Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 475/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Αποφάσεως 475/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα Ναυτικό

(Τακτική διαδικασία)

Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………, για να δικάσει την υπόθεση  μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πουλτσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Μονρόβια Λιβερίας εταιρείας με την επωνυμία “…………..”, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2) της αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Μονρόβια Λιβερίας εταιρείας με την επωνυμία “…………..”, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεζόδρομο [ΔΕ ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΣ ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ].

Ο ήδη εκκαλών …………, ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των ήδη εφεσιβλήτων εταιρειών με την επωνυμία “…………..”και “……….”, την από 22-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../24-9-2021 αγωγή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της ανωτέρω αγωγής, εξέδωσε, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, την υπ’ αριθμ. 487/2023 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής. Με την από 28.2.2023 κλήση του καλούντος – ενάγοντος, η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της 16ης-4-2024 ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3536/2024 οριστική του απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην της ουσία της.

Κατ’ αυτής της απόφασης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε την από 11-12-2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …………../11-12-2024 και με τη με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………../18.12.2024 προσδιορίσθηκε για συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε εμπροθέσμως τις προτάσεις του και παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι]  Κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Η διάταξη αυτή τέθηκε για την εξασφάλιση του εναγομένου, του καθ’ ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ’ ου ασκήθηκε ένδικο μέσο ως προς την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου και, παρά τις θεωρητικές επιφυλάξεις (βλ. σχετ. Ι. Καράκωστα, Το άρθρο 169 ΚΠολΔ και η ανάγκη αναθεώρησής του, σε ΕφΑΔ 2009/1318 και Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τόμος Α, 1996, άρθρο 169, αρ. 2), ως προς τη συνταγματικότητά της και την προσαρμογή της προς το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή Σύμβασης της Ρώμης της 4ης.11.1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και προς τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C – 364/18.12.2000), ο οποίος κατά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, που έχει κυρωθεί με το Ν. 3671/2008, έχει καταστεί νομικά δεσμευτικός, έχοντας την ίδια νομική ισχύ με αυτή των Συνθηκών, έχει νομολογιακώς κριθεί ότι αποσκοπεί όχι μόνο στη διασφάλιση της απαίτησης για τα δικαστικά έξοδα, αλλά και στην περιστολή της καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη και για το λόγο αυτό είναι συμβατή και με το άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος και με το κοινοτικό δίκαιο, αφού η εφαρμογή της δεν προσβάλει το θεμελιακό δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια (ΑΠ 990/2008, Δνη 2008/739, ΤριμΕφΠειρ. 709/2015, ΤριμΕφΠειρ. 461/2014, πρώτη δημοσίευσή τους σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ). Από δε τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 162, 171 και 172 ΚΠολΔ, που κατ’ άρθρο 524 § 1 του ιδίου Κώδικα εφαρμόζονται όλες και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι, η αίτηση για την παροχή εγγυοδοσίας αποτελεί διακωλυτική (αναβλητική) της δίκης ένσταση, η οποία, προκειμένου για τη συζήτηση ενδίκου μέσου, προβάλλεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 περ. γ ΚΠολΔ (ΑΠ 167/2015, ΤριμΕφΠειρ. 163/2013, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και εξετάζεται πριν από οποιαδήποτε έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας, νομικής και ουσιαστικής, του ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι, αν το δικαστήριο διατάξει εγγυοδοσία, δεν προχωρεί στη συζήτηση του σχετικού ενδίκου μέσου ώσπου να κατατεθεί το ποσό αυτής, αν δε η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία παρέλθει άπρακτη, το ίδιο δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1709/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η περί επιβολής υποχρεώσεως καταβολής εγγυοδοσίας κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου σχηματίζεται προαποδεικτικώς με ελεύθερη εκτίμηση των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του (άρθρο 162 ΚΠολΔ, βλ και ΤριμΕφΠειρ. 27/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της σχετικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ’ ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο (ΑΠ 1875/2014, ΧρΙΔ 2015/283). Κριτήριο, τέλος, της υποχρεώσεως εγγυοδοσίας, η οποία δεν εξαρτάται από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους, είναι η οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου (ΑΠ 167/2015, ο.π.), η οποία συνεπάγεται κίνδυνο μη εκτέλεσης της διατάξεως για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ’ αυτά του τελευταίου. Ο σχετικός κίνδυνος, όμως, πρέπει να είναι προφανής και τούτο συμβαίνει, λόγου χάρη, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, τυγχάνει άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ιδίου του αντιδίκου του και αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος (ΑΠ 1876/2009, ΕφΑΔ 2010/338, ΑΠ 308/2009, Αρμ. 2009/1536 = ΕπισκΕΔ 2010/91 = ΕΕμπΔ 2010/395 = ΕπιΔικΙΑ 2010/75, ΤριμΕφΠειρ. 56/2016, ΤριμΕφΠειρ. 416/2013, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 682/2005, ΠειρΝομ. 2005/526, ΕφΑθ. 132/1999, Δνη 1999/1125). Μόνος, πάντως, ο ισχυρισμός περί έλλειψης περιουσίας στην Ελλάδα του υπόχρεου διαδίκου, χωρίς ταυτόχρονη επίκληση εν γένει αφερεγγυότητάς του, δεν αρκεί για την καταδίκη σε εγγυοδοσία. Εξάλλου, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 169 ΚΠολΔ, όταν απλώς είναι δυσχερής η εκτέλεση της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η εκτέλεση πρέπει να γίνει στην αλλοδαπή (ΤριμΕφΠειρ. 60/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 567/1983, Αρμ. 1984/474, Π. Κοντογεωργακόπουλος – Β. Α. Χατζηϊωάννου, Σκοπός και προϋποθέσεις εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα [169 ΚΠολΔ], παρατηρήσεις κάτω από την ΠΠΠειρ. 3805/2014, σε ΝοΒ 2015/750 επομ. [753]).

Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότερες οι εφεσίβλητες αλλοδαπές εταιρείες, κατά τη  συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, με τις έγγραφες προτάσεις τους υποστηρίζουν ότι ο εκκαλών τυγχάνει ανεπάγγελτος και δεν διαθέτει εμφανή περιουσία και υποβάλλουν αίτημα να υποχρεωθεί ο τελευταίος να παράσχει εγγυοδοσία ποσού τριών χιλιάδων διακοσίων δέκα επτά ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (3.217,87 €) για τα δικαστικά έξοδα της εκκλητής, όπως εκτιμάται, δίκης. Το αίτημα αυτό, το οποίο έχει χαρακτήρα δικονομικής, αναβλητικής της δίκης, ένστασης, η οποία, ως δικονομικό ζήτημα, ερευνάται κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori), παραδεκτά προβάλλεται, κατ’ άρθρο 263 περ. γ ΚΠολΔ, με τις έγγραφες προτάσεις των εφεσίβλητων, δεν είναι, όμως, βάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων δεν πείθεται το Δικαστήριο ότι υπάρχει προφανής αφερεγγυότητα του εκκαλούντος, ούτε κίνδυνος να μην εκτελεστεί η διάταξη της παρούσας, με την οποία θα του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε ενδεχόμενη ήττα του στη δίκη.

[ΙΙ] Η υπό κρίση από 11-12-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου …………./11-12-2024 έφεση κατά της με αριθμό 3536/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β΄, 516, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ) καθώς αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε επιμελεία των εφεσιβλήτων στον εκκαλούντα την 13.11.2024 και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 11η-12-2024, ήτοι εντός της, προβλεπομένης με τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ,  προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών, λόγω της έδρας των εναγομένων. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από τον εκκαλούντα, κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 παράβολο των εκατό (100) ευρώ (σχετ. το υπ’ αριθμ. ……………./2024 παράβολο που αναγράφεται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης).

