδικός Ναύκληρος στο εν λόγω πλοίο ως απεδείχθη και αναλύεται και ανωτέρω, καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε δρομολόγιο, επόπτευε την εργασία του κατώτερου πληρώματος καταστρώματος του πλοίου, καθώς επίσης, μετείχε στις εργασίες αυτών. Συγκεκριμένα, μετείχε στις εργασίες απόπλου και κατάπλου του πλοίου, καθώς επίσης και στις εργασίες φορτοεκφόρτωσης του πλοίου και στην έχμαση των οχημάτων επ’ αυτού, σε όλα τα λιμάνια του δρομολογίου του πλοίου αυτού. Για την εν λόγω εργασία, ο ενάγων αναλάμβανε υπηρεσία μισή ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο λιμάνι και οι εργασίες αυτές ολοκληρώνονταν μισή ώρα μετά τον απόπλου αυτού από το λιμάνι, προκειμένου και για την περισυλλογή και διευθέτηση των μέσων πρόσδεσης και την έχμαση των οχημάτων στο γκαράζ του πλοίου. Επιπλέον, ο ενάγων επόπτευε τους ημερεργάτες του πλοίου σε εργασίες καθαριότητας, αλλά και σε μικρής εκτάσεως εργασίες συντήρησης του πλοίου, όπως αποσκωριασμούς των καταστρωμάτων, στις οποίες μετείχε και ο ίδιος και οι οποίες πράγματι εκτελούντο και εν πλω, όπως άλλωστε συνομολογείται και υπό της εναγομένης (σχετικά σελ. 12 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της), έστω κι αν η ίδια (εναγομένη) αναφέρει ότι οι εν λόγω εργασίες καθαριότητας ήταν περιορισμένες, οι δε εργασίες συντήρησης ήταν «ελαφρές». Επίσης, απεδείχθη ότι ο ενάγων, επόπτευε το κατώτερο πλήρωμα καταστρώματος και κατά την εκτέλεση των εργασιών καθαριότητας και δη πλυσίματος των καταστρωμάτων και των γκαράζ του πλοίου, αλλά και στις εργασίες συντήρησης και επισκευών αυτού, οι οποίες εκτελούνταν καθόν χρόνο το πλοίο ευρίσκετο στο λιμάνι του Πειραιά, αλλά και στους λιμένες της νήσου Αμοργού και στο λιμάνι της Αστυπάλαιας, όπου το πλοίο παρέμενε περισσότερες ώρες και δεν απέπλεε με την ολοκλήρωση των εργασιών φορτοεκφόρτωσης, συμμετέχοντας μάλιστα και αυτός (ενάγων) στις εν λόγω εργασίες. Ειδικώς κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2022 έως 18.1.2022, οπότε στο ως άνω πλοίο διενεργούντο επισκευές, ο ενάγων μετείχε στις εν λόγω εργασίες, στις οποίες μετείχε και το κατώτερο πλήρωμα καταστρώματος. Καθόν χρόνο ο ενάγων εργάσθηκε στο πλοίο D, οπότε το πλοίο εκτελούσε καθημερινά κυκλικά δρομολόγια αφού απέπλεε από το λιμάνι του Πειραιά ώρα 07.25 με προορισμό νησιά των Κυκλάδων και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 23.20 κάθε βράδυ, ο ενάγων μοναδικός Ναύκληρος στο εν λόγω πλοίο, εκκινούσε την εργασία του δύο ώρες προ του απόπλου του πλοίου, οπότε εκινούσε και η φόρτωση του πλοίου, ελέγχοντας το πλάνο φορτώσεως αυτού, τον καταπέλτη και τα μέσα πρόσδεσης, ενώ κατά τη διάρκεια της φόρτωσης του πλοίου, ευρίσκονταν στο γκαράζ αυτού, δίδοντας οδηγίες στους ναύτες και επιβλέποντας τη διαδικασία φορτώσεως. Ακολούθως, απασχολείτο κατά τον απόπλου του πλοίου καθώς επίσης συντόνιζε, επέβλεπε τους ναύτες και μετείχε στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και έχμασης των οχημάτων και στις εργασίες απόπλου σε όλα τα ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου. Καθόν χρόνο το πλοίο ταξίδευε από τη νήσο Νάξο προς τη νήσο Σαντορίνη ή τη νήσο Ίο μετείχε και σε εργασίες συντήρησης του πλοίου όταν απαιτείτο, όπως ματσακωνίσματα στο γκαράζ του πλοίου, βαψίματα, εργασίες με τον τροχό και γρασαρίσματα. Επίσης αυτός συντόνιζε και τις εργασίες καθαριότητας που εγίνοντο εν πλω αλλά και με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, με το πέρας του δρομολογίου. Ειδικότερα, ο ενάγων μετείχε στις εργασίες κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, στις εργασίες εκφόρτωσης αυτού και ακολούθως στις εργασίες καθαρισμού του και δη στο πλύσιμο του πλοίου και στην περισυλλογή των απορριμμάτων. Επίσης, μετείχε στην προμήθεια του πλοίου με καύσιμα και δη στο δέσιμο της φορτηγίδας ανεφοδιασμού του πλοίου, καθώς επίσης και στην παραλαβή πόσιμου νερού με μάνικες. Προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στα ως άνω δύο πλοία, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων τους, όπως απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, ο ενάγων, υπηρετών ως μόνος Ναύκληρος, ως απεδείχθη, απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητάς του, καθημερινώς, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων, αργιών και Κυριακών και μάλιστα, πέραν της προβλεπομένης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσεως και της διάρκειας των δρομολογίων, που εκτελούσαν τα εν λόγω πλοία. Έτσι, ο ενάγων πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία πέραν του νομίμου οκταώρου της ημερήσιας απασχόλησης του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, που αφορούν τις ως άνω εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων δεν επαρκούσε απασχόληση μόνον οκτώ ωρών, ενόψει της συνάρτησης τους με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με την διαρκή εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων ακτοπλοϊκών γραμμών. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη, ως ανωτέρω απεδείχθη, κατέβαλε κάθε μήνα αμοιβή στον ενάγοντα για υπερωριακή απασχόληση. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί των εν λόγω πλοίων, τα οποία ήταν δρομολογημένα στις ως άνω ακτοπλοϊκές γραμμές και εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια που προαναφέρθηκαν, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, σημαντικά μεγαλύτερη κατά τη θερινή) και των περιορισμών στην πληρότητα των εν λόγω επιβατηγών πλοίων κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.1.2021 έως 8.2.2021, από 11.2.2021 έως 3.2.2021, από 29.4.2021 έως 10.5.2021, από 14.5.2021 έως 24.5.2021, από 31.5.2021 έως 7.6.2021, από 14.6.2021 έως 28.6.2021, από 26.7.2021 έως 2.8.2021, από 16.8,2021 έως 23.8.2021, από 6.9.2021 έως 9.9.2021 και από 22.11.2021 έως 6.12.2021, στα πλαίσια εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασπορά του κορωνοϊού COVID-19, τη χωρητικότητα των εν λόγω πλοίων και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως ομοίως απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, τη συνολική διάρκεια εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση εκάστου πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στον ίδιο, την οργανική σύνθεση του πληρώματος καταστρώματος, της σταθερής καταβολής σ’ αυτόν από την εναγόμενη, εργοδότριά του, παγίως κάθε μήνα χρηματικών ποσών, ως αμοιβή για υπερωριακή του απασχόληση, όπερ εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντίδικός του αναγνώριζε στην πράξη την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης των μελών του πληρώματος καταστρώματος των πλοίων της για την εύρυθμη λειτουργία τους, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει και του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δεν θα μπορούσαν, εξ ορισμού, να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρον 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με τον χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όπως αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι – πλην των ειδικότερα αναφερομένων κατωτέρω ημερών οπότε ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά – ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας εργασίας του ενάγοντος καθόν χρόνο αυτός απασχολήθηκε στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων N και αυτό εκτελούσε δρομολόγια, ανήλθε σε δέκα τρεις [13] ώρες και όχι σε δέκα έξι [16] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του και τον πρώτο λόγο έφεσής του. Ειδικώς κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2022 έως 18.1.2022, οπότε στο πλοίο εκτελούνταν εργασίες επισκευής, αυτός εργάζονταν επί ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δοθέντος μάλιστα ότι, όπως αποδεικνύεται από την απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2022, την οποία συνέταξε η ίδια η εναγομένη, αυτή (εναγομένη) κατέβαλε στον ενάγοντα αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση κατά τις καθημερινές και Κυριακές για περίπου 32,50 ώρες εργασίας, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το πλοίο εκτέλεσε δρομολόγιο μόνον δύο ημέρες και δη την 2 και 3.1. 2022. Καθόν δε χρόνο απασχολήθηκε στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίο D, ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας εργασίας του ενάγοντος ανήλθε σε ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη και όχι σε δέκα πέντε [15] ώρες, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον έβδομο λόγο έφεσης. Η δε εργασία πέραν των οκτώ ωρών κατά τις καθημερινές και Κυριακές, καθώς επίσης η εργασία όλες τις ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, αποτελούν υπερωριακή απασχόληση. Το γεγονός ότι τα ένδικα πλοία, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ταξίδευαν με πλήρη σύνθεση πληρώματος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την πραγματοποιούμενη καθημερινά υπερωριακή εργασία του ενάγοντος, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΚΔΝΔ, ΦΕΚ Α 261/3.10.1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΜονΕφΠειρ. 207/2023, ΜονΕφΠειρ. 677/2023, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 655/2022, ΜονΕφ.Πειρ. 569/2022, ΜονΕφ.Πειρ. 423/2021, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 180/2008, ΕΝαυτΔ 2008/308 = ΠειρΝομ. 2009/197, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124). Εξάλλου, το γεγονός ότι η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η εναγόμενη, διά του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 της των ως άνω ΣΣΝΕ, καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, καθώς επίσης και η έλλειψη διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος για τη μη καταβολή του συνόλου των δικαιούμενων από αυτόν αποδοχών για την υπερωριακή του απασχόληση και η μη έκφραση επιφύλαξης από αυτόν (ενάγοντα) σχετικά με την ακρίβεια των καταβαλλομένων αποδοχών του όπως αυτές αναλύονταν στα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που συνέτασσε η εναγομένη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 48/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Αλλά και η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των μισθοδοτικών του καταστάσεων δεν ενέχει, άνευ άλλου τινός, παραίτηση αυτού από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του. Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των ως άνω δελτίων μισθοδοσίας και του βιβλίου υπερωριών – Μηνιαίων καταστάσεων υπερωριών του πληρώματος, ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ενάγων πράγματι εργάσθηκε ως άνω πέραν του νομίμου ωραρίου, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 495/2006, ΔΕΕ 2006/948, ΜονΕφΠειρ. 464/2021, ΜονΕφΠειρ. 196/2020, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονEφΠειρ. 698/2014, Δνη 2015/504, ΜονΕφΠειρ. 626/2014, Δνη 2015/508, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208), απορριπτομένων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών της εναγομένης, που επαναφέρονται στα πλαίσια του πρώτου λόγου της έφεσής της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση ως προς τις ώρες εργασίας του ενάγοντος εκ της επικαλούμενης από την εναγομένη εξώδικης ομολογίας του ενάγοντος ως προς τις ώρες πραγματικής του εργασίας δια της προσυπογραφής ορισμένων εκ των αποδείξεων μισθοδοσίας του, αφού η προσυπογραφή εξοφλητικής απόδειξης αποτελεί εξώδικη ομολογία αναφορικά με το γεγονός της καταβολής του ποσού που αναγράφεται. Παράλληλα, ο ενάγων ως έχον το δικαίωμα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό των Καταστάσεων Μηνιαίων Υπερωριών του Πληρώματος όπου κάθε μήνα αναγράφονταν οι ώρες απασχόλησής του, τις οποίες προσυπέγραψε, απέδειξε πράγματι ως ανωτέρω αναλύεται ότι οι αναγραφόμενες σε αυτό ώρες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε επί του πλοίου N επί δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη κατά μέσο όρο, καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος έκρινε ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ΄ εκάστη, καθώς και του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί απασχόλησής του επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη. Όμοια, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάζονταν επί ένδεκα ώρες καθ’ εκάστη καθόν χρόνο αυτός απασχολήθηκε ως μόνος Ναύκληρος στο πλοίο D και το πλοίο εκτελούσε τα ανωτέρω αποδειχθέντα κυκλικά δρομολόγια, αποπλέοντας από το λιμάνι του Πειραιά καθ’ εκάστη ώρα 07.25 και καταπλέοντας σε αυτό ώρα 23.20, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και του εβδόμου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί απασχόλησής του επί δέκα πέντε ώρες καθ’ εκάστη. Εν τούτοις, η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, καθό μέρος δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν επί οκτώ ώρες καθ΄ εκάστη κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2022 έως 18.1.2022, οπότε στο πλοίο N εκτελούνταν εργασίες επισκευής, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ο ενάγων εργάζονταν επί ένδεκα [11] ώρες καθ’ εκάστη. Η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης με την οποία πλήττεται (η εκκαλουμένη απόφαση) για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και να μην περιορίζεται στα επιμέρους παράπονα της εκκαλούσας [ΑΠ 1284/2019 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου], έσφαλε ως προς τις ημέρες κατά τις οποίες, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργάσθηκε υπερωριακά στο πλοίο N. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των εκατόν εβδομήντα επτά συνολικά καθημερινών ημερών και ημερών Κυριακής των ενδίκων χρονικών διαστημάτων που ο ενάγων εργάσθηκε επί του εν λόγω πλοίου, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αυτός έλαβε άδεια διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου επί πέντε καθημερινές ημέρες και δη μία καθημερινή ημέρα καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούνιο και Δεκέμβριο 2021. Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του ημερολογίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου και εκτίθεται αναλυτικότερα κατωτέρω στην οικεία σκέψη της παρούσας, ο ενάγων εξήλθε του πλοίου, προκειμένου και προς διανυκτέρευσή του εκτός του πλοίου, ώρα 04.21 της 6.7.2021 και επανεπιβιβάσθηκε ώρα 04.45 της 8.7.2021. Ως εκ τούτου, αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών, επί επτά ημέρες και δη μία καθημερινή ημέρα καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούνιο και Δεκέμβριο 2021, οπότε διανυκτέρευσε κατόπιν αδείας εκτός του πλοίου, καθώς και τις ημέρες 6.7.2021 και 7.7.2021. Ως εκ τούτου, αποδεικνύεται ότι, στο ανωτέρω πλοίο, εντός του έτους 2021, ο ενάγων εργάσθηκε πλέον του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών, επί πέντε ώρες επί εκατόν εβδομήντα [170] καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής και όχι επί εκατόν εβδομήντα επτά ημέρες καθημερινές και Κυριακές, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση. Εντός του ίδιου έτους, εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη επί είκοσι εννέα [29] ημέρες Σαββάτου και επί εννέα [9] ημέρες αργίας, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, εντός του έτους 2022, καθόν χρόνο κατά τα άνω αποδειχθέντα το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια, επί συνόλου διακοσίων δέκα τεσσάρων καθημερινών ημερών και ημερών Κυριακής, τριάντα έξι ημερών Σαββάτου και δέκα ημερών αργίας, ο ενάγων εργάσθηκε καθ’ εκάστη πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών, επί πέντε ώρες, επί εκατόν ενενήντα εννέα ημέρες καθημερινές και Κυριακής και επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη τριάντα πέντε ημέρες Σαββάτου, πλην της 3.12.2022, ημέρα Σάββατο, οπότε απεδείχθη ότι δεν εργάσθηκε, αφού απουσίαζε από το πλοίο, λόγω άδειας διανυκτέρευσης και επί εννέα ημέρες αργίας, την δε 14.9.2022 ημέρα αργίας, εργάσθηκε επί οκτώ ώρες. Πράγματι, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς οι οποίοι έγιναν δεκτοί και με την εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων έλαβε άδεια διανυκτέρευσης και απουσίαζε από το πλοίο μία καθημερινή ημέρα καθ’ έκαστο των μηνών Μαρίου, Ιουνίου και Νοεμβρίου 2022. Επιπλέον, από τα προσκομιζόμενα σε αντίγραφο αποσπάσματα του βιβλίου γέφυρας του εν λόγω πλοίου, απεδείχθη ότι, ο ενάγων έλαβε άδεια διανυκτέρευσης, εκτός του πλοίου, κατά τις ημέρες 14.2, 15.2, 16.2, 11.5, 12.5, 13.5, 3.7., 13.9, 2.10, 3.10, 4.10, 2.12, 3.12 και 4.12.2022 ενώ την ημέρα αργίας 14.9.2022 επέστρεψε στο πλοίο ώρα 16.00. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως που δέχθηκε ότι και τις ανωτέρω ημέρες καθημερινές και Κυριακές, καθώς επίσης την ημέρα αργίας 14.9.2022 ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ΄ εκάστη, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος δέχθηκε ότι ο ενάγων, εντός του έτους 2022, εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ΄εκάστη επί διακόσιες δώδεκα καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, επί τριάντα έξι ημέρες Σαββάτου και επί δέκα ημέρες αργίας. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση επί του πλοίου N, τα ακόλουθα ποσά: [Α] Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2021 έως 1.3.2021: α) Για τριάντα οκτώ (38) ημέρες καθημερινές και εννέα (9) ημέρες Κυριακής και συνολικά για σαράντα επτά ημέρες, το ποσό των ευρώ 2.230,15 (47 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 235 Χ 9,49 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά συμφωνία των διαδίκων Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για εννέα (9) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας και συνολικά για ένδεκα ημέρες, το ποσό των 1.628,77 ευρώ (11 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 143 Χ 11,39 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας με βάση την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ ). [Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 29.4.2021 έως 9.9.2021: [i] Κατά το χρονικό διάστημα από 29.4.2021 έως 30.4.2021: α) Για μία (1) ημέρα καθημερινή, το ποσό των ευρώ 47,45 (1 καθημερινή Χ 5 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 5 Χ 9,49 ευρώ) και β) για μία (1) ημέρα αργίας, το ποσό των 148,07 ευρώ (1 ημέρα αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 13 Χ 11,39 ευρώ) και [ii] για ογδόντα οκτώ (88) ημέρες καθημερινές και δέκα οκτώ (18) ημέρες Κυριακής και συνολικά για εκατόν έξι ημέρες, το ποσό των ευρώ 5.029,70 (106 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 530 Χ 9,49 ευρώ) και β) για δέκα οκτώ (18) ημέρες Σαββάτου και τέσσερις (4) ημέρες αργίας και συνολικά για είκοσι δύο ημέρες, το ποσό των 3.257,54 ευρώ (22 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 286 Χ 11,39 ευρώ). [Γ] Κατά το χρονικό διάστημα από 10.12.2021 έως 18.1.2022: [i] Κατά το χρονικό διάστημα από 10.12.2021 έως 31.12.2021: α) για δέκα τέσσερις (14) ημέρες καθημερινές και δύο (2) ημέρες Κυριακής και συνολικά για δέκα έξι ημέρες, το ποσό των ευρώ 759,20 (16 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 80 Χ 9,49 ευρώ) και β) για δύο (2) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας και συνολικά για τέσσερις ημέρες, το ποσό των 592,28 ευρώ (4 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 52 Χ 11,39 ευρώ) και [ii] κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 18.1.2022: [α] κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 3.1.2022: α) για μία (1) ημέρα καθημερινή και μία (1) ημέρα Κυριακής και συνολικά για δύο ημέρες, το ποσό των ευρώ 97,80 (2 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 10 Χ 9,78 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για μία (1) ημέρα αργίας, το ποσό των 152,49 ευρώ (1 ημέρα αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 13 Χ 11,73 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας με βάση την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ) και [β] κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2022 έως 18.1.2022: α) για εννέα (9) ημέρες καθημερινές και δύο (2) ημέρες Κυριακής και συνολικά για ένδεκα ημέρες, το ποσό των ευρώ 322,74 (11 καθημερινές και Κυριακές Χ 3 ώρα εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 33 Χ 9,78 ευρώ) και β) για δύο (2) ημέρες Σαββάτου και μία (1) ημέρα αργίας και συνολικά για τρεις ημέρες, το ποσό των 387,09 ευρώ (3 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 11 ώρες εργασίας = 33 Χ 11,73 ευρώ). [Δ] Κατά το χρονικό διάστημα από 8.2.2022 έως 8.7.2022: [i] Κατά το χρονικό διάστημα από 8.2.2022 έως 30.4.2022: α) για πενήντα μία (51) ημέρες καθημερινές και ένδεκα (11) ημέρες Κυριακής και συνολικά για εξήντα δύο ημέρες, το ποσό των ευρώ 3.031,80 (62 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρα εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 310 Χ 9,78 ευρώ) και β) για δώδεκα (12) ημέρες Σαββάτου και τέσσερις (4) ημέρες αργίας και συνολικά για δέκα έξι ημέρες, το ποσό των 2.439,84 ευρώ (16 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 208 Χ 11,73 ευρώ) και [ii] κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2022 έως 8.7.2022: α) για σαράντα πέντε (45) ημέρες καθημερινές και οκτώ (8) ημέρες Κυριακής και συνολικά για πενήντα τρεις ημέρες, το ποσό των ευρώ 2.591,70 (53 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρα εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 265 Χ 9,78 ευρώ) και β) για εννέα (9) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας και συνολικά για ένδεκα ημέρες, το ποσό των 1.677,39 ευρώ (11 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 143 Χ 11,73 ευρώ) και [Ε] Κατά το χρονικό διάστημα από 26.8.2022 έως 7.12.2022: για εξήντα επτά (67) ημέρες καθημερινές και δέκα τρεις (13) ημέρες Κυριακής και συνολικά για ογδόντα ημέρες, το ποσό των ευρώ 3.912,00 (80 καθημερινές και Κυριακές Χ 5 ώρα εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 400 Χ 9,78 ευρώ), β) για δέκα τέσσερις (14) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας και συνολικά για δέκα έξι ημέρες κατά τις οποίες εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες, το ποσό των 2.439,84 ευρώ (16 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 13 ώρες εργασίας = 208 Χ 11,73 ευρώ) και γ) μία ημέρα αργίας (14.9.2022) οπότε εργάσθηκε επί οκτώ ώρες, το ποσό των ευρώ 93,84 (8 επί 11,73 ευρώ). Συνολικά, για τις προαναφερόμενες αιτίες, ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [2.230,15 + 1.628,77 + 47,45 + 148,07 + 5.029,70 + 3.257,54 + 759,20 + 592,28 + 97,80 + 152,49 + 322,74 + 387,09 + 3.031,80 + 2.439,84 + 2.591,70 + 1.677,39 + 3.912,00 + 2.439,84 + 93,84 =] 30.839,69. Έναντι του οποίου έλαβε, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, το ποσό των ευρώ [3.672,72 + 4.619,86 + 4.816,88 + 5.931,08=] 19.040,54. Ως εκ τούτου, για την εν λόγω αιτία η εναγομενη συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ [30.839,69 μείον 19.040,54 =] 11.799,15.
