Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 479/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης    479/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος-αιτούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βίκτωρα-Ευάγγελο Τσιαφούτη (ΔΣΑ …….) και κατέθεσε προτάσεις.

Της εφεσίβλητης-καθ’ης η αίτηση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ………..» και το διακριτικό τίτλο « ………….», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής  επί της οδού ……………, με ΑΦΜ ……….. και αρ. ΓΕΜΗ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις αρχικά σύμφωνα με το Ν. 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ τΒ) και ήδη σύμφωνα με το Ν. 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/9.7.2024 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 4257/19.7.2024 ΦΕΚ τΒ), η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « ……………….», που εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας (……………..) με αριθμό μητρώου ……. και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα,  η οποία (αλλοδαπή εταιρεία) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» με έδρα την Αθήνα, οδός ………. με ΑΦΜ ……., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, η οποία  εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Βασιλική Δάτσικα ( ΔΣΑ …….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ Α. ΠΕΡΡΟΥ&ΙΩΑΝΝΗΣ Α.ΠΕΡΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ……. και ΑΦΜ ……..  και κατέθεσε προτάσεις.

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 29.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 387/2026 οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την ανακοπή.          Ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, προσβάλλει την απόφαση αυτή  με την από  3/2/2026 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 4/2/2026 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../4.2.2026. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε αίτηση αναστολής  της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής, ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 387/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 29.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [15/1/2026] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 4/2/2026, δεν έχει παρέλθει ένα έτος  [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 42,43 Ν.5221/2025 (ΦΕΚ Α 133/28.7.2025 με έναρξη ισχύος 1.1.2026)] και  έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2026 παράβολο σε συνδυασμό με την από 4/2/2026 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του  ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως,  η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε πριν την 1/1/2026) μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 25.2.2026) έως τη συζήτηση της αίτησης αναστολής  και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και διατηρηθείσας αυτής από τη δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης έφεσης,  να γίνει τυπικά δεκτή και  να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, με την από 29/9/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/30.9.2025) ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της καθ’ης και ήδη εφεσίβλητης ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή την ακύρωση α) της από 27-5-2025 επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. ……./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) της υπ’ αριθμ. …………../18-7-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………….., δυνάμει της οποίας, με εκτελεστό τίτλο την υπ’ αριθμ. ……./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατασχέθηκε αναγκαστικά η περιγραφόμενη στο δικόγραφο οριζόντια ιδιοκτησία που βρίσκονται στον Πειραιά και ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον ανακόπτοντα και γ) του υπ’ αριθμ. ……../18-7-2025 αποσπάσματος της υπό στοιχείο β’ κατασχετήριας έκθεσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 387/2026 οριστική απόφαση απέρριψε την ανακοπή  καταδίκασε δε τον ανακόπτοντα στα δικαστικά έξοδα της καθ’ης.

1.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κ.λπ.”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρεία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρεία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρεία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πώλησης) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β` 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β` 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυση τους με π.δ/γμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή” (παρ. 14). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λπ.”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1β του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρείες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρείες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1α του ως άνω ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: ήτοι, αα) σε ανώνυμες εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ΄ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ.1 περ.α΄, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ.1 – 3 του ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 70 του ν. 4389/2016, προβλέπει ότι, στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ.1α του ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ.1β περιπτ. ββ και γγ του ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει, κατ` ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ` αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περιπτ. γ΄ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ` αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση τον νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ του ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με τον ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ. συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κ.λπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχόμενων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ` αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του ν. 3156/2003 από εκείνες του ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι` αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1δ΄ του ν. 4354/2015, ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι “παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με τον ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση τον ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ.1 εδ.α΄ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ` αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση τον ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ.2 του ν. 4354/2015), ενώ ο ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ.2 εδ.β΄ του ν. 4354/2015). [Ολ.ΑΠ 1/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 216/2026, ΜονΕφΠειρ 725/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΛαμίας 25/2025 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς,).