[ΙΙ] Με την ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής δεόντως εκτιμάται, ο ενάγων ……….., ισχυρίσθηκε ότι, την 1.9.2017, επιβιβάσθηκε στο κρουαζιερόπλοιο  CR, πλοιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, του οποίου τη διαχείριση είχε η πρώτη εναγομένη. Ότι στο εν λόγω πλοίο, η δεύτερη εναγομένη διατηρούσε και εκμεταλλεύονταν καζίνο, στο οποίο διεξάγονταν τυχηρά παίγνια. Ότι ο ίδιος επιθυμώντας να συμμετάσχει ως παίκτης στο καζίνο, παρέδωσε προς φύλαξη στο λογιστήριο αυτού (καζίνο) το ποσό των ευρώ 50.000. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμμετείχε, στο τυχηρό παίγνιο «πεσσών» που διέθετε το εν λόγω καζίνο και από τη συμμετοχή του σε αυτό απεκόμισε κέρδος εκ ποσού δολ. ΗΠΑ 160.000. Ότι το ποσό αυτό ο ίδιος τοποθέτησε στο χρηματοκιβώτιο της καμπίνας του όπου επιπλέον είχε προηγούμενα τοποθετήσει το ποσό των δολ. ΗΠΑ 220.000, καθώς και ένα ρολόι ρόλεξ. Ότι μετά τον απόπλου του ανωτέρω πλοίου από το λιμάνι της Σαντορίνης και προ του κατάπλου αυτού στο λιμάνι του Πειραιά, άγνωστα σε αυτόν άτομα, αλλά πάντως μέλη της ασφάλειας του πλοίου, προστηθέντες αμφοτέρων των εναγομένων εταιρειών, εισήλθαν στην καμπίνα του και αφήρεσαν από το χρηματοκιβώτιο το ποσό των 380.000 δολ. ΗΠΑ, καθώς και ένα ρολόι ρόλεξ, το οποίο αυτός (ενάγων) είχε αγοράσει επί του πλοίου, αντί του ποσού των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Επιπλέον, τα ίδια πρόσωπα, υπεξαίρεσαν και το ποσό των ευρώ 50.000, το οποίο ο ίδιος (ενάγων) είχε παρακαταθέσει στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο υπεύθυνος και μέλη της ασφάλειας του πλοίου, ενώπιον του Πλοιάρχου αυτού, τον απεκάλεσαν κλέφτη και του προκάλεσαν σωματικές βλάβες χτυπώντας τον με γροθιές σε όλο του του σώμα και κυρίως στο κεφάλι και το πρόσωπο, ακολούθως δε τον περιόρισαν, χωρίς τη θέλησή του, σε ένα δωμάτιο. Με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, αφού κατάφερε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, του συμβάντος επελήφθη το Τμήμα Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς και αυτός υπέβαλε μήνυση σε βάρος των προσώπων αυτών, καθώς επίσης ήγειρε και μία αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου και για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Ότι ακολούθως στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης του ζητήματος των κερδών του από τη συμμετοχή του στο ανωτέρω τυχηρό παίγνιο, την 27.11.2017, μεταξύ αυτού (ενάγοντος) των εναγομένων και των προστηθέντων υπαλλήλων αυτών, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό, στα πλαίσια του οποίου, με τον όρο 6 του συμφωνητικού, συμφωνήθηκε η διενέργεια έρευνας υπολοίπου στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη υπολοίπου από τα αρχικώς ως άνω από αυτό κατατεθέντα χρήματα. Ότι οι εναγόμενες, αν και παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα χωρίς να του γνωστοποιήσουν το αποτέλεσμα της έρευνας και παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, δεν του έχουν αποδώσει το ποσό των ευρώ 50.000, αλλά αμφότερες παρακρατούν το ποσό αυτό παρανόμως. Με βάση το πραγματικό αυτό, εζήτησε, δια αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν (α) το ποσό των ευρώ 50.000 που αφορά το ως άνω παρακατατεθέν από αυτόν στο λογιστήριο του πλοίου ποσό, το οποίο παρακρατούν παρανόμως αμφότερες οι εναγόμενες, (β) το ισόποσο σε ευρώ κατά την 6.9.2017 ποσό των ευρώ 45.000 δολαρίων ΗΠΑ στο οποίο ανήρχετο η αξία του ανωτέρω ρολογιού, το οποίο αυτός είχε αγοράσει την 5.9.2017 από κατάστημα επί του εν λόγω πλοίου και το οποίο αφηρέθη από την κατοχή του την 7.9.2017, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του και (γ) το ποσό των ευρώ 20.000, ως χρηματική του ικανοποίηση από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων εταιρειών σε βάρος του, πλέον του ποσού των 44 ευρώ που επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίου, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Η ένδικη αγωγή, συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αρχικώς επ’ αυτής εξεδόθη η με αριθμό 487/2023 απόφαση, με την οποία, το ανωτέρω Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, εκ του λόγου ότι, δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 4640/2019 διαδικασία, αφού ο ενάγων, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν προσεκόμισε το πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Ακολούθως, με την από 28.6.2023 κλήση του ήδη εκκαλούντος – ενάγοντος, η ένδικη αγωγή επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού συζητήθηκε την 16.4.2024, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη επ’ αυτής η εκκαλουμένη με αριθμό 3536/2024 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε ως αόριστη την, υποβληθείσα υπό των εναγομένων αναβλητική δικονομική ένσταση, περί παροχής εγγυοδοσίας εκ ποσού ευρώ 3.217,87, έκρινε ότι έχει κατά τόπο αρμοδιότητα και ως εκ τούτου διεθνή δικαιοδοσία να  δικάσει την ένδικη υπόθεση, ως εκ του τόπου τέλεσης της επίδικης αδικοπραξίας αλλά και του τόπου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, απορρίπτοντας αντίθετο ισχυρισμό των εναγομένων και εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο έκρινε ως εφαρμοστέο ως δίκαιο του τόπου στην οποία επήλθε η ζημία του ενάγοντος ως εκ του τόπου κατοικίας του, έκρινε ότι αυτή (ένδικη αγωγή) τυγχάνει νόμιμη και ως προς το αίτημα επιδίκασης του ποσού των ευρώ 37.262,45, το οποίο αποτελεί το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 45.000 δολ. ΗΠΑ, με βάση την ισοτιμία των δολλαρίων ΗΠΑ με τα ευρώ κατά το χρόνο κατά τον οποίο επήλθε η ζημία στον ενάγοντα, καθώς επίσης και επαρκώς ορισμένη, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των εναγομένων, εν τέλει απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν διέγνωσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος, συμψηφίζοντας τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε. Κατά της ως άνω απόφασης ο ενάγων, έχοντας προφανές έννομο συμφέρον, ως εν όλω ηττηθείς στον πρώτο βαθμό διάδικος, άσκησε, εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως προεκτέθηκε, την ένδικη έφεσή του, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία του από 27.11.2017 συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων. Εζήτησε δε να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του στο σύνολό της, άλλως εν μέρει και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