ΙV. Επιπλέον, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση επί του πλοίου D, όπου εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 9.11.2021 έως 10.12.2021 τα ακόλουθα ποσά :α) Για είκοσι δύο (22) ημέρες καθημερινές και τέσσερις (4) ημέρες Κυριακής και συνολικά για είκοσι έξι ημέρες, το ποσό των ευρώ 740,22 (26 καθημερινές και Κυριακές Χ 3 ώρες εργασίας ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 78 Χ 9,49 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, με βάση την ισχύσασα κατά συμφωνία των διαδίκων Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019 για τις καθημερινές και τις Κυριακές), έναντι του οποίου, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως σχετικά 25 και 26 αποδείξεις μισθοδοσίας μετά των σχετικών παραστατικών κατάθεσης στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος των αναλογούντων καθαρών ποσών και όπως, κατ΄ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της περί μερικής καταβολής ένστασης της εναγομένης, έλαβε το ποσό των ευρώ (458,26 + 196,40=) 654,66, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου κατά τούτο πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος δέχθηκε την περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης κατά το ποσό των ευρώ 317,93 και επομένως, δικαιούται υπόλοιπο αμοιβής το ποσό των ευρώ (458,26 + 196,40=) 654,66 εκ ποσού ευρώ (740,22 μείον 654,66 =) 85,56 και β) για τέσσερις (4) ημέρες Σαββάτου και μία (1) ημέρα αργίας και συνολικά για πέντε ημέρες, το ποσό των 626,45 ευρώ (5 ημέρες Σαββάτου και αργίας Χ 11 ώρες εργασίας = 55 Χ 11,39 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του Ναυκλήρου, κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας με βάση την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ), έναντι του οποίου, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των ευρώ 515,74 και επομένως, συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (626,45 μείον 515,74 =) 110,71. Συνεπώς για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο D, όπου αυτός εργάσθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 9.11.2021 έως 10.12.2021, η εναγομένη συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [85,56 + 110,71=] 196,27.
V. Κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπομένων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 465/2009, ΕΝαυτΔ 2009/276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208, ΕφΠειρ 391/2009, ΕΝαυτΔ 2009/283, ΕφΠειρ 429/2008, ΕΝαυτΔ 2008/284, ΕφΠειρ 30/2008, ΕΝαυτΔ 2008/106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Όμως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές, μόνον τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 213/2016, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 322/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 221/2015, Δνη 2016/1405, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 185/2012, ΕΝαυτΔ 2012/397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011, ΕΝαυτΔ 2011/257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010, ΕφΑΔ 2010/1322, ΑΠ 1746/2009, ΝοΒ 58/729, ΑΠ 142/2003, Δνη 44/1305, ΑΠ 737/2001, Δνη 43/723, ΑΠ 1700/1998, ΕΝαυτΔ 1999/465, ΕφΠειρ. 670/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 457/2000, ΔΕΕ 2000/895). Η εναγομένη, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία, με τις έγγραφες προτάσεις της (σχετικά σελίδα 4 επ.), έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στα ανωτέρω πλοία, προέβαλε σε συμψηφισμό το ποσό των ευρώ 356,72, το οποίο είχε, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα καταβάλει τμηματικά στον ενάγοντα κατά το έτος 2021 και το ποσό των ευρώ 782,78 κατά το έτος 2022, με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», επικαλούμενη ότι τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν στον ενάγοντα ως αμοιβή για την εκτέλεση εργασίας καθ’ υπέρβασιν του νομίμου ωραρίου, επικαλούμενη επιπλέον ότι αυτό συνάγονταν από τον, ακολούθως αναφερόμενο, συμβατικό όρο των ενδίκων συμβάσεων ναυτικής εργασίας, στον οποίο περιέχονταν ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί καταλογισμού των εν λόγω χρηματικών ποσών στις αξιώσεις του ενάγοντος για αμοιβή υπερωριακής εργασίας. Ο ισχυρισμός αυτός, απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του με την εκκαλουμένη απόφαση. Ήδη με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της η εναγομένη πλήττει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Όπως προκύπτει από τον με αριθμό 1 συμπληρωματικό όρο καθεμιάς από τις από 21.8.2020, 29.4.2021, 9.11.2021, 5.1.2022, 8.2.2022, 20.3.2022 και 26.8.2022 προσκομιζόμενες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος που καταρτίστηκαν εγγράφως, με αυτόν ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι «Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρίας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας». Ο συμβατικός αυτός όρος, ερμηνευόμενος κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επιτρέπει οποιονδήποτε συμψηφισμό, εφόσον δι’ αυτού δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας. Δεν συνέτρεξαν, επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές …») δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στον επίμαχο όρο προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΕφΠειρ. 465/2009, ο.π.). Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι, τα ποσά που ο ενάγων έλαβε ως «έκτακτες αμοιβές» αποτελούσαν αμοιβή του, για συγκεκριμένες κάθε φορά εργασίες που αυτός (ενάγων) παρείχε πέραν των συνηθισμένων, όπως για μεταφορά ασυνόδευτων δεμάτων ή επιπλέον εργασιών επισκευής (σχετικά ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του …………..). Άλλωστε, με βάση τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατέβαλε στον ενάγοντα τακτικά και μόνιμα αμοιβή για εξήντα εννέα (69) ώρες υπερωριακής εργασίας για κάθε μήνα πλήρους απασχολήσεώς του (σχετικά σελίδα 9 ένδικης υπό στοιχείο Α έφεσης), ακόμη κι αν αυτός δεν εργαζόταν για κάποιο μήνα υπερωριακώς ή απασχολούταν για λιγότερες ώρες, ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος επιτρέπει (και) την ερμηνευτική εκδοχή ότι στις πραγματοποιούμενες από τον ενάγοντα, κατά τον επόμενο μήνα εκείνου κατά τον οποίον έλαβε τόσο την αχρεώστητη υπερωριακή αμοιβή όσο και την ως άνω «έκτακτη αμοιβή», πραγματικές υπερωρίες του μπορούσε να καταλογιστεί όχι το ποσόν των «εκτάκτων αμοιβών» αλλά το καταβληθέν τον προηγούμενο μήνα ως «επίδομα υπερωριών» ποσό, που αντιστοιχούσε στις εν λόγω εξήντα εννέα (69) ώρες, κατά τις οποίες όμως ο ενάγων είτε δεν είχε εργαστεί υπερωριακώς είτε δεν τις είχε εξαντλήσει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και δη των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου δευτέρου λόγου έφεσης της εναγομένης.
VI. Από τη διάταξη του άρθρου 14 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ως άνω ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι, οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων, λαμβάνεται υπόψη, ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον, η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212, ΜονΕφΠειρ. 430/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.), καθώς επίσης και το επίδομα άγονης γραμμής, εφόσον το πλοίο εκτελεί τακτικώς τέτοια δρομολόγια [ΕΠ 123/2019 Ιστοσελίδα εφετείου Πειραιώς]. Εξάλλου, ο μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής υπολογίζεται, λόγω των διαφορετικών ναυτολογήσεων, ανά ναυτολόγηση και επιπλέον, για τον υπολογισμό των Δώρων Χριστουγέννων υπολογίζεται το διάστημα απασχόλησης από 1.5 έως 31.12 κάθε έτους και του Δώρου Πάσχα το χρονικό διάστημα από 1.1 έως 30.4 κάθε έτους και όχι ο μέσος όρος ανά έτος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981 (ΑΠ 741/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Ενόψει της αποδειχθείσας κατά τα άνω, στα πλαίσια διερεύνησης του πρώτου λόγου των ενδίκων εφέσεων, υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος κατά τον επίδικο χρόνο, με συνυπολογισμό του μέσου όρου της υπερωριακής αμοιβής του, ο ενάγων εδικαιούτο για αναλογία δώρων εορτών για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε [Ι] στο πλοίο N, τα ακόλουθα ποσά: [α] Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2021 (i) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 1.1.2021 έως 1.3.2021 {[μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(355,61 + 295,54 + 11,39=) 662,54/60 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 331,27 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(43,24 + 35,46 + 1,28 =) 79,98/60 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 39,99 και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [(76,60 + 58,22 + 3,06=) 137,88/60 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 68,94 και όχι το ποσό των ευρώ 87,44, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης (2.230,15 + 1.628,77=) 3.858,92 ευρώ /60 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.929,46 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποιο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.096,65 δια 2 επί 1/15 επί (60 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 7, 5 οκταήμερα=} 1.274,16 ευρώ και (ii) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων [διήρκησε από 29.4.2021 έως 9.9.2021] για το χρονικό διάστημα από 29.4.2021 έως 30.4.2021 {[μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + αμοιβή, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων κατά τον μήνα Απρίλιο 2021, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [15,01/2 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 225,15 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + αμοιβή, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων κατά τον μήνα Απρίλιο 2021, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [3.67/2 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 55,05 πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 50,66, το οποίο έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + αμοιβή, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων κατά τον μήνα Απρίλιο 2021, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [3,06/2 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 45,90 και όχι το ποσό των ευρώ 87,44, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της δεύτερης ναυτολόγησης κατά τον μήνα Απρίλιο 2021 (47,45 + 148,07=) 195,52 ευρώ /2 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 2.932,80, πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 2.841,34, το οποίο και πρέπει να συνυπολογισθεί κατά τον βάσιμο κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, αφού για την εν λόγω αιτία η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε μόνον το ποσό των ευρώ 1.956,90, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης =] 5.890,04 δια 2 επί 1/15 επί (2 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 0,25 οκταήμερα=} 49,08. Συνολικά για αναλογία Δώρου Πάσχα 2021 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (1.274,16 +49,08 =) 1.323,24 και όχι το ποσό των ευρώ 1.627,73 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.384,08 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως. Έναντι του ποσού αυτού, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 745,51 και επομένως, για την εν λόγω αιτία, η εναγομένη συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ (1.323,24 μείον 745,51=) 577,73 και όχι το ποσό των ευρώ 882,22, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου ως αβασίμου στην ουσία του κατά τούτο του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος δεν δέχθηκε το σύνολο των αγωγικών του ισχυρισμών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ορθώς κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, συνυπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ο αναλογούν μέσος όρος του επιδόματος άγονης γραμμής και το επιδόματος αδείας, καθώς επίσης και μέσος όρος των αμοιβών του ενάγοντος με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», αφού κάθε μήνα κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα καταβάλλονταν αμοιβή στον ενάγοντα για τις εν λόγω αιτίες, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον τρίτο λόγο έφεσης. [β] Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2021 (i) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων [που διήρκησε από 29.4.2021 έως 9.9.2021] για το χρονικό διάστημα από 1-5-2021 έως 9-9-2021: {[μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(458,37 + 528,04 + 648,41 + 741,02 + 136,57=) 2.512,41/132 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 571,00,πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 535,75, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(51,08 + 53,84 + 44,83 + 53,20 + 10,01 =) 212,96/132 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 48,40 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [(79,66 + 88,86 + 91,92 + 91, 92 + 24,51=) 376,87/132 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 85,65 και όχι το ποσό των ευρώ 87,44, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της δεύτερης ναυτολόγησης (5.029,70 + 3.257,54=) 8.287,24 ευρώ /132 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.883,46 και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.280,25 επί 2/25 επί (132 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 6,9473 δεκαεννιαήμερα=} 2.934,68 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και (ii) στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ως άνω πλοίο [διήρκησε από 10.12.2021 έως 18.1.2022] για το χρονικό διάστημα από 10-12-2021 έως 31-12-2021: {[μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2021 στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» (250,36/21 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 357,66 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2021, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές (25,81/21 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 36,87 και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής μηνός Δεκεμβρίου 2021, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής (45,96/21 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 65,66 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 87,44 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής μηνός Δεκεμβρίου 2021 υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της τρίτης ναυτολόγησης (759,20 + 592,28=) 1.351,48 ευρώ /21 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.930,68 και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.117,86 επί 2/25 επί (21 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 1,1027 δεκαεννιαήμερα (αφού συνολικά ο ενάγων για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2021 αξιώνει 8,05 19ήμερα=} 451,48 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Συνολικά, ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2021 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [2.934,68 + 451,48 =] 3.386,16 και όχι το ποσό των ευρώ 4.057,76 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.450,38, όπως εσφαλμένως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου του αντιστοίχου δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τις αποδείξεις μισθοδοσίας των εν λόγω χρονικών διαστημάτων, αποδεικνύεται ότι τακτικά κάθε μήνα η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα αμοιβή έχμασης, και επίδομα άγονης γραμμής καθώς και αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επομένως, οι εν λόγω αποδοχές όπως και το επίδομα αδείας λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.761,59 και ως εκ τούτου για την εν λόγω αιτία δικαιούται το ποσό των ευρώ (3.386,16 μείον 1.761,59 =) 1.624,57 και όχι το ποσό των ευρώ 1.688,79, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο του αντιστοίχου δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος. [γ] Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022 (i) στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ως άνω πλοίο [διήρκησε από 10.12.2021 έως 18.1.2022] για το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 18.1.2022: {[μισθός ενεργείας 1.352,52 € + επίδομα Κυριακών 297,55 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 477,91 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 25,68 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής κατά τον μήνα Ιανουάριο 2022 στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» (32,93/18 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 54,88 και όχι το ποσό των ευρώ 434,15 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής κατά τον μήνα Ιανουάριο 2022, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές (2,36/18 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 3,93 και όχι το ποσό των ευρώ 96,06 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής μηνός Ιανουαρίου 2022, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής (6,31/18 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 10,52 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 68,52 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής μηνός Ιανουαρίου 2022 υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της τρίτης ναυτολόγησης (97,80 + 322,74 + 152,49 + 387,09 =) 960,12 ευρώ /18 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.600,20 και όχι το ποσό των ευρώ 2.852,67 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.030,10 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 4.478,33 δια 2 επί 1/15 επί (18 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 2,25 οκταήμερα=} 335,87 και (ii) στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ως άνω πλοίο [διήρκησε από 8.2.2022 έως 8.7.2022] για το χρονικό διάστημα από 8.2.2022 έως 30.4.2022 {[μισθός ενεργείας 1.352,52 € + επίδομα Κυριακών 297,55 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 477,91 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 25,68 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(249,86 + 311,13 + 556,47 =) 1.117,46/82 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 408,83 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 434,15 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(20,65 + 27,59 + 53,92 =) 102,16/82 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 37,37 και όχι το ποσό των ευρώ 96,06 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [(41,03 + 56,80 + 82,05=) 179,88/82 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 65,81 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 68,52 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της τέταρτης ναυτολόγησης (3.031,80 + 2.439,84=) 5.471,64 ευρώ /82 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 2.001,82 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 2.852,67 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.030,10 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.322,63 δια 2 επί 1/15 επί (82 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 10,25 οκταήμερα=} 1.818,56 ευρώ. Συνολικά, για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022, από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο, ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (335,87 + 1.818,56 =) 2.154,43 και όχι το ποσό των ευρώ 2.663,63 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.265,68 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Οι αιτιάσεις της τελευταίας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο έφεσης ότι εσφαλμένως λαμβάνεται υπόψη η αμοιβή άγονης γραμμής και το επίδομα αδείας, καθώς επίσης και η καταβληθείσα αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», κατά τον προσδιορισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος προς ανεύρεση της αναλογία δώρων εορτών, τυγχάνουν αβάσιμες στην ουσία τους, αφού τα ανωτέρω ποσά για τις εν λόγω αιτίες καταβάλλονταν κάθε μήνα στον ενάγοντα. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έναντι της εν λόγω απαίτησης η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.189,35 και συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [2.154,43 μείον 1.189,35 =] 965,08 και [δ] Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 (i) στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ανωτέρω πλοίο που διήρκησε από 8.2.2022 έως 8.7.2022] για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 8-7-2022: {[μισθός ενεργείας 1.352,52 € + επίδομα Κυριακών 297,55 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 477,91 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 25,68 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(587,08 + 475,15 + 121,66 =) 1.183,89/69 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 514,73, πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 434,15, το οποίο έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(58,11 + 43,36 + 10,63 =) 112,10/69 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 48,74 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 96,06 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [(75,74 + 88,36 + 18,94=) 183,04/69 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 79,58, πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 68,52, το οποίο έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της τέταρτης ναυτολόγησης (2.591,70 + 1.677,39=) 4.269,09 ευρώ /69 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.856,13 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 2.852,67 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.030,10 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.216,34 επί 2/25 επί (69 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 3,6315 δεκαεννιαήμερα =} 1.515,45 και (ii) στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ανωτέρω πλοίο, η οποία διήρκησε από 26-8-2022 έως 7-12-2022: {[μισθός ενεργείας 1.352,52 € + επίδομα Κυριακών 297,55 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 477,91 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 25,68 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(109,12 + 485,95 + 535,55 + 442,21 + 87,40 =) 1.660,23/105 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 474,35, πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 434,15, το οποίο έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(8,26 + 34,56 + 35,21 + 30,65 + 7,48 =) 116,16/105 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 33,19 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 96,06 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, με αιτιολογία καταβολής επίδομα άγονης γραμμής [(18,94 + 78,90 + 72,59 + 78,90 + 15,78 =) 265,11/105 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 75,74, πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 68,52, το οποίο έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πέμπτης ναυτολόγησης (3.912,00 + 2.533,68 =) 6.445,68 ευρώ /105 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.841,62 και όχι το ποσό των ευρώ 2.852,67 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.030,10 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.186,28 επί 2/25 επί (105 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 5,4785 δεκαεννιαήμερα =} 2.273,04. Συνολικά, για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022, από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο, ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (1.515,45 + 2.273,04 =) 3.788,49 και όχι το ποσό των ευρώ 4.606,56, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.962,94, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Οι αιτιάσεις της τελευταίας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο έφεσης ότι εσφαλμένως λαμβάνεται υπόψη η αμοιβή άγονης γραμμής και το επίδομα αδείας, καθώς επίσης και η καταβληθείσα αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», τυγχάνουν αβάσιμες στην ουσία τους, αφού τα ανωτέρω ποσά για τις εν λόγω αιτίες καταβάλλονταν κάθε μήνα στον ενάγοντα. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έναντι της εν λόγω απαίτησης η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 2.092,89 και συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [3.788,49 μείον 2.092,89 =] 1.695,60. [Β] Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2021 για το χρόνο που απασχολήθηκε στο πλοίο D, κατά το χρονικό διάστημα από 9-11-2021 έως 10-12-2021: {[μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής, με αιτιολογία καταβολής «έχμαση οχημάτων» [(388,20 + 186,25=) 574,45/32 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 538,55 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), πλην όμως ο ενάγων συνυπολογίζει το ποσό των ευρώ 535,75, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές [(22.04 + 12,25 =) 34,29/32 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 32,15 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 40,οο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης στα πλαίσια της πρώτης ναυτολόγησης (740,22 + 626,45=) 1.366,67 ευρώ /32 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.281,25 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 2.498,16 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του ογδόου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.322,70 κατά την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 4.576,14 επί 2/25 επί (32 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 1,68 δεκαεννιαήμερα =} 615,03 και όχι το ποσό των ευρώ 787,53 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον όγδοο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 621,66 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του, τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Οι αιτιάσεις της εναγομένης που περιέχονται στον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης ότι δεν συνυπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές το επίδομα αδείας, καθώς επίσης και ο μέσος όρος ανά μήνα των αμοιβών του ενάγοντος με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», τυγχάνουν αβάσιμες στην ουσία τους, όσον αφορά στο επίδομα αδείας, αφού πράγματι οι εν λόγω αποδοχές, όπως αναλύεται στην οικεία νομική σκέψη τυγχάνουν τακτικές αποδοχές που συνυπολογίζονται, επιπλέον δε όσον αφορά στην αμοιβή με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» αυτές πράγματι καταβάλλονταν κάθε μήνα στον ενάγοντα και ως εκ τούτου υπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι έναντι του ανωτέρω ποσού των ευρώ 615,03 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 350,72, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής της εναγομένης και ως εκ τούτου συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [615,03 μείον 350,72 =] 264,31.
VII. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 των εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, υπό του τίτλου «Δρομολόγια Εξπρές», ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση κατά τον καθορισμό, την έγκριση και την εκτέλεση των δρομολογίων, πρέπει να προνοείται, από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΕΝ και από τους πλοιοκτήτες, η παραμονή των πλοίων στο λιμάνι αφετηρίας τουλάχιστον έξι (6) ώρες πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο, προκειμένου να παρασχεθεί στον πλοίαρχο και το πλήρωμα ο αναγκαίος χρόνος ανάπαυσης καθώς και προετοιμασίας του πλοίου για το επόμενο δρομολόγιο (παρ. 1). Αν κατ` εξαίρεση αυτό δεν καθίσταται δυνατόν ή αποφασίζεται και εκτελείται έκτακτο δρομολόγιο, καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα πρόσθετη αμοιβή, όπως καθορίζεται στις επόμενες παραγράφους αυτού του άρθρου (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου τέτοια δρομολόγια (Express) για τα οποία καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, η κατά τη παρ. 7 πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνα για την εκτέλεση των οποίων το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού, κατά περίπτωση, πριν περάσουν τουλάχιστον έξι (6) ώρες από τον κατάπλου του πλοίου στο αντίστοιχο λιμάνι αφετηρίας ή προορισμού. Για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αμοιβής, αθροίζονται οι ώρες πρόωρης αναχώρησης του πλοίου εβδομαδιαίως, δηλαδή προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από της αφίξεως στο λιμάνι και το άθροισμα διαιρείται διά του αριθμού 8, το δε πηλίκον αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων, για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Όμως, σύμφωνα με τη παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ειδικά προκειμένου περί πλοίων τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή για τα πέραν των 5 δρομολογίων κάθε εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, του, κατά την προαναφερθείσα παρ. 2 προσδιορισμού. Για την πρόσθετη αυτή απασχόληση καταβάλλεται στον πλοίαρχο και το πλήρωμα αμοιβή υπολογιζόμενη ως εξής: Εφόσον η διάρκεια του κυκλικού ταξιδιού (δηλαδή η μετάβαση στο λιμάνι ή τους λιμένας προορισμού και η επιστροφή στο λιμένα αφετηρίας) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών (παρ. 7α). Εάν είναι μικρότερη των 12 ωρών είναι ίση προς το ήμισυ της, ως άνω προβλεπόμενης (παρ. 7β). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, καθόσον αφορά την προβλεπόμενη απ` αυτές πρόσθετη αμοιβή ότι αυτή καταβάλλεται εφόσον σε κάθε δρομολόγιο το πλοίο δεν παραμείνει τουλάχιστον έξι ώρες στο λιμάνι αφετηρίας πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο. Κατά τη σαφή δε έννοια της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής, δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση δε εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Με τη διάταξη δε της παρ. 3 του ίδιου άρθρου δίδεται δυνατότητα παραμονής του πλοίου, στο λιμένα προορισμού, για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1 αυτού, οπότε στην περίπτωση αυτή δρομολόγιο για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7 θεωρείται εκείνο, για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν έξι τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, πρόσθετη επίσης αμοιβή καταβάλλεται για τα πέραν των πέντε δρομολογίων κάθε εβδομάδα, προκειμένου περί πλοίων, τα οποία έχουν τακτικές καθημερινές αναχωρήσεις από το λιμάνι αφετηρίας, “ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του, κατά την παρ. 2 προσδιορισμού”. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι ναυτικοί που εργάζονται σε πλοία που εκτελούν καθημερινώς και περισσότερα από πέντε (5) (κυκλικά) δρομολόγια την εβδομάδα (δηλαδή 6, 7 …) είτε παραμένουν στο λιμάνι 6 ώρες, είτε όχι, λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 7, για τον καθορισμό της οποίας, δεν γίνεται ο υπολογισμός που προβλέπεται από την προαναφερθείσα παρ. 4 του άρθρου αυτού, αλλά εφόσον η διάρκεια του κάθε δρομολογίου (κυκλικού ταξιδιού) είναι μεγαλύτερη των 12 ωρών, η πρόσθετη αυτή αμοιβή είναι ίση προς το 1/30 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών για κάθε δρομολόγιο, εφόσον δε είναι μικρότερη των 12 ωρών, είναι ίση προς το ήμισυ αυτής, κατά τα προεκτεθέντα. Δηλαδή, αν εκτελούν 6 τακτικά δρομολόγια την εβδομάδα διάρκειας μεγαλύτερης των 12 ωρών το καθένα, λαμβάνουν ως πρόσθετη αμοιβή το 1/30 των ως άνω αποδοχών, αν δε εκτελούν 7 τακτικά δρομολόγια τα 2/30 αυτών. Αν όμως εβδομαδιαίως εκτελούν μόνο πέντε (5) δρομολόγια Express ή λιγότερα των πέντε, τότε έχει εφαρμογή η παρ. 4 του ως άνω άρθρου, οπότε η δικαιουμένη για την εκτέλεση δρομολογίων “Express” πρόσθετη αμοιβή υπολογίζεται κατά το διαγραφόμενο από την παράγραφο αυτή τρόπο, κατά τον οποίο το προκύπτον πηλίκον από τη διαίρεση του αθροίσματος των ωρών πρόωρης αναχωρήσεως του πλοίου, δια του αριθμού 8, αποτελεί τον αριθμό των δρομολογίων αυτών. Τακτικά θεωρούνται τα δρομολόγια εκείνα, κατά τα οποία, το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι αφετηρίας σε προκαθορισμένη για κάθε ημέρα ώρα, σε εκτέλεση τακτικού δρομολογίου, χωρίς να ασκεί επιρροή, για το χαρακτηρισμό του δρομολογίου ως τακτικού, η ύπαρξη τυχόν καθυστερήσεων, κατά την εκτέλεσή του. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, ως δρομολόγιο νοείται το ταξίδι του πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής. Δηλαδή το δρομολόγιο αρχίζει με τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας προς το λιμάνι (ή τα λιμάνια) προορισμού και λήγει με τον κατάπλου στο λιμάνι αφετηρίας. Η υποχρέωση εξάωρης παραμονής του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας ορίζεται σαφώς ότι πρέπει να γίνεται μία και μοναδική φορά σε κάθε δρομολόγιο και συγκεκριμένα στο λιμάνι αφετηρίας “πριν από τον απόπλου για το επόμενο δρομολόγιο”. Η παραπάνω έννοια του δρομολογίου ταυτίζεται με εκείνη η οποία δίδεται και με το άρθρο 1 του Π.Δ. 814/1974 “περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως”, στο οποίο, το μεν δρομολόγιο νοείται ως “το κατά ημέρα και ώρα ιδιαίτερο ταξίδι προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής”, ο δε λιμένας αφετηρίας ως “ο λιμήν ή το σημείο εκκινήσεως και επανόδου του επιβατηγού πλοίου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του”. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 33 των πιο πάνω Σ.Σ.Ν.Ε. δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση από εκείνη της παρ. 1, με την έννοια ότι το πλοίο πρέπει να παραμείνει 6 ώρες τόσο στο λιμάνι αφετηρίας όσο και στο λιμάνι προορισμού. Δίδεται, όμως, η δυνατότητα, με τη διάταξη αυτή, παραμονής του πλοίου επί εξάωρο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1, είτε στο λιμάνι αφετηρίας είτε στο λιμάνι προορισμού, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δρομολόγιο, για το οποίο θα καταβληθεί η πρόσθετη αμοιβή της παρ. 7, θεωρείται εκείνο για την εκτέλεση του οποίου το πλοίο αποπλέει από το λιμάνι προορισμού πριν περάσουν 6 τουλάχιστον ώρες από τον κατάπλου στο λιμάνι αυτό. Το ότι η αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό καταβάλλεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο δεν παρέμεινε στο λιμάνι επί 6 ώρες σε κάθε πλήρες ταξίδι του προκύπτει και από τον αναφερόμενο στην παρ. 7 τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, όπου ο υπολογισμός γίνεται ανάλογα με την πλήρη διάρκεια του ταξιδιού, δηλαδή από την αναχώρηση του πλοίου έως την επιστροφή του (Εφ.Πειρ.716/2011 ΕΝΔ 2012.107, Εφ.Πειρ.34/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για την εφαρμογή της παραπάνω § 7 στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του δικαιούχου συμπεριλαμβάνεται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το ναυτικό εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογίζονται, επομένως, ο μισθός ενέργειας, τα επιδόματα Κυριακών και βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ο μέσος όρος της αμοιβής που καταβάλλεται τακτικά για επαναλαμβανόμενη υπερωριακή εργασία (ΤριμΕφΠειρ. 53/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 1/2003, ΕΝαυτΔ 2003/124), το επίδομα αδείας (ΜονΕφΠειρ. 317/2018, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 265/2016, ΜονΕφΠειρ. 51/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και ο μέσος όρος των πρόσθετων αμοιβών που εισπράττει ο ναυτικός από τον εργοδότη του, αν αυτές του καταβάλλονται σταθερά και αδιαλείπτως κάθε μήνα (ΜονΕφΠειρ. 57/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, στις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, περιλαμβάνονται και τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), έστω κι αν κατά το άρθρο 14 των ως άνω ΣΣΝΕ καταβάλλονται «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα», εφόσον αυτά καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα (όμοια Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο 1977, σελ. 148). Εν προκειμένω, με την αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, το πλοίο N εκτέλεσε, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, 46,85 δρομολόγια εξπρές κατά το έτος 2021 και 60,56 δρομολόγια εξπρές κατά το έτος 2022. Επικαλούμενος δε, αντιστοίχως, τις διατάξεις των §§ 3 και 4 του άρθρου 33 της ως άνω ΣΣΝΕ ζήτησε να του επιδικαστεί το υπόλοιπο (πέραν του ποσού των ευρώ 8.866,16 που ήδη του είχε καταβληθεί από την εναγομένη) της πρόσθετης αμοιβής που εδικαιούτο για την αιτία αυτή κατά το έτος 2021, το οποίο προσδιόρισε στο συνολικό χρηματικό ποσό των 2.203,56 και το υπόλοιπο (πέραν του ποσού των ευρώ 11.245,51 που ήδη του είχε καταβληθεί από την εναγομένη) της πρόσθετης αμοιβής που εδικαιούτο για την αιτία αυτή κατά το έτος 2022, το οποίο προσδιόρισε στο συνολικό χρηματικό ποσό των 3.109,03, αφού στις τακτικές αποδοχές του, πλέον των ελαχίστων προβλεπομένων με τις ανωτέρω ΣΣΝΕ αποδοχών, συνυπολόγησε το μέσο όρο της μηνιαίας αμοιβής του για την υπερωριακή εργασία, της αμοιβής του για έχμαση οχημάτων, τις αποδοχές του με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», του επιδόματός του άγονης γραμμής και μηνιαία αναλογία δώρων εορτών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ ορθή εφαρμογή του άρθρου 33 της ως άνω ΣΣΝΕ έκρινε την απαίτησή του αυτή νόμιμη, ακολούθως δε, με βάση ότι οι συνολικές τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος αδείας, με συνυπολογισμό του μέσου όρου της υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος, τον οποίο (μέσο όρο υπερωριών) κατά το έτος 2021 προσδιόρισε στο ποσό των ευρώ 1.956,90 και στο ποσό των ευρώ 2.030,10 κατά το έτος 2022, του μέσου όρου μηνιαίως της αμοιβής του για τη συμμετοχή στην έχμαση οχημάτων προσδιόρισε στο ποσό των ευρώ 535,75 για το έτος 2021 και στο ποσό των ευρώ 434,15 για το έτος 2022, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, του μέσου όρου μηνιαίως των απολαβών του με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» προσδιόρισε στο ποσό των ευρώ 50,66 για το έτος 2021 και στο ποσό των ευρώ 96,96 για το έτος 2022, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, του μέσου όρου μηνιαίως του επιδόματος άγονης γραμμής προσδιόρισε στο ποσό των ευρώ 87,44 για το έτος 2021 και στο ποσό των ευρώ 68,52 για το έτος 2022, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, καθώς επίσης του μέσου όρου των επιδομάτων εορτών στο ποσό των ευρώ 755,38 κατά το έτος 2021 και στο ποσό των ευρώ 684,46 για το έτος 2022, δέχθηκε ότι η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή του ενάγοντος ανερχόταν συνολικά σε 21.905,10 ευρώ, από το οποίο αφήρεσε το ποσό των ευρώ 20.738,47, αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της την ένσταση μερικής καταβολής που προέβαλε η εναγομένη, με αποτέλεσμα να επιδικάσει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή, το χρηματικό ποσό των 1.166,63 ευρώ. Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, χωρίς να προσβάλλουν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τον αριθμό δρομολογίων εξπρές που εδέχθη ότι πραγματοποίησε το εν λόγω πλοίο, κατά τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη απόφαση χρονικά διαστήματα, καθώς επίσης ως προς το ποσοστό 1/30 επί των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος με βάση το οποίο προσδιόρισε την εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, πλήττουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές και δη η μεν εναγομένη, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσής της, αφενός μεν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος δέχθηκε ότι στις τακτικές αποδοχές προς υπολογισμό της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, περιλαμβάνονταν μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο επί πέντε ώρες καθ΄ εκάστη τις καθημερινές και Κυριακές και επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, αφ’ ετέρου δε για κακή εφαρμογή του νόμου καθό μέρος, προς υπολογισμό της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές αναλογία δώρου εορτών, το επίδομα άγονης γραμμής, το επίδομα αδείας και μέσο όρο μηνιαίως των αμοιβών που κατέβαλε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές». Ο ενάγων έπληξε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφενός μεν καθό μέρος δέχθηκε ότι στις τακτικές αποδοχές προς υπολογισμό της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, περιλαμβάνονταν μέσος όρος αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο επί πέντε ώρες καθ΄εκάστη τις καθημερινές και Κυριακές και επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και όχι σύμφωνα με τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, αφ΄ ετέρου καθό μέρος συνυπολόγισε το ποσό των ευρώ 755,38 για αναλογία επιδόματος δώρου εορτών κατά το έτος 2021 και το ποσό των ευρώ 684,46 για αναλογία δώρου εορτών 2022, αντί των αγωγικών του ισχυρισμών, κατά τους οποίους η αναλογία δώρου εορτών κατά το έτος 2021 ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 787,62 και στο ποσό των ευρώ 790,09 κατά το έτος 2022. Εν τούτοις, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω στα πλαίσια του πρώτου λόγου αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων, ο ενάγων, καθόν χρόνο εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο N κατά τα έτη 2021 και 2022 και το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια, αυτός (ενάγων) εργάζονταν επί δέκα τρεις ώρες καθ΄ εκάστη, εκ των οποίων υπερωριακή απασχόληση αποτελούσαν οι πέραν των οκτώ ωρών, πέντε ώρες εργασίας κατά τις καθημερινές και Κυριακές και οι δέκα τρεις ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, πλην των ημερών που στο πλοίο διενεργούντο επισκευές οπότε εργάσθηκε επί ένδεκα ώρες καθ’ εκάστη. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, απεδείχθη ότι, τακτικά και αδιαλείπτως κάθε μήνα καταβάλλονταν στον ενάγοντα, πέραν του επιδόματος αδείας, αναλογία δώρων εορτών καθώς επίσης αμοιβή για τη συμμετοχή του ενάγοντος στις εργασίες έχμασης των οχημάτων, επίδομα άγονης γραμμής καθώς επίσης αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στα 46,85 δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο εντός του έτους 2021 αμοιβή ίση με το 1/30 των συνολικών μηνιαίων τακτικών αποδοχών του για κάθε δρομολόγιο και δη το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.313,13 € + επίδομα Κυριακών 288,89 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 36,64 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 599,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 463,99 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 24,93 € + μέσο όρο μηνιαίας αμοιβής για «έχμαση οχημάτων» (355,61 + 295,54 + 11,39 + 15,01 + 458,37 + 528,04 + 648,41 + 741,02 + 136,57 + 250,36 = 3.440,32 /215 ημέρες επί 30ημέρες =) 480,04 και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως δέχθηκε κι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίας αμοιβής για έκτακτες αμοιβές (43,24 + 35,46 + 1,28 + 3.67 + 51,08 + 53,84 + 44,83 + 53,20 + 10,01 + 25,81 = 322,42/215 ημέρες επί 30ημέρες =) 44,99 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίου επιδόματος άγονης γραμμής (76,60 + 58,22 + 3,06 + 3,06 + 79,66 + 88,86 + 91,92 + 91, 92 + 24,51 + 45,96 = 563,77 /215 ημέρες επί 30ημέρες =) 78,66 και όχι το ποσό των ευρώ 87,44 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίως αμοιβής λόγω υπερωριακής απασχόλησης (2.230,15 + 1.628,77 + 47,45 + 148,07 + 5.029,70 + 3.257,54 + 759,20 + 592,28 = 13.693,16 /215 ημέρες επί 30ημέρες =) 1.910,67 και όχι το ποσό των ευρώ 2,841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1956,90 όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + αναλογία μηνιαίως δώρων εορτών (1.274,16 + 49,08 + 2.934,68 + 451,48= 4.709,40 /215 ημέρες επί 30ημέρες =) 657,12 και όχι το ποσό των ευρώ 787,62 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 755,38 όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης = 5.898,47 δια 30 επί 46,85=] 9.211,44 και όχι το ποσό των ευρώ 11.069,72 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 9.546,62 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Αντίστοιχα, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στα 60,56 δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο εντός του έτους 2022 αμοιβή ίση με το 1/30 των συνολικών μηνιαίων τακτικών αποδοχών του για κάθε δρομολόγιο και δη το ποσό των ευρώ [μισθός ενεργείας 1.352,52 € + επίδομα Κυριακών 297,55 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 477,91 € + ειδικό επίδομα Ναυκλήρου 25,68 € μέσο όρο μηνιαίας αμοιβής για «έχμαση οχημάτων» (32,93 + 249,86 + 311,13 + 556,47 + 587,08 + 475,15 + 121,66 + 109,12 + 485,95 + 535,55 + 442,21 + 87,40 = 3.994,51 /274 ημέρες επί 30ημέρες =) 437,35, πλην όμως ο ενάγων συνυπελόγισε το ποσό των ευρώ 434,15, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο του τετάρτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίας αμοιβής για έκτακτες αμοιβές (2,36 + 20,65 + 27,59 + 53,92 + 58,11 + 43,36 + 10,63 + 8,26 + 34,56 + 35,21 + 30,65 + 7,48 = 332,78/274 ημέρες επί 30ημέρες =) 36,43 και όχι το ποσό των ευρώ 96,06 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίου επιδόματος άγονης γραμμής (6,31 + 41,03 + 56,80 + 82,05 + 75,74 + 88,36 + 18,94 + 18,94 + 78,90 + 72,59 + 78,90 + 15,78 = 634,34 /274 ημέρες επί 30ημέρες =) 69,45, πλην όμως ο ενάγων συνυπελόγισε το ποσό των ευρώ 68,52 όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τετάρτου λόγου έφεσης της εναγομένης + μέσο όρο μηνιαίως αμοιβής λόγω υπερωριακής απασχόλησης (97,80 + 322,74 + 152,49 + 387,09 + 3.031,80 + 2.439,84 + 2.591,70 + 1.677,39 + 3.912,00 + 2.533,68 = 17.146,53 /274 ημέρες επί 30ημέρες =) 1.877,36 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 2.852,67 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 2.030,10 όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης + αναλογία μηνιαίως δώρων εορτών (335,87 + 1.818,56 + 1.515,45 + 2.273,04 = 5.942,92 /274 ημέρες επί 30ημέρες =) 650,68 και όχι το ποσό των ευρώ 790,09 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 684,46, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης =] 5.875,94 δια 30 επί 60,56 =] 11.861,56 και όχι το ποσό των ευρώ 14.354,54 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 12.358,48, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Συνολικά, ο ενάγων για τη συμμετοχή του στα ανωτέρω δρομολόγια εξπρές κατά τα έτη 2021 και 2022 εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [9.211,44 + 11.861,56 =] 21.073,00. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατ’ αποδοχή ως βάσιμης στην ουσία της σχετικής ένστασης της εναγομένης και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, ο ενάγων έλαβε το συνολικό ποσό των ευρώ 20.738,47 και επομένως δικαιούτο για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ [21.073,00 μείον 20.738,47 =] 334,53 και όχι το ποσό των ευρώ 5.312,59 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε το ποσό των ευρώ 1.166,63, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τέταρτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς.
VIII. Στο υπό τον τίτλο «Διανυκτέρευση εις λιμένα» άρθρο 16 των εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ως άνω ΣΣΝΕ ορίζεται ότι «Κάθε πλοιοκτήτης υποχρεούται να ρυθμίζει τα της υπηρεσίας των πλοίων του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται μία φορά τον μήνα κατά τους μήνας Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο και δύο φορές το μήνα κατά τους λοιπούς μήνες, η διανυκτέρευση των μελών του πληρώματος στο λιμάνι αφετηρίας ή στο λιμάνι προορισμού του δρομολογίου του πλοίου, κατά την επιθυμία του ναυτικού και εφόσον τούτο είναι δυνατόν (§ 1). Σε περίπτωση που για λόγους ασφαλείας του πλοίου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η διανυκτέρευση, καταβάλλεται στο ναυτικό για κάθε μη παρεχομένη διανυκτέρευση αποζημίωση ίση με ένα ημερομίσθιο, ήτοι το 1/22 του υπό της Συλλογικής Συμβάσεως προβλεπομένου μισθού ενεργείας της παραγρ. 1 του άρθρου 1 (§ 2). Για την παρεχομένη ως άνω άδεια διανυκτερεύσεως θα γίνεται από τον Πλοίαρχο μνεία στο ημερολόγιο του πλοίου που θα επικυρώνεται από την Λιμενική Αρχή (§ 3). Με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων επικαλέστηκε ότι, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ενδίκων ναυτολογήσεών του στο πλοίο N, η εναγομένη πλοιοκτήτρια εταιρία δεν του παρείχε τις οφειλόμενες διανυκτερεύσεις και, συγκεκριμένα κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούνιο και Δεκέμβριο 2021, οπότε εδικαιούτο καθ’ έκαστο των εν λόγω μηνών δύο άδειες διανυκτέρευσης, έλαβε μόνον μία με αποτέλεσμα να του οφείλεται μία άδεια διανυκτέρευσης για έκαστο των εν λόγω μηνών και επιπλέον ότι δεν έλαβε, αν και εδικαιούτο, μία άδεια διανυκτέρευσης καθ΄ έκαστο των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2021. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε ότι, κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2022, οπότε εδικαιούτο καθ’ έκαστο των εν λόγω μηνών δύο άδειες διανυκτέρευσης, δεν έλαβε καμία άδεια διανυκτέρευσης κατά τους μήνες Ιανουάριο και Απρίλιο 2022 και κατά τους λοιπούς ως άνω μήνες έλαβε μόνον μία, με αποτέλεσμα να του οφείλεται μία άδεια διανυκτέρευσης για έκαστο των εν λόγω μηνών και επιπλέον ότι δεν έλαβε, αν και εδικαιούτο, μία άδεια διανυκτέρευσης καθ΄ έκαστο των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2022. Συνολικά, ο ενάγων αξίωνε αποζημίωση για οκτώ άδειες διανυκτέρευσης που εδικαιούτο και δεν έλαβε εντός του έτους 2021 και για δέκα τέσσερις άδειες διανυκτέρευσης που εδικαιούτο και δεν έλαβε εντός του έτους 2022. Με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων έλαβε επιπλέον των αναφερομένων στην αγωγή του, μία άδεια διανυκτέρευσης τον μήνα Ιούλιο 2021, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων δεν έλαβε αν και εδικαιούτο επτά άδειες διανυκτέρευσης και για το λόγο αυτό εδκαιούτο ως αποζημίωση το ποσό των ευρώ 417,81, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των ευρώ 119,38 και επομένως, του οφείλεται υπόλοιπο αποζημίωσης για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 298,43. Για το έτος 2022, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων έλαβε δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Φεβρουάριο, δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Μάιο, μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Ιούλιο, μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Οκτώβριο και δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Δεκέμβριο, με αποτέλεσμα να του οφείλονται εννέα άδειες διανυκτέρευσης, με περαιτέρω αποτέλεσμα να δικαιούται ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση αυτών, το ποσό των ευρώ 553,30, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των ευρώ 520,72 και επομένως του οφείλεται ως υπόλοιπο αποζημίωσης για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 32,58. Το ως αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως πλήττεται από την εναγομένη με τον πέμπτο λόγο έφεσης, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εκ του λόγου ότι ο ενάγων έλαβε άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Ιούλιο 2021, τρεις άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2022, δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Μάιο 2022, έλαβε άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Ιούλιο 2022, δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Οκτώβριο και δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2022. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων εδικαιούτο: (α) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 1.1.2021 έως 1.3.2021 δύο άδειες διανυκτέρευσης έκαστο των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2021, εκ των οποίων, όπως ο ίδιος συνομολογεί έλαβε μία άδεια διανυκτέρευσης έκαστο των εν λόγω μηνών. Στα πλαίσια της δεύτερη των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 29.4.2021 έως 9.9.2021, δύο άδειες διανυκτέρευσης έκαστο των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2021, εκ των οποίων, όπως ο ίδιος συνομολογεί έλαβε μία άδεια διανυκτέρευσης έκαστο των εν λόγω μηνών. Επιπλέον, εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Ιούλιο 2021 την οποία έλαβε την 7.7.2021 όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από τον μόνο έχοντα έννομο συμφέρον ενάγοντα. Κατά τον μήνα Αύγουστο 2021 εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης την οποία δεν απεδείχθη ότι έλαβε. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2021, οπότε ο ενάγων εργάσθηκε μόνον εννέα ημέρες, αυτός (ενάγων) δεν εδικαιούτο άδεια διανυκτέρευσης, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 11.12.2021 έως 18.1.2022, για τον μήνα Δεκέμβριο 2021, οπότε ο ενάγων εργάσθηκε από 11.12 έως 31.12, αφού δεν εργάσθηκε ολόκληρο τον ανωτέρω μήνα εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης την οποία και έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή του. Επομένως, ο ενάγων κατά την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2021, εδικαιούτο να λάβει επιπλέον των αδειών διανυκτέρευσης τις οποίες έλαβε, μία άδεια διανυκτέρευσης καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαΐου, Ιουνίου και Αυγούστου 2021 και συνολικά πέντε άδειες διανυκτέρευσης και όχι επτά, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Επομένως, ενόψει του ότι η εναγομένη δεν είχε ρυθμίσει τις υπηρεσίες των μελών του πληρώματος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η χορήγηση των ως άνω διανυκτερεύσεων του ενάγοντος σε κάποιο λιμένα αφετηρίας ή προορισμού των δρομολογίων του ανωτέρω πλοίου της, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οφείλεται σ’ αυτόν η προβλεπόμενη αποζημίωση για τις ως άνω άδειες διανυκτέρευσης που δεν έλαβε εντός του έτους 2021, η οποία ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των ευρώ [(μισθός ενέργειας 1.313,13 € Χ 1/22 X 5 διανυκτερεύσεις =] 298,44 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 119,38 και επομένως δικαιούται το ποσό των ευρώ (298,44 μείον 119,38=) 179,06. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι για την εν λόγω αιτία η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 298,43, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι (β) ο ενάγων εδικαιούτο στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 11.12.2021 έως 18.1.2022, για τον μήνα Ιανουάριο 2022, οπότε ο ενάγων εργάσθηκε από 1.1 έως 18.1, μία άδεια διανυκτέρευσης, αφού δεν εργάσθηκε ολόκληρο τον ανωτέρω μήνα, την οποία εν τούτοις δεν έλαβε. Στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 8.2.2022 έως 8.7.2022 μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Φεβρουάριο, αφού η εργασία του στο εν λόγω πλοίο δεν διήρκησε ολόκληρο τον μήνα, την οποία και έλαβε, δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Μάρτιο 2022 εκ των οποίων έλαβε μία, όπως ο ίδιος ομολόγησε με την αγωγή του, δύο άδειες τον μήνα Απρίλιο 2022, τις οποίες δεν έλαβε, δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Μάιο 2022 τις οποίες έλαβε την 11.5 και 12.5, δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Ιούνιο 2022 εκ των οποίων έλαβε μία, όπως ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του. Κατά τον μήνα Ιούλιο 2022, ο ενάγων δεν εδικαιούτο άδεια διανυκτέρευσης, αφού εργάσθηκε διάστημα μικρότερο του μηνός, την οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε. Τέλος, στα πλαίσια της πέμπτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 26.8.2022 έως 8.12.2022, ο ενάγων δεν εδικαιούτο άδεια διανυκτέρευσης για τον μήνα Αύγουστο, αφού εργάσθηκε μόλις έξι ημέρες, ενώ απεδείχθη ότι εδικαιούτο μία άδεια διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 την οποία έλαβε την 13.9.2022. Περαιτέρω, εδικαιούτο δύο άδειες διανυκτέρευσης κατά τον μήνα Οκτώβριο, τις οποίες έλαβε την 2.10 και 3.10 και δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Νοέμβριο 2022 εκ των οποίων όπως ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή του έλαβε μία. Τέλος, καμία άδεια διανυκτέρευσης ο ενάγων δεν εδικαιούτο να λάβει τον μήνα Δεκέμβριο, αφού εργάσθηκε μόλις οκτώ ημέρες, αν και σε κάθε περίπτωση έλαβε δύο σχετικές άδειες. Επομένως, ο ενάγων κατά την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2022, εδικαιούτο να λάβει επιπλέον των αδειών διανυκτέρευσης τις οποίες έλαβε, μία άδεια διανυκτέρευσης καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουαρίου, Μαρτίου, Ιουνίου και Νοεμβρίου 2022 και δύο άδειες διανυκτέρευσης τον μήνα Απρίλιο 2022 και συνολικά έξι άδειες διανυκτέρευσης και όχι εννέα όπως, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης. Επομένως, ενόψει του ότι η εναγομένη δεν είχε ρυθμίσει τις υπηρεσίες των μελών του πληρώματος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η χορήγηση των ως άνω διανυκτερεύσεων του ενάγοντος σε κάποιο λιμένα αφετηρίας ή προορισμού των δρομολογίων του ανωτέρω πλοίου της, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εντός του έτους 2022, ο ενάγων εδκαιούτο την προβλεπόμενη αποζημίωση διανυκτέρευσης έξι ημερών, η οποία ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των ευρώ [(μισθός ενέργειας 1.352,52 € Χ 1/22 X 6 διανυκτερεύσεις =] 368,87 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 520,72 και επομένως, κανένα ποσό δεν του οφείλεται για την εν λόγω αιτία. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι για υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης των κατά το νόμο αδειών διανυκτέρευσης εντός του έτους 2022, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 32,58, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης.