Τα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτά και υπό την ισχύ του ν. 5072/2023, που τυγχάνει εφαρμογής σε όμοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων και σε συμβάσεις ανάθεσης της διαχείρισης, που καταρτίζονται από 1.1.2024 και εντεύθεν, ενόψει του ταυτόσημου περιεχομένου των άρθρων 14 και 21 του ν. 5072/2023 και της ταυτότητας του νομικού λόγου και της τελεολογίας του όλου συστήματος καθώς και του άρθρου 115 του ν.5072/2023, με το οποίο ρυθμίζονται οι τιτλοποιημένες στο παρελθόν απαιτήσεις και η νομιμοποιητική εξουσία του διαχειριστή τους.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο πρώτος λόγο της ανακοπής του κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο έβαλλε κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή  στη διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του για το λόγο ότι  η  από 8/7/2024 σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων  μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» και της καθ’ης  ήταν μεταγενέστερη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού κατά  παράβαση του άρθρου 21 παρ. 4 του  Ν. 5072/2023, που απαιτεί η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων σε εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις να έπεται της υπογραφής συμφωνίας ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 5072/2023, με αποτέλεσμα το άρθρο 21 παρ.4 του Ν.5072/2023 (αντίστοιχα  1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν.4354/2015) να μην τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Άλλωστε  από την παραπάνω διάταξη  κατά την οποία « Η πώληση και η μεταβίβαση των απαιτήσεων της παρ. 1 είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ αγοραστή πιστώσεων, ή εφόσον συντρέχει περίπτωση, αντιπρόσωπου που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος ή το άρθρο 19 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, και διαχειριστή πιστώσεων. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται καθ’ όλη τη διάρκεια διακράτησης των απαιτήσεων από αγοραστή πιστώσεων, καθώς και σε κάθε περαιτέρω πώληση και μεταβίβαση» προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέτει ως προϋπόθεση του ισχυρού και έγκυρου της σύμβασης πώλησης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία, όμως, δεν απαιτείται να προηγείται χρονικά αυτής (σύμβασης πώλησης), η δε γραμματική διατύπωση της εν λόγω διάταξης δεν συνηγορεί υπέρ της υποστηριζόμενης από τον ανακόπτοντα άποψης (Μον ΕφΠειρ 514/2025, ΜονΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο πρώτος λόγος της ανακοπής του κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο έβαλλε κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή  στη διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του διότι  στην από 8/7/2024 σύμβαση διαχείρισης δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 14 παρ.2 του Ν.5072/2023 (2παρ.2 Ν.4354/2015) συστατικός τύπος ως προς  το ελάχιστο περιεχόμενο αυτής (δεσμευτική δήλωση των συμβαλλομένων ότι θα συμμορφώνονται με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται στις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, μεταξύ άλλων και όσον αφορά στην προστασία των καταναλωτών και των προσωπικών τους δεδομένων, στη ρήτρα που απαιτεί τη δίκαιη και επιμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, στο τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης και στην καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης). Ο λόγος αυτός  και κατά το ανωτέρω σκέλος του  είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και όχι του Ν. 5072/2023, με αποτέλεσμα το άρθρο 14 παρ.2 του Ν.5072/2023 (2 παρ. 2 του Ν.4354/2015) να μην τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου μάλιστα ότι ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 115 του ν.5072/2023 ότι η εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων που αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α’ 157)  αποδεικνύεται πλήρως μέσω των εντύπων που προβλέπονται στις παρ. 8 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων ή η τήρηση άλλης διατύπωσης. Ως εκ τούτου ο οριζόμενος στο άρθρο 14 παρ.2 του Ν.5072/2023 συστατικός τύπος δεν συνιστά  αναγκαίο ουσιώδες περιεχόμενο της καταχώρισης στα βιβλία του ενεχυροφυλακείου της σύμβασης διαχείρισης, που έχει συναφθεί κατ’ άρθρο 10 του Ν. 3156/2003. (ΜονΕφΠειρ 216/2026,  Μον ΕφΠειρ 514/2025, ΜονΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).  Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής στο σύνολό του ως μη νόμιμο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο έβαλλε κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή  στη διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του για το λόγο ότι  δεν κοινοποίησε στον ίδιο, τα οριζόμενα κατ` άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ νομιμοποιητικά έγγραφα (και, συγκεκριμένα, ολόκληρες τις συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και τις συμβάσεις διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, ήτοι το πλήρες κείμενο με τους όρους της κάθε σύμβασης), αλλά κοινοποίησε μόνο τις καταχωρίσεις των πράξεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών σε αποσπάσματα, των τελευταίων μη αρκούντων προς    απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη της παρούσας, η συγκοινοποίηση, με την επιταγή προς εκτέλεση, αντιγράφων των καταχωρισθέντων και δημοσιευθέντων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αποσπασμάτων των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, επαρκεί για την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής και της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. I ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της ειδικής αυτής διαδοχής και της ανάθεσης διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