[ΙΙΙ] Κατά το άρθρο 3 παρ.1 ΚΠολΔ “στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα “τα δικαστήρια ερευνούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις των άρθρων 1 και 2, στις περιπτώσεις του άρθρου 3 την ερευνούν αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος δεν παρίσταται στην πρώτη συζήτηση ή αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία”. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 462/2021 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Αρκεί, δηλαδή, να υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν αυτή στηρίζεται σε γενική (ΚΠολΔ 22- 26) ή ειδική (ΚΠολΔ 27- 40) δωσιδικία (ΑΠ 1659/2022 ο.π.). Περαιτέρω, επί διαφορών ιδιωτικού δικαίου, αστικού και εμπορικού χαρακτήρα, που εισάγονται προς εκδίκαση σε ελληνικό δικαστήριο μετά την 10η.1.2015, και εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, επαφής δηλαδή με περισσότερες έννομες τάξεις, όπως συμβαίνει συνήθως όταν τα υποκείμενα έχουν διαφορετική κατοικία ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, εδρεύουν σε διαφορετικές χώρες, η διεθνής δικαιοδοσία του forum ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης.12.2012 “τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις” (EE L 351/20-12-2012), το χρονικό πεδίο εφαρμογής του οποίου, κατά το άρθρο 66 παρ.1 αυτού, καταλαμβάνει τις αγωγές που ασκούνται μετά την ως άνω ημεροχρονολογία. Με το άρθρο 4 παρ.1 του άνω Κανονισμού ως γενική βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας καθιερώνεται η κατοικία του εναγομένου, ανεξαρτήτως αν αυτός ή ο ενάγων έχουν την ιθαγένεια του forum είτε άλλου κράτους μέλους είτε τρίτης χώρα και χωρίς να ασκεί επιρροή η κατοικία του ενάγοντος ή το εφαρμοστέο δίκαιο (ΔΕΚ 13.7.2000, C-412/98). Για την περίπτωση που ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του ή την έδρα του σε κράτος μέλος, το άρθρο 6 παρ.1 του Κανονισμού ορίζει: “Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παρ.1, του άρθρου 21 παρ.2, και των άρθρων 24 και 25 [ΑΠ 1453/2024 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 ΚΠολΔ, διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του. Η ανωτέρω διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν.3994/2011, θεσπίστηκε με σκοπό να καταστούν αρμόδια για τις αδικοπρακτικές αξιώσεις και τα δικαστήρια του τόπου της αδικοπραξίας, διότι το δικαστήριο όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είναι το πλέον κατάλληλο για να εκδικάσει κάθε διαφορά από αδικοπραξία, λόγω της μεγάλης εγγύτητάς του με αυτή, λύση που εναρμονίζεται, εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ.3 του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 7 παρ.2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12, που κατάργησε και αντικατέστησε τον ανωτέρω Κανονισμό 44/2001. Κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3994/2011 δεν κρίθηκε σκόπιμη περαιτέρω διευκρίνιση του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (“ή επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα”) επειδή ο σχετικός όρος δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του ΔΕΕ, όσον αφορά δε γενικότερα στις αδικοπραξίες φαίνεται ορθότερο να επαφίεται στα δικαστήρια η ερμηνεία και η εννοιολογική του οριοθέτηση, ιδίως όταν πρόκειται για αδικοπραξία, η οποία δεν στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα, τα οποία (δικαστήρια) θα λαμβάνουν υπόψη τους και τις σχετικές εξελίξεις στη νομολογία του ΔΕΕ, αναφορικά με την ερμηνεία των αντίστοιχων παρόμοιων ρυθμίσεων του προαναφερόμενου Κανονισμού, της Σύμβασης των Βρυξελλών και της Σύμβασης Λουγκάνο. Εφόσον δε ο Κανονισμός 1215/2012 κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 44/2001, ο οποίος, με τη σειρά του, είχε αντικαταστήσει τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή, η ερμηνεία την οποία έδωσε το ΔΕΕ, όσον αφορά τις διατάξεις των τελευταίων αυτών νομοθετημάτων, ισχύει και για τον Κανονισμό 1215/2012, αφού οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως “ισοδύναμες” (βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, ……., C-451/18, EU:C:2019:635, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, “με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους”. Κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κανονισμού “Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον του δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου”. Σύμφωνα με το άρθρο 7, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του Κανονισμού “πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α)…., β)……, γ)……, 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.”. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 4, 15 και 16 του Κανονισμού, του οποίου σκοπός είναι η ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις με τη θέσπιση κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας, παρέχοντας στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, ……., C-337/17, EU:C:2018:805, σκέψη 34), η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των εναγομένων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο. Ως παρέκκλιση από τη δωσιδικία των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα, ο κανόνας περί βάσης ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 7, σημείο 2, του Κανονισμού, χρήζει στενής ερμηνείας (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, ……, C-25/18, EU:C:2019:376, σκέψεις 21 και 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αυτός ο κανόνας ειδικής δωσιδικίας στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργάνωσης της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, ….. και …….., C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξάλλου, η έκφραση “τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός” δηλώνει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, δηλαδή ο τόπος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η ζημία που προκλήθηκε. Και οι δύο αυτοί τόποι μπορούν, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχουν ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης (απόφαση της 17ης Ιουνίου 2021, C-800/2019, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, …. και …., C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ειδικότερα δε, από τη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας προκύπτει ότι ο τόπος όπου πραγματοποιήθηκε η ζημία είναι εκείνος στον οποίο εκδηλώθηκε η αρχική ζημία που υπέστησαν οι άμεσα ζημιωθέντες (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, C-498/2020, σκέψη 59, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-220/88, σκέψη 22). Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις στις οποίες εμφανίζεται στοιχείο αλλοδαπότητας προς την κατεύθυνση ορισμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, (Ισλανδία, Νορβηγία και Ελβετία), για τις οποίες εφαρμόζεται η σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφτηκε στο Λουγκάνο στις 30.10.2007 (Σύμβαση Λουγκάνο), η οποία αντικατέστησε την κυρωθείσα με το Ν. 2460/1997 προϊσχύουσα ομώνυμη σύμβαση της 16.9.1988 και η οποία εμπεριέχει διατάξεις όμοιες προς εκείνες του Κανονισμού 44/2001 και ήδη Κανονισμού 1215/2012. Μάλιστα κατά το άρθρο 1 του αναθεωρημένου Πρωτοκόλλου για την ομοιόμορφη ερμηνεία της Σύμβασης Λουγκάνο τα δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών κατά την ερμηνεία των διατάξεων λαμβάνουν υπόψη τις αρχές που έθεσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ερμηνεύοντας τις αντίστοιχες διατάξεις της Σύμβασης Βρυξελλών και του Κανονισμού 44/2001. Κατά την ανωτέρω Σύμβαση Λουγκάνο, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, αποτελεί τη γενική αρχή (άρθρο 2 της Σύμβασης), μόνο δε κατά παρέκκλιση, προβλέπει η Σύμβαση, περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος, κατά περίπτωση, δύναται (στις ειδικές δικαιοδοσίες) ή οφείλει (στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες ή στην περίπτωση παρέκτασης της δικαιοδοσίας) να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου Κράτους. Το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων δύναται, κατόπιν επιλογής, να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από αυτόν της κατοικίας του τελευταίου, για τον λόγο ότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, το οποίο δύναται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης και της οικονομίας της δίκης. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η ειδική δωσιδικία “του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός”, ως προς τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία (άρθρο 5 σημ.3). Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά “διαφορές από σύμβαση” κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ.1 της Σύμβασης. Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, όπως προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά., όχι μόνον κατ` αυτού ο οποίος προξένησε τη ζημία, αλλά και εναντίον παντός άλλου αστικώς υπευθύνου για παράνομη πράξη τρίτου. Η έννοια της έκφρασης “τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός”, δεν είναι πάντοτε σαφής. Τούτο δε είναι εσκεμμένο, διότι κρίθηκε από τους συντάκτες της ότι η Σύμβαση δεν έπρεπε να προσδιορίσει ρητώς αν ο τόπος αυτός είναι ο τόπος, όπου έχει παραχθεί το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επέλευσης της ζημίας. Για τον προσδιορισμό του “τόπου επέλευσης της ζημίας” έχει σημασία ο καθορισμός της “ζημίας”, η οποία είναι ληπτέα υπ` όψη. Ως “ζημία” δε και κατά τον Κανονισμό 1215/2012 και κατά τη Σύμβαση Λουγκάνο, νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο, όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία, την οποία υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων. Κατά συνέπεια “ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία”, είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την προεκτεθείσα έννοια. Συνακόλουθα, αν, εκτός από τον τόπο στον οποίο εμφανίσθηκε η αρχική ζημία, εμφανίσθηκε και άλλη (περαιτέρω) ζημία, η οποία αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας, αλλά σε άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού. Συνακόλουθα, από την άποψη αυτή, στερείται αυτοτελώς σημασίας ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία [ΑΠ 1659/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Στο άρθρο 35 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι «Διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευση του.». Έτσι, με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ειδική συντρέχουσα δωσιδικία του αδικήματος και συνεπώς ο παθών μπορεί τις αξιώσεις του που πηγάζουν από αυτό να τις εισαγάγει και στο δικαστήριο του τόπου, όπου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Σε περίπτωση ζημίας, η οποία είναι απότοκος πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα ή άλλον ποινικό νόμο, η περί αποζημιώσεως αγωγή, έστω και αν στρέφεται κατά νομικού προσώπου ευθυνόμενου μόνον αστικώς για τις παράνομες πράξεις των οργάνων του ή για τους από αυτό προστηθέντες (άρθρα 71, 334, 922 του ΑΚ), μπορεί κατ’ επιλογήν του ενάγοντος να εισαχθεί και στο δικαστήριο του τόπου τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του ΠΚ,  τόπος τελέσεως της πράξεως, θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά η μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη και ο τόπος όπου επήλθε, ή σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε, σύμφωνα με την πρόθεση του δράστη, να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται στο ποινικό δίκαιο η θεωρία της ενότητας, σύμφωνα με την οποία, τόπος τελέσεως ενός εγκλήματος, είναι τόσο ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η εγκληματική συμπεριφορά, όσο και ο τόπος όπου πραγματώθηκε το αξιόποινο αποτέλεσμα. Εξάλλου, η ποινική δικαιοδοσία του Ελληνικού Κράτους επεκτείνονται και επί πράξεων που τελούνται σε ξένα εμπορικά πλοία που ευρίσκονται εντός χωρικών υδάτων και στην περίπτωση κατά την οποία ζητήθηκε η συνδρομή των λιμενικών αρχών από πρόσωπο που επιβαίνει στο πλοίο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από διεθνή ή διμερή σύμβαση, και (άρθρο 161 ΚΔΝΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενες – εφεσίβλητες, με τις προτάσεις που νομίμως κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επαναφέρουν την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένστασή τους περί της ελλείψεως της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ενόψει του ότι η έδρα της πρώτης εξ αυτών [κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής] ευρισκόταν στην Φλώρινα των ΗΠΑ και η έδρα της δεύτερης εξ αυτών στη Μονρόβια Λιβερίας. Μάλιστα, αμφότερες οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει αόριστη αναφορικά με τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Και πράγματι ο ενάγων στην αγωγή του δεν αναφέρει εάν το επίδικο πλοίο επί του οποίου κατά την αγωγή του έλαβε χώρα σε πρώτο χρόνο η υπεξαίρεση του ποσού των 50.000 ευρώ, καθώς και η κλοπή του ρολογιού του, από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων εταιρειών, φέρει την ελληνική ή αλλοδαπή σημαία, όπως επίσης δεν αναφέρει εάν αυτές οι πράξεις έλαβαν χώρα εντός των ελληνικών εσωτερικών ή εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, αφού αναφέρει ότι έλαβε χώρα μετά τον απόπλου από το λιμάνι της Σαντορίνης και τον κατάπλου στο λιμάνι του Πειραιά, πλην όμως σε κάθε περίπτωση, αναφέρει ότι, του επιδίκου συμβάντος, επελήφθησαν οι Λιμενικές Αρχές του Πειραιά που επενέβησαν επί του πλοίου κατόπιν πρόσκλησής του δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ισχυρισμοί ικανοί σε κάθε περίπτωση να θεμελιώσουν ποινική δικαιοδοσία των Ελληνικών Αρχών και ως εκ τούτου και διεθνή δικαιοδοσία κατά τις διατάξεις του άρθρου 35 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 161 ΚΔΝΔ. Επομένως, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της δωσιδικίας του άρθρου 35 του ΚΠολΔ, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και το Δικαστήριο τούτο, έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεση, απορριπτομένης ως αβάσιμης της σχετικής περί του αντιθέτου ενστάσεως των εναγομένων.

[IV] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, πλην του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τον ενάγοντα φορητού ψηφιακού μέσου αποθήκευσης δεδομένων (usb), διότι προσκομίσθηκε απαράδεκτα, όπως βασίμως υποστηρίζουν οι εναγόμενες δια της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διότι δεν συνοδεύεται από έγγραφο κείμενο, το οποίο να περιέχει το αποτυπωθέν στο εν λόγω μέσο και επικαλούμενο από αυτόν βιοτικό συμβάν της αφαίρεσης από μέλη της ασφάλειας του πλοίου από το χρηματοκιβώτιο της καμπίνας του των χρημάτων του και του ρολογιού του, με πιστοποίηση αρμοδίου οργάνου που να βεβαιώνει την ακρίβειά της μεταφοράς (ΑΠ 119/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ……………, την 1.9.2017, επιβιβάσθηκε στο κρουαζιερόπλοιο «CR», πλοιοκτησίας της δεύτερης των εναγομένων εταιρείας με την επωνυμία «……………», του οποίου τη διαχείριση είχε κατ’ εκείνο το χρόνο η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «…………….». Στο ως άνω πλοίο, κατ’ εκείνο το χρόνο, λειτουργούσε καζίνο στο οποίο διοργανώνονταν τυχηρά παίγνια και το οποίο εκμεταλλεύονταν η δεύτερη εναγομένη, πλοιοκτήτρια αυτού. Ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2017 έως και 7.9.2017 συμμετείχε στο οργανωμένο από το ανωτέρω καζίνο τυχηρό παιχνίδι «πεσσών». Παράλληλα, απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) κατά το ίδιο διάστημα, κατέθεσε στο λογιστήριο του καζίνο, το ποσό των ευρώ 50.000, μόνον προς φύλαξη, με την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης, πλοιοκτήτριας του ως άνω πλοίου, όπως του επιστρέψει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση και αφού προηγούμενα ο ενάγων δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτό κατά τη συμμετοχή του στο ανωτέρω οργανωμένο τυχηρό παίγνιο, καταρτίζοντας τοιουτοτρόπως αυτός (ενάγων) σύμβαση παρακαταθήκης με την δεύτερη εναγομένη, της τελευταίας εκπροσωπουμένης δια των υπηρετούντων στο λογιστήριο του καζίνο του ως άνω πλοίου, υπαλλήλων της. Αν και ο ενάγων δεν προσεκόμισε έγγραφο περί της εν λόγω παρακατάθεσης, η παράδοση του εν λόγω ποσού στο λογιστήριο του καζίνο του ως άνω πλοίου, αποδεικνύεται και από τον όρο 6 του από 27.11.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε, μεταξύ άλλων προσώπων και μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων εταιρειών, συμφωνητικό για το οποίο θα γίνει λόγος και ακολούθως, σύμφωνα με τον οποίο «Ρητά συμφωνείται ως προς τους 1ο και 2ο των μηνυτών ότι θα διεξαχθεί έρευνα υπολοίπου στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη υπολοίπου από τα αρχικώς κατατεθέντα χρήματα («deposit”).». Δια της φράσεως αυτής, οι εναγόμενες αποδέχθηκαν κατ’ αρχήν εξωδίκως ότι ο ενάγων είχε παρακαταθέσει αρχικά στο λογιστήριο του καζίνο χρήματα. Ως προ το ύψος δε του ποσού το οποίο ο ενάγων είχε παραδώσει προς φύλαξη στο λογιστήριο του καζίνο, το Δικαστήριο υιοθετεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι δηλαδή το ποσό αυτό ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 50.000, ενόψει των περιεχομένων στις έγγραφες προτάσεις των εναγομένων, επεξηγήσεων, ως προς τον λόγο για τον οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο όρος 6 στο ως άνω συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, επεξηγήσεις στις οποίες θα γίνει αναφορά και ακολούθως, σύμφωνα με τις οποίες «Χάριν πληρότητας να υπογραμμίσουμε ότι ο όρος 6 του ιδιωτικού συμφωνητικού, που προβλέπει έρευνα στο λογιστήριο του καζίνο, περιελήφθη δεδομένου ότι η ολοκλήρωση του ελέγχου αυτού απαιτεί πολύ χρόνο … και είχε (ο όρος αυτός) σκοπό την ενδεχόμενη εκ μέρους μας απαίτηση επιστροφής από τον αντίδικο του ποσού εκείνου από τα κατά συμβιβασμό καταβληθέντα που υπερέβαινε τα 380.000 Δολ. ΗΠΑ, σε περίπτωση που προέκυπτε ότι δεν είχε τελικά καταθέσει 50.000 Ευρώ όπως ισχυρίζονταν αλλά τα είχε μετατρέψει σε μάρκες προκειμένου να συμμετάσχει στο παίγνιο, όπως ήταν η θέση μας και η πραγματικότητα.». Άλλωστε οι εναγόμενες δεν αναφέρουν με τις έγγραφες προτάσεις τους ότι ο ενάγων κατέθεσε έτερο ποσό στο λογιστήριο του καζίνο. Περαιτέρω, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι, τα εκ ποσού δολ. ΗΠΑ 160.000 κέρδη του από τη συμμετοχή του στο ανωτέρω τυχηρό παίγνιο, τοποθέτησε σε χρηματοκιβώτιο εντός της καμπίνας του, όπου προηγούμενα είχε τοποθετήσει και το ποσό των δολ. ΗΠΑ 220.000 που έφερε μαζί του, καθώς και ένα ρολόι ρόλεξ. Ισχυρίζεται επίσης ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 320.000 δολ. ΗΠΑ καθώς και το ρολόι ρόλεξ που ευρίσκονταν εντός του χρηματοκιβωτίου του αφήρεσαν λάθρα από την καμπίνα του μέλη της ασφάλειας του πλοίου, μετά τον απόπλου του πλοίου από το λιμάνι της Σαντορίνης με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπως επίσης ότι τότε του υπεξαίρεσαν και το ποσό των ευρώ 50.000 που είχε παραδώσει προς φύλαξη στο χώρο του λογιστηρίου του καζίνο. Για τα αυτά πραγματικά περιστατικά και επιπλέον επικαλούμενος ότι, εντός χώρου που κλήθηκε ακολούθως να παραστεί, παρουσία του Πλοιάρχου του πλοίου ………., ο υπεύθυνος ασφαλείας του πλοίου ………., μετά δέκα πέντε ατόμων της ασφάλειας του πλοίου, μεταξύ των οποίων ο ……., αφού τον απεκάλεσαν κλέφτη, του επιτέθηκαν χτυπώντας τον με γροθιές σε όλο του το σώμα και κυρίως στο πρόσωπο και το κεφάλι και ακολούθως τον περιόρισαν σε κλειστό δωμάτιο επί του πλοίου, υπέβαλε την από 8.9.2017 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, σε βάρος τον Υπευθύνου της Ασφαλείας του ανωτέρω πλοίου ………., του …………. μέλους του προσωπικού ασφαλείας αυτού, του υπεύθυνου λειτουργίας του ανωτέρω καζίνο ………, των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων εταιρειών, του Πλοίαρχου του πλοίου ……… και δέκα τεσσάρων επιπλέον ατόμων, αγνώστων στοιχείων, για τις σε βάρος του τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις της κλοπής αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της παράνομης κατακράτησης. Επιπλέον, ο ήδη ενάγων με το αυτό πραγματικό ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, σε βάρος της ήδη πρώτης εναγομένης και του Πλοιάρχου του ως άνω πλοίου, την από 8.9.2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία εζήτησε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας των καθών η αίτηση, μεταξύ των οποίων και του ανωτέρω κρουαζερόπλοιου. Ενόψει της εν λόγω αίτησης, την 8.9.2017, με προσωρινή διαταγή του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, απαγορεύθηκε προσωρινά, έως τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως, η νομική και πραγματική μεταβολή του ως άνω πλοίου. Κατόπιν της ως άνω μηνύσεως του ήδη ενάγοντος και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη …………, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ………, ………., ……… και …………., για τις αξιόποινες πράξεις της διακεκριμένης κλοπής από κοινού, αντικειμένων αξίας άνω των 120.000 ευρώ, της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, ειδικώς δε σε βάρος του πρώτου, δευτέρου και τρίτου των ανωτέρω της παράνομης κατακράτησης από κοινού και της ηθικής αυτουργίας στην τελευταία πράξη κατά του Πλοιάρχου του πλοίου ………… Εκκρεμούσης της ανωτέρω ποινική διαδικασίας, αλλά και της ανωτέρω αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός του ήδη ενάγοντος …………, του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη …………. και του ……….., αποκαλούμενων στο ως άνω συμφωνητικό ως μηνυτών και αφ΄ ετέρου των ήδη εναγομένων εταιρειών, του …….., του ……….., του ………. και του ………, αποκαλούμενων ως εναγομένων, το από 27.11.2017 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, συνταχθέντος στην αγγλική γλώσσα, το οποίο προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση. Σύμφωνα με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, «λόγω διαφωνιών που προέκυψαν αναφορικά με τα κέρδη που φέρονται ότι απεκόμισαν οι Μηνυτές  κατά τη συμμετοχή τους σε τυχερά παιχνίδια («ζάρια») στο καζίνο του κρουαζιερόπλοιου CP κατά την περίοδο 1-8/9/2017» και αφού αναφέρθηκε ότι οι μηνυτές υπέβαλαν μηνύσεις και ασκήθηκαν οι ανωτέρω ποινικές διώξεις σε βάρος των τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου των αφ’ ετέρου συμβαλλομένων στο εν λόγω συμφωνητικό, συμφώνησαν ότι «…προς αποφυγή περαιτέρω μακροχρόνιων και πολυδάπανων δικαστικών αγώνων και διενέξεων με αβέβαιη έκβαση, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν και επιλύουν τις μεταξύ τους διαφορές από την ως άνω αιτία υπό τους ακόλουθους όρους:». Σύμφωνα με τον όρο 1 α του εν λόγω συμφωνητικού, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο « 1α. Οι εναγόμενοι, δια της 4ης εξ αυτών [εννοώντας την ήδη πρώτη εναγομένη,] θα καταβάλουν στους μηνυτές εντός πέντε εργασίμων ημερών από την υπογραφή του παρόντος τα εξής ποσά μέσω εμβάσματος στους αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς που υπέδειξαν αυτοί: α) στον πρώτο μηνυτή [εννοώντας τον ήδη ενάγοντα …………] Δολ. ΗΠΑ 384.300…. β)… γ) … δ) ποσό Δολλ. ΗΠΑ 141.700 στον υπ’ αριθμ. …. Λογαριασμό στην …, των πληρεξουσίων Δικηγόρων των Μηνυτών κκ….». Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 1β του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι «Οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι δεν διατηρούν ούτε επιφυλάσσουν καμία απολύτως απαίτηση σε βάρος των Μηνυτών καθώς και κάθε άλλου προσώπου συνδεομένου οικονομικά και επαγγελματικά με αυτούς, για τις αιτίες που περιγράφονται στις Μηνύσεις – Εγκλήσεις και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία και παραιτούνται ρητά και ανεπιφύλακτα κάθε δικαιώματός τους.». Με τον όρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού, προβλέφθηκε ότι «2. Οι Μηνυτές θεωρούν δίκαιους και εύλογους τους όρους του παρόντος ιδιωτικού συμφωνητικού και ως υπερκαλύπτοντες οποιεσδήποτε απαιτήσεις τους από την αιτία που μνημονεύεται στις Μηνύσεις – Εγκλήσεις τους και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, οι Μηνυτές θεωρούν, αποδέχονται και δηλώνουν ρητά, ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα ότι συνεπεία του παρόντος ιδιωτικού συμφωνητικού αποζημιώνονται και ικανοποιούνται πλήρως και δεν διατηρούν καμία απαίτηση κατά των εναγομένων και επέρχεται πλήρης, τέλεια, ολοσχερή και ανεπιφύλακτη κάθε και όλων των θεμελιούμενων στα άρθρα 374, 375 και 325 του Ποινικού Κώδικα, ή και σε οποιαδήποτε άλλο άρθρο αυτού, καθώς επίσης στον Αστικό Κώδικα, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί αδικοπραξίας και σε οποιασδήποτε άλλη διάταξη νόμου εναντίον των Εναγομένων, των μετόχων, διευθυντών, μελών του Δ.