ΙΧ, Στις διατάξεις των άρθρων 68 – 81 του Ν. 3816/1958 «Περί Κυρώσεως Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου ΚΙΝΔ» (ΦΕΚ Α 32/28.2.1958) καταστρώνονται οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι λύσεως της σύμβασης ναυτικής εργασίας, εφαρμοζομένων παραλλήλως των ρυθμίσεων του κοινού δικαίου επί των μη ρυθμιζόμενων περιπτώσεων. Οι λόγοι αυτοί διαρθρώνονται σε δύο [2] κατηγορίες και, συγκεκριμένα, αφενός μεν σ’ εκείνους που επιφέρουν αυτόματα τη λύση της σύμβασης με τη συνδρομή ορισμένων γεγονότων (άρθρα 68, 70, 71) και, αφετέρου, σ’ εκείνους που ανάγονται στη βούληση των συμβαλλομένων (άρθρα 69 και 72 – 74), οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από ενέργεια ενός μόνον από αυτούς (Ι. Ρόκας – Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 148, σελ. 80, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 1989, σελ. 155 επομ.). Πέραν, όμως, αυτών είναι δυνατή η λύση της σύμβασης ναυτολογήσεως με τη θέληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων (Α. Κιάντου – Παμπούκη, οπ., Γ. Μικρούδης, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, σε ΕΕΔ 66/449 επομ. [454, υποσ. 49]), στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης που σε νομοθετικό επίπεδο θεμελιώνονται στην διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Η λύση αυτή της σύμβασης ναυτικής εργασίας, με κοινή συναίνεση, δεν προβλέπεται στον ΚΙΝΔ, ο οποίος προνοεί μόνον για τη λύση της με τη θέληση του ενός συμβαλλομένου, προς την οποία και συνάπτει έννομες συνέπειες. Τέτοια συνέπεια προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 76, κατά την οποία ο απολυόμενος ναυτικός δικαιούται αποζημιώσεως, εκτός άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία, χωρίς τούτο να δικαιολογείται εξαιτίας παραπτώματός του, ο Πλοίαρχος καταγγέλλει τη σύμβαση της ναυτολογήσεώς του. Περίπτωση λύσεως της συμβάσεως με κοινή συναίνεση ανακύπτει και όταν, κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ, ο ναυτικός λαμβάνει την προβλεπόμενη από αυτήν άδεια αναπαύσεως, οπότε η σύμβασή του λύεται με την αποδοχή εκ μέρους του Πλοιάρχου σχετικής αιτήσεώς του, δηλαδή με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεώς τους κατ’ άρθρα 185, 189 και 192 ΑΚ (πρβλ ΟλΑΠ 25/1998, Δνη 1998/798 = ΔΕΝ 2000/382 = ΕΕμπΔ 1998/610 = ΕΕΝ 1998/634 = ΕΕΔ 1999/86 = ΕΝαυτΔ 1998/263 = ΝοΒ 1999/231, ΟλΑΠ 32/1997, Δνη 1997/1528 = ΕΕΝ 1997/431 = ΕΝαυτΔ 1998/369 = ΝοΒ 1998/198). Πράγματι, όπως [και] από τις διατάξεις του άρθρου 15 των ως άνω εφαρμοζόμενων εν προκειμένω ΣΣΝΕ προκύπτει, η άδεια του ναυτικού, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει στη χερσαία εργασία, παρέχεται κατ’ αίτησή του μόνο αν, κατά την κρίση του Πλοιάρχου, οι ανάγκες του πλοίου επιτρέπουν την χορήγησή της και σε περίπτωση μη χορήγησής της ο ναυτικός δικαιούται της αποζημίωσης που ορίζεται νόμιμα (ΜονΕφΠειρ. 83/2014, ο.π., Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 60, σελ. 192). Στην ίδια αυτή περίπτωση της, με κοινή συναίνεση, λύσεως της σύμβασης ναυτολόγησης, δεν οφείλεται στον απολυόμενο λόγω λήψεως αδείας ναυτικό η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ. 111/2007, ΕΝαυτΔ 2007/406, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2004, άρθρο 75, σελ. 385), αφού για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται μονομερής λύση της σύμβασης επερχόμενη με καταγγελία της εκ μέρους του Πλοιάρχου (ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ο.π, ΕφΠειρ. 288/2011, ΠειρΝομ. 2012/173). Άλλως έχει το πράγμα και η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ εξακολουθεί οφειλομένη, όταν η λήψη της άδειας αναπαύσεως του ναυτικού εμφανίζεται ως προσχηματικός (τυπικός) λόγος της απολύσεώς του, ο οποίος υποκρύπτει σιωπηρή μονομερή καταγγελία της συμβάσεώς του. Στην περίπτωση αυτή, τον προσχηματικό χαρακτήρα του εμφανιζόμενου λόγου απολύσεως, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ναυτικός που ενάγει για τη λήψη της αποζημίωσής του, το δε γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μη επαναυτολόγησή του μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος διάρκειας της άδειάς του, παρά τις οχλήσεις του ναυτικού για την επαναπρόσληψή του (ΜονΕφΠειρ. 443/2015, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 741/2005, ΕΝαυτΔ 2005/444). Τέλος, σε περίπτωση απολύσεως ναυτικού που λαμβάνει χώρα σε λιμένα του εσωτερικού, συνεπεία καταγγελίας της συμβάσεώς του από τον Πλοίαρχο, η αποζημίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α ΚΙΝΔ, ισούται με τις πάσης φύσεως πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του και για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (μισθός ενέργειας), το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή του, η αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα (ΜονΕφΠειρ. 351/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΕφΠειρ. 172/2008, ΕΝαυτΔ 36/100, ΕφΠειρ. 719/2006, ΕΝαυτΔ 34/355, βλ. και Δ. Καμβύση, ο.π., άρθρο 76, σελ. 265), το άθροισμα των οποίων διαιρείται δια δύο [2] (ΜονΕφΠειρ. 71/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 231/2013, ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι, ο ενάγων εργάσθηκε σε πλοίο N, ως μέλος του οργανωμένου πληρώματός του, από την 1.1.2021 έως την 1.3.2021, οπότε έλαβε άδεια αναπαύσεως έως την 1.4.2021, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο. Ωστόσο, κατά τη λήξη της άδειας αυτής, όταν ζήτησε να επαναπροσληφθεί, η εναγόμενη αρνήθηκε τη ναυτολόγησή του, η οποία, τελικώς πραγματοποιήθηκε αργότερα, στις 29.4.2021. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο ενάγων στο ίδιο ως άνω πλοίο εργάσθηκε από την επαναυτολόγησή του την 29.4.2021 έως την 9.9.2021, οπότε έλαβε άδεια αναπαύσεως έως την 9.10.2021, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο. Ωστόσο, κατά τη λήξη της άδειας αυτής, όταν ζήτησε να επαναπροσληφθεί, η εναγόμενη αρνήθηκε τη ναυτολόγησή του, η οποία, τελικώς πραγματοποιήθηκε αργότερα, στις 9.11.2021 σε άλλο πλοίο της εναγομένης κα δη στο πλοίο D. Την 8.2.2022, ο ενάγων επαναυτολογήθηκε στο ίδιο ως άνω πλοίο N και εργάσθηκε σε αυτό, ως μέλος του οργανωμένου πληρώματός του έως την 8.7.2022, οπότε έλαβε άδεια αναπαύσεως έως την 8.8.2022, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο. Ωστόσο, κατά τη λήξη της άδειας αυτής, όταν ζήτησε να επαναπροσληφθεί, η εναγόμενη αρνήθηκε τη ναυτολόγησή του, η οποία, τελικώς πραγματοποιήθηκε αργότερα, στις 26.8.2022. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τη σαφή κατάθεση των με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιωσάντων … …….. και ……… Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η καθυστέρηση στην επαναπρόσληψη του ενάγοντος μετά τη λήξη των ανωτέρω αδειών του έγινε με τη συναίνεση του ενάγοντος, δεν αποδεικνύεται, αφού αυτή (εναγομένη) καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε, αν και ο ενάγων αρνείται ειδικώς τον ισχυρισμό της αυτός (σελ. 4 προσθήκης αντίκρουσης που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου). Αποδεικνύεται, επομένως, σε συνάφεια και προς τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας ότι η υπό του ενάγοντος λήψη της άδειας αναπαύσεώς την 1.3.2021, την 9.9.2021 και την 8.7.2022 και η εκ του λόγου τούτου λύση των ανωτέρω (πρώτης, δεύτερης και τέταρτης) των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος στο ανωτέρω πρώτο πλοίο, εμφανίζεται ως προσχηματικός (τυπικός) λόγος της απολύσεώς του, ενώ σε αυτή υποκρύπτεται σιωπηρή μονομερή καταγγελία των ανωτέρω επιμέρους τριών συμβάσεών του, εκ μέρους του Πλοιάρχου του πλοίου, χωρίς ο ενάγων ναυτικός να βαρύνεται με οποιοδήποτε παράπτωμα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη μη επαναυτολόγησή του, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος διάρκειας της άδειάς του, ήτοι την 2.4.2021, 10.10.2021 και 9.8.2022, αντίστοιχα, παρά τις οχλήσεις της εναγομένης υπό του ενάγοντος για την επαναπρόσληψή του. Επομένως, ο τελευταίος έχει δικαίωμα λήψεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 76 ΚΙΝΔ αποζημίωσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατά τούτο του πέμπτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο η εναγομένη υποστηρίζει ότι, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι, ο ενάγων ζήτησε την επαναυτολόγηση με τη λήξη της ανωτέρω χορηγηθείσας αδείας. Το γεγονός ότι ακολούθως, ο ενάγων επαναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο την 29.4.2021 και 26.8.2022 και στο πλοίο D την 9.11.2021, όπως η εναγομένη υποστηρίζει στα πλαίσια του υπό κρίση λόγου έφεσης, δεν αναιρεί τις ανωτέρω κρίσεις του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει του ότι μεσολάβησε ικανός χρόνος μεταξύ του πέρατος της αδείας του ενάγοντος (1.4.2021, 9.10.2021 και 8.8.2022 αντίστοιχα) οπότε και αιτήθηκε την επαναυτολόγησή του και της ναυτολογήσεως του ενάγοντος. Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε επικουρικώς ότι το αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης τυγχάνει καταχρηστικό, αφού ο ενάγων ουδέποτε την όχλησε για τυχόν αξιώσεις του από την ολιγοήμερη καθυστέρηση επαναναυτολόγησής του, δημιουργώντας της την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος απορρίφθηκε υπό της εκκαλουμένης απόφασης, επαναφέρεται από την εναγομένη με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσής της κατά το δεύτερο σκέλος του. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε, ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με την παραπάνω διάταξη ΑΚ 281. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 6/2016, Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 207/2014, ΜονΕφΠειρ 375/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Ενόψει των ανωτέρω, ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων καταχρηστικά αξιώνει αποζημίωση απολύσεως αν και ουδέποτε όχλησε αυτήν για αξιώσεις του από τις άδειες τις οποίες έλαβε και την ολιγόχρονη καθυστέρησή επαναυτολόγησής του, δημιουργώντας της την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του, τούτο δε πράττει οψίμως, αφού απολύθηκε προφανώς προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ένσταση, έστω και σιωπηρά, με αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο η ένσταση αυτή επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Η εκκαλουμένη απόφαση, περαιτέρω, υπολόγισε το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων, με βάση το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών αυτού (ενάγοντος), κατά το τελευταίο, πριν από την απόλυσή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, για τον προσδιορισμό του οποίου άθροισε στις πάγιες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος (δηλαδή τις ελάχιστες αποδοχές του), επιπλέον το μέσο όρο της υπερωριακής αμοιβής του εκ ποσού ευρώ 1.956,90 για το έτος 2021 και εκ ποσού ευρώ 2,030,10 για το έτος 2022, το ποσό των ευρώ 755,38 για αναλογία δώρων εορτών για το έτος 2021 και το ποσό των ευρώ 684,46 για αναλογία δώρων εορτών έτους 2022, το ποσό των ευρώ 535,75 ως μηνιαίο μέσο όρο αμοιβής έχμασης για το έτος 2021 και για την ίδια αιτία το ποσό των ευρώ 434,15 για το έτος 2022, μηνιαία αναλογία επιδόματος άγονης γραμμής εκ ποσού ευρώ 87,44 κατά το έτος 2021 και εκ ποσού ευρώ 68,52 για το έτος 2022 και για μηνιαία αναλογία καταβολών με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» το ποσό των ευρώ 50,66 για το έτος 2021 και το ποσό των ευρώ 96,06 για το έτος 2022, απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημα του ενάγοντος περί συνυπολογισμού του ποσού των ευρώ 1.413,37 για το έτος 2021 και του ποσού των ευρώ 1.577,42 ως κατά μήνα αμοιβή του για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια εξπρές που εκτέλεσε το εν λόγω πλοίο, υπολογίζοντας εν τέλει αυτές στο συνολικό ποσό των ευρώ 6.113,11 για το έτος 2021 και στο ποσό των ευρώ 6.113,11 για το έτος 2022 και αφού διήρεσε το ποσό αυτό δια δύο επιδίκασε, για την αιτία αυτή στον ενάγοντα, το ποσό των (3.056,55 €) για την απόλυσή του την 1.3.2021, το ποσό των (3.056,55 €) για την απόλυσή του την 9.9.2021 και το ποσό των (3.061,09 €) για την απόλυσή του την 8.7.2022. Το πόρισμα αυτό πλήττουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, επικαλούμενες αμφότερες εσφαλμένο υπολογισμό της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, και, επιπλέον, η μεν εναγομένη, με το τρίτο σκέλος του ίδιου (έκτου) λόγου της Α έφεσης, ότι για την εξαγωγή του συνόλου των πάγιων αποδοχών του αντιδίκου της δεν έπρεπε να συνυπολογιστεί ο μέρος όρος αναλογίας δώρων εορτών και μάλιστα κατά τα ανωτέρω ποσά, καθώς επίσης το επίδομα άγονης γραμμής, το επίδομα αδείας του και ο μέσος όρος της παροχής με αιτιολογία «έκτακτης αμοιβής», ο δε ενάγων, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου της Β έφεσης ότι έπρεπε για τον ίδιο σκοπό, να συνυπολογιστεί η αμοιβή των δρομολογίων εξπρές. Εν τούτοις, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί εσφαλμένου συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος της επιδόματος αδείας, τυγχάνει αβάσιμος ως και ανωτέρω αναλύεται. Περαιτέρω, εν προκειμένω, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, σε περίπτωση απολύσεως ναυτικού που λαμβάνει χώρα σε λιμένα του εσωτερικού, συνεπεία καταγγελίας της συμβάσεώς του από τον Πλοίαρχο, η αποζημίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α του ΚΙΝΔ, ισούται με τις πάσης φύσεως πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του και για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (μισθός ενέργειας), το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή του, η αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα, ο ενάγων εδικαιούτο αποζημιώσεως, ως ακολούθως [i] όσον αφορά στην απόλυσή του την 1.3.2021, απεδείχθη ότι (α) καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων ο ενάγων, πέραν των ελαχίστων προβλεπομένων από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων 2019 που κατά τη συμφωνία των διαδίκων εφαρμοζόταν στην επίδικη σύμβαση, ελαχίστων αποδοχών, ελάμβανε τακτικώς κάθε μήνα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται στις τακτικές του αποδοχές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον έκτο λόγο έφεσης, αμοιβή για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων, αμοιβή για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια άγονης γραμμής και πρόσθετη αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επίσης, κάθε μήνα καταβάλλονταν στον ενάγοντα, αναλογία των δώρων εορτών με αποτέλεσμα, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, επί της βάση των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση απόλυσης να περιλαμβάνεται και το αναλογούν τον προηγούμενο της απολύσεως μήνα δώρο εορτών. Τέλος, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, περιλαμβάνονταν και η πρόσθετη αμοιβή του για τη συμμετοχή του στην εκτέλεση δρομολογίων εξπρές από το ως άνω πλοίο, αφού από τις αποδείξεις μισθοδοσίας της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι κάθε μήνα καταβάλλονταν στον ενάγοντα σχετική πρόσθετη αμοιβή, αφού η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΜΕΠ 423/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 534/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 590/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.), όπως εν προκειμένω. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος όπως συνυπολογισθεί στις τακτικές αποδοχές του, επί τη βάση των οποίων έπρεπε να προσδιορίσει τη δικαιούμενη από αυτόν αποζημίωση απόλυσης, η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, έσφαλε περί την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α του ΚΙΝΔ, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος και (β) κατά τον αμέσως προηγούμενο της απολύσεώς του μήνα και δη κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2021, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 295,54 ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτου έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, τον ίδιο μήνα έλαβε το ποσό των ευρώ 35,46 με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές» και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτου έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Για δρομολόγια εξπρές κατά τον ίδιο μήνα ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 853,95 ως αποζημίωση και όχι το ποσό των ευρώ 1.413,37, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Επιπλέον, ως επίδομα άγονης γραμμής έλαβε το ποσό των ευρώ 58,22 και όχι το ποσό των ευρώ 87,44 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτου έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ενάγων κατά τον ίδιο μήνα (Φεβρουάριο 2021) πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία επί πέντε ώρες καθ’ εκάστη επί δέκα οκτώ καθημερινές ημέρες και πέντε ημέρες Κυριακής, καθώς επίσης ότι εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες επί πέντε ημέρες Σαββάτου και δύο ημέρες αργίας και ως εκ τούτου εδικαιούτο ως αμοιβή το ποσό των ευρώ {[(18 + 5=) 23 ημέρες επί 5 ώρες επί 9,49 =] 1.091,35 + [(5 + 2=) 7 επί 13 Χ 11,39=] 1.