Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 456/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης  456/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα  E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της εκκαλούσας : ………………. η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημητρίου Μαριόλη του Παναγιώτη (ΑΜ  ………….. Δ.Σ. Πειραιώς).

Του εφεσίβλητου : Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ -ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ», (ΑΦΜ ….), που εδρεύει στη Νίκαια (οδός …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Μαρία Καραφέρη του Κωνσταντίνου (ΑΜ  ….. Δ.Σ. Πειραιώς).

Η εκκαλούσα με την από 16-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/19-10-2023) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3528/1-11-2024 απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Ήδη η εκκαλούσα με την από  3-11-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/24-11-2025) έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../1-12-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 3-11-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./24-11-2025) έφεση της ενάγουσας της από 16-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../19-10-2023) αγωγής – και ήδη εκκαλούσας, κατά της με αριθμό 3528/1-11-2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και απέρριψε την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 24-11-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026), 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης από τη δημοσίευση της οποίας (1-11-2024) μέχρι την άσκηση της ενδίκου εφέσεως (24-11-2025) δεν παρήλθε διετία, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής (ΑΠ 196/2023, ΑΠ 1123/2022). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 1827/2022). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή περιέχονται κατά τρόπο ασαφή ή ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 1827/2022). Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 196/2023, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007). Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013). Εξάλλου, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 196/2023, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως ο εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχειρήσεως όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως. Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 746/2025, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1770/2017, ΑΠ 1006/2017, ΑΠ 352/2016).

Περαιτέρω, στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής : Με το άρθρο 252 παρ. 1, 3 και 5 ότι : «Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής : α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ» (παρ. 1). «Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε….Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920» (παρ. 3). «Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου» (παρ. 5). Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση» (παρ. 1). «Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων» (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι «Δήμοι ή Κοινότητες…δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας» (παρ. 1). « Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συγχωνεύονται, διασπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει», (παρ. 8). Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα «Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο… Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.» (παρ. 1). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι αναφερόμενες στα άρθρα 252 επ. του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006) δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων, δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι τελευταίες και όχι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συνέστησαν ή συμμετέχουν (ΑΠ 1364/2024).

Εξάλλου, με τον ν. 5056/2023 (ΦΕΚ Α 163/6.10.2023), “Αναμόρφωση του συστήματος διακυβέρνησης Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, κατάργηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δήμων, παρακολούθηση επιδόσεων τοπικής αυτοδιοίκησης, οικονομική και διοικητική διαχείριση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ.” ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : Άρθρο 27 “1. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που συστήθηκαν με οπ οιονδήποτε τρόπο από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (O.T.A.) α` βαθμού και λειτουργούν σύμφωνα με τα άρθρα 239 έως 242 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων [ν. 3463/2006 (Α` 114)], καταργούνται αυτοδικαίως την 31η.12.2023 και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από την 1η.1.2024 από τον οικείο δήμο. Με πράξη του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός ενός (1) μηνός από την ως άνω ημερομηνία διαπιστώνεται η κατάργησή τους… 3.α. Από την κατάργηση του οικείου νομικού προσώπου, τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία περιέρχονται αυτοδικαίως στον δήμο που το συνέστησε, ο οποίος υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τον δήμο ή κατά του δήμου χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους του για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης… 7. Εξαιρούνται από την κατάργηση του παρόντος τα Δημοτικά Λιμενικά Ταμεία, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Ο.