Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 472/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός   472/2026

ΤΟ  ΤΡΙΜΕΛΕΣ  ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Συγκροτήθηκε  από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   …….., για να δικάσει  την υπόθεση  μεταξύ:

Του εκκαλούντος:  …………., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του εφεσίβλητου: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βούλγαρη (ΑΜ/ΔΣΑ …….).

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος του εναγόμενου  και ήδη εκκαλούντος την από 09-08-1999 (αρ.εκθ.καταθ…………/24-09-1999) αγωγή  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε την ένδικη αγωγή ερήμην του εναγόμενου, με την τακτική διαδικασία,  με την 2909/2003  οριστική απόφασή του την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν .

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου  ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών με την από 15-06-2006 (αριθ.εκθ.καταθ……./16-06-2006) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με επιμέλεια του εφεσίβλητου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Η   υπόθεση   εκφωνήθηκε   με  τη  σειρά   της  από   το  οικείο  πινάκιο   και συζητήθηκε ερήμην του εκκαλούντος.  Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου ο οποίος παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και  ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ   ΤΗ  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε με το ΠΔ 503/1985 (ΦΕΚ Α΄ 182/24.10.1985), πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α` 165/25.7.2011, που ισχύει από την ημέ­ρα της δημοσίευσης του, στις 25-07-2011, και με τους μετέπειτα νόμους, «Στην αρμοδιότητα των  εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους». Με το πιο πάνω άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011 αντικαταστάθη­κε το άρθρο 19  του ΚΠολΔ και προβλέφθηκε η λειτουργία το πρώτον και μονομελών εφετείων, που μέχρι τότε συνεδρίαζαν υπό τριμελή σύνθεση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 παρ. 4 του ιδίου νόμου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου  2. Κατά την τελευταία αυτή παράγραφο, στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Κατ’αυτόν τον τρόπο η ρύθμιση αυτή στοιχήθηκε με το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει τα ίδια. Ρητώς δε ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 13 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: «13. Στην αρμοδιότητα των μο­νομελών δικαστηρίων του άρθρου 19 του ΚΠολΔ υπάγονται οι εφέσεις που ασκού­νται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της εφέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496 του ίδιου κώδικα, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει το δικόγραφο. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της εκθέσεως και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκεί­νου που τη συντάσσει. Τα αποτελέσματα, τέλος, της εφέσεως αρχίζουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 500 του ΚΠολΔ, από τη σύνταξη της εκθέσεως καταθέσεως της. Συνεπώς, για να ολοκληρωθεί η άσκηση της εφέσεως, όπως και κάθε άλλου ενδίκου μέσου, απαι­τείται τόσο η κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέ­δωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως της, που καταχωρίζεται στο σχετικό βιβλίο (βλ. ΑΠ 395/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι για την εκδίκαση εφέσεων κατά αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων αρμόδιο είναι το τριμελές εφετείο, εφόσον η έφεση έχει ασκηθεί, δηλαδή κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προ­σβαλλόμενη απόφαση και συνταχθεί η σχε­τική έκθεση κατάθεσης προ της 25-07-2011, ενώ αντίθετα είναι αρμόδιο το μονομελές εφετείο εφόσον η έφεση έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρί­ου και συνταχθεί η σχετική έκθεση από την 25-07-2011 και εφεξής, χωρίς να ασκεί έννο­μη επιρροή ο χρόνος του προσδιορισμού της εφέσεως προς συζήτηση ενώπιον του εφετείου (ΑΠ 457/2017, ΕφΛαρ 59/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω,  στη διάταξη του άρθρου 135 του ΚΠολΔ ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι :  «Αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 του ΚΠολΔ (επίδοση σε πρόσωπα αλλοδαπής) και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Η περίληψη συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και πρέπει να αναφέρει το ονοματεπώνυμο των διαδίκων, το είδος του δικογράφου που επιδόθηκε, το αίτημά του  και, προκειμένου για απόφαση, το διατακτικό, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή τον υπάλληλο που ενεργεί την εκτέλεση και, αν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση καλείται να εμφανιστεί ή να ενεργήσει ορισμένη πράξη, πρέπει να αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος εμφάνισης, καθώς και το είδος της πράξης.». Άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί  αυτή, μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας, όπως υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια  και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός, που παράγγειλε την επίδοση, δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση (ΕφΠειρ 643/2019, ΕφΔωδ 201/1992, ΕλλΔ/νη 36.407). Ακολούθως, σύμφωνα με την παρ.2Α του άρθρου 495 του ΚπολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 19 του ν. 5282/2026, και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ Α΄ 30/2026, ήτοι από 27-02-2026, όταν ο διάδικος που καλείται είναι άγνωστης διαμονής (ή διαμένει στο εξωτερικό), η προθεσμία για την κλήτευσή του για το ένδικο μέσο της έφεσης, ανεξαρτήτως διαδικασίας, είναι [60] ημέρες από την κατάθεση και [90] ημέρες από τη συζήτηση, ενώ στην παρ.7 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι όσες εφέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31-12-2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στο αρμόδιο δικαστήριο το αργότερο έως την 31η-03-2027, σε αντίθετη περίπτωση το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3εδ.α’ του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του Ν.4842/13-10-2021 [190Α] και ισχύει από 1-1-2022 και σύμφωνα με την παρ.2β του άρθρου 116 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή». Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Εάν  ο εκκαλών  δεν  εμφανιστεί  κατά τη συζήτηση  της έφεσης   και δεν έχει υποβάλει τη δήλωση του άρθρου (524 παρ. 1 σε συνδ.) 242 παρ. 2  του  ΚΠολΔ (βλ. και  άρθρο 115 παρ. 2 του  ΚΠολΔ) ή  εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει  να  ερευνήσει  αν η  έφεση  είναι  παραδεκτή  και  εφόσον  είναι παραδεκτή, ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση αυτή. Εάν τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εκκαλών ή εάν αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επιμελούμενο για τη συζήτηση αυτή εφεσίβλητο, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν. Διότι, μολονότι οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΟλΑΠ 16/1990 ΝοΒ 38.1337, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 355/2016, ΑΠ 1266/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, εάν ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της έφεσης εφεσίβλητο, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης (Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση», εκδ. 2015 αρ. περιθ. 1762 επ. σελ. 441 – Σ. Σαμουήλ, «Η έφεση», Ε΄ εκδ. [2003], § 1051, σελ. 400).

Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε με το ΠΔ 503/1985 (ΦΕΚ Α΄ 182/24.10.1985), πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α` 165/25.7.2011, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, φέρεται προς συζήτηση η από  15-06-2006 (αριθ.εκθ.καταθ…/16-06-2006) έφεση κατά της 2909/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,  που δίκασε ερήμην του εναγόμενου, κατά  την τακτική διαδικασία, την από 09-08-1999 (αρ.εκθ.καταθ……../24-09-1999) αγωγή  του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Περαιτέρω, η ένδικη έφεση έχει  ασκηθεί  νομοτύπως  και  εμπροθέσμως, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και μέσα στην καταχρηστική προθεσμία των [3] ετών που προέβλεπε το  άρθρο  518  παρ.2 του  ΚΠολΔ,  όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2207/1994 (ΦΕΚ Α’ 65/25.04.1994) και ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης έφεσης (και μέχρι τις 31-12-2015, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Ν. 4335/2015), εφόσον  η  εκκαλουμένη  απόφαση δημοσιεύθηκε στις 18-06-2003 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 16-06-2006, τούτο διότι το παραδεκτό της έφεσης και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση κατ’άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ. Επίσης, για το παραδεκτό της  δεν απαιτούνταν η καταβολή παράβολου του Δημοσίου,  καθόσον η διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, που επέβαλε τη σχετική υποχρέωση,  προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012. Ακολούθως, η συζήτηση της ένδικης έφεσης, προσδιορίστηκε με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του εφεσίβλητου, όπως προκύπτει από την από 23-03-2026 (αρ.εκθ.καταθ………/23-03-2026)  έκθεση κατάθεσης δικογράφου της γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου η οποία υπάρχει συνημμένη στην ανωτέρω έφεση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο οποίος προς το σκοπό αυτόν, όπως προκύπτει από την ……΄/03-04-2026 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……………., παρήγγειλε στην τελευταία την επίδοση στον εκκαλούντα αντιγράφου του δικογράφου της εφέσεως με προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεώς της τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προκειμένου να παραστεί κατ` αυτήν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και δη στη διεύθυνση κατοικίας του, που αναγράφεται στην ένδικη έφεση, ήτοι στον Πειραιά και στην οδό ………………, πλην όμως η ανωτέρω δικαστική επιμελήτρια, όπως η ίδια βεβαιώνει στην εν λόγω έκθεση επίδοσης, δεν βρήκε τον τελευταίο στην ανωτέρω διεύθυνση, ούτε κάποιον άλλο που να έχει σχέση μαζί του, αλλά ούτε το όνομά του αναγραφόταν στα κουδούνια, ενώ κάτοικος της πολυκατοικίας και ιδιοκτήτης αυτής εδώ και περίπου [48] έτη, την ενημέρωσε ότι δεν γνωρίζει τον εκκαλούντα και ότι ποτέ δεν κατοικούσε εκεί. Ως εκ τούτου  δεν κατέστη  δυνατή  η επίδοση αυτή  οπότε και ματαιώθηκε.  Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την  υπ’αριθμόν …….΄/06-04-2026 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του εφεσίβλητου επιχείρησε να επιδώσει στον εκκαλούντα, αντίγραφο του  δικογράφου της εφέσεως με προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεώς της τη δικάσιμο    που  αναφέρεται  στην αρχή  της παρούσας   και  κλήση  προκειμένου  να παραστεί κατ` αυτήν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στην οδό ………. στο Κερατσίνι Αττικής, πλην όμως και αυτή η επίδοση δεν κατέστη δυνατή και ματαιώθηκε, αφού όπως βεβαίωσε η προρρηθείσα δικαστική επιμελήτρια   στην  ανωτέρω    έκθεση  επίδοσης,   δεν   βρήκε  τον  τελευταίο   στην ανωτέρω διεύθυνση, ούτε κάποιον άλλο που να έχει σχέση μαζί του, αλλά ούτε το όνομά του αναγραφόταν στα κουδούνια.  Ακολούθως, όπως προκύπτει από την  υπ’αριθμόν ……………΄/14-04-2026 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του εφεσίβλητου, επιδόθηκε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, για τον εκκαλούντα, πρώην κάτοικο Πειραιά, οδός …………. και ήδη αγνώστου διαμονής, αντίγραφο του  δικογράφου της εφέσεως με προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεώς της τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προκειμένου να παραστεί ο εκκαλών κατ` αυτήν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η δε Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά διέταξε τη δημοσίευση περίληψης του δικογράφου που της κοινοποιήθηκε στις εφημερίδες …… και …….., οπότε και στις 17-04-2026 δημοσιεύθηκε σε αμφότερες τις ανωτέρω εφημερίδες και δη στη σελίδα 4 ΙΙ και 15 αντίστοιχα, το ακόλουθο κείμενο που τιτλοφορείται «Περίληψη επιδοθέντος δικογράφου», που αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Με την υπ’αριθμ……./14-04-2026 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………, επιδόθηκε με παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών ………. ως