Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 480/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης  480/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της εκκαλούσας-αιτούσας: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Τσαβδαρίδου (ΔΣΠ 4517) και κατέθεσε προτάσεις.

Της εφεσίβλητης-καθ’ης η αίτηση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « …………….» και το διακριτικό τίτλο « …………», η οποία εδρεύει στο …. Αττικής  επί της οδού ………., με ΑΦΜ ….. και αρ. ΓΕΜΗ ……, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις αρχικά σύμφωνα με το Ν. 4354/2015 δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.3.2017 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ τΒ) και ήδη σύμφωνα με το Ν. 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό 507/1/9.7.2024 απόφασης της   Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (υπ’ αριθμ. 4257/19.7.2024 ΦΕΚ τΒ), η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « …………….», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας ( ………………) με αριθμό μητρώου …… και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα,  η οποία (αλλοδαπή εταιρεία) κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» με έδρα την Αθήνα, οδός ……… με ΑΦΜ …….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, η οποία  εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Σπύρο Κολιγλιάτη ( ΔΣΑ …..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ … και ΑΦΜ ….  και κατέθεσε προτάσεις.

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 8.10.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 2634/2026 οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την ανακοπή.          Η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή  με την από  2/3/2026 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 3/3/2026 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης  ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./3.3.2026. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής, ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2634/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 8.10.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [27/2/2026] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 3/3/2026, δεν έχει παρέλθει ένα έτος  [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 42,43 Ν.5221/2025 (ΦΕΚ Α 133/28.7.2025 με έναρξη ισχύος 1.1.2026)] και  έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2026 παράβολο σε συνδυασμό με την από 3/3/2026 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του  ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως,  η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε πριν την 1/1/2026) μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 11.3.2026) έως τη συζήτηση της αίτησης αναστολής  και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και διατηρηθείσας αυτής από τη δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης έφεσης,  να γίνει τυπικά δεκτή και  να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 8.10.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025) ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της καθ’ης και ήδη εφεσίβλητης ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή την ακύρωση α) του υπ’ αριθμ……/2008 απογράφου πρώτου εκτελεστού τίτλου της με αριθμό …../2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, β) της από 23-7-2025 επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. ……/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, γ) της από 29/7/2025 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ’ης προς το δικαστικό επιμελητή . ….. για κατάσχεση στις λεπτομερώς περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες ιδιοκτησίας της και δ) της υπ’ αριθμ. ……./30-7-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών,  . …….., δυνάμει της οποίας, με εκτελεστό τίτλο την υπ’ αριθμ. …./2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατασχέθηκαν αναγκαστικά οι περιγραφόμενες στο δικόγραφο τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στον Πειραιά και ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στην ανακόπτουσα ήδη εκκαλούσα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2634/2026 οριστική απόφαση απέρριψε την ανακοπή  καταδίκασε δε την ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ’ης.

Το άρθρο 954 παρ.4 εδ.α’ ΚΠολΔ ορίζει ότι ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ` ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διάταξης αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της έκθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω ανακοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε σφάλμα, ατέλεια ή παράλειψη εμφιλοχώρησε στην κατασχετήρια έκθεση ως προς τα στοιχεία που αποτελούν εκ του νόμου περιεχόμενο αυτής (Κιουπτσίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2 άρθρο 954 αρ. και 993 αρ.3,  Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ε’, έκδοση 1997, άρθρο 954, σελ. 712, παρ.18, Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ ΙΙ, έκδοση 2000, άρθρο 954, σελ. 1842, παρ.3, Διπλωματική εργασία Παγώνας Παπαπαναγιώτου, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΑΠΘ, ακαδημαϊκό έτος 2011-2012, με επιβλέποντα Καθηγητή Γεώργιο Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή της διάταξης του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ, σελ. 29, στο Ikee.lib.auth.gr). Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της έκθεσης κατάσχεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές, που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί έλλειψης σύμπραξης ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα, και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Τέτοια  βλάβη  όμως δεν  είναι νοητή, όταν υπάρχει δυνατότητα επαρκούς θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση κατά το άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, οπότε η  ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει (βλ. ΑΠ 1074/2023 areiospagos.gr, ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1497/2003, ΑΠ 433/2002, ΑΠ 314/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ (ΑΠ 1687/2005). [ΜονΕφΠειρ 101/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς].

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίσης έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται  αναφορικά με την απόρριψη  των τριών πρώτων λόγων της ανακοπής της ισχυριζόμενη ότι ενώ με την επίδικη ανακοπή ζητούσε την ακύρωση της επίδικης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης για το λόγο ότι είχε επιβληθεί για την ικανοποίηση απροσδιόριστης χρηματικής απαίτησης και μολονότι η καθ’ης αντέτεινε ότι οι ανωτέρω λόγοι έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι καθώς έπρεπε να προβληθούν με την ανακοπή του 954ΚΠολΔ συνομολογώντας με αυτό τον τρόπο την ανωτέρω πλημμέλεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπ’ όψιν την ανωτέρω δικαστική ομολογία και δεν ακύρωσε ως όφειλε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ωστόσο, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει ότι η καθ’ης συνομολόγησε την ανωτέρω πλημμέλεια, δηλαδή ότι στην επίδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης δεν προσδιορίζεται το ποσό της χρηματικής απαίτησης για το οποίο επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση. Αντίθετα η τελευταία σε αντίκρουση του λόγου της ανακοπής προέβαλε το νομικό ισχυρισμό περί εσφαλμένης νομικής βάσης της επίδικης ανακοπής υπό την έννοια ότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αντιμετωπίζεται με ανακοπή κατ’ άρθρο 954 ΚΠολΔ και όχι με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ χωρίς να συνομολογήσει οιοδήποτε πραγματικό περιστατικό ώστε να υπάρχει η επικαλούμενη από την εκκαλούσα δικαστική ομολογία. Πρέπει επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο της έφεσης και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτών η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 927ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ και απέρριψε τους τρεις πρώτους λόγους  της ανακοπής της, καθώς με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησης για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, μολονότι αυτό δεν αναγράφεται στην προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης αλλά  στην ενσωματωμένη σε αυτή εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου της επισπεύδουσας Αφροδίτης Μάντζιου προς τον δικαστικό επιμελητή Διονύσιο Σταθόπουλο  να προβεί στην επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης για τη συνολική επιταχθείσα απαίτηση ύψους 33.196,258 ευρώ, ως αυτή προκύπτει αναλυτικά στην από 23/7/2025 κοινοποιηθείσα επιταγή, μολονότι η εντολή, αν και προγενέστερη διακριτή πράξη της εκτέλεσης, εφόσον  δεν ασκείται από όργανο της εκτέλεσης αλλά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του επισπεύδοντος και δεν απευθύνεται στον καθ’ου δεν μπορεί να θεραπεύσει την ανωτέρω πλημμέλεια της αναγκαστικής κατάσχεσης.  Επί των ανωτέρω λόγων σημειωτέον ότι όπως και η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει, το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση ορίζεται ρητά στην έγγραφη εντολή για εκτέλεση προς το δικαστικό επιμελητή, η οποία, όπως εξάλλου και η από 23/7/2025 επιταγή προς εκτέλεση στην οποία παραπέμπει, ενσωματώνονται στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και αποτελούν ενιαίο σύνολο με την ίδια την έκθεση. Ως εκ τούτου το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση αναγράφεται επαρκώς στην κατασχετήρια έκθεση ως σύνολο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη πλημμελώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 227 και 271παρ.3 ΚΠολΔ διότι η καθ’ης ήδη εφεσίβλητη, η οποία παραστάθηκε δια πληρεξούσιου δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις προσκόμισε το υπ’ αριθμ. …../9.1.2026 γραμμάτιο προείσπραξης ΔΣΠ, το οποίο είναι μικρότερης χρηματικής αξίας από αυτή που ορίζεται στο νόμο για τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις (καθαρή αξία 219 ευρώ αντί 268 ευρώ), η σχετική δε τυπική παράλειψη δεν συμπληρώθηκε ούτε μετά τη συζήτηση και ως εκ τούτου εσφαλμένα η εκκαλουμένη δεν εφάρμοσε το άρθρο 271παρ.3 ΚΠολΔ και δεν δέχθηκε ως ομολογημένους όλους τους ισχυρισμούς της ένδικης ανακοπής, λόγω της ως άνω πλασματικής ερημοδικίας της καθ’ης. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το εν λόγω γραμμάτιο προείσπραξης με ποσό αναφοράς 219 ευρώ  πλέον ΦΠΑ 52,26 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό αναφοράς 271,56 ευρώ είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του Ν.5221/2025 και ως εκ  τούτου ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη δίκασε αντιμωλία των διαδίκων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος τα έγγραφα, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη των εγγράφων με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει σαφώς να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου του αιτούντος, αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης προς επίδειξη. Επιπρόσθετα, απαιτείται το προς επίδειξη έγγραφο να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερομένη σε τέτοιο ισχυρισμό του αντιδίκου του αιτούντος. Η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης προεχόντως ως απαράδεκτης (ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 409/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1844/2011 ΝΟΜΟΣ). [ΜονΕφ Πειρ 129/2026]. Περαιτέρω, οι περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος αναγνωρίζει έννομο συμφέρον προς επίδειξη εγγράφου αναφέρονται περιοριστικά και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και εκείνες κατά τις οποίες το έγγραφο είτε συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή προς απόκτηση ή απόδειξη δικαιωμάτων από αυτόν ή τουλάχιστον και από αυτόν, όχι όμως και όταν η σύνταξή του εξυπηρέτησε αποκλειστικά το συμφέρον του εναγόμενου κατόχου του ή άλλου τρίτου (Γ. Νικολόπουλος, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου ΑΚ, τόμος IV, 1982, άρθρο 902, αρ. 7, σελ. 553) είτε πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα την επίδειξή του. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο τους ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα, ο οποίος, κατά την ορθή νομολογιακή άποψη, πρέπει, πάντως, να έχει λάβει μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο (ΑΠ 94/2018, ΧρΙΔ 2019/99, ΑΠ 9/2005, ΧρΙΔ 2005/715 = Δνη 2005/768, που επικύρωσε την ΕφΘεσ. 1150/2001, Δνη 2003/520, έτσι και Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, τόμος Γ, ημίτομος Γ, 2006, άρθρο 902, αρ. 7, σελ. 746), αφού δε μπορεί να απαιτηθεί η επίδειξη εγγράφου συμβάσεως μεταξύ τρίτων, ακόμα και αν αυτοί είχαν υποχρέωση να παραλείψουν την κατάρτισή της (Κ. Αποστολίδης, Ενοχικόν Δίκαιον Αστικού Κώδικος, τόμος τέταρτος, Ειδικόν Μέρος, § 249, αρ. 6, σελ. 698) και τούτο παρά τις αντίθετες θεωρητικές γνώμες (Γ. Παπαδημητρίου, Το έννομο συμφέρον προς επίδειξη εγγράφου [άρθρο 902 ΑΚ] υπό το φως του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, γνμδ σε ΔΕΕ 2002/13 επομ., Α, Μανιτάκης, Το συνταγματικό δικαίωμα απόδειξης και το αίτημα επίδειξης εγγράφου, γνμδ, σε Δνη 2003/365 επομ., Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τόμος ΙΙ, 2007, § 38, αρ. 19, σελ. 905, Ε. Δημητροπούλου, Η συνταγματική κατοχύρωση της απόδειξης και η επίδειξη πράγματος, ΑρχΝ 2007/417 επομ., Δ. Τσικρικάς, Τα θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα κατά την πρόσφατη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, ΤοΣ 2006/339 επομ.), που, επικαλούμενες τις διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, υποστηρίζουν ότι το έγγραφο αφορά και τον αιτούντα όταν πιστοποιεί ή αποδεικνύει την τέλεση «αδικοπραξίας» σε βάρος του. Πάντως, ανεξαρτήτως αυτού, σε κάθε περίπτωση έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αιτούντος δεν υφίσταται όταν δε συντρέχει καμία από τις αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις αλλά η αίτησή του αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1045/2004, Δνη 2007/142, ΤριμΕφΛαρ. 486/2013, Δικογραφία 2014/438, ΤριμΕφΑθ. 5131/2011, ΔΕΕ 2012/24 = ΕΕμπΔ 2012/456, ΕφΑθ. 673/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). [ΤρΕφΠειρ 349/2019].

Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα της για επίδειξη εγγράφων και συγκεκριμένα για επίδειξη της από 18/6/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίστηκε μεταξύ της της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία « ………………»  στο πλήρες κείμενό της ώστε να αποδειχθεί ότι η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού αγόρασε την υπό διαχείριση της καθ’ης η ανακοπή ένδικη απαίτηση αντί τιμήματος που ανέρχεται στο 10% της απαίτησης που αναφέρεται στην  υπ’ αριθμ. ……./2008 διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, το αίτημα αυτό σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αιτούσας  διότι η τελευταία δεν έχει λάβει μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο  έγγραφο αυτό και με την αίτησή της αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά πραγματικών γεγονότων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το ανωτέρω αίτημα ως απαράδεκτο με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν μπορεί το αίτημα αυτό να υποβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933ΚΠολΔ ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει αφού αντικατασταθεί κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ η εσφαλμένη αιτιολογία με την ως άνω ορθή να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της έφεσης.

Από το άρθρο 927 ΚΠολΔ, σε συνδυα­σμό με τα άρθρα 108, 294-297, 299, 954, 973, 993 και 999 του ίδιου Κώδικα, συνά­γεται ότι εκείνος που φέρεται σε εκτελεστό τίτλο ως δανειστής δικαιούται να επισπεύ­σει, με βάση τον τίτλο, αναγκαστική εκτέλεση κατά του φερόμενου στον τίτλο ως οφειλέτη, παρέχοντας προς τούτο σχετι­κή εντολή στο όργανο της εκτελέσεως, το οποίο στη συνέχεια λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την ολοκλήρωση της εκτελέσε­ως, και ότι σε εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση κατ’ αρχήν δεν απαγορεύεται, ούτε αποδοκιμάζεται, αλλά αντιθέτως πα­ρέχεται δικαίωμα να παραιτηθεί από κάθε μέλλουσα πράξη της εκτελέσεως, έως τη διενέργεια αυτής της πράξεως και με τή­ρηση του κατά νόμο οικείου τύπου και έτσι κατ’ αρχήν να επιφέρει ματαίωση της έγκυ­ρης διενέργειας της εν λόγω πράξεως. Σημειωτέον ότι το ως άνω δικαίωμα εντάσσε­ται στο αναγνωριζόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 20) δικαίωμα αιτήσεως παροχής από την Πολιτεία έννομης προστασίας υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο δικαίωμα, τείνοντας στην εξυ­πηρέτηση του γενικού συμφέροντος για κοινωνική ειρήνη, μπορεί, κατά την άσκη­ση του, να προσβάλλει δικαιώματα άλλου, όπως εκείνο της κατ’ αρχήν προστατευόμενης από το Σύνταγμα (άρθρ. 17) και βασικά ρυθμιζόμενης στον ΑΚ (π.χ. με τα άρθρα 973, 1000, 1108) ιδιοκτησίας. (ΑΠ 223/2004 Νόμος). Η παραίτηση από την κατάσχεση, αυτού που την επέβαλε, ή η ανάκλησή της και γενικώς η ανάκληση της εντολής για εκτέλεση, η οποία δεν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, αλλά, όμως, αποτελεί λόγο κατάργησης της εκτελεστικής διαδικασίας, κρίνεται κατά τις διατάξεις για παραίτηση από διαδικαστικές πράξεις. Η παραίτηση αυτή, μπορεί να γίνει είτε κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 297 ή με εξώδικη έγγραφη δήλωση αυτού που την επέβαλε, η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στον καθ’ ου η εκτέλεση, οπότε και αρχίζει η δέσμευση του πρώτου, λόγω της φύσης της αναγκαστικής εκτέλεσης ως εξώδικης διαδικασίας, και στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί σιωπηρώς (ΑΠ 672/1974 ΝοΒ 23.282 ΑΠ 502/1957 ΝοΒ 6.137, ΕφΑΘ 6953/1987 Δ19. 470, ΕφΑΘ 2327/1970 Δ 1.538, Β. ΒαθρακοκοίληςΚΠολΔ Τόμος Ε’, άρθρο 951 παρ. 16, σελ. 665 – 666, Μ. Μαργαρίτης Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος II, άρθρο 997 αριθμ. 20-23, σελ. 811-812, Μπέης Δ. 8.643 επ., Μπρίνιας Αναγκαστική Εκτέλεση, 2η έκδοση, παρ. 135 α, Βλαστός δ 19.471). Απέναντι στους τρίτους όμως και ιδιαίτερα απέναντι στους άλλους δανειστές του οφειλέτη, προκειμένου να διασφαλισθούν τα συμφέροντα τους, η παραίτηση, κατά την ορθότερη άποψη, παράγει έννομες συνέπειες από την καταχώρηση της στα βιβλία κατασχέ­σεων, όπως ακριβώς και η κατάσχεση παράγει έννομες συνέπειες έναντι των τρίτων από την εγγραφή στα ίδια βιβλία, σύμφωνα με το άρθρο 997 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ (Μπρίνιας, ό.π. παρ. 660 Β’, σελ. 2185 και Δ 12.432 – 433, Βλαστός ό.π. Β. Βαθρακοκοίληςό.π. στο άρθρο 95 αριθ. 11, Μ. Μαργαρίτης ο.π. άρθρο 997 αριθμ. 23, σελ. 812 πρβλ. και ΑΠ 812/1958 ΝοΒ 7.475 για το προϊσχύσαν δίκαιο). [ΜονΕφΛαρ 260/2020, ΜονΕφΠειρ  536/2020 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ].