Τ.Α. α` βαθμού, που ιδρύονται και λειτουργούν σύμφωνα με τα άρθρα 244 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και 28 του ν. 2738/1999 (Α` 180)”. Άρθρο 52, “1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από αίτηση του οικείου δημοτικού συμβουλίου που υποβάλλεται έως την 15η.11.2023 και συνοδεύεται από τεκμηριωμένη αιτιολόγηση με ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία, δύναται να εξαιρεθούν από την κατάργηση των άρθρων 27 και 29 νομικά πρόσωπα, των οποίων η δραστηριότητα από πλευράς εξειδικευμένου αντικειμένου, απόδοσης έργου και ευρύτερης αναγνώρισης δικαιολογεί την ανωτέρω εξαίρεση” (ΑΠ 1714/2025).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), και, τέλος,  τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19-7-2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011). Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης, καθ’ όσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 1714/2025, ΑΠ 25/2025, ΑΠ 660/2024, ΑΠ 1610/2022). Ωσαύτως, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω π.δ.164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Επομένως, εάν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1052/2025, ΑΠ 25/2025, ΑΠ 1610/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 16-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/19-10-2023) αγωγή, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ΟΤΑ με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονταν (τύποις) με συνεργαζόμενα ή εποπτευόμενα ή προστηθέντα από αυτόν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ορισμένα εξ αυτών αναφέρονται ενδεικτικά στην αγωγή, που αφορούσαν στην πραγματικότητα σχέση και παροχή εργασίας στον εναγόμενο, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής -γυμνάστρια (ρυθμικής). Ότι από την πρόσληψή της (1-11-1997) παρείχε τις υπηρεσίες της με την παραπάνω ειδικότητα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους χρονικά διαστήματα, από 1-11-1997 έως 31-7-2023, με αντίστοιχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και συνεχίζει να τις προσφέρει στον εναγόμενο συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες στον εναγόμενο. Ότι από της αναλήψεως των καθηκόντων της τέθηκε στην αρμόδια υπηρεσία και παρείχε τις υπηρεσίες της καθημερινά, τελώντας υπό τις συγκεκριμένες οδηγίες και προγράμματα των προϊσταμένων της, κατά το οργανόγραμμα της υπηρεσίας και την εξειδίκευση του αντικειμένου της από τη Διοίκησή της, με επακριβή τήρηση ωραρίου εργασίας και αρμόδιο ιεραρχικό έλεγχο όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών αναγκών στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού του, που είναι η παροχή μαθημάτων ρυθμικής γυμναστικής κ.λ.π. των δημοτών του εναγομένου Δήμου Νικαίας -Αγ. Ι. Ρέντη, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές, κατ’ επίφαση να έχουν ονομασθεί συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού δεν εξυπηρετούσαν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες του εναγομένου και συνακόλουθα φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Ότι η, µετά τη λήξη της ανωτέρω σύµβασης, µη αποδοχή από τον εναγόµενο των υπηρεσιών της θα είναι παράνοµη, άλλως, στην περίπτωση που ήθελε αυτή κριθεί ότι θα συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύµβασης εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνδέει µε τον εργοδότη, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ. 164/2004, για τη φύση της σχέσης αυτής με τον εναγόμενο ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το χρόνο προσλήψεώς της (1-11-1997) με την προαναφερόμενη ειδικότητα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου με τις αντίστοιχες αποδοχές και μετά την ημερομηνία λήξεως των συμβάσεών της, περαιτέρω δε να απειληθεί χρηματική ποινή 60 ευρώ σε βάρος του εναγομένου για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του με την απόφαση που θα εκδοθεί. Επικουρικά ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας της συμβάσεώς της άλλως να αναγνωριστεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις μετατροπής των συμβάσεών της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και επέβαλε σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία όρισε μειωμένα στο ποσό των 200 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος του εφεσίβλητου τα δικαστικά της έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση κατ’αυτεπάγγελτη έρευνα αλλά και κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία και συγκεκριμένα 1) δοθέντος ότι αναφέρονται περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου συναφθείσες με διάφορα ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., εκ των οποίων, άλλωστε, μόνο κάποια ενδεικτικά κατονομάζονται στο δικόγραφο της αγωγής (βλ. σελ. 1 της αγωγής «Οι αρχικές συμβάσεις μου, οι οποίες τυπικά συνάπτονταν με συνεργαζόμενους ή εποπτευόμενους ή προστηθέντες του εναγομένου φορείς (όπως για παράδειγμα με ΝΠΙΔ όπως η «…………», η «………………», η «………………» ή με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Αθλητικός Οργανισμός Δήμου Νίκαιας»… ) ως τυπικά αντισυμβαλλομένους της, δεν προσδιορίζεται ποιες εξ αυτών και για ποια χρονικά διαστήματα από τα αναφερόμενα στην αγωγή συνήψε η ενάγουσα με κάθε ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., 2) εφόσον γίνεται επίκληση ότι πραγματικός αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας ήταν ο εναγόμενος Δήμος, τα δε τυπικά αντισυμβαλλόμενα