Σ., υπαλλήλων, προστηθέντων, νομίμων εκπροσώπων τους, ή οποιουδήποτε εξ αυτώ αλλά και των ασφαλιστών τους και κάθε άλλου προσώπου συνδεομένου οικονομικά και επαγγελματικά με αυτούς, οι οποίες (αξιώσεις) προέρχονται από τις αιτίες που περιγράφονται στις Μηνύσεις – Εγκλήσεις και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, ποιούμενοι άμα άφεση χρέους για πάσα τυχόν επιπλέον αξίωση, απαίτηση ή τυχόν υφιστάμενο δικαίωμά του.». Σύμφωνα με τον όρο 3 του ίδιου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι «3. Περαιτέρω, οι Μηνυτές δηλώνουν ότι δεν διατηρούν και ούτε θα διατηρούν στο μέλλον καμία απολύτως απαίτηση σε βάρος των Εναγομένων, των μετόχων, διευθυντών, μελών του ΔΣ, υπαλλήλων, προστηθέντων, νομίμων εκπροσώπων τους, ή οποιουδήποτε εξ αυτών αλλά και των ασφαλιστών τους και κάθε άλλου προσώπου συνδεομένου οικονομικά και επαγγελματικά με αυτούς, για τις αιτίες που περιγράφονται στις Μηνύσεις – Εγκλήσεις και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων  ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία και παραιτούνται ρητά και ανεπιφύλακτα κάθε δικαιώματός τους.». Δοθέντος ότι στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, κατόπιν της ως άνω Μηνύσεως του ήδη ενάγοντος, κατασχέθηκε το ποσό των δολ. ΗΠΑ 427.000 με τον όρο 5 του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι «5. Ο 1ος Μηνυτής δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι δικαιούχος του ποσού των Δολλ. ΗΠΑ 427.000 που κατασχέθηκε δυνάμει της Μήνυσης – Έγκλησής του από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά με το υπ’ αριθμ. Πρωτοκόλλου …../157.2/17 από 8.9.2017 έγγραφό του και κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Υποκατάστημα Πειραιά), εκδοθέντος για το σκοπό αυτό του υπ’ αριθμ. 2174 γραμματίου αυτουσίας σύστασης παρακαταθήκης, είναι ο 6ος Εναγόμενος. Εκ περισσού σε περίπτωση που παρ’ ελπίδα κριθεί ότι δικαιούχος του εν λόγω ποσού είναι αυτός, ο 1ος Μηνυτής εκχωρεί δια του παρόντος στον 6ο Εναγόμενο την απαίτηση που πηγάζει από το ανωτέρω γραμμάτιο αυτουσίας συστάσεως είσπραξης του αντίστοιχου ποσού, ενώ για τον ίδιο λόγο θα χορηγήσει, το αργότερο εντός 1 εργάσιμης ημέρας από την υπογραφή του παρόντος, ανέκκλητο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου θα χορηγηθεί στον 6ο Εναγόμενο καις τους Δικηγόρους του κκ. …. Το δικαίωμα είσπραξης κατά τα ανωτέρω.». Τέλος, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο 6 του ιδίου συμφωνητικού, προβλέφθηκε τα εξής «6. Ρητά συμφωνείται ως προς τους 1ο και 2ο των Μηνυτών ότι θα διεξαχθεί έρευνα υπολοίπου στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη υπολοίπου από τα αρχικώς κατατεθέντα χρήματα («deposit»). Επίσης, συμφωνείται ρητά ως προς τον 2ο των Μηνυτών ότι θα γίνει εκκαθάριση των κερδών από το λογιστήριο του καζίνο προκειμένου να διακριβωθεί αν τα κέρδη του ήταν 770.000 Δολ. ΗΠΑ ή 790.000 Δολ. ΗΠΑ.». Με τον όρο 4 του εν λόγω συμφωνητικού, ο ενάγων ανέλαβε εντός δύο εργασίμων ημερών από την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, μεταξύ άλλων να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων επί της ανωτέρω μηνύσεώς του. Πράγματι, ο ενάγων υπέγραψε την από 27.11.2017 προσκομιζόμενη «Δήλωση Παραίτησης Πολιτικής Αγωγής», την οποία αυθημερόν ενεχείρησε στη διενεργούσα τότε την κύρια ανάκριση για τα καταγγελθέντα συμβάντα Ανακρίτρια του Ε Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, οπότε ο ενάγων εξετάσθηκε και ενόρκως, αναφέροντας ότι, δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων κατόπιν της από 8.9.2017 μήνυσής του, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της Δήλωσης Παραίτησης από Πολιτική Αγωγή που κατέθεσε την ίδια ημέρα. Επίσης, στην εν λόγω ένορκη κατάθεσή του, κατέθεσε ότι όλα ήταν μία παρεξήγηση και οι κατηγορούμενοι δεν είχαν σκοπό να του κλέψουν τα χρήματά του. Στα πλαίσια της ανωτέρω Δήλωσης Παραίτησης, αναφορικά με το ποσό των ευρώ 50.000, ο ενάγων ανέφερε «Οι κατηγορούμενοι, το πλήρωμα κι/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει σχέση με το κρουαζιερόπλοιο «CR» δεν τέλεσαν σε βάρος μου το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Λόγω της σύγχυσής μου και της συναισθηματικής φόρτισής μου, δεν αντελήφθην ορθώς πως το πλήρωμα μου εξήγησε με ηρεμία και νηφαλιότητα ότι στο πλαίσιο της έρευνας επρόκειτο να τεθούν προς φύλαξη μόνο τα χρήματα που εμφανίζονταν ως κέρδη, ενώ δεν αρνήθηκαν να μου παραδώσουν το ποσό των 50.000 ευρώ που είχα καταθέσει ως deposit για τη συμμετοχή μου Casino. Μελετώντας το υλικό από τις κάμερες του πλοίου όπου καταγράφονται οι εξηγήσεις του πληρώματος [ψηφιακό αρχείο από κάμερες του πλοίου 402001i100 (24:50 επ., 26:10 επ.)], είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι οι κατηγορούμενοι και οποιοσδήποτε άλλος που έχει σχέση με το πλοίο «CR» δεν ιδιοποιήθηκαν, ούτε προσπάθησαν να ιδιοποιηθούν παρανόμως, ούτε αρνήθηκαν, έχοντας πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως, να αποδώσουν το ποσό των 50.000 ευρώ που είχα καταθέσει ως deposit, σύμφωνα με τους κανονισμούς λειτουργίας του Casino του πλοίου.». Εν τέλει εδήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, καθώς επίσης ότι δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ποινική δίωξη των ως άνω κατηγορουμένων και ότι κάθε αντιδικία μεταξύ αυτού και των κατηγορουμένων αλλά και των ήδη εναγομένων εταιρειών έχει παύσει να υφίσταται, διευθετηθείσα μέσα σε πνεύμα καλής θελήσεως και εκατέρωθεν καλής πίστεως. Κατόπιν των ανωτέρω, οι ως άνω κατηγορούμενοι, άπαντες,  αθωώθηκαν των ανωτέρω αποδοθεισών σε βάρος τους ως άνω αξιόποινων πράξεων, λόγω αμφιβολιών, όπως προκύπτει από το απόσπασμα της με αριθμό Μ.ΕΦ.ΚΑ ……./2023 από 29.9.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς που προσκομίζεται. Ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του διατείνεται ότι οι εναγόμενες εταιρείες δια των προστηθέντων τους υπαλλήλων κατά το χρόνο αφαίρεσης του ως άνω χρηματικού ποσού από την καμπίνα του, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 7.9.2017 έως 8.9.2017 υπεξήρεσαν, ήτοι ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ που ο ίδιος είχε καταθέσει στο λογιστήριο του καζίνο του ως άνω πλοίου προκειμένου και προς φύλαξη για τη συμμετοχή του στο ανωτέρω τυχηρό παίγνιο. Εν τούτοις, όπως ο ίδιος ο ενάγων εδήλωσε ακολούθως, στην ανωτέρω Δήλωση Παραιτήσεώς του από πολιτική αγωγή από την ως άνω ποινική διαδικασία, ουδέποτε οι προστηθέντες υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης, πλοιοκτήτριας του πλοίου, η οποία εκμεταλλεύονταν το ανωτέρω καζίνο εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 7.9.2017 έως 8.9.2017 εξεδήλωσαν την πρόθεση ιδιοποίησης για λογαριασμό της εναγομένης του ανωτέρω ποσού των 50.000 ευρώ. Ο ενάγων, ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης της αγωγής του, δεν απέδειξε ότι οι ως άνω περιεχόμενες στο έγγραφο δήλωσης παραίτησης από πολιτική αγωγή δηλώσεις του δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Ως εκ τούτου, κατά τούτο ορθά η εκκαλουμένη απόφαση εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Παράλληλα, εν τούτοις, με την ίδια αγωγή του, ο ενάγων  υποστήριξε ότι οι εναγόμενες εταιρείες παρανόμως συνεχίζουν να παρακρατούν το εν λόγω ποσό των 50.000 ευρώ, αφού παρά τις συνεχείς οχλήσεις του δεν του το αποδίδουν. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δεν απεδείχθη ότι η πρώτη εναγομένη, διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου, ανέλαβε έναντι του ενάγοντος να φυλάσσει το εν λόγω ποσό δια των υπαλλήλων της, ενώ ο ενάγων, ο οποίος έχει το βάρος απόδειξης της αγωγής του, δεν απέδειξε ότι η ίδια (πρώτη) εναγομένη, απέκτησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο πρόσβαση στο εν λόγω χρηματικό ποσό. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τούτο σε βάρος της πρώτης εναγομένης.  Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι το εν λόγω  ποσό των 50.000 ευρώ που κατέθεσε ως άνω απεδείχθη ο ενάγων στο λογιστήριο του καζίνο της δεύτερης εναγομένης προς φύλαξη, αυτός (ενάγων) ανέλαβε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Πράγματι, η δεύτερη εναγομένη, πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου η οποία παράλληλα απεδείχθη ότι αυτή εκμεταλλεύεται το ως άνω καζίνο, ουδέν έγγραφο αποδεικτικό μέσο προσεκόμισε ότι ο ενάγων ανέλαβε, σε οιονδήποτε χρόνο, το εν λόγω χρηματικό ποσό από το λογιστήριο του καζίνο του πλοίου της, δοθέντος μάλιστα ότι με τον όρο 6 του ανωτέρω συμφωνητικού, αυτή αποδέχθηκε ότι πράγματι ο ενάγων κατέθεσε κάποιο ποσό στο λογιστήριο ως deposit και μάλιστα ανέλαβε, ως πλοιοκτήτρια του ως άνω πλοίου και εκμεταλλευόμενη το εν λόγω καζίνο, άρα μόνη αυτή έχουσα πρόσβαση στο λογιστήριό της, να διενεργήσει έρευνα περί της ανάλωσης του ποσού αυτού από τον ενάγοντα. Απεδείχθη επίσης ότι ο ενάγων όχλησε την δεύτερη εναγομένη προς απόδοση του εν λόγω ποσού επανειλημμένως αφού, προ της εγέρσεως της ένδικης αγωγής όπως και η ίδια αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις της, προηγούμενα της ένδικης αγωγής, είχε εγείρει σε βάρος της τις από 28.5.2019 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../2019) και από 9.6.2021 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …../2021) δύο αγωγές του, τις οποίες είχε κοινοποιήσει στην δεύτερη εναγομένη και από το περιεχόμενο των οποίων παραιτήθηκε με την ένδικη αγωγή του, με τις οποίες αξίωνε αποζημίωση από την δεύτερη εναγομένη λόγω μη απόδοσης του εν λόγω ποσού των ευρώ 50.000. Η δεύτερη εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι, το ποσό των 50.000 ευρώ περιλαμβάνονταν στα κέρδη/«μάρκες» τις οποίες ρευστοποίησε ο ενάγων όταν ολοκλήρωσε το παίγνιο (σελ. 8). Ο ισχυρισμός αυτός εν τούτοις δεν κρίνεται βάσιμος, αφού η δεύτερη εναγομένη δεν προσεκόμισε από το λογιστήριό της το έγγραφο παραστατικό ανάληψης του εν λόγω ποσού από τον ενάγοντα, το οποίο κατά την κοινή πείρα και λογική θα κατείχε, αφού η ίδια αποδέχθηκε με τον όρο 6 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού ότι ο ενάγων κατέθεσε deposit. Εξάλλου, η ίδια ακολούθως ισχυρίσθηκε ότι, με το ανωτέρω από 27.11.2-17 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων αποζημιώθηκε πλήρως για το σύνολο των απαιτήσεών του αφού, ο ενάγων έλαβε πλέον του ποσού των δολ. ΗΠΑ 380.000 που περιείχε, κατά τους ισχυρισμούς του, το χρηματοκιβώτιό του και δη έλαβε το ποσό των 384.300 δολ. ΗΠΑ και επιπλέον, το ποσό των δολ. ΗΠΑ 38.430, δια της καταβολής του ποσού αυτού ως αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου και συνολικά έλαβε δολ. ΗΠΑ 422.730, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνεται στο ποσό αυτό και το ποσό των 50.000 ευρώ και ως εκ τούτου να έχει εξοφληθεί πλήρως. Εν τούτοις ούτε ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται βάσιμος στην ουσία του αφού το ποσό των δολ. ΗΠΑ 141.700 που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, όπως και η ίδια αναφέρει ήδη με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 9), δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα προς εξόφληση του ποσού των 50.000 ευρώ που αυτός είχε καταθέσει στο λογιστήριό της, αλλά ως αμοιβή του Δικηγόρου των αφενός συμβαλλομένων στο ανωτέρω συμφωνητικό. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη, ισχυρίσθηκε ότι, με τον όρο 2 του ως άνω συμφωνητικού εδήλωσε ο ενάγων ότι εξοφλείται το σύνολο της απαίτησής του, ενώ με τον όρο 5 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού,  αλλά και την τελευταία σελίδα της δήλωσης αυτού περί παραίτησης από πολιτική αγωγή, ρητά εδήλωσε ότι στο ποσό των δολ. ΗΠΑ 427.000 που κατασχέθηκε κατόπιν της μήνυσής του από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς, δικαιούχος του εν λόγω ποσού ήταν ο Διευθυντής του καζίνο. Εάν πράγματι ο ενάγων διατηρούσε οιαδήποτε άλλη απαίτηση, ισχυρίσθηκε περαιτέρω η ίδια εναγομένη, είναι προφανές ότι δεν θα ομολογούσε ότι εξοφλείται πλήρως, ούτε θα εκχωρούσε το ανωτέρω ποσό των 427.000 ήτοι το ισόποσο αυτού που του καταβλήθηκε συμβιβαστικά στο οποίο περιλαμβάνονταν και το ποσό των 50.000 ευρώ. Παράλληλα, η εν λόγω εναγομένη, στη σελίδα 10 των εγγράφων προτάσεών της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η πρόβλεψη για έρευνα στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου με τον όρο 6 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, έλαβε χώρα ενόψει του ότι, κατ’ εκείνο το χρόνο, δεν ήταν εφικτό να ελεγχθεί τούτο, αφού το πλοίο δεν μπορούσε να διακόψει τους πλόες του και η έρευνα απαιτούσε πολύ χρόνο. Ο όρος δε αυτός, κατά την ίδια εναγομένη, είχε ως σκοπό την ενδεχόμενη εκ μέρους των εναγομένων απαίτηση επιστροφής από τον ενάγοντα, κατ’ ακριβή διατύπωση «του ποσού εκείνου από τα κατά συμβιβασμό καταβληθέντα που υπερέβαινε τα 380.000 Δολ. ΗΠΑ, σε περίπτωση που προέκυπτε ότι δεν είχε τελικά καταθέσει 50.000 ευρώ όπως ισχυρίζονταν, αλλά τα είχε μετατρέψει σε μάρκες προκειμένου να συμμετάσχει στο παίγνιο, όπως ήταν η θέση μας και η πραγματικότητα». Εν τούτοις, ο ενάγων ήδη στην ως άνω μήνυσή του, πλέον του ποσού των 380.000 δολ. ΗΠΑ που ισχυρίζονταν ότι του αφηρέθησαν από το χρηματοκιβώτιό του, έκανε σαφώς λόγο για το επιπλέον ποσό των ευρώ 50.000 που αυτός είχε παρακαταθέσει στο λογιστήριο του καζίνο, αφού στη σελίδα 4 αυτής ανέφερε «Επιπλέον μου υπεξαίρεσαν και το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο είχα παραδώσει προς φύλαξη στον προορισμένο γι’ αυτό χώρο του καζίνο (deposit)», έστω κι αν δεν ζητούσε την ποινική δίωξη των μηνυομένων για την πράξη της υπεξαίρεσης. Περαιτέρω, στην ως άνω έγγραφη δήλωση παραίτησης από πολιτική αγωγή δεν ανέφερε σαφώς ότι έλαβε το ποσό των ευρώ 50.000. Έτι περαιτέρω, στη σελίδα 2 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού γίνεται αναφορά σε διαφωνίες που προέκυψαν αναφορικά με τα κέρδη που φέρονται ότι απεκόμισαν «οι μηνυτές» ήτοι και ο ήδη ενάγων, κατά τη συμμετοχή του στα τυχηρά παίγνια. Και πράγματι, στον όρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού ο ενάγων εδήλωσε ότι δια του ποσού που θα εισέπραττε με το εν λόγω συμφωνητικό θεωρούσε δίκαιους και εύλογους τους όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι αυτοί υπερκάλυπταν οποιεσδήποτε απαιτήσεις του από την αιτία που μνημονεύεται στην ως άνω μήνυσή του και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχε εγείρει, ότι θεωρεί, αποδέχεται και δηλώνει ρητά, ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα ότι συνεπεία του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού αποζημιώνεται και ικανοποιείται πλήρως και δεν διατηρεί καμία απαίτηση κατά των εναγομένων, επέρχεται δε πλήρης, τέλεια, ολοσχερής και ανεπιφύλακτη ικανοποίηση κατά των εναγομένων, κάθε απαίτησης προερχομένης από τις αιτίες που περιέγραφε στη μήνυσή του και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, όπως επίσης εδήλωσε ότι δεν διατηρεί καμία απολύτως απαίτηση σε βάρος των εναγομένων, για τις αιτίες που περιγράφονται στη μήνυσή του και στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων  ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία και παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα κάθε δικαιώματός του, καθώς επίσης εδήλωσε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι δικαιούχος του ποσού των Δολλ. ΗΠΑ 427.000 που κατασχέθηκε κατόπιν της ως άνω μήνυσής του από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά με το υπ’ αριθμ. Πρωτοκόλλου ………/157.2/17 από 8.9.2017 έγγραφό του και κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Υποκατάστημα Πειραιά) ήταν ο Υπεύθυνος του Καζίνο του πλοίου. Εν τούτοις, δια του όρου 6 του εν λόγω συμφωνητικού, ερμηνευόμενου κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το ποσό των ευρώ 50.000 που ο ενάγων παρακατέθεσε στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, δεν ρυθμίσθηκε συμβιβαστικά με το ανωτέρω συμφωνητικό, αφού ρητά προβλέφθηκε (δια του όρου 6) ότι για το ποσό αυτό θα διεξαχθεί έρευνα υπολοίπου στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη υπολοίπου. Εάν πράγματι κάθε απαίτηση του ενάγοντος από όσα έλαβαν χώρα επί του ανωτέρω πλοίου κατά το διάστημα από 1.9.2017 έως 8.9.2017 ρυθμίζονταν με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο εν λόγω όρος δεν θα είχε τεθεί. Τούτο διότι η εναγομένη, ως έχουσα αυτή την εκμετάλλευση του πλοίου ηδύνατο ευχερώς να διενεργήσει έλεγχο, χωρίς να το διατυπώσει πανηγυρικά και μάλιστα να αναλάβει συμβατική δέσμευση έναντι του ήδη ενάγοντος για τον έλεγχο αυτό, αφού στον εν λόγω όρο 6 του ιδιωτικού συμφωνητικού χρησιμοποιήθηκε η φράση «ρητά συμφωνείται ως προς τους 1ο… των μηνυτών ότι θα διεξαχθεί έρευνα υπολοίπου στο λογιστήριο…». Οι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγομένης ότι ο όρος αυτός είχε ως στόχο εάν ανακάλυπτε ότι δεν υπήρχε υπόλοιπο από το ποσό των 50.000 ευρώ στο λογιστήριο του καζίνο να αναζητήσει από το καταβληθέν στον ενάγοντα ποσό, στα πλαίσια του από 27.11.2017 συμφωνητικού, το ποσό των 50.000 ευρώ, αφού αναφέρει με τις προτάσεις της «…του ποσού εκείνου από τα κατά συμβιβασμό καταβληθέντα που υπερέβαινε τα 380.000 Δολ. ΗΠΑ, σε περίπτωση που προέκυπτε ότι δεν είχε τελικά καταθέσει 50.000 ευρώ όπως ισχυρίζονταν, αλλά τα είχε μετατρέψει σε μάρκες προκειμένου να συμμετάσχει στο παίγνιο, όπως ήταν η θέση μας και η πραγματικότητα…», δεν κρίνονται πειστικοί. Τούτο διότι ο ισχυρισμός της περί αναζητήσεως του ποσού αυτού υπ’ αυτής, ανάλογα με το αποτέλεσμα του ελέγχου, δεν συμπεριελήφθη ρητά στο εν λόγω συμφωνητικό. Επιπλέον ουδέποτε η δεύτερη εναγομένη άσκησε αγωγή σε βάρος του ενάγοντος για επιστροφή κάποιου από το ποσό που του κατέβαλε στα πλαίσια του συμβιβασμού τους. Αντίθετα, από το γεγονός ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα να κάνει έλεγχο, χωρίς κάποια περαιτέρω αναφορά στο τι θα συμβεί μετά από το αποτέλεσμα του ελέγχου, αλλά και από τη διατύπωση του όρου 6 του συμφωνητικού, κατ’ ερμηνεία αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το ζήτημα του ποσού των ευρώ 50.000 που ο ενάγων παρακατέθεσε στο λογιστήριο του καζίνο του πλοίου, έμεινε εκτός της συμφωνίας που περιείχετο στο προαναφερόμενο από 27.11.2017 συμφωνητικό. Κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με το ποσό των δολ. ΗΠΑ 384.300, πλέον του ποσού που αναλογούσε στην αμοιβή του δικηγόρου του, ικανοποιήθηκε και για το ποσό των ευρώ 50.000 που ο ίδιος είχε παρακαταθέσει στο λογιστήριο του καζίνο της δεύτερης εναγομένης. Περαιτέρω, αφού απεδείχθη ότι πράγματι ο ενάγων παρέδωσε στο ανωτέρω λογιστήριο της εναγομένης το εν λόγω ποσό προς φύλαξη, χωρίς μάλιστα η δεύτερη εναγομένη να διατείνεται ότι τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ανώμαλης παρακαταθήκης και περαιτέρω, αφού απεδείχθη ότι, η δεύτερη εναγομένη δεν απέδωσε το ποσό αυτό στον ενάγοντα, αν και αυτή (δεύτερη εναγομένη) οχλήθηκε προς τούτο από αυτόν (ενάγοντα), τουλάχιστον από την 9.10.2019 οπότε επεδόθη στη δεύτερη εναγομένη η από 28.5.2019 αγωγή του ενάγοντος (σχετικό προσκομιζόμενο 2) με την οποία ο ενάγων αξίωνε αποζημίωση από αυτήν από την παρακράτηση του εν λόγω ποσού, αυτή (δεύτερη εναγομένη) παράνομα και δη κατά παράβαση της υποχρέωσης του μη ζημιώνειν άλλον υπαιτίως και περαιτέρω υπαίτια, αφού εγνώριζε ότι το εν λόγω ποσό ο ενάγων παρακατέθεσε προς φύλαξη και μόνον στο λογιστήριο του καζίνο της και αυτή όφειλε να το αποδώσει σε πρώτη ζήτηση, αρνείται να του αποδώσει το ποσό αυτό, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι του έχει αποδώσει το ποσό αυτό, αν και οχλήθηκε από τον ενάγοντα προς τούτο. Τοιουτοτρόπως δε ο ενάγων υπέστη ζημία ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 50.000, η δε ζημία του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης και εκ του λόγου τούτου, αυτός (ενάγων) δικαιούται αποζημίωσης, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 50.000. Επιπλέον, συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της δεύτερης εναγομένης ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, αφού με την ανωτέρω συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης προσεβλήθη η περιουσία του για την οποία δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, όπως αυτές απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, τη βαρύτητα του πταίσματος της δεύτερης εναγομένης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, ο ενάγων δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ανερχομένης στο ποσό των ευρώ χιλίων (1.000 ευρώ). Η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη κατά τα ανωτέρω, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά τους βασίμους πρώτο και δεύτερο λόγου της έφεσης του ενάγοντος.