3.Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με τις διατάξεις των άρθρων 59 παρ.9 ν.4472/2017 και 207 παρ.14 ν.4512/2018 στην διαδικασία του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ο δικαστικός επιμελητής έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις : α) οφείλει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά , β) να εκδώσει και να δημοσιεύσει μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση, στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ` ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού που τυχόν θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού και τυχόν βεβαίωση (του δικαστικού επιμελητή), σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης, και γ) να επιδώσει το απόσπασμα μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Ακόμα, προβλέπεται στο ίδιο άρθρο ότι ο πλειστηριασμός είναι άκυρος αν δεν τηρηθούν οι ανωτέρω διατυπώσεις. [ΑΠ 803/2024]. Οι προβλεπόμενες στο ανωτέρω άρθρο διατυπώσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού ανεξαρτήτως βλάβης, εάν έλαβαν εμπροθέσμως χώρα πάσχουν όμως από δικονομικές ακυρότητες (εκτός εάν μπορεί να χωρήσει διόρθωση του αποσπάσματος) οι σχετικές πράξεις προσβάλλονται με ανακοπή  του άρθρου 933 στην προθεσμία του άρθρου 934 Ια για να απαγγελθεί δε η ακυρότητά τους απαιτείται συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (πβλ ΟλΑΠ 3/2007, Δ2007.587, ΑΠ 1538/2008 ΝοΒ 2009.1396). Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία οποιασδήποτε των ανωτέρω τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεων είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης (πβλ ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 1898/2011) Με παράλειψη τήρησης των αναγκαίων διατυπώσεων εξομοιώνεται από την άποψη των συνεπειών η εκπρόθεσμη διενέργειά τους (ΑΠ 658/2007, ΑΠ1293/2010 ΝΟΜΟΣ) ή η διενέργειά τους με τρόπο που τις καθιστά δικονομικά ανυπόστατες (ΑΠ 8/2011). (Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (-Ε. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη), Ερμηνεία ΚΠολΔ – Αναγκαστική εκτέλεση, 2η έκδ., 2021, άρθ. 995, σ. 861)

Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για το λόγο ότι η δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης  από τον δικαστικό επιμελητή στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης  έγινε μεν εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την κατάσχεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 995παρ.4 ΚΠολΔ  πλην όμως κατά τη διάρκεια της νύκτας και δη περί ώρα 20:11:31 κατά παράβαση του άρθρου 929παρ.3 ΚΠολΔ με αποτέλεσμα την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης του στοιχείου της δικονομικής βλάβης.  Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη κρίσιμη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της δημοσίευσης του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων είναι η εμπρόθεσμη διενέργειά της, ήτοι εντός  προθεσμίας  15 ημερών από την κατάσχεση άλλως ο επικείμενος πλειστηριασμός είναι άκυρος. Αντίθετα, η επικαλούμενη δικονομική ακυρότητα της εν λόγω δημοσίευσης για το λόγο ότι η ηλεκτρονική ανάρτηση έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας  απαιτεί την επίκληση και απόδειξη εκ μέρους του ανακόπτοντος συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης, την οποία εν προκειμένω δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε ο ανακόπτων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 995 παρ. 4 ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4.Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 επ. ΚΠολΔ η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτελέσεως η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (ΑΠ 72/1995, ΑΠ 194/1995). Η  μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως, οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη (ΑΠ 959/2019, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον τρίτο  λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, για το λόγο ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη εξαιτίας της διαφοράς ποσού 6.673,37 ευρώ μεταξύ του επιτασσόμενου υπολοίπου (συνολικού ύψους 31.284,54 ευρώ) και του ποσού της εκχωρηθείσας απαίτησης (συνολικού ύψους 24.611,17 ευρώ), δυνάμει της από 8/7/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με α.α……. και αριθμό πρωτ…../8.7.2024 άλλως ότι η απαίτηση πρέπει να περιοριστεί στο οφειλόμενο ποσό των 24.611,17 ευρώ, όπως αναγράφεται στην ανωτέρω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων ενώ με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του με τον οποίο ζητούσε την ακυρότητα της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης για το λόγο ότι το ποσό της κατάσχεσης ύψους 25.000 ευρώ υπερβαίνει το ποσό της οφειλής, ως αυτό ανήλθε στο ποσό των 24.611,17 ευρώ, δυνάμει της από 8/7/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. με α.α…… και αριθμό πρωτ……/8.7.2024 στο οποίο πρέπει να περιοριστεί η κατάσχεση, άλλως ότι η προσβαλλόμενη κατάσχεση πρέπει να ακυρωθεί, λόγω αοριστίας του ποσού της κατάσχεσης, διότι η καθ’ης περιόρισε τη φερόμενη απαίτηση της εκ ποσού 31.284,54 ευρώ στο ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο συνιστά μέρος μόνο της απαίτησης της καθής, πλέον τόκων και εξόδων, χωρίς να προσδιορίζονται, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα κονδύλια, για τα οποία αυτή επισπεύδεται, ώστε η έλλειψη αυτή να καθιστά άκυρη την κατασχετήρια έκθεση, λόγω μη  εκκαθαρισμένης  απαίτησης.