νομικά πρόσωπα ήταν συνεργαζόμενοι ή εποπτευόμενοι ή προστηθέντες φορείς αυτού, δεν εξειδικεύεται η σχέση που συνδέει τον εναγόμενο με καθένα από αυτά τα ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., ώστε να κριθεί και η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, καθώς τα δύο εκ των τριών μόνο κατονομαζόμενων νομικών προσώπων φέρονται να ανήκουν σε άλλους Δήμους («………….», «……………»), ενόψει και του ότι ο εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και 3) δεν περιγράφεται η θέση και, ιδίως, η υπηρεσία στην οποία τοποθετήθηκε η ενάγουσα δυνάμει των επικαλούμενων συμβάσεων εργασίας και η σχέση της υπηρεσίας αυτής με τον εναγόμενο και τους τυπικά -κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή -αντισυμβαλλόμενούς της στις επίδικες συμβάσεις, προκειμένου να κριθεί τόσο η παθητική νομιμοποίηση όσο και τα στοιχεία της νομικής εξάρτησης από τον εργοδότη και του εάν με την παροχή της εργασίας της ενάγουσας πράγματι καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Με το μοναδικό λόγο της έφεσης η εκκαλούσα προσάπτει ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον αναφέρεται σε αυτή ότι παρείχε την εργασία της υπό τη μορφή εξαρτημένης εργασίας στον εφεσίβλητο και σε εποπτευόμενους από αυτόν και συνεργαζόμενες υπηρεσίες με αντισυμβαλλόμενο τον εφεσίβλητο, κατά τις αναλυτικά παρατιθέμενες χρονικές περιόδους με την αντίστοιχη ειδικότητα της γυμνάστριας -καθηγήτριας φυσικής αγωγής.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθότι δεν περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του Κ.Πολ.Δ. απαιτούμενα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία, ώστε να εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της παροχής δυνατότητας στο δικαστήριο της νομικής θεμελίωσης της αγωγής και στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο της ικανοποιητικής άμυνας. Συγκεκριμένα, στην αγωγή αυτή 1) αν και γίνεται επίκληση ότι οι συμβάσεις εργασίας συνήφθησαν με περισσότερα του ενός νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου που φέρονται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι τελούσαν συνεργαζόμενα ή εποπτευόμενα ή προστηθέντα από τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Δήμο, δεν κατονομάζονται αυτά παρά μόνο ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένα εξ αυτών, ούτε προσδιορίζεται ποιες συμβάσεις εργασίας και για ποια χρονικά διαστήματα από τα επιμέρους αναφερόμενα (συνολικά είκοσι) στην αγωγή συνήψε η εκκαλούσα με κάθε ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., ούτε επίσης γίνεται αναφορά του περιεχομένου ή των όρων παροχής της εργασίας της (όσον αφορά στον τόπο, χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών της αυτών, την καταβολή αμοιβής, ούτε εάν τελούσε υπό την παροχή οδηγιών -εντολών και υποδείξεων από εκπρόσωπο ή υπεύθυνο όργανο του εναγομένου ή των λοιπών τυπικά αντισυμβαλλομένων νομικών προσώπων) που θεμελιώνει τη νομιμοποίηση και την επικαλούμενη ευθύνη του εφεσίβλητου, 2) επίσης, αφού γίνεται επίκληση ότι πραγματικός αντισυμβαλλόμενος της εκκαλούσας ήταν ο εφεσίβλητος Δήμος, τα δε τυπικά αντισυμβαλλόμενα νομικά πρόσωπα ήταν συνεργαζόμενοι ή εποπτευόμενοι ή προστηθέντες φορείς αυτού, δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιότητα αυτή, ούτε εξειδικεύεται η σχέση που συνδέει τον εφεσίβλητο με καθένα από αυτά τα ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., ώστε να κριθεί και η παθητική νομιμοποίηση του εφεσίβλητου, καθώς τα δύο εκ των τριών μόνο κατονομαζόμενων νομικών προσώπων φέρονται να ανήκουν σε άλλους Δήμους («……………», «…………….»), και για τον επιπλέον λόγο του ότι , αναφορικά με τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις (ΑΠ 1714/2025), ενόψει και του ότι ο εφεσίβλητος προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις του και 3) δεν αναφέρεται η θέση και, ιδίως, η υπηρεσία στην οποία τοποθετήθηκε η εκκαλούσα δυνάμει των επικαλούμενων συμβάσεων εργασίας και η σχέση της υπηρεσίας αυτής με τον εφεσίβλητο και τους τυπικά -κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή -αντισυμβαλλόμενούς της στις επίδικες συμβάσεις και χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των καθηκόντων της, χωρίς δηλαδή να αναφέρει τα καθήκοντα που πραγματικά ασκούσε κατά την εκτέλεση των ενδίκων συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί τόσο η παθητική νομιμοποίηση όσο και τα στοιχεία της νομικής εξάρτησης από τον εργοδότη και του εάν με την παροχή της εργασίας της εκκαλούσας πράγματι καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, με συνέπεια να υφίσταται αοριστία ως προς τα παραπάνω στοιχεία και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν τούτων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του αόριστη την αγωγή και με την απόρριψή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου του περί αντιθέτου μοναδικού λόγου της έφεσης ως αβάσιμου.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου ΝΠΔΔ (αρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της, μειωμένα όμως κατ’ αρ. 22 παρ.1 Ν. 3693/1957, το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 1666/2018, ΑΠ 251/2017), όπως είναι και ο εφεσίβλητος (ΝΠΔΔ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 3-11-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./24-11-2025) έφεση κατά της με αριθμό 3528/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 3 Ιουλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