Με τον έκτο λόγο της έφεσή της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν οι όγδοος και ένατος λόγοι της ανακοπής της  με τους οποίους ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ……./30.7.2025  έκθεσης κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή …….. για το λόγο ότι αυτή κατά παράβαση του άρθρου 997παρ.5 ΚΠολΔ επιβλήθηκε  ενώ ήταν σε ισχύ έτερη αναγκαστική κατάσχεση για την ίδια απαίτηση από τον ίδιο δανειστή, η οποία επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./18.12.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης  ακίνητης περιουσίας του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και πριν συντελεστεί η άρση αυτής. Οι λόγοι αυτοί είναι νόμιμοι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη και πρέπει να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία  νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723)), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336§4), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./18.12.2024 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………., που ενεγράφη στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων στις 19/12/2024 (βλ. τα προσκομιζόμενα κτηματολογικά φύλλα των κατασχεθέντων ακινήτων) επιβλήθηκε από την επισπεύδουσα  καθ’ης η ανακοπή ήδη εφεσίβλητη αναγκαστική κατάσχεση επί τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών (γραφείων) ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας κείμενων εντός οικοδομής που βρίσκεται στον Πειραιά στη διασταύρωση των οδών ……………., τα οποία έχουν ΚΑΕΚ …………, ΚΑΕΚ …………… και ΚΑΕΚ …………… αντίστοιχα. Ακολούθως στις 31/7/2025 και ώρα 13.00 (βλ. τη με αριθμ. ……../31.7.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ………….) η καθ’ης κοινοποίησε στην ανακόπτουσα την υπ’ αριθμ. ………/29.7.2025 πράξη συναίνεσης άρσης κατάσχεσης ακινήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………….., με την οποία δήλωσε προς αυτήν τη συναίνεση της να αρθεί η πρώτη επιβληθείσα κατάσχεση και ως εκ τούτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 997παρ.2α ΚΠολΔ επήλθε άρση των περιορισμών αυτής ως προς την καθ’ης εν συνεχεία δε καταχωρίστηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων με αριθμ. καταχώρισης ………/31.7.2025, οπότε και άρχισε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 997παρ.2γ ΚΠολΔ να ισχύει έναντι των τρίτων. Εξάλλου,  δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ……../30.7.2025 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή επιβλήθηκε για την ίδια απαίτηση νέα κατάσχεση από την καθ’ης στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανακόπτουσας, η οποία  επιδόθηκε στην οφειλέτη ανακόπτουσα στις 31/7/2025 και ώρα 13.15 (βλ. την επισημείωση του ίδιου δικαστικού επιμελητή στην πρώτη σελίδα της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης), δηλαδή σε χρόνο όπου το ακίνητο ήταν πλέον ελεύθερο της προηγούμενης κατάσχεσης για την αυτή απαίτηση από την ίδια επισπεύδουσα και συνεπώς άρχισε από το ανωτέρω χρονικό σημείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 997παρ.2α ΚΠολΔ, να παράγει για την καθ’ης η κατάσχεση έννομα αποτελέσματα. Ακολούθως δε, με την μεταγενέστερη της υπ’ αριθμ. ……./31.7.2025,  καταχώρισης της προαναφερόμενης πράξης συναίνεσης άρσης της κατάσχεσης, υπ’ αριθμ. ……/31.7.2025 καταχώριση καταχωρίστηκε και η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων παράγοντας πλέον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 997παρ.2γ ΚΠολΔ έννομα αποτελέσματα για τους τρίτους.

