Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 481/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως  481/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα   Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την       …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του   εκκαλούντος : ………………., ο οποίος   εκπροσωπηθηκε  στο ακροατήριο  από την πληρεξουσια δικηγόρο Άννα Κούπα.

Της   εφεσιβλητης: ……………..  η οποία εκπροσωπηθηκε  στο ακροατήριο  από την πληρεξουσια δικηγόρο, Θεοδώρα Μαζαράκη, βάσει δηλώσεως.

Η    ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη  άσκησε  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27-12-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 αγωγή   κατά  του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος  και  ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της  ανωτέρω αγωγής  εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2036/2025  απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία  έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τον εκκαλούντα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου  ο εναγόμενος   με   την  από 26-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2025 έφεσή τoυ,  αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ……………/2025 η οποία   προσδιορίσθηκε    για την δικάσιμο   που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο,  η πληρεξούσια δικηγόρος  της εφεσίβλητης    δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, η δε  πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος   αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του εναγομένου κατά της υπ’ αριθ. 2036/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που  εκδόθηκε   κατά την  τακτική διαδικασία και  δέχθηκε εν μέρει  την  εναντίον του   από από 27-12-2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2023) αγωγή της εφεσιβλητης κατ’ ουσίαν (ενώ απέρριψε την αγωγή κατά της ……………., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη),  έχει ασκηθεί νομοτύπως   και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ ), αφού η εκκαλουμένη  επιδόθηκε στις 28-5-2025 και η έφεση κατατεθηκε στις 26-6-2025,  αρμοδίως δε φέρεται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της  έχει καταβληθει  και το νόμιμο παράβολο  σύμφωνα με το  άρθρο  495 παρ. 3  εδ. 3 του ΚΠολΔ. Επομένως,  είναι   τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω  διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 εδ.α` και β` του Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως το πρώτο αντικ. από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι. Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, καθώς και εκείνες των άρθρων 2§1 ν.δ. 17.7/13.8.1932 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν 1969/1991, 411, 489, 490, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη ή των καταθετών και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα καθένας από αυτούς να γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και να μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου. Επομένως, εάν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε (ΑΠ 1894/2006 ΝΟΜΟΣ), ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1410/2015 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό αυτό δικαίωμα (ΑΠ 656/2019 ΝΟΜΟΣ). Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1001/2012).  Στις περιπτώσεις αυτές, όλοι οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017 ΝΟΜΟΣ). Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015 ΝΟΜΟΣ). Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων συνδικαιούχος που στρέφεται αναγωγικά κατά έτερου συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού (ΑΠ 2058/2007 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, ενώ χαριστική είναι όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Στην περίπτωση της εντολής ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα τα οποία έχει καταθέσει σε αυτόν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση – συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό που ανέλαβε (ΑΠ 1550/2007, ΕφΔωδ 179/2006 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος, εφόσον ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής, έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Θετική ζημία είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ελάττωση της περιουσίας του εντολοδόχου (ΑΠ 536/2004, ΕφΑΘ 204/2007 ΝΟΜΟΣ) που επέρχεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, και με τη μη προβλεπόμενη από την εσωτερική σχέση της εντολής ανάληψη ποσών από κοινό τραπεζικό λογαριασμό.  Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ’ επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε.  Προκειμένου  περί καταθέσεως χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2§1 εδ. α’ ν.δ. 17.7/13.8.1932 και 1 §1 ν. 5648/1923, όπως το άρθρο τούτο έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η τράπεζα στην οποία γίνεται η κατάθεση καθίσταται κυρία των κατατεθέντων χρημάτων και υποχρεούται να τα αποδώσει, εν όλω ή εν μέρει, σε κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, εκείνος δε που απέσυρε τα χρήματα γίνεται κύριος αυτών εξ ιδίου δικαίου.    (ΑΠ 672/2024, ΑΠ 1022/2019, ΑΠ 1128/2017, 1964/2014,  ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 529/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την από 27-12-2023 (με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης ………/2023)  αγωγή της, η   ενάγουα   και ήδη εφεσίβλητη, ισχυριζόταν, κατ’ ορθήν εκτίμηση του δικογράφου  ότι  περί τα μέσα Αυγούστου 2023, κατόπιν συζητήσεων που είχε με τον  εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, υιό της,  παρέσχε σε αυτόν την δυνατότητα και το δικαίωμα να διαχειρίζεται την περιουσία της, κατοπιν εντολών και προηγουμενης γνώσης της  ως προς τις κινησεις των λογαριασμών της, και συγκεκριμένα, αυτός θα μπορούσε να προβαίνει  σε αναλήψεις από κοινό λογαριασμό στον οποιον θα τον καθιστούσε  συνδικαιούχο, μόνο προς όφελος  και για λογαριασμό αυτής  και του πάσχοντος από άνοια πατέρα του,   προκειμένου να τους περιθάλπτει  και να καλύπτει τις πάσης φύσεως  ανάγκες τους. Ότι στις 26-9-2023 ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς να  έχει σχετικό δικαίωμα από την σύμβαση ή το νόμο, προέβη σε ανάληψη από τον αναφερόμενο σε αυτήν τηρούμενο στην τράπεζα Eurobank κοινό  ομολογιακό προθεσμιακό  λογαριασμό, με συνδικαιούχο την  ίδια και αυτόν, του ποσού των 100.000 ευρώ  και στην συνέχεια ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα μεταφέροντάς το στον αναφερόμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό  που διατηρεί με την θυγατέρα του, …………….  (δεύτερη εναγομένη -μη διάδικο στην παρούσα δίκη), στην ίδια ως άνω τράπεζα. Ότι η οριστική εκδήλωση της βούλησης του πρώτου εναγομένου  για παράνομη ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού συντελέσθηκε όχι μόνο  με την παραπάνω μεταφορά των χρημάτων σε δικό του λογαριασμό, αλλά και όταν, στη συνέχεια, αρνήθηκε να της το επιστρέψει.   Ότι για το ως άνω αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε εμπιστευθεί στον πρώτο εναγόμενο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστής ξένης περιουσίας, που τέλεσε ο εναγόμενος υπέβαλε σε βάρος του  την από 22-12-2023 (ΑΒΜ …………..  έγκλησή  της  ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς.   Ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς  του εναγομένου  υπέστη περιουσιακή  και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικο αυτό επικαλούμενη αφενός τις περί αδικοπραξιών διατάξεις  και αφετέρου τις προαναφερόμενες διατάξεις όσον αφορά την συμβατική ευθύνη του εναγομένου  προς απόδοση του αναληφθέντος από τον κοινο λογαριασμό  ποσού, ζητούσε,  όπως παραδεκτως μετετράπη το συνολικό αίτημα της αγωγής  από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ) με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομενου  να της καταβάλει α) το ποσό των 100.000 ευρώ, που ανέλαβε παράνομα και αντισυμβατικά  και υπεξαίρεσε από τον αναγραφόμενο σε αυτήν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, νομιμοτόκως  από την επομενη της αναλήψεως του, ήτοι από 27-9-2023, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και  β)  το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματικη ικανοποιηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής  εξεδόθη η εκκαλουμένη, δια της οποίας τo  πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε  ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τον  εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα κατά το μέρος που ερείδεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, τόσο για την περιουσιακή ζημία της ενάγουσας όσο και χρηματικη ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με την αιτιολογία  ότι η ανάληψη  ποσού από κοινό τραπεζικο λογαριασμό  εξ ενός των συνδικαιούχων αυτού, ακόμη κι αν αυτο δεν ανηκει καθ’ ολοκληρίαν στο συνδικαιούχο  που έκανε την ανