ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 478/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «……», με έδρα την Αθήνα, οδός …………… με ΑΦΜ ……, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» με ΑΦΜ ……., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Βεατρίκη Μπεκιάρη (ΔΣΑ ……) και κατέθεσε προτάσεις.
Του εφεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα οδός ……….. με ΑΦΜ …… και στη συγκεκριμένη περίπτωση από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ ………) και από τους Προϊστάμενους της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και Ε΄ ΔΟΥ Πειραιά και ήδη από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.) Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο ΝΣΚ Δέσποινα Ντουρντουρλεκα (…….), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.
Το ανακόπτον και ήδη εφεσίβλητο άσκησε σε βάρος της καθ’ης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» την από 7.7.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2020) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 2514/2022 οριστική απόφαση, συνεκδικάζοντας την ανωτέρω ανακοπή με την από 4/9/2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020) ανακοπή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» κατά της ίδιας ως άνω καθ’ης τραπεζικής εταιρείας ερήμην του δεύτερου καθ’ου της πρώτης ανακοπής και ανακόπτοντος της δεύτερης ανακοπής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων δέχθηκε εν μέρει την πρώτη ανακοπή.
Η πρώτη καθ’ης της από 7.7.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2020) ανακοπής, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 27/9/2022 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./29.9.2022 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………./21.3.2025) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κι εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό ……. ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και ειδικότερα η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2514/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία συνεκδικάστηκε η από 7.7.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2020) ανακοπή του ανακόπτοντος ήδη εφεσίβλητου και η από 4/9/2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2020) ανακοπή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» κατά της ίδιας ως άνω καθ’ης τραπεζικής εταιρείας, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ανακόπτοντος της από 4/9/2020 ανακοπής-δεύτερου καθ’ου της από 7/7/2020 ανακοπής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε η από 4/9/2020 και έγινε εν μέρει δεκτή η από 7/7/2020 ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [2/8/2022] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 29/9/2022, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ………/2022 παράβολο σε συνδυασμό με την από 28/9/2022 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με την υπό κρίση έφεση στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρ. 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρ. 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα. Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ` αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), αλλά και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος δανειστή, καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθ` ου η εκτέλεση, αφού μ` αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. (ΑΠ 1860/2013, ΑΠ 300/2013, ΑΠ 280/2004). Έτσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρ. 971 και 1007 του ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού τα αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθ` ου η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος. Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 του ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτης, οπότε αν αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής. Αντίθετα όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης που φέρονται ότι έγιναν από τα ίδια πρόσωπα ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προβάλλεται ότι τα αντίστοιχα έξοδα εκτέλεσης δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από το νόμο ή τις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων πρέπει να στρέφεται αποκλειστικά κατά του οργάνου της εκτέλεσης, τα προαφαιρεθέντα έξοδα υπέρ του οποίου αμφισβητούνται (ΑΠ 1415/2019, ΑΠ 1644/2018, ΑΠ 626/2018, ΑΠ 2255/2014, ΑΠ 658/2014, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 142/2004, ΑΠ 280/2004, ΑΠ 1783/1998). Ως έξοδα εκτέλεσης, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της (ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1074/2015, ΑΠ 658/2014, ΑΠ 2057/2014, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 840/2008, ΑΠ 419/1998), δηλαδή, ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή), στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών. Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 2055/2022, ΑΠ 60/2001, ΑΠ 1359/1998 στην ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, η αφαίρεση των εξόδων γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών (Mπρίνιας υπ` άρθρο 975, εκδ. Β` παρ. 406, σελ. 1072). Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Η εκκαθάριση πρέπει να θεωρηθεί επαρκώς αιτιολογημένη και όταν γίνεται δια παραπομπής σε συνημμένες στην πράξη ή στον πίνακα απλές καταστάσεις που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι, όπου εξειδικεύονται λεπτομερώς τα κονδύλια (βλ. Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ2, Άρθρα 904-1054, έκδοση 2021, σελ. 495, παρ.1 με παραπομπή στην ΕφΘεσσαλ 749/2011, αδημ.). Καθώς κατά τα προαναφερόμενα, η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος όπως και η κατάταξη των δανειστών και συνεπώς προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 627/1994, 1578/1995, 632/1996), στην περίπτωση άσκησης ανακοπής, η άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή ή του μεγέθους της, που αφορά τα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, αποτελεί παραδεκτό και ορισμένο λόγο ανακοπής, στον καθ’ ου δε εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του και του μεγέθους της περιστατικά. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο καθ’ ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί. Αν ο καθ’ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 658/2014 στην areiospagos.gr που παραπέμπει στις ΑΠ 1717/1999, ΑΠ 1722/1998). [ΜονΕφΠειρ 459/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς]
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 7/7/2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2020), στρεφόμενη κατά της ήδη εκκαλούσας- καθ’ης η ανακοπή επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση τραπεζικής εταιρείας και κατά του υπ’ αριθ. ……./22.6.2020 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., με την οποία ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας αυτός, κατά το μέρος που αφορά τη διανομή του πλειστηριάσματος, συνολικού ποσού 177.483 ευρώ, που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό με ηλεκτρονικά μέσα, της ακίνητης περιουσίας των καθ’ων η εκτέλεση οφειλετών, ………….. και …………….. και στον οποίο (πλειστηριασμό) το Ελληνικό Δημόσιο αναγγέλθηκε για απαιτήσεις του κατά του καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη ……………. α) με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……../10.5.2019 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά και με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……………./9.5.2019 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά για τις βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του καθ’ου η εκτέλεση προς αυτό, συνολικού ποσού 37.875,76 ευρώ και 29.167,39 ευρώ αντίστοιχα. Επειδή οι ως άνω αναγγελθείσες απαιτήσεις του Δημοσίου δεν ικανοποιήθηκαν καθ’ ολοκληρίαν από τον παραπάνω πίνακα, το Ελληνικό Δημόσιο με την παραπάνω ανακοπή του ζήτησε τη μεταρρύθμιση του ως άνω πίνακα, προκειμένου αυτό να καταταγεί, δια των Προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά και Ε’ Πειραιά, επιπλέον των ποσών για τα οποία κατετάγη από την υπάλληλο του πλειστηριασμού στον ανακοπτόμενο πίνακα, προνομιακά, οριστικά και σύμμετρα: α) στο ποσό των 5.195,23 ευρώ, εκ του συνολικού ποσού 7.625,39 ευρώ, άλλως επικουρικώς στο ποσό των 1.395 ευρώ το οποίο εσφαλμένα προαφαιρέθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού ως έξοδα εκτέλεσης, με ισόποση αποβολή της πρώτης καθ’ης ήδη εκκαλούσας κατ’ αποδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής του, β) στο ποσό των 508,17 ευρώ επιπλέον του ποσού των 2.702,55 ευρώ για το οποίο ήδη κατετάγη με ισόποση αποβολή του δεύτερου καθ’ου κατ’ αποδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής του, γ) στο ποσό των 787,26 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη σύμμετρη ικανοποίηση από το 10% του διανεμητέου πλειστηριάσματος της απαίτησής του, η οποία δεν ικανοποιήθηκε καθόλου από το 25% του διανεμητέου πλειστηριάσματος με ισόποση αποβολή της πρώτης καθ’ης ήδη εκκαλούσας κατ’ αποδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής του και δ) στο ποσό των 63.696,60 ευρώ επικουρικά, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων σε περίπτωση που ματαιωθεί ο όρος της τυχαίας κατάταξης της πρώτης καθ’ης η ανακοπή, ήτοι η πλήρωση της τελεσιδικίας των καταταχθεισών απαιτήσεων αυτής, κατ’ αποδοχή του τέταρτου λόγου της ανακοπής του. Επί της ανακοπής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε λόγω συνάφειας με την από 4.9.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………………/9.9.2020) αντίστοιχη ανακοπή του ΝΠΔΔ «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e- ΕΦΚΑ)» κατά του ίδιου πίνακα, εκδόθηκε ερήμην του δεύτερου καθ’ου ΝΠΔΔ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων ως προς την ένδικη ανακοπή με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η νυν εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία κατά το μέρος που ενδιαφέρει το Ελληνικό Δημόσιο, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή αυτού και μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε καθ’ ολοκληρίαν τον πρώτο λόγο της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου ότι η προαφαίρεση ποσού 5.195,23 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως του δικαστικού επιμελητή είναι αόριστη και αναιτιολόγητη ακολούθως δε αποδέσμευσε από τα προαναφερθέντα έξοδα εκτέλεσης το ποσό των 5.195,23 ευρώ, στο οποίο κατέταξε οριστικά και προνομιακά το Ελληνικό Δημόσιο δια των Προϊσταμένων της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά και Ε’ Πειραιά. Ήδη με την υπό κρίση έφεση η εκκαλούσα-πρώτη καθ’ης η ανακοπή τραπεζική εταιρεία παραπονείται για την παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής του αναφορικά με τα έξοδα εκτέλεσης και ζητεί να εξαφανιστεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω εκκαλούμενο κεφάλαιό της, με σκοπό να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της από 7/7/2020 ανακοπής και να καταδικαστεί το εφεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Με το μοναδικό λόγο της έφεσης και κατά το οικείο σκέλος αυτού η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα με την εκκαλουμένη δεν απορρίφθηκε ο λόγος αυτός της ανακοπής ως απαράδεκτος ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής, δεδομένου ότι εφόσον το ανακόπτον αμφισβητεί τη νομιμότητα και εάν είναι υπαρκτά τα έξοδα και δικαιώματα του δικαστικού επιμελητή η ένδικη ανακοπή θα έπρεπε να στραφεί εναντίον του διότι αυτός νομιμοποιείται παθητικά. Ωστόσο με το σχετικό πρώτο λόγο ανακοπής το ανακόπτον δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα ή το υπέρογκο των χρεώσεων του δικαστικού επιμελητή ή το εάν διενεργήθηκαν οι παραπάνω πράξεις εκτέλεσης αλλά τη νομιμότητα της εκκαθάρισης και δη το αιτιολογημένο αυτής και το εάν οι παραπάνω πράξεις έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτέλεσης. Συνεπώς, η ένδικη ανακοπή κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης ως αφορώσα ιδιωτική διαφορά μεταξύ του ανακόπτοντος αναγγελθέντος δανειστή, Ελληνικού Δημοσίου και του επισπεύδοντος δανειστή, ήτοι της πρώτης καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας που έδωσε την εντολή να γίνουν οι σχετικές ενέργειες, μόνο κατά της τελευταίας έπρεπε να στραφεί ως παθητικά νομιμοποιούμενης και όχι και κατά του δικαστικού επιμελητή όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.
Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ……………..», της οποίας μετά την απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας με την ταυτόχρονη σύσταση νέου πιστωτικού ιδρύματος, καθολική διάδοχος της είναι η καθ’ης , σε εκτέλεση του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. …………./2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και κατόπιν κατάσχεσης δυνάμει της υπ’ αριθ. ………/27.2.2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ………, εκπλειστηριάσθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα στις 8.5.2019, οι με αριθμούς Κ.Α.Ε.Κ. ………… και Κ.Α.Ε.Κ. ……………… οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στον Πειραιά Αττικής, με υπερθεματίστρια την επισπεύδουσα αντί πλειστηριάσματος αντίστοιχα 28.864 ευρώ και 148.619 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 177.483 ευρώ, οπότε συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Αθηνών ………….., με την ιδιότητα της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η υπ’ αριθ. …………./8.5.2019 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Μεταξύ άλλων αναγγελθέντων δανειστών, τις απαιτήσεις τους στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν νόμιμα κι εμπρόθεσμα η επισπεύδουσα και το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο σε βάρος του καθ’ου η εκτέλεση ……………… συγκυρίου σε ποσοστό 50% των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, για τις οποίες επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 177.483 ευρώ (σε ποσοστό 100%). Συγκεκριμένα το Ελληνικό Δημόσιο αναγγέλθηκε: α) δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. ………/10.5.2019 αναγγελίας του για απαιτήσεις του κατά του καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη … …… συνολικού ποσού 37.875,76 