Επομένως, εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων από τον ίδιο δανειστή για την αυτή απαίτηση καθώς είχε προηγηθεί νόμιμη παραίτηση της επισπεύδουσας δανείστριας από την προγενέστερη αναγκαστική κατάσχεση πριν την επιβολή νέας αναγκαστικής κατάσχεσης δυνάμει της προσβαλλόμενης ……/30.7.2025 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή ……………… Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε τους συναφείς λόγους ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου – ΑΠ 144/2021 ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 923/2021 ΝΟΜΟΣ – ΑΠ 747/2012 ΝΟΜΟΣ).

Με τον έβδομο λόγο της έφεσή της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο έβδομος λόγος της ανακοπής της  με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης για το λόγο ότι το ποσό της οφειλής είναι ανεκκαθάριστο, αφού η καθ’ης ζητούσε με την προσβαλλόμενη από 23/7/2025 επιταγή την καταβολή ποσού 31.821,52 ευρώ, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο κατόπιν της από 27/5/2008 καταγγελίας της υπ’ αριθμ… …………/20.6.2004 σύμβασης πίστωσης καθώς συμπεριέλαβε στο ανωτέρω ποσό και δη εντόκως την καταβολή άληκτου και μη ληξιπρόθεσμού τμήματος του δανείου ποσού 22.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μελλοντικές απαιτήσεις κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 808ΑΚ, έτσι ώστε να καθίσταται άκυρη κάθε αντίθετη συμφωνία που προβλέπει αυτόματη κατάπτωση ολόκληρου του δανείου για μη ληξιπρόθεσμες οφειλές και ως εκ τούτου οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρες για το ποσό των 22.000 ευρώ μετά των αναλόγων τόκων και τόκων εξ ανατοκισμού.

Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος  διότι το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Επομένως όταν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές, μετά δε τη λύση της σύμβασης, δια της γενόμενης καταγγελίας, ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, ο οποίος δίνει το δικαίωμα στο δανειστή να αξιώσει από τον οφειλέτη την άμεση πληρωμή ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό λόγο ανακοπής ως νομικά αβάσιμο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο σχετικός έβδομος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου, με την έκδοση της παρούσας οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής  των ανακοπτόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (βλ.ΜονΕφΠειρ 307/2024).  Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183  και 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 2.3.2026 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης  δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……../3.3.2026) έφεση κατά της 2634/2026 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../3.3.2026).

Απορρίπτει την αίτηση αναστολής.

Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατιθέμενου από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις  14.7.2026  με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