Ο τρίτος λόγος της ανακοπής ως προς το κύριο αίτημά του  είναι απορριπτέος ως  μη νόμιμος διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη εάν η σύνταξη επιταγής έγινε για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που προκύπτει από τον τίτλο, είναι άκυρη μόνο για το επιπλέον ποσό, λόγω ανυπαρξίας αυτού (τίτλου) ως προς το επιπλέον ποσό,  διατηρεί όμως τις συνέπειές της για το πράγματι οφειλόμενο και δυνάμενο να εισπραχθεί και διά αναγκαστικής εκτελέσεως, ποσό για το οποίο νόμιμα αρχίζει και προχωρεί η εκτέλεση, δεδομένου ότι ο ανακόπτων – καθού η επιταγή δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει προσήκουσα προσφορά του πράγματι οφειλόμενου ποσού. Ως προς το επικουρικό όμως αίτημα ο τρίτος λόγος ανακοπής και ως προς το κύριο αίτημά του ο πέμπτος λόγος είναι νόμιμοι και βάλλουν κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την εκτέλεση, λόγω της διαφοράς του επιτασσόμενου υπολοίπου και αντίστοιχα του ποσού της απαίτησης για το οποίο η καθ’ης επέβαλε κατάσχεση σε σχέση με το ύψος του ποσού της εκχωρηθείσας απαίτησης.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε στο σύνολο τους τους ανωτέρω λόγους ανακοπής ως αόριστους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο όσον αφορά το επικουρικό αίτημα του τρίτου λόγου και το κύριο αίτημα του πέμπτου λόγου και πρέπει κατά τούτο να γίνει δεκτή η έφεση. Κατόπιν αυτών πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να εξεταστούν οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής κατά το μέρος αυτό ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία  νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723)), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336§4), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν  αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………»  εκδόθηκε η με αριθμό ……./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία υποχρεώθηκε, μεταξύ άλλων, ο ανακόπτων να καταβάλει σε αυτήν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τον ……… (μη διάδικο) το ποσό των 30.634,54 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως υπόλοιπο της με αριθμό …………./23.11.2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου μετά του προσαρτήματος Ι και της πρόσθετης πράξης τροποποίησης με ημερομηνία 23.11.2006. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον καθ’ου στις 5.3.2013 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./5.3.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ………….). Ακολούθως, με την από 13/7/2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10παρ.8 του ν.3156/2003 και των άρθρων 455 επ.ΑΚ, η οποία καταχωρίστηκε την 14/7/2020 στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../14.7.2020 στον τόμο …. με α/α ….., όπως επαναλήφθηκε ως προς το παράρτημά της και το σημείο 3β αυτής, με τη με αριθμό πρωτ. ……./21.7.2020 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ.8 του Ν. 3156/2003, η οποία καταχωρίστηκε την 21.7.2020 στο ειδικό δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του ανωτέρω Ενεχυροφυλακείου στον τόμο …. με α/α ….., η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» επιχειρηματικές απαιτήσεις της από στεγαστικά και άλλα δάνεια λόγω τιτλοποίησης, μεταξύ δε αυτών και την επίδικη απαίτηση ύψους 25.659,54 ευρώ όπως τούτο προκύπτει από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας 8812 εκ του παραρτήματος με αρ.πρωτοκόλλου …../21.7.2020 οπότε και επήλθε η μεταβίβαση της ως άνω  επίδικης απαίτησης προς την τελευταία, η οποία κατέστη μοναδική κυρία και δικαιούχος αυτής. Ακολούθως, με την από 14/3/2024 σύμβαση επανεκχώρησης απαιτήσεων, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της  ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….»,  η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στις 14/3/2024 στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών  με αριθμ. πρωτ. …… στον τόμο  …… με α/α …… έγινε αποτιτλοποίηση και επαναγορά από την τελευταία της ως άνω επίδικης απαίτησης, ύψους 24.633,67 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας 183 εκ του παραρτήματος του με αρ.πρωτοκόλλου ……/23.4.2024. Έτσι από την ως άνω σύμβαση επανεκχώρησης.η  τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………..» κατέστη και πάλι φορέας των δικαιωμάτων και των απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση. Ακολούθως, στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», δυνάμει της από 8/7/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νόμιμα στις 8/7/2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./8.7.2024 στον τόμο …. με α/α ….., κατέστη ειδική διάδοχος των απαιτήσεων  της ως άνω τραπεζικής εταιρείας  μεταξύ δε αυτών και της επίδικης απαίτησης ύψους 24.611,17 ευρώ όπως τούτο προκύπτει από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας 3536 εκ του παραρτήματος  με αρ.