[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002).  Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 17/2026 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω, η δεύτερη εναγομένη ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό που επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι, η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, ασκείται καταχρηστικά αφού ο ενάγων, προγενέστερα της ένδικης αγωγής άσκησε δύο έτερες αγωγές, με πανομοιότυπο σχεδόν περιεχόμενο με σκοπό να της ασκήσει πίεση και να την υποχρεώσει να του καταβάλει κάποιο ποσό, προκειμένου να αποφύγει την εμπλοκή της σε μακροχρόνιους και δαπανηρούς αγώνες, χωρίς αυτή να έχει τέτοια υποχρέωση. Από τις αγωγές αυτές εν τούτοις ο ενάγων ακολούθως παραιτήθηκε, με αποτέλεσμα η έγερση της ένδικης αγωγής να συνιστά προφανώς καταχρηστική συμπεριφορά και εκ του λόγου τούτου αιτείται την απόρριψη της ένδικης αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός εν τούτοις με το ανωτέρω πραγματικό τυγχάνει μη νόμιμος και ως τέτοιος απορριπτέος, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα από την δεύτερη εναγομένη πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την υπό του ενάγοντος έγερση της ένδικης αγωγής καταχρηστική συμπεριφορά.

[VI] Περαιτέρω, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι, μεταξύ των αντικειμένων που τα μέλη της ασφάλειας του πλοίου του αφήρεσαν από το χρηματοκιβώτιο της καμπίνας του, ήταν και ένα ρολόι ρόλεξ, το οποίο ο ίδιος είχε προγενέστερα αγοράσει από κατάστημα εντός του πλοίου, αντί του ποσού των δολ. ΗΠΑ 45.000. Εν τούτοις, προς απόδειξη του αγωγικού του αυτού ισχυρισμού καμία απόδειξη ο ενάγων δεν προσεκόμισε. Και πράγματι ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι από το χρηματοκιβώτιο της καμπίνας του του αφηρέθη και η απόδειξη αγοράς του εν λόγω ρολογιού, προσκομίζοντας μάλιστα μία φωτογραφία στην οποία εμφανίζονται δύο ρολόγια και δεσμίδες χρημάτων, ως αποτυπώνουσα τα πράγματα που του αφήρεσαν από το χρηματοκιβώτιό του. Εν τούτοις, περί της αφαίρεσης του εν λόγω ρολογιού και μάλιστα τόσο μεγάλης αξίας, ο ενάγων καμία αναφορά δεν έκανε ούτε στην ως άνω μήνυσή του, ούτε στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά ούτε στην πρώτη από 28.5.2019 αγωγή του κατά της δεύτερης εναγομένης. Ο ίδιος μάλιστα δεν ζήτησε την απόδοσή του ούτε στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Για πρώτη φορά ο ενάγων έκανε λόγο όχι για το συγκεκριμένο ρολόι αλλά «για λοιπά τιμαλφή» στην δήλωση παραίτησης αυτού από την πολιτική αγωγή. Εάν πράγματι είχε κλαπεί από το χρηματοκιβώτιό του ένα ρολόι ρόλεξ αξίας 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ, τούτο ο ενάγων θα κατεμήνυε αμέσως ή τουλάχιστον θα ενέφερε το περιστατικό αυτό στην ανωτέρω μήνυσή του, όπως έπραξε και με το ποσό των ευρώ 50.000 που είχε παρακαταθέσει στο λογιστήριο του πλοίου, έστω κι αν δεν είχε ζητήσει την ποινική δίωξη των μηνυομένων για το εν λόγω ποσό. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση, όμοια κρίνοντας κατά τούτο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης.