ευρώ και β) δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. …………/9.5.2019 αναγγελίας του για απαιτήσεις του κατά του ίδιου καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη συνολικού ποσού 29.167,39 ευρώ και ζήτησε την οριστική και προνομιακή του κατάταξη. Λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, στον οποίο από το επιτευχθέν συνολικό πλειστηρίασμα, προαφαίρεσε για τα έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 7.625,39 ευρώ και στο εναπομείναν προς διανομή πλειστηρίασμα ποσού 169.857,61 ευρώ, αφού διαίρεσε στα δύο, δεδομένου ότι οι καθ’ων η εκτέλεση ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας στα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα, στο πλειστηρίασμα ποσού 84.928,80 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μερίδιο του ……………….. κατέταξε τους αναγγελθέντες δανειστές, για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεών τους. Ειδικότερα, Α) στο 25% του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ποσού 21.232,20 ευρώ, κατέταξε οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα α) το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά για το ποσό των 2.702,55 ευρώ μόνο για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις της από ΦΠΑ και β) το Περιφερειακό ΚΕΑΟ Πειραιά στα ποσά των 15.828,06 και 2.701,59 ευρώ έναντι αναγγελθεισών απαιτήσεων του, Β) στο σύνολο του 65% του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 55.203,72 ευρώ προνομιακά και (τυχαία) υπό τον όρο τελεσίδικης επίδικασης της απαίτησής της την πρώτη καθ’ης-επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως προσημειούχο δανείστρια και Γ) στο 10% του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 8.492,88 ευρώ την πρώτη καθ’ης-επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως εγχειρόγραφη δανείστρια και υπό τον όρο τελεσίδικης επίδικασης των απαιτήσεων της για τα ποσά των 7.973,64 ευρώ και 519,24 ευρώ. Εξάλλου, στο σύνολο του πλειστηριάσματος ποσού 84.928,80 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μερίδιο της ……………. κατέταξε προνομιακά και τυχαία υπό τον όρο τελεσίδικης επίδικασης της απαίτησής της την πρώτη καθ’ης-επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως προσημειούχο δανείστρια. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου πίνακα προκύπτει ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού προαφαίρεσε από το συνολικό πλειστηρίασμα των 177.483 ευρώ «2) Τα ανήκοντα στην επισπεύδουσα τραπεζική εταιρεία «…………….» έξοδα εκτελέσεως που αφορούν τον επί της εκτελέσεως δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………….. τα οποία ανέρχονται [σύμφωνα με τον εκδοθέντα απ’ αυτόν πίνακα] στο συνολικό ποσό των ευρώ 5.195,23 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%)» (βλ. σελίδα 6 του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης). Όπως έχει η παραπάνω διατύπωση προαφαίρεσης από την υπάλληλο του πλειστηριασμού των εξόδων δικαστικού επιμελητή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει κρίση σχετικά με το ποιο ακριβώς ποσό αφαιρέθηκε, ως ανήκον στα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, για κάθε συγκεκριμένη επιμέρους πράξη του δικαστικού επιμελητή. Την αοριστία αυτή και το αναιτιολόγητο του πίνακα, όφειλε η καθ’ης η ανακοπή να αποσαφηνίσει, καθώς έφερε το βάρος αποδείξεως, να επικαλεσθεί στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στη δίκη της ανακοπής κατά του πίνακα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε επιμέρους πράξη του δικαστικού επιμελητή. Στο βάρος, ωστόσο, αυτό δεν ανταποκρίθηκε η καθ’ης- ήδη εκκαλούσα, καθώς δεν προσδιόρισε με τις προτάσεις της ούτε πρωτοδίκως, ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το κάθε επιμέρους ποσό του επίμαχου πίνακα εξόδων-αναλυτικού λογαριασμού του δικαστικού επιμελητή και των συναφών αποδείξεων και εγγράφων των χρεωθέντων ποσών για τα έξοδα του με αποτέλεσμα η αφαίρεση των παραπάνω εξόδων εκτέλεσης να καθίσταται αόριστη και αναιτιολόγητη. Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο μοναδικός λόγος έφεσης να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου -ανακόπτοντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας-καθής η ανακοπή λόγω της ήττας της (άρθρα 183, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 27-9-2022 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………./29.9.2022 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……………../21.3.2025) έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 2514/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών).
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατιθέμενου από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 14.7.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