πρωτοκόλλου …./29.7.2024 οπότε και επήλθε η μεταβίβαση της ως άνω  επίδικης απαίτησης προς την τελευταία, η οποία κατέστη μοναδική κυρία και δικαιούχος αυτής. Περαιτέρω, στις 8/7/2024 διαχειρίστρια των ανωτέρω απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν, μεταξύ αυτών και της επίδικης ύψους 24.611,17 ευρώ κατέστη η καθ’ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία  « …………….» δυνάμει της από 8/7/2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 10παρ.14 και 16 Ν 3156/2003) περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νόμιμα στις 8/7/2024 στα βιβλία του άρθρου 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με α/α ….. σε συνδυασμό με το από 8/7/2024 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ……….. νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο. Ακολούθως, η καθ’ης η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα, συγκοινοποιώντας με αυτή όλα τα προαναφερόμενα νομιμοποιητικά της έγγραφα, αντίγραφο εξ απογράφου του πρώτου εκτελεστού τίτλου της ως άνω …../2013 διαταγής πληρωμής μετά της κάτωθι αυτού από 27/5/2025 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία τον επέτασσε να καταβάλει: α) για κεφάλαιο που επιδικάσθηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής το ποσό των 30.634,54 ευρώ πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 14/5/2021 (επομένη της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας) μέχρι εξοφλήσεως, β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη το ποσό των 520 ευρώ, γ) για σύνταξη της παρούσης επιταγής το ποσό των 30 ευρώ και δ) για δαπάνη επίδοσης της παρούσης επιταγής το ποσό των 100 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 31.284,54 ευρώ εκ του οποίου το συνολικό ποσό 650 ευρώ με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της επιταγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.   Ακολούθως, η καθ’ης σε  εκτέλεση της ως άνω από 27/5/2025 επιταγής προς πληρωμή  επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει της με αριθμό ……./18.7.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών  ……………, βάσει της οποίας προγραμματίστηκε για τις 25.2.2026 ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, …………, που αφορά το αναλυτικά περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο, ήτοι στην υπό στοιχεία Α3 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου πάνω από το ισόγειο-πιλοτή ορόφου, επιφάνειας 36,86 τ.μ., με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. …………., πλήρους κυριότητας του ανακόπτοντος, κείμενη επί πολυώροφης οικοδομής, κτισμένης σε οικόπεδο ευρισκόμενο στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς  εντός του εγκεκριμένου σχεδίου  πόλης στη θέση «……………..» επί της οδού .,…………, για το ποσό των 25.000 ευρώ, με τη μνεία ότι το ποσό αυτό αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος και επιταχθέντος κεφαλαίου οφειλής προς αποφυγή χρέωσης υπερβολικών εξόδων με τη ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματος της επισπεύδουσας για το υπόλοιπο ποσό των επιτασσόμενων απαιτήσεων της, δηλαδή του ποσού των 31.284,54 ευρώ νομιμοτόκως πλέον τόκων και εξόδων μέχρι τέλους του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ωστόσο σύμφωνα με  την προαναφερόμενη από  8/7/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νόμιμα στις 8/7/2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …../8.7.2024 στον τόμο ….. με α/α ….., η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «…………….», η οποία στη συνέχεια ανέθεσε τη διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της επίδικης στην καθ’ης η ανακοπή, έγινε κυρία και δικαιούχος της επίδικης απαίτησης του ανακόπτοντος, η οποία ανερχόταν στο ύψος των   24.611,17 ευρώ όπως τούτο προκύπτει από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας 3536 εκ του παραρτήματος  με αρ.πρωτοκόλλου ……/29.7.2024. Επομένως το ποσό της απαίτησης που μεταβιβάστηκε στην ως άνω ειδική διάδοχο δεν ανέρχεται στο ποσό  που αναγράφεται στην από 27-5-2025 επιταγή προς πληρωμή, καθώς από κανένα έγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε σχετική σύμβαση εκχώρησης και στη συνέχεια αναγγελία αυτής, αλλά στο ως άνω ποσό των 24.611,17 ευρώ. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα του ύψος της οφειλής του ανακόπτοντος  προς την τραπεζική εταιρεία  με την επωνυμία « ………………..»  