ο36,49 =} 2.127,84 και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου της εναγομένης. Τέλος, το αναλογούν στον μήνα Φεβρουάριο 2021 δώρο εορτών Πάσχα 2021 ανήρχετο στο ποσό των ευρώ [1.274,16 αναλογούν στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων δώρο Πάσχα 2021 δια 60 επί 28=] 594,61 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι στο ποσό των ευρώ 787,62 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε στο ποσό των ευρώ 755,38 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων εδικαιούτο ως αποζημίωση για την άνευ υπαιτιότητός του απόλυσή του από τον Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου την 1.3.2021, το ποσό των ευρώ [(1.313,13 ευρώ ως μισθό ενεργείας + 288,89 ευρώ ως επίδομα Κυριακών + 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 599,40 ευρώ ως μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 463,99 ευρώ ως επίδομα αδείας + 24,93 ειδικό επίδομα ναυκλήρου + 2.127,84 ως αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης + 594,61 ευρώ για αναλογία δώρου εορτών Πάσχα 2021 + 295,54 ευρώ ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων + 35,46 ευρώ ως «έκτακτες αμοιβές» + 853,95 ως αποζημίωσή του για δρομολόγια εξπρές + 58,22 ευρώ ως επίδομα άγονης γραμμής =) 6.692,00 δια 2 =] 3.346,00 και όχι το ποσό των ευρώ 4.250,97 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.056,55 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, κατά τούτο, έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης. [ii] Όσον αφορά στην απόλυσή του την 9.9.2021, απεδείχθη ότι (α) καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων ο ενάγων, πέραν των ελαχίστων προβλεπομένων από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων 2019 που κατά τη συμφωνία των διαδίκων εφαρμοζόταν στην επίδικη σύμβαση, αποδοχών, ελάμβανε τακτικώς κάθε μήνα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται στις τακτικές του αποδοχές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον έκτο λόγο έφεσης, αμοιβή για υπερωριακή του εργασία, αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων, αμοιβή για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια άγονης γραμμής και πρόσθετη αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επίσης, κάθε μήνα του καταβάλλονταν στον ενάγοντα, αναλογία των δώρων εορτών με αποτέλεσμα, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, επί της βάση των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση απόλυσης να περιλαμβάνεται και το αναλογούν τον προηγούμενο της απολύσεως μήνα δώρο εορτών. Τέλος, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, περιλαμβάνονταν και η πρόσθετη αμοιβή του για τη συμμετοχή του στην εκτέλεση δρομολογίων εξπρές από το ως άνω πλοίο, αφού από τις αποδείξεις μισθοδοσίας της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι κάθε μήνα το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια εξπρές και αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλονταν αδιαλείπτως στον ενάγοντα. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία σιωπηρά απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος όπως συνυπολογισθεί στις τακτικές αποδοχές του, επί τη βάση των οποίων έπρεπε να προσδιορίσει τη δικαιούμενη από αυτόν αποζημίωση απόλυσης και η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, έσφαλε περί την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α του ΚΙΝΔ, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος και (β) κατά τον αμέσως προηγούμενο της απολύσεώς του μήνα και δη κατά τον μήνα Αύγουστο 2021, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 741,02 ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων, πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 535,75, ποσό το οποίο δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, τον ίδιο μήνα έλαβε το ποσό των ευρώ 53,20 με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 50,66, ποσό που δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Για δρομολόγια εξπρές κατά τον ίδιο μήνα ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 1.586,80, πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 1.413,37, το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί. Επιπλέον, ως επίδομα άγονης γραμμής έλαβε το ποσό των ευρώ 91,92, πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 87,44, ποσό που δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ενάγων κατά τον ίδιο μήνα (Αύγουστο 2021) πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία επί πέντε ώρες καθ’ εκάστη επί είκοσι δύο καθημερινές ημέρες και τέσσερις ημέρες Κυριακής, καθώς επίσης ότι εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη επί τέσσερις ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας και ως εκ τούτου εδικαιούτο ως αμοιβή το ποσό των ευρώ {[(22 + 4=) 26 ημέρες επί 5 ώρες επί 9,49 =] 1.233,70 + [(4 + 1=) 5 επί 13 Χ 11,39=] 740,35 =} 1.974,05 και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου της εναγομένης. Τέλος, το αναλογούν στον μήνα Αύγουστο 2021 δώρο εορτών Χριστουγέννων 2021 ανήρχετο στο ποσό των ευρώ [2.934,68 αναλογία δώρου Χριστουγέννων στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων δια 132 επί 31=] 689,20 και όχι στο ποσό των ευρώ 787,62 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε στο ποσό των ευρώ 755,38 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων εδικαιούτο ως αποζημίωση για την άνευ υπαιτιότητός του απόλυσή του από τον Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου την 9.9.2021 το ποσό των ευρώ [(1.313,13 ευρώ ως μισθό ενεργείας + 288,89 ευρώ ως επίδομα Κυριακών + 36,64 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 599,40 ευρώ ως μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 463,99 ευρώ ως επίδομα αδείας + 24,93 ειδικό επίδομα ναυκλήρου + 1.974,05 ως αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης + 689,20 ευρώ για αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2021 + 535,75 ευρώ ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων + 50,66 ευρώ ως «έκτακτες αμοιβές» + 1.413,37 ως αποζημίωσή του για δρομολόγια εξπρές + 87,44 ευρώ ως επίδομα άγονης γραμμής =) 7.477,45 δια 2 =] 3.738,73 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 4.250,97 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.056,55 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, κατά τούτο, έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης και [iii] όσον αφορά στην απόλυσή του την 8.7.2022, απεδείχθη ότι (α) καθ’ όλη τη διάρκεια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ως άνω πλοίο N, ο ενάγων, πέραν των ελαχίστων νομίμων προβλεπομένων από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων 2022, αποδοχών, ελάμβανε τακτικώς κάθε μήνα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται στις τακτικές του αποδοχές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον έκτο λόγο έφεσης, αμοιβή για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων, αμοιβή για τη συμμετοχή του σε δρομολόγια άγονης γραμμής και πρόσθετη αμοιβή με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επίσης, κάθε μήνα καταβάλλονταν στον ενάγοντα, αναλογία των δώρων εορτών με αποτέλεσμα, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, επί της βάση των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση απόλυσης να περιλαμβάνεται και το αναλογούν τον προηγούμενο της απολύσεως μήνα δώρο εορτών. Τέλος, στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, περιλαμβάνονταν και η πρόσθετη αμοιβή του για τη συμμετοχή του στην εκτέλεση δρομολογίων εξπρές από το ως άνω πλοίο, αφού από τις αποδείξεις μισθοδοσίας της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι κάθε μήνα το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια εξπρές και αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλονταν αδιαλείπτως στον ενάγοντα. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία σιωπηρά απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος όπως συνυπολογισθεί στις τακτικές αποδοχές του, επί τη βάση των οποίων έπρεπε να προσδιορίσει τη δικαιούμενη από αυτόν αποζημίωση απόλυσης και η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή, έσφαλε περί την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α του ΚΙΝΔ, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος και (β) κατά τον αμέσως προηγούμενο της απολύσεώς του μήνα και δη κατά τον μήνα Ιούνιο 2022, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 475,15 ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων και όχι το ποσό των ευρώ 535,75 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτος λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, τον ίδιο μήνα έλαβε το ποσό των ευρώ 43,36 με αιτιολογία καταβολής «έκτακτες αμοιβές», και όχι το ποσό των ευρώ 50,66 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Για δρομολόγια εξπρές κατά τον ίδιο μήνα ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 1.590,16, πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 1.413,37, το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί. Επιπλέον, ως επίδομα άγονης γραμμής έλαβε το ποσό των ευρώ 88,36, πλην όμως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων αξίωνε όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 87,44, ποσό που δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης, κατά το τρίτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ενάγων κατά τον ίδιο μήνα (Ιούνιο 2022) πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία επί πέντε ώρες καθ’ εκάστη επί είκοσι καθημερινές ημέρες και τέσσερις ημέρες Κυριακής, καθώς επίσης ότι εργάσθηκε επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη επί τέσσερις ημέρες Σαββάτου και μία ημέρα αργίας και ως εκ τούτου εδικαιούτο ως αμοιβή το ποσό των ευρώ {[(20 + 4=) 24 ημέρες επί 5 ώρες επί 9,78 =] 1.173,60 + [(4 + 1=) 5 επί 13 Χ 11,73=] 762,45 =} 1.936,05 και όχι το ποσό των ευρώ 2.841,34 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.956,90 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του τετάρτου λόγου του ενάγοντος. Τέλος, το αναλογούν στον μήνα Ιούνιο 2022 δώρο εορτών Χριστουγέννων 2022 στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ [1.515,45 αναλογία δώρου Χριστουγέννων στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων δια 69 επί 30=] 658,89 και όχι στο ποσό των ευρώ 787,62 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε στο ποσό των ευρώ 755,38 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της εναγομένης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων εδικαιούτο ως αποζημίωση για την άνευ υπαιτιότητός του απόλυσή του από τον Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου την 8.7.2022 το ποσό των ευρώ [(1.352,52 ευρώ ως μισθό ενεργείας + 297,55 ευρώ ως επίδομα Κυριακών + 37,74 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 617,40 ευρώ ως μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 477,91 ευρώ ως επίδομα αδείας + 25,68 ειδικό επίδομα ναυκλήρου + 1.936,05 ως αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης + 658,89 ευρώ για αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2022 + 475,15 ευρώ ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση οχημάτων + 43,36 ευρώ ως «έκτακτες αμοιβές» + 1.413,37 ως αποζημίωσή του για δρομολόγια εξπρές + 87,44 ευρώ ως επίδομα άγονης γραμμής =) 7.423,06 δια 2 =] 3.711,53 και όχι το ποσό των ευρώ 4.344,12 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.061,04 όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, κατά τούτο, έκτου λόγου έφεσης της εναγομένης.
Χ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΑΝ 551/1915 υπό του τίτλου «Ι. Γενικαί προυποθέσεις αποζημιώσεως» «Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρο 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις το παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή της εργασίας διήρκεσε πλεόν των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης μόνον της περιπτώσεως καθ` ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα.». Κατά το άρθρο 3 του ιδίου Νόμου, υπό του τίτλου «ΙΙ. Εκτασις αποζημιώσεως, υπολογισμός, δικαιούμενα πρόσωπα.» «Η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις: 1) … 2… 3. Εν περιπτώσει πλήρους προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος. Καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πλέον των δέκα ημερών. ….». Ο υπόχρεος προς καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες «Εις την κατά το άρθρον 1 αποζημίωσιν υποχρεούνται: οι εργοδόται οικοδομικών και άλλων τεχνικών έργων οι κυριοι επιχειρήσεων διεξαγομένων εις παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, εργαστήρια, άλλους τόπους εργασίας, ή συνεργεία, εν οις γίνεται χρήσις μηχανικών εργαλείων οι κύριοι επιχειρήσεων μεταφοράς δια γης ή ύδατος φορτώσεως, εκφορτώσεως και αποθηκεύσεων παντός είδους οι κύριοι των μη περιλαμβανομένων εν άρθρ. 1 του ΒΩΜΑ Νόμου του 21 Φεβρ. 1901 επιχειρήσεων ορυχείων και λατομείων, ως και πάσης εν γένει επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εν αις κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικαί ή τοξικαί ύλαι ή γίνεται χρήσις μηχανής κινουμένης δια δυνάμεως άλλης πλην της του ανθρώπου ή του ζώου. Εις την αυτήν αποζημίωσιν υποχρεούται το Δημόσιον και παν εν γένει νομικόν πρόσωπον, απασχολούν απ` ευθείας εργάτας ή υπαλλήλους εις εργασίας ή επιχειρήσεις περί ων το εδ. 1 του άρθρου τούτου.» τυγχάνει ο εργοδότης. Κατά το άρθρο 4 του ιδίου Νόμου «Προς καθορισμόν της κατά τα ανωτέρω άρθρα αποζημιώσεως, το μεν έτος λογίζεται πλήρες, ο δε μισθός α) προκειμένου μεν περί μαθητευομένων ή περί εργατών μη συμπληρωσάντων το 21ον έτος, λογίζεται ίσος προς την αντιμισθίαν ετέρων εργατών ή υπαλλήλων του αυτού φύλου και της αυτής κατηγορίας, εκ των ολιγώτερον αμειβομένων, ουδέποτε όμως κατώτερος των πεντακοσίων δραχμών κατ`έτος, β) προκειμένου περί οιουδήποτε άλλου εργάτου λογίζεται ίσος προς την υπ`αυτού και κατά τους προ του ατυχήματος δώδεκα μήνας πραγματικώς ληφθείσαν αντιμισθίαν, είτε εις χρήματα είτε εις είδος. Εάν κατά την περίπτωσιν β` της προηγουμένης παραγράφου ο παθών απησχολήθη επί χρονικόν διάστημα ολιγώτερον των δώδεκα μηνών προ του ατυχήματος, ως βάσις του υπολογισμού της αποζημιώσεως λαμβάνεται η πραγματική αντιμισθία ην έλαβεν από της προσλήψεώς του, ηυξημένη κατά το ποσόν της αντιμισθίας την οποίαν κατά το χρονικόν διάστημα, το απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου, ηδύνατο ούτος να λάβη επί τη βάσει της μέσης αντιμισθίας εργατών ή υπαλλήλων της αυτής κατηγορίας κατά το ειρημένον χρονικόν διάστημα. Εάν η εργασία δεν είναι διαρκής, ο ετήσιος μισθός υπολογίζεται τόσον επί της βάσει της αντιμισθίας της υπό του παθόντος ληφθείσης κατά το διάστημα της απασχολήσεώς του, όσον και επί της βάσει των απολαυών του παθόντος κατά το προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου χρονικόν διάστημα. Εάν κατά τας χρονικάς περιόδους περί ων τα προηγούμενα εδάφια ο παθών έμεινε άνευ εργασίας εκτάκτως ή δι` αιτίας ανεξαρτήτου της θελήσεώς του, συνυπολογίζεται δια το χρονικόν τούτο διάστημα ο κατά μέσον όρον μισθός των εργατών ή υπαλλήλων των απασχοληθέντων κατά το χρονικόν διάστημα της τοιαύτης ανεργίας.». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εργατικό ατύχημα, που απορρέει από βίαιο συμβάν, συνιστά και η σωματική βλάβη, η οποία έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για εργασία, εφόσον αυτή επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφειλόταν σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός και ήταν άσχετη με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και με τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του, η οποία οφείλεται στη φύση και το είδος της εργασίας του και στους δυσμενείς όρους της παροχής της, που συνδέονται με την ίδια (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 1287/1986, ΝοΒ 35,1605, Α.Π. 1019/1990 ΕΕργΔ 50, 378, Α.Π 1404/1986 ΕΝΔ, 16.523, Α.Π. 1078/1985 ΕΝΔ 15.83, ΑΠ 832/1984 ΕΝΔ 13.394, Α.Π. 272/1979 ΝοΒ 27,1283, ΕΠειρ 75/2003 ΕΝΔ, 31.99, ΕΠειρ 719/1986 ΕΝΔ 14.316, ΕφΠειρ 89/1993 ΕΝΔ 22.158). Επομένως, εμπίπτει στη μορφή του εργατικού ατυχήματος και ο τραυματισμός του παθόντος, ο οποίος προκλήθηκε από εξωτερικό αίτιο, και επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτής, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες. Η υπό τις εν λόγω δε περιστάσεις επελθούσα σωματική βλάβη συνιστά εργατικό ατύχημα, ακόμη, κι όταν αυτή οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του παθόντος, η οποία δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο, παρά μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του παθόντος. Σε περίπτωση αμέλειας του τελευταίου, ο Δικαστής μπορεί να μειώσει την οφειλόμενη, σ` αυτόν, αποζημίωση μέχρι το μισό του ποσού της και αυτό μόνον όταν η αμέλεια συνίσταται σε αδικαιολόγητη παράβαση από τον παθόντα διατάξεων των ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων, που θέτουν τους όρους ασφαλείας στην εργασία ή των συναφών κανονισμών που εκδόθηκαν από την αρμόδια αρχή (ή εκδόθηκαν από τον κύριο της επιχειρήσεως και κυρώθηκαν από αυτές). Άλλη αμέλεια εκτός από την ανωτέρω ειδική δεν λαμβάνεται υπόψη σε όλες τις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, ούτε εφαρμόζεται σ` αυτές, λόγω της ειδικής ρυθμίσεως του Ν. 551/1915, το άρθρο 300 του ΑΚ (ΑΠ 1823/1990 ΕΕΔ 50.794, ΕΠ 388/2004 ΕΝΔ 32.190, ΕΠ 1112/1992, ΕΕργΔ 1993, 554). Ακόμη, όπως προκύπτει, επίσης, από τις ίδιες, προαναφερθείσες διατάξεις, επιτρέπεται η σωρευτική άσκηση της αξίωσης για μισθούς ασθενείας με την αποζημίωση του Ν. 551/1915 και δεν τίθεται θέμα επικάλυψης αυτών (βλ. σχετ. ΕΠειρ 640/2009, ΕΝΔ 38.39, ΕΠειρ 648/2008, ό. π., ΕΠειρ 423/1997 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1996 – 1997 σελ. 476, ΕΠειρ 642/1995 Νομολογία Ναυτικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς 1994 – 1995 σελ. 295, Ι. Κοροτζή: Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1990, παράγραφοι 342 και 346 με παραπομπές στη νομολογία, Δ.Καμβύση: Ιδιωτικό Ναυτικό Δίκαιο, έκδ. 1982, σελ. 218 και 228, Ν. Δελούκα: Ναυτικό Δίκαιο, έκδ.1979, σελ. 219, Ι. Πιτσιρίκου: Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, έκδ. 2006. Κεφ. Ill, VII, σελ. 131-132).Ενόψει δε του ότι το άρθρο 66 παρ. 2 του ΚΙΝΔ παραπέμπει στις ειδικές διατάξεις περί αποζημίωσης των παθόντων από εργατικό ατύχημα, αν ο ναυτικός, λόγω ατυχήματος από βίαιο συμβάν, υπέστη ανικανότητα προς εργασία ή επήλθε ο θάνατος του, πρέπει να συμπεριληφθούν και οι διατάξεις του Ν. 551/1915, δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 7 αυτού για τα νοσήλια του και ως προς το χρονικό διάστημα μετά την εκπνοή του τετραμήνου, το οποίο προβλέπεται στην προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 66 ΚΙΝΔ (βλ. σχετ. ΕΠειρ 745/2008, ό. π., Ι. Πιτσιρίκου: Η Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, 2006, παρ. 14, VII, σελ. 129). Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ΚΙΝΔ ορίζεται ότι, όταν ο ναυτικός ασθενήσει, δικαιούται το μισθό και νοσηλεύεται με δαπάνες του πλοίου. Επίσης, αν η σύμβαση ναυτολόγησης λυθεί εξαιτίας της ασθένειας και ο ναυτικός νοσηλεύεται εκτός του πλοίου, δικαιούται νοσήλια και μισθό, εφόσον διαρκεί η ασθένεια, όχι όμως περισσότερο από τέσσερις μήνες. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και όταν συμβεί ατύχημα από βίαιο συμβάν, μάλιστα, αν ο ναυτικός υπέστη από αυτό ανικανότητα για εργασία, εφαρμόζονται και οι ειδικές διατάξεις για την αποζημίωση εκείνων που έπαθαν ατύχημα στην εργασία τους. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ναυτικός όταν η ασθένειά του προήλθε από εργατικό ατύχημα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δικαιούται μισθό ασθενείας, νοσήλια και αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα, αν απ` αυτό έμεινε ισόβια ή πρόσκαιρα ανίκανος για εργασία. Έτσι, στην τελευταία περίπτωση, ο ναυτικός έχει αυτοτελείς και ανεξάρτητες αξιώσεις, οι οποίες δε συνδέονται αναγκαίως, ούτε έχουν αντικείμενο την ίδια παροχή, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη άλλου σκοπού. Μάλιστα, για την προστασία του ναυτικού, που ασθένησε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθενείας, σε αντίθεση με τη θεμελίωση της αποζημίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα, δηλαδή ασθένεια, η οποία εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό (ΑΠ 961/2018). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 66 ΚΙΝΔ «Ο ναυτικός ασθενήσας δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθένειας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλια και εις μισθόν, εφόσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών {& 1). Αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται – και επί ατυχημάτων εκ βίαιου συμβάντος, εάν δε ο ναυτικός υπέστη εξ αυτών ανικανότητα προς εργασίαν, ως και εν περιπτώσει θανάτου αυτού, εφαρμόζονται και αι ειδικαί διατάξεις περί αποζημιώσεως των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων (& 2). Προς υπολογισμόν των εκ του παρόντος άρθρου απαιτήσεων επιτρέπεται να συνομολογήται ειδικός μισθός (S 3)». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο μισθός ασθένειας έχει χαρακτήρα αποδοχών και δεν είναι αποζημιωτικός, παρά τη, μάλλον από παραδρομή, εσφαλμένη τού άρθρου μόνου του π.δ. 1212/1981 «Περί τροποποιήσεως της παραγρ. 7 του άρθρου 3 του ν.δ. 2652/1953 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 1752/1951 περί ναυτικής εργασίας» (ΦΕΚ Α` 299/9.10.1981), συνίσταται δε σε ό,τι ο ναυτικός αποκόμιζε στο πλοίο από την εργασία του πριν από την ασθένεια, δηλαδή στο βασικό μισθό, στα επιδόματα, στο αντίτιμο τροφής, στα δώρα εορτών, ακόμη και στα φιλοδωρήματα, που τυχόν του κατέβαλε ο πλοιοκτήτης. Δηλαδή υπολογίζεται με βάση την ισχύουσα ΣΣΝΕ, εκτός αν υπάρχει κλειστός μισθός (ΕΠ 648/2008 ΕΝΔ 36.388, ΕΠ 984/2001 ΠειρΝ 2002.277). Ανώτατο όριο των οφειλόμενων μισθών ασθένειας και λοιπών εξ αυτής παροχών είναι το τετράμηνο από της απόλυσης λόγω της ασθένειας (ΜΕΠ 951/2013 ΕλλΔνη 2014.151, ΕΠ 333/2003 ΕΝΔ 2003.270). Η έναρξη της υποχρέωσης για την καταβολή του μισθού ασθένειας αρχίζει από τη λύση της σύμβασης λόγω ασθένειας, η οποία συμπίπτει κατά το πλείστον με την αποβίβαση του ασθενή ναυτικού στη ξηρά (ΕΠ 498/2000 ΕΝΔ 2008.281, Δ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 255). Προϋποθέσεις για τη γέννηση της εν λόγω αξίωσης αποτελούν, αφενός η σύναψη σύμβασης ναυτικής εργασίας και αφετέρου η λύση της σύμβασης αυτής λόγω ασθένειας, υπό την έννοια ότι η αξίωση καταβολής μισθού ασθενείας γεννάται μόνον στο πρόσωπο ναυτολογημένου ναυτικού και μάλιστα το πρώτον με τη λύση της σύμβασης λόγω ασθένειας, με αποτέλεσμα χωρίς σύναψη σύμβασης ναυτικής εργασίας ή/και πριν από τη λύση της σύμβασης αυτής ο ασθενήσας ναυτικός να μην έχει τις αξιώσεις του άρθρου 66 του ΚΙΝΔ, που θεσπίζονται σε βάρος του εργοδότη του ως ειδικότερη εκδήλωση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας των άρθρων 660 επομ. του ΑΚ (ΜΕΠ 311/2016, ΕΠ 1051/1982 ΕΝΔ 11.32). Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, την 18.1.2022, οπότε επί του ανωτέρω πλοίου N πραγματοποιούντο εργασίες επισκευής, ο ενάγων, κατόπιν εντολής του Υπάρχου του πλοίου, ανήλθε επί στεγάστρου που ευρίσκεται στο τελευταίο κατάστρωμα του εν λόγω πλοίου σε ύψος 2,5 μέτρων, προκειμένου να καλύψει αυτό με ειδικό στεγανωτικό υλικό. Εν τούτοις, το στέγαστρο αυτό λόγω του βάρους του ενάγοντος έσπασε, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει με δύναμη στο κατάστρωμα και εκ του λόγου τούτου, να υποστεί κάκωση πτέρνας, όπως ακολούθως διαπιστώθηκε από τον ιατρό ορθοπεδικό χειρουργό ……. ….., ο οποίος εξέτασε αυθημερόν τον ενάγοντα και συνέταξε την από 18.1.2022 προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση, σύμφωνα με την οποία, ο ενάγων είχε υποστεί κάκωση πτέρνας και κρίθηκε μη ικανός προς εκτέλεση της ναυτικής εργασία για διάστημα μίας εβδομάδας. Κατά το ίδιο ιατρικό πιστοποιητικό του συνεστήθη επανεξέταση την 25.1.2022. Περί των συνθηκών τραυματισμού του ενάγοντος, σαφής τυγχάνει η ένορκη βεβαίωση του ………, ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο ήταν ναυτολογημένος επί του εν λόγω πλοίου με την ειδικότητα του Υποναυκλήρου. Αυθημερόν ο ενάγων αποναυτολογήθηκε. Η εναγομένη διατείνεται ότι η αποναυτολόγηση του ενάγοντος την 18.1.2022 από το ανωτέρω πλοίο οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός ανηυρέθη θετικός στον ιό covid, όπως σχετικά ανεγράφη και στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, αντίγραφο του οποίου προσκομίζεται. Και πράγματι, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από την ίδια (εναγομένη) σχετικό τέστ αντιγόνου SARS – COV – 2, ο ενάγων ανηυρέθη θετικός στον ανωτέρω ιό, εν τούτοις δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η αποναυτολογησή του έλαβε χώρα και λόγω του τραυματισμού του, αφού ήταν ανίκανος προς εργασία. Ως εκ τούτου, ο ως άνω τραυματισμός του ενάγοντος συνιστά εργατικό ατύχημα, υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 551/1915, αφού πρόκειται για βίαιο συμβάν που επήλθε κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία από 18.1.2022 έως και την 25.1.2022. Για το μεταγενέστερο διάστημα, ήτοι από 26.1.2022 έως 7.2.2022, που κατά την ένδικη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ήταν ανίκανος προς εργασία, καμία έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται, αφού ο ενάγων δεν προσκομίζει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό επανεξέτασής του. Το γεγονός και μόνον ότι ο ενάγων επαναυτολογήθηκε στο ως άνω πλοίο την 8.2.2022, δεν είναι ικανό να αποδείξει την ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 26.1.2022 έως 7.2.2022. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων ήταν ανίκανος προς εργασία συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του και κατά το χρονικό διάστημα από 26.1.2022 έως 7.2.2022, κατά τον βάσιμο κατά τούτο έβδομο λόγο της ένδικης έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων εδικαιούτο αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος. Ενόψει δε του ότι η ως άνω αποδειχθείσα πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητά του προς εργασία διήρκησε λιγότερο των δέκα ημερών, όπως κατά τα άνω απεδείχθη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 551/1915 ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση, ημερησίως ίση προς το ήμισυ του μισθού το οποίον αυτός ελάμβανε κατά την ημέρα του ατυχήματος, από της πέμπτης μετά το ανωτέρω ατύχημα ημέρα και δη από την 22.1.2022 έως και την 25.1.2022, ήτοι για διάστημα τεσσάρων ημερών. Κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων στο ως άνω πλοίο N, ο ενάγων, πέραν των ελαχίστων νομίμων προβλεπομένων από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων 2022, αποδοχών, ελάμβανε τακτικώς κάθε μήνα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται στις τακτικές του αποδοχές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που περιέχονται στον έβδομο λόγο έφεσης, αμοιβή για υπερωριακή εργασία καθώς και αμοιβή για «έκτακτες αμοιβές» τις οποίες, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ελάμβανε ο ενάγων για τη συμμετοχή του σε εργασίες επισκευής πέραν των νομίμων καθηκόντων του. Αντίθετα, ενόψει του ότι στο εν λόγω πλοίο διενεργούντο επισκευές και αυτό δεν εκτελούσε δρομολόγια δεν ελάμβανε αμοιβή για τη συμμετοχή του στην έχμαση των οχημάτων και τη συμμετοχή του σε δρομολόγια άγονης γραμμής και δρομολόγια εξπρές. Και πράγματι στην απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2022 που προσκομίζεται αναγράφεται το ποσό των ευρώ 32,93 για έχμαση οχημάτων, το ποσό των ευρώ 108,65 για διπλά δρομολόγια και ευρώ 6,31 για επίδομα άγονης γραμμής, πλην όμως ενόψει του ότι το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως και 3.1.2022, από την 4.1.2022 δε και εντεύθεν έως την 18.1.2022 επί του εν λόγω πλοίου εκτελούντο εργασίες επισκευής και αυτό δεν εκτελούσε δρομολόγια, οι ως άνω καταβολές (για έχμαση οχημάτων, διπλά δρομολόγια και επίδομα άγονης γραμμής) κρίνεται ότι αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 3.1.2022. Επομένως, αφού κατά τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 551/1915 προς υπολογισμό της εν λόγω ημερήσιας αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη «το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος», αποδεικνύεται ότι το ελάχιστο νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος την 18.1.2022, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ [(1.352,52 ευρώ ως μισθό ενεργείας + 297,55 ευρώ ως επίδομα Κυριακών + 37,74 ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας + 617,40 ευρώ ως μηνιαίο αντίτιμο τροφής + 477,91 ευρώ ως επίδομα αδείας + 25,68 ειδικό επίδομα ναυκλήρου=) 2.808,80, με αποτέλεσμα το ημερομίσθιό του να ανέρχεται σε ευρώ (2.808,80 δια 30=) 93,63 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Συνυπολογιζομένης δε και (α) της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά την ίδια ημέρα, την οποία θα εκτελούσε, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, αφού όλες τις προηγούμενες ημέρες, οπότε στο πλοίο πραγματοποιούντο επισκευές ο ενάγων συμμετείχε σε αυτές, εργαζόμενες επί ένδεκα ώρες καθ’ εκάστη, ήτοι επί τρεις ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου και δη αμοιβής εκ ποσού ευρώ (3 επί 9,78=) 29,34, (β) την αναλογούσα στην ημέρα αυτή, αναλογία του Δώρου Πάσχα 2022 στα πλαίσια της εν λόγω τρίτης στο ανωτέρω πλοίο ναυτολογήσεών του και δη το ποσό των ευρώ (335,87 δια 18=) 18,66 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και (γ) την αναλογούσα στην ημέρα αυτή (18.1.2022) αμοιβή για έκτακτες εργασίες και δη ευρώ [(2,36 ευρώ που έλαβε με την απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιανουαρίου 2022 + 450 ευρώ που έλαβε με την από 6.2.2022 απόδειξη μισθοδοσίας =) 452,36 δια 18=] 25,13 ο ενάγων κατά την ημέρα του ατυχήματος θα ελάμβανε ως ημερομίσθιο το ποσό των ευρώ (93,63 + 29,34 + 18,66 + 25,13 =) 166,76. Επομένως, η αποζημίωσή του λόγω του ως άνω εργατικού ατυχήματος για διάστημα τεσσάρων ημερών ανέρχεται σε ευρώ (166,76 επί 4=) 667,04. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν ανίκανος προς εργασία συνεπεία του εν λόγω εργατικού ατυχήματος και μετά την 25.1.2022 έως την 7.2.2022 έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης εντοπίζεται και στον υπολογισμό του ημερομισθίου του ενάγοντος κατά την ημέρα του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, αφού έλαβε υπόψη της και συνυπολόγισε, πλέον των ελαχίστων μηνιαίων νομίμων αποδοχών του, το ποσό των ευρώ 2.030,10 μηνιαίως για υπερωριακή του απασχόληση, το ποσό των ευρώ 434,15 μηνιαίως για αμοιβή από τη συμμετοχή του ενάγοντος στην έχμαση οχημάτων, το ποσό των ευρώ 96,06 μηνιαίως ως έκτακτες αμοιβές, το ποσό των ευρώ 68,52 ως επίδομα άγονης γραμμής και το ποσό των ευρώ 684,46 μηνιαίως ως αναλογία δώρων εορτών και εν τέλει επεδίκασε για την εν λόγω αιτία το ποσό των ευρώ 2.040,80, ενώ ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω για την εν λόγω αιτία ο ενάγων εδικαιούτο συνολικά το ποσό των ευρώ 667,04. Επομένως, πρέπει να γίνε εν μέρει δεκτός ο έβδομος λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κακή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 551/1915, καθό μέρος επεδίκασε το ποσό των ευρώ 2.896,00 για την εν λόγω αιτία και να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε το αίτημά του περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 2,896,00 για την εν λόγω αιτία. Περαιτέρω, για το χρονικό διάστημα από 19.1.2022 έως 25.1.2022 (επτά ημέρες), ο ενάγων παρέμεινε σε νοσηλεία κατ’ οίκον και δικαιούται για μισθούς ασθενείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 της ως άνω ΣΣΝΕ πληρωμάτων 2022, το ποσό των ευρώ 459,65 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) (1.352,52 ευρώ μισθός ενεργείας + 617,40 ευρώ για αντίτιμο τροφής = 1.969,92 δια 30 επί 7=], έναντι του οποίου, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 12 από την εναγομένη απόδειξη καταβολής, έλαβε ποσό 328,32 ευρώ και επομένως οφείλεται σε αυτόν η διαφορά ποσού (459,65 μείον 328,32=) 131,33. Η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων εδικαιούτο μισθούς ασθενείας για είκοσι ημέρες, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο κατά τούτο έβδομο λόγο έφεσης της εναγομένης. Επιπλέον, σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης, κατά τον βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης του ενάγοντος εντοπίζεται και κατά το μέρος που δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης για το ποσό των ευρώ 405,00. Συγκεκριμένα, η εναγομένη, επικαλούμενη ως σχετικό 13 απόδειξη μισθοδοσίας χρονικού διαστήματος από 1.2.2022 έως 6.2.2022 σύμφωνα με την οποία η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, δια καταθέσεως στον τραπεζικό του λογαριασμό, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 13α από την ίδια αποδεικτικό, το ποσό των ευρώ 450 μεικτά και καθαρά 405,00 με αιτιολογία καταβολής έκτακτες αμοιβές, ισχυριζόμενη ότι το ποσό αυτό κατέβαλε έναντι της απαίτησης του ενάγοντος για μισθούς ασθενείας. Εν τούτοις, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων στα πλαίσια του έκτου λόγου της ένδικης έφεσης, το ποσό αυτό η εναγομένη δεν του κατέβαλε για μισθούς ασθενείας αλλά για έτερη αιτία και δη ως έκτακτη αμοιβή για εργασίες επισκευής που εκτέλεσε επί του εν λόγω πλοίου κατά τον μήνα Ιανουάριο 2022, πέραν των οφειλομένων από τα καθήκοντά του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος κρίνεται βάσιμος αφού πράγματι η εναγομένη, στην προσκομιζόμενη από αυτήν ως άνω (σχετικό 13) απόδειξη μισθοδοσίας δεν ανέγραψε ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό για μισθούς ασθενείας, αλλά ως έκτακτες αμοιβές ήτοι για έτερη αιτία. Εάν πράγματι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το εν λόγω ποσό ως μισθούς ασθενείας, αυτή την αιτία καταβολής θα ανέγραφε η ίδια στην ως άνω απόδειξη μισθοδοσίας και όχι ως ανέγραψε, ήτοι ως αιτία καταβολής «έκτακτες αμοιβές». Επομένως, κατά τον βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία για την εν λόγω αιτία δέχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 405 ευρώ.