πληρεξουσίου του ……….., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ……….., προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, για τον …… .., πρώην κάτοικο Πειραιά, οδός …………. και ήδη αγνώστου διαμονής, ακριβές αντίγραφο της από 15 Ιουνίου 2006 ΕΦΕΣΗΣ αυτού κατά του πρώτου και ΚΑΤΑ της με αριθμό 2909/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, απευθυνόμενης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και ζητά όσα με λεπτομέρειες αναφέρονται σ’αυτήν. Στη συνέχεια του αντιγράφου αυτού υπάρχουν: α) η με αριθμό 600/2006 ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΝΔΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ, της Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που βεβαιώνει την κατάθεση σ’αυτήν της πιο πάνω Έφεσης, β) η από 23-03-2026 ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ,  Είδος Δικογράφου: ΚΑΤ’ΕΦΕΣΗ ΑΠΌ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ, με ΓΑΚ:../2026 και ΕΑΚ: …./2026, που βεβαιώνει την κατάθεση σ’αυτήν της πιο πάνω Έφεσης, γ) η από 23-03-2026 ΠΡΑΞΗ ΟΡΙΣΜΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ, Διαδικασία: ΤΑΚΤΙΚΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΎΣ, Πινάκιο: ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΤΑΚΤΙΚΟ (211), με Αριθμό Πινακίου:….., της ίδιας γραμματέας του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ορίζει ως χρόνο συζήτησης την 21-05-2026, ημέρα Πέπτη και ώρα 09:30, στο ακροατήριο του ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ, στον γ΄όροφο, Αίθουσα 310, προς γνώση του και για τα έννομα, καλούμενο στη συζήτηση της ανωτέρω έφεσης όταν και όπου ανωτέρω ορίζεται. ΑΘΗΝΑ 15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026, Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ………….,  Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ …………».   Πλην όμως, η κλήτευση του εκκαλούντος ως αγνώστου διαμονής δεν είναι νόμιμη  για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρθρου 495 παρ.2 Α του ΚΠολΔ,  όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 19 του ν. 5282/2026, και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ Α΄ 30/2026, ήτοι από 27-02-2026, σύμφωνα με την οποία, όταν ο διάδικος που καλείται είναι άγνωστης διαμονής  η προθεσμία για την κλήτευσή του για το ένδικο μέσο της έφεσης, ανεξαρτήτως διαδικασίας, είναι [90] ημέρες από τη συζήτηση, απαιτείται δηλαδή η συζήτηση να απέχει τουλάχιστον [90] ημέρες από την κλήτευση, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση ο προσδιορισμός της δικασίμου έγινε στις 23-03-2026 και ορίστηκε ως χρόνος συζήτησης της έφεσης η  δικάσιμος της 21ης-05-2026, ήδη δηλαδή μεταξύ  των δύο αυτών ημερομηνιών μεσολαβούν μόλις [58] ημέρες, οπότε ήταν αντικειμενικά αδύνατον να τηρηθεί η υποχρεωτική προθεσμία των [90] καθαρών ημερών πριν τη συζήτηση, ενώ από τη δημοσίευση στις προαναφερόμενες εφημερίδες της περίληψης που έλαβε χώρα  στις 17-04-2026  μεσολαβούν μόλις [33] ημέρες της κλήτευσης του εκκαλούντος ως αγνώστου διαμονής πριν από τη συζήτηση (ακόμη και υπό το δικονομικό καθεστώς που ίσχυε το 2006, η προθεσμία κλήτευσης διαδίκου αγνώστου διαμονής για το ένδικο μέσο της έφεσης,  ήταν [90] ημέρες από τη συζήτηση,  σύμφωνα με το άρθρο 498 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως είχε αυτό διαμορφωθεί με το άρθρο 15 του Ν. 2915/2001). Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι η ως άνω «περίληψη επιδοθέντος δικογράφου» πάσχει νομιμότητας, διότι το περιεχόμενό της είναι ελλιπές αφού δεν αναφέρεται σ’αυτήν, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ,  το αίτημα της έφεσης,  τι  ζητά  δηλαδή  ο  εκκαλών (εν  προκειμένω   την   εξαφάνιση   της εκκαλουμένης, την απόρριψη  της αγωγής του ενάγοντος-ήδη εφεσίβλητου και την καταδίκη του τελευταίου στη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας), και εφόσον αυτή σχετίζεται άμεσα με δικαστική απόφαση (την εκκαλουμένη), το διατακτικό της απόφασης αυτής, πρέπει δηλαδή να αναγράφεται τι ακριβώς επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ του ενάγοντος-εδώ  εφεσίβλητου.  Πρέπει,  επομένως,  να κηρυχθεί   απαράδεκτη  η  συζήτηση της έφεσης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, στην παρούσα δεν θα περιληφθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων δοθέντος ότι η απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ.1 του ΚΠολΔ- βλ.  ΑΠ 339/2018 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 649/1996, ΕφΠειρ 270/2020, αμφότερες  σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-06-2006 (αριθ.εκθ.καταθ……../16-06-2006) έφεσης.

Κρίθηκε,   αποφασίστηκε  στον Πειραιά  στις  25/6/2026  και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία και της γραμματέως  στις   10 Ioυλίου 2026.

 Η   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                         Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