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση (α) να απορριφθεί ως αβάσιμη την ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης, αφού αντικατασταθεί εν τούτοις η αιτιολογία απόρριψης κατά τις διατάξεις του άρθρου 534 ΚΠολΔ και (β) να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, το παρόν δε Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ), η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 922, 71, 297, 298, 299, 330, 345, 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, αφού με ρητή δήλωση στο δικόγραφο αυτής, ο ενάγων στηρίζει το αποζημιωτικό αίτημά του στην αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό το αντικείμενο της δίκης (άρθρα 106 και 324 ΚΠολΔ) και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης και να κάνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα μίας χιλιάδων (51.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, λόγω της εν μέρει νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του κατατεθέντος κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης υπ’ αριθμ. ……………../2024 ηλεκτρονικού παραβόλου των εκατό (100) ευρώ. Τέλος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 106, 176, 178 αρ.1, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 63, 68 παρ. 1 και 2 και 69 του Κωδ.Δικηγ. πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την ένδικη έφεση.

Δέχεται αυτή τυπικά και εν μέρει στην ουσία της την ένδικη έφεση και δη καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, απορρίπτει δε αυτή στην ουσία της, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον ενάγοντα – εκκαλούντα.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 3536/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη κατά την τακτική διαδικασία, ως προς την δεύτερη εναγομένη.

Κρατεί και δικάζει την ένδικη αγωγή.

Δέχεται αυτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της.

Υποχρεώνει την δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα μίας χιλιάδων (51.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.

Επιβάλλει σε βάρος του ενάγοντος τη δικαστική δαπάνη της πρώτης εναγομένης το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Επιβάλει σε βάρος της δεύτερης εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στον Πειραιά, δίχως την  παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων την 10.7.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