όπως αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει της υπ’ αριμθ. ……./2013 διαταγής πληρωμής, μόνο το αναφερόμενο στο παράρτημα ποσό αποτέλεσε αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης πώλησης (εκχώρησης) και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Συνεπώς δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση του συνόλου της επίδικης απαίτησης στην άνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού,  καθώς δεν έχει τηρηθεί (ως προς το υπερβάλλον των 24.611,17 ευρώ ποσό) ο έγγραφος συστατικός τύπος και επιπλέον δεν έχει διενεργηθεί η καταχώρηση αυτής στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου που υπέχει θέση αναγγελίας προς αυτή (άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003), όπως αναφέρεται και στην περίληψης της ανωτέρω σύμβασης. Επομένως, εφόσον προέκυψε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση εκχώρησης μεταξύ της τραπεζική εταιρεία  με την επωνυμία « …………..»   και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………»,  αφορά απαίτηση σε βάρος του ανακόπτοντος ποσού  24.611,17 ευρώ, όπως αυτή καταχωρίστηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, επιφέροντας αποτελέσματα αναγγελίας της εκχώρησης στους οφειλέτες για το ποσό αυτό και μόνο, ως προς το υπερβάλλον ποσό η καθ`ης η ανακοπή δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη διαχείρισης και είσπραξης της απαίτησης που να υπερβαίνει το εκχωρηθέν ποσό. Συνακόλουθα από τα έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα κατ`άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ μαζί με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή (και τα οποία αφορούσαν τη νομιμοποίηση της καθ` ης) δεν αποδεικνύεται ούτε η μεταβίβαση του συνόλου της ένδικης απαίτησης από την αρχική πιστούχο Τράπεζα προς την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού (παρά μόνο η μεταβίβαση απαίτησης ύψους 24.611,17 ευρώ), αλλά ούτε ότι η καθ’ ης έχει αναλάβει την είσπραξη και διαχείριση της επίδικης απαίτησης πέραν του ανωτέρω ποσού, ώστε να νομιμοποιείται να αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής κατά το επιπλέον ποσό. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της καθ’ ης ότι το ποσό των 24.611,17 ευρώ συνιστά το λογιστικοποιημένο ύψος της οφειλής που μεταβιβάστηκε και δεν περιλαμβάνει τυχόν εξωλογιστικούς τόκους, απαραδέκτως προβάλλεται, δεδομένου ότι το Δικαστήριο επανεκτιμά για να κρίνει, εάν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις έναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτά και μόνο τα έγγραφα που συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη   και δεν επιτρέπεται να ερευνήσει και να αποφανθεί με βάση νέα, το πρώτον προσκομιζόμενα στη δίκη της ανακοπής ή της έφεσης (ΑΠ 914/2018). Επομένως, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ`ης πρέπει να ακυρωθούν για το ποσό που υπερβαίνει τις 24.611,17 ευρώ  α) η από 27-5-2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία συντάχθηκε κάτωθι αντιγράφου του απογράφου του προαναφερθέντος εκτελεστού τίτλου και β) η υπ΄ αριθμ. ………… /18-7-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών  ………………. αντίστοιχα, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων του τρίτου λόγου ανακοπής κατά το επικουρικό του αίτημα και του πέμπτου λόγου ανακοπής κατά το κύριο αίτημά του.

Εξάλλου, με την έκδοση της παρούσας οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής  των ανακοπτόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (βλ.ΜονΕφΠειρ 307/2024). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της (άρθ. 183, 176 ΚΠολΔ),  όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 3.2.2026 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης  δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………./4.2.2026) έφεση κατά της 387/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./4.2.2026).

Απορρίπτει την αίτηση αναστολής.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 387/2026 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μόνο κατά το μέρος που αφορά το επικουρικό αίτημα του τρίτου λόγου ανακοπής και το κύριο αίτημα του πέμπτου λόγου ανακοπής.

Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 29.9.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) ανακοπής κατά το ίδιο μέρος

Δέχεται την ανακοπή κατά το μέρος αυτό.

Ακυρώνει α) την από 27-5-2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία συντάχθηκε κάτωθι αντιγράφου του απογράφου του προαναφερθέντος εκτελεστού τίτλου και β) την υπ΄ αριθμ. …………… /18-7-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών  ………….. αντίστοιχα, για το ποσό που υπερβαίνει τις 24.611,17 ευρώ.

Επιβάλλει  στην εφεσίβλητη-καθ’ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 14.7.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