ΧΙ. Με τον όγδοο και τελευταίο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη – εκκαλούσα επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα αμυντικό ισχυρισμό της ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία επιδιώκεται υπό του ενάγοντος η ικανοποίηση υπέρογκων αξιώσεων που της δημιουργούν τεράστιο οικονομικό βάρος, είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 24 επ.), υπό του τίτλου «Επικουρικώς – ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος» αφού ισχυρίσθηκε, παραθέτοντας και σχετική νομολογία, ότι η άσκηση αξίωσης από εκτέλεση εργασίας πάνω από τα νόμιμα όρια, ελέγχεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περαιτέρω, αφού επικαλέσθηκε νομολογία των Δικαστηρίων κατά την οποία δύναται να χαρακτηριστεί καταχρηστική η εργασία που εκτελέσθηκε, πέραν των νομίμων ορίων, υπό του εργαζομένου παρά τη ρητή προηγούμενη απαγόρευση του εργοδότη, επικαλούμενη επιπλέον ότι με βάση ρητές εντολές της αυτής (εναγομένης) η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας επί του εν λόγω πλοίου, τελούσε υπό απαρεγκλίτως τηρουμένη διαδικασία που δεν αμφισβητήθηκε υπό του ενάγοντος, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι, ο ενάγων με θετικές ενέργειές του, δημιούργησε σε αυτήν την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες απαιτήσεις του και δη (1) ουδέποτε την όχλησε προς εξόφληση των επίδικων απαιτήσεων και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για δήθεν μη καταβολή της προσήκουσας αμοιβής του, (2) ο ίδιος (ενάγων) παρέλαβε και υπέγραψε ανεπιφύλακτα τις αναλυτικές αποδείξεις του, προφανώς εννοώντας τις αποδείξεις μισθοδοσίας, χωρίς να εκφράσει αντιρρήσεις ως προς το ύψος των βασικών ή πρόσθετων αμοιβών, οι οποίες κατετίθεντο σε τραπεζικό του λογαριασμό, (3) υπέγραφε άνευ επιφυλάξεως τις μηνιαίες καταστάσεις της υπερωριακής του απασχόλησης, (4) με τη σύνταξη και υπογραφή υπ’ αυτού των μηνιαίων δελτίων ωρών εργασίας του, κατ’ ουσίαν αναγνώριζε και διαβεβαίωνε αυτήν (εναγομένη) ότι δεν υπάρχουν ώρες εργασίας του που δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα, (5) ο ίδιος, ουδέποτε κατά την πολυετή εργασιακή σχέση τους, προέβαλε οιαδήποτε αξίωση, παρά οψίμως, αφού αποχώρησε από την εργασία του άσκησε τις ένδικες αξιώσεις του, ως προς τις οποίες υπήρχε η ανά μισθολογική περίοδος άμεση και ρητή διαβεβαίωση αυτής υπό του ενάγοντος ότι δεν υφίστανται αξιώσεις σε βάρος της και (6) η ίδια, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, του κατέβαλε αποδοχές ανώτερες των νομίμων. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι, το ύψος των ενδίκων απαιτήσεων είναι υψηλό, με αποτέλεσμα να της προκαλείται τεράστιο βάρος, τυχόν δε καταβολή τους θα έχει δυσβάσταχτες συνέπειες για την ίδια και τους εργαζομένους της. Στα πλαίσια του υπό κρίση ογδόου λόγου έφεσης ισχυρίσθηκε επιπλέον ότι πέραν της ανυπαρξίας οποιασδήποτε διαμαρτυρίας ή όχλησης από την πλευρά του εφεσιβλήτου – ενάγοντος, αυτός προέβη δια θετικών ενεργειών στη δημιουργία σε αυτήν της εύλογης βεβαιότητας ότι δεν υφίστανται και δεν θα ασκήσει απαιτήσεις όπως οι ένδικες, αφού απασχολήθηκε για λογαριασμό της επί πολλά έτη, όπερ δεν θα έπραττε εάν είχε το οιοδήποτε παράπονο. Επιπλέον, στα πλαίσια του ιδίου λόγου έφεσης ισχυρίσθηκε ότι οι ένδικες απαιτήσεις είναι υψηλές και δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί συνέχεια της πρακτικής που έχει επικρατήσει να ασκούνται πανομοιότυπες αγωγές από ναυτικούς με τους οποίους αυτή είχε μακρά και αρμονική συνεργασία και προς υποστήριξη των οποίων ο ένας εργαζόμενός της να καταθέτει υπέρ του ετέρου, με αποτέλεσμα να προκαλείται σε αυτή τεράστιο οικονομικό βάρος. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, απερρίφθησαν υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως ως μη νόμιμοι, προεχόντως διότι, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται όταν ο εναγόμενος αρνείται το αγωγικό δικαίωμα, όπως έκρινε ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η εναγόμενη, παρότι επικαλείται καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, αμφισβητεί ταυτόχρονα την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος αυτού του τελευταίου, απορρέοντος από σύμβαση εξαρτημένης ναυτικής εργασίας και με επάλληλη αιτιολογία διότι είναι άκυρη η τυχόν παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα κατά το νόμο, τις οικείες ΣΣΕ και έτερες κανονιστικές διατάξεις ελάχιστες αποδοχές του, ενώ μόνη η ανοχή του εργαζομένου ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του για την καταβολή σε αυτόν των νομίμων ελαχίστων αποδοχών του. Με τον υπό κρίση όγδοο λόγο της υπό στοιχείο [Α] κρινόμενης έφεσης, η εναγομένη διατείνεται ότι, κατ’ εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή, ο ανωτέρω ισχυρισμός της κρίθηκε ως μη νόμιμος. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο, είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου, είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) συμπεριφορά, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 529/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε, να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι, τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472Λ983 ΑΠ 1215/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Από δε τη διάταξη του άρθρου 527 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στην κατ` έφεση δίκη είναι κατ` εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την, από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος [ΑΠ 1215/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η υπό κρίση ένσταση με το περιεχόμενο αυτής, όπως αναπτύχθηκε με τις προτάσεις που κατετέθησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ορθώς απερρίφθη υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως ως μη νόμιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστηρίου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο κατά τούτο, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά, δεν συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ. Πράγματι, και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων ρητά διαβεβαίωνε την εναγομένη ανά μισθολογική περίοδο ότι δεν διατηρεί αξιώσεις σε βάρος της, όπως αυτή (εναγομένη) διατείνεται, αυτός (ενάγων), δεν μπορεί να στερηθεί του δικαιώματός του στη δικαστική επιδίωξη των νόμιμων απαιτήσεών του από την παροχή της εργασίας του, έστω και αν υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις αποδείξεις μισθοδοσίας και τις καταστάσεις υπερωριών, ενόψει του ότι, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και υπό τη μορφή της άφεσης χρέους, από το δικαίωμα να λάβει τα κατά νόμο ελάχιστα όρια των αποδοχών του (Α.Π. 1569/2017, Α.Π. 1554/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, μόνη η ανοχή του εργαζομένου ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξίωσής του για την καταβολή σ’ αυτόν των νόμιμων ελάχιστων αποδοχών του (Α.Π. 1158/2009, Α.Π. 1203/2000, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 464/2021, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 173/2022, Εφ.Πειρ. 549/2022, Εφ.Πειρ. 397/2020, Εφ.Πειρ.670/2019, www.efeteio-peir.gr). Στην προκειμένη περίπτωση, η περιγραφόμενη στάση του ενάγοντος και δη η μη όχληση της εναγομένης ως προς την εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεών του, η μη διαμαρτυρία του για τη μη καταβολή της προσήκουσας αμοιβής του, η υπ’ αυτού (ενάγοντος) λήψη των οικειοθελών παροχών που του κατέβαλε η εναγομένη, καθώς και της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση, χωρίς ουδέποτε να εγείρει ζήτημα ετέρων αξιώσεών του, η υπό του ιδίου (ενάγοντος) αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη παραλαβή των αποδείξεων μισθοδοσίας, χωρίς να εκφράσει αντίρρηση ως προς το ύψος των αμοιβών του, που κατετίθοντο σε τραπεζικό του λογαριασμό, η ανεπιφύλακτη υπ’ αυτού υπογραφή των μηνιαίων καταστάσεων της υπερωριακής του απασχόλησης, η άσκηση των ενδίκων αξιώσεών του με τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων, συνιστά αδράνεια και όχι θετική συμπεριφορά του, ώστε να αρκεί για τη δημιουργία στην εργοδότρια – εναγομένη της εύλογης πεποίθησης ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις του. Θετική συμπεριφορά, που θα μπορούσε να στηρίξει ισχυρισμό περί κατάχρησης δικαιώματος της εναγόμενης, θα συνιστούσε η υπογραφή του σε μηνιαίες καταστάσεις υπερωριακής του απασχόλησης, αν τις σχετικές καταστάσεις συνέτασσε ο ίδιος και τις υπέβαλε προς έγκριση στην εργοδότριά του εναγόμενη, η οποία θα τις ενέκρινε και εν συνεχεία εκείνος αμφισβητούσε τον αριθμό των υπερωριών που ο ίδιος υποστήριξε εξαρχής ότι πραγματοποίησε. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η μη αμφισβήτηση της ορθότητας των εγγραφών στις μηνιαίες καταστάσεις υπερωριών ή στις αποδείξεις πληρωμής του εργαζόμενου ναυτικού, συνιστά απλή ανοχή προς αποφυγή του κινδύνου λύσης της εργασιακής σχέσης με πρωτοβουλία του εργοδότη (Εφ.Πειρ. 435/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, Εφ.Πειρ. 464/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 464/2021, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αόριστη αναφορά της εναγομένης δια της φράσεως «… Ο αντίδικος, με τη σύνταξη και υπογραφή των μηνιαίων δελτίων ωρών εργασίας του, κατ’ ουσίαν αναγνώριζε και διαβεβαίωνε την εταιρεία μας ότι δεν υπάρχουν ώρες εργασίας του που δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα…» δεν περιλαμβάνει σαφή ισχυρισμό ότι ο ενάγων ήταν αυτός που συνέτασσε τις προσκομιζόμενες ως σχετικά 31 και 32 Μηνιαίες καταστάσεις Υπερωριών του πληρώματος των ανωτέρω πλοίων και περαιτέρω ότι υπέβαλε αυτές προς έγκριση στην εναγομένη. Ειδικώς οι αιτιάσεις της εναγομένης ότι κατέβαλε στον ενάγοντα υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, άνευ άλλου τινός, δεν οδηγεί σε καταχρηστική εκ μέρους του αξίωση καταβολής των ενδίκων απαιτήσεών του. Εξάλλου, μόνο το οικονομικό κόστος που θα προκαλέσει στην εναγόμενη η ευδοκίμηση της ένδικη αγωγής δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (Εφ.Πειρ. 549/2022, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 464/2021, ό.α.). Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με βάση ρητές εντολές της, η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας τελούσε υπό ορισμένη διαδικασία η οποία ετηρείτο απαρέγκλιτα και δεν αμφισβητήθηκε υπό του ενάγοντος τυγχάνει μη νόμιμος διότι, πέραν του γεγονότος ότι δεν παρατίθεται η ορισμένη αυτή διαδικασία η οποία έπρεπε να τηρηθεί προκειμένου να πραγματοποιηθεί υπερωριακή εργασία υπό του ενάγοντος, η εναγομένη δεν αναφέρει ότι, εν προκειμένω, ρητώς απαγόρευσε στον ενάγοντα, προ της υπ’ αυτού παροχής της ανωτέρω αποδειχθείσας υπερωριακής εργασίας, την παροχή αυτής. Τέτοια αναφορά, δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι περιέχεται από την παράθεση υπό της ιδίας, νομολογίας των Δικαστηρίων [κατά την οποία, τυγχάνει καταχρηστική η αξίωση καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία που πραγματοποιήθηκε από εργαζόμενο παρά την προηγούμενη ρητή απαγόρευση από τον εργοδότη του], εφόσον εν προκειμένω δεν αναφέρει, ως προεκτέθηκε, ότι αυτή ρητώς απαγόρευσε στον ενάγοντα, προ της παροχής υπ’ αυτού της αποδειχθείσας ανωτέρω υπερωριακής εργασίας, την παροχή της εν λόγω εργασίας και παρά ταύτα ο ενάγων αυτοβούλως παρείχε εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά απέρριψε τον επίμαχο ισχυρισμό της εναγομένης και, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της απορριπτικής κρίσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ο ερευνώμενος λόγος θα πρέπει απορριφθεί. Η εναγομένη δια του ογδόου λόγου της ένδικης εφέσεως ισχυρίζεται πέραν των ανωτέρω ότι, η συμπεριφορά του ενάγοντος και δη η από μέρους του διεκδίκηση των ενδίκων απαιτήσεών του, τυγχάνει καταχρηστική και εκ του λόγου ότι, προέβη σε θετικές ενέργειες, οι οποίες της δημιούργησαν την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν υφίστανται και δεν θα ασκήσει απαιτήσεις όπως οι ένδικες, διότι, όπως και ο ίδιος συνομολόγησε, απασχολήθηκε από την εναγομένη επί πολλά έτη, όπερ δεν θα έπραττε, αν υπήρχε το παραμικρό παράπονο. Ο ισχυρισμός, εν τούτοις, αυτός πέραν του γεγονότος ότι προβάλλεται απαραδέκτως κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, εφόσον ως περιστατικό δεν αναφέρθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η δε επικαλούμενη ομολογία του ενάγοντος, κατά τον ίδιο ισχυρισμό καλύπτει μόνον το γεγονός ότι εργάσθηκε στην εναγομένη επί πολλά έτη, κατά το δεύτερο δε σκέλος του ότι δηλαδή δεν θα έπραττε τούτο ο ενάγων αν είχε οιοδήποτε παράπονο σε βάρος της, αποτελεί εκτίμηση της εναγομένης, δεν δύνανται κατά νόμο να συγκροτήσει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, διότι το γεγονός ότι ο ενάγων, ο οποίος εγείρει αξιώσεις από τη συνεργασία του με την εναγομένη από την 1-1-2021 και εφεξής, συνέχισε να ναυτολογείται στο ανωτέρω πλοίο έως την 7-12-2022, δεν είναι ικανό να δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις τυχόν αξιώσεις του από προηγούμενη σύμβαση συνεργασίας, σε κάθε δε περίπτωση η περιγραφόμενη με τον ισχυρισμό αυτό συμπεριφορά του ενάγοντος – εργαζομένου και αληθής υποτιθέμενη, δεν κρίνεται ότι υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του ενάγοντος να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του. Τέλος, οι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά στα πλαίσια της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ αναφορές ότι οι εργαζόμενοί της μετά από αρμονική και μακρά συνεργασία ασκούν αγωγές σε βάρος της και μάλιστα προβάλλοντας πανομοιότυπες απαιτήσεις, αξιώνοντας υπέρογκες αποδοχές, στις οποίες μάλιστα ο ένας εργαζόμενος ενάγων εξετάζεται ως μάρτυρας στην αγωγή του ετέρου εργαζομένου της, εκτιμώνται ως άρνηση των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος. Επομένως, τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά υπό της εναγομένης, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος της ένδικης έφεσης τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του.
Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει αμφότερες οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως εν μέρει βάσιμες στην ουσία τους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει να δικάσει την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να κάνει εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 653, 655, 340, 341, 345, 246 ΑΚ, 1, 2, 3 παρ.3 του Ν 551/1915, 53, 54, 57, 60, 66 τουΝ. 3816/1958 του ΚΙΝΔ σε συνδυασμό με τη ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2022 που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ Β’ 663/15.02.2022) και την ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικού, πλην του αιτήματος επιδίκασης τόκων επί της αποζημίωσης απολύσεως για τον προ της επιδόσεως της ένδικης αγωγής χρόνο, διότι η αποζημίωση απολύσεως δεν θεωρείται μισθός και δεν υφίσταται ως προς αυτή δήλη ημέρα καταβολής, αλλά ο τόκος άρχεται από της οχλήσεως και κατά πάσα περίπτωση από της επιδόσεως της αγωγής (ΕφΠειρ 8/2023, Εφ.Πειρ. 743/2022 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 19/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 231/2013, ΕΝαυτΔ 2013, 220, ΕφΠειρ 66/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 346/2011, ΕΝαυτΔ 2011, 271, ΕφΠειρ 676/2010, ΕΝαυτΔ 2011, 105, ΕφΠειρ 283/2009, ΕΝαυτΔ 2009, 102), ενόψει του ότι οι διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, με την οποία ορίζεται προθεσμία καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως στις χερσαίες συμβάσεις εργασίας, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, αντίστοιχη δε διάταξη δεν προβλέπεται στον ΚΙΝΔ με την επισήμανση ότι όπως η υπό κρίση έφεση της εναγομένης εκτιμάται πλήττεται και κατά τούτο η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εναγομένη αξιώνει με την ένδικη έφεσή της την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της και επαρκώς ορισμένη και (α) να καταδικάσει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ ένδεκα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (ευρώ 11.799,15) ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ανωτέρω πλοίο N και (β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, επιπλέον των ανωτέρω, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (ευρώ 17.431,81) και δη το ποσό των ευρώ 196,27 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ανωτέρω πλοίο D, το ποσό των ευρώ 577,73 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2021 για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων, το ποσό των ευρώ 1.624,57 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2021 για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων, το ποσό των ευρώ 965,08 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων, το ποσό των ευρώ 1.695,60 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022 για την απασχόληση του ενάγοντος στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων, το ποσό των ευρώ 264,31 για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2021 για την απασχόληση του ενάγοντος στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, το ποσό των ευρώ 334,53 για υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής δρομολογίων εξπρές, το ποσό των ευρώ 179,06 για αποζημίωση μη χορήγησης αδειών διανυκτέρευσης, το ποσό των ευρώ 3.346 ως αποζημίωσης απόλυσης του ενάγοντος την 1.3.2021, το ποσό των ευρώ 3.738,73 ως αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος την 9.9.2021, το ποσό των ευρώ 3.711,53 ως αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος την 8.7.2022, το ποσό των ευρώ 667,04 ως αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος και το ποσό των ευρώ 131,33 για μισθούς ασθενείας. Τα ανωτέρω ποσά η εναγομένη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως από την 8.12.2022, πλην (α) του ποσού των ευρώ 196,27 που αφορά υπόλοιπο αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, καθώς και του ποσού των ευρώ 264,31 που αφορά υπόλοιπο αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2021 από την απασχόληση του ενάγοντος στο δεύτερο των ανωτέρω πλοίων, τα οποία πρέπει να επιδικασθούν νομιμοτόκως από την 11.12.2021 και (β) των ποσών (3.346,00), (3.738,73) και (3.711,53) που αφορούν αποζημίωση απολύσεως, τα οποία πρέπει να επιδικασθούν νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής. Κατόπιν αυτών παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αιτήματος της εκκαλούσας – εναγομένης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, πλέον τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 04.08.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………./04-08-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../04-08-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και την από 06.02.2026 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …./06-02-2026 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται αμφότερες τις ένδικες εφέσεις τυπικά και εν μέρει στην ουσία τους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 643/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εξεδόθη με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει την ένδικη υπόθεση.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται κατά τα λοιπά την ένδικη αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ ένδεκα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (ευρώ 11.799,15), νομιμοτόκως από την 8.12.2022.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη, επιπλέον των ανωτέρω, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (ευρώ 17.431,81), νομιμοτόκως (α) το ποσό των τετρακοσίων εξήντα ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (ευρώ 460,58) από την 11.12.2021, (β) το ποσό των δέκα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (ευρώ 10.796,26) από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και (γ) το υπόλοιπο ποσό των έξι χιλιάδων εκατόν εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (ευρώ 6.174,94), από την 8.12.2022.
Επιβάλει σε βάρος της εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 6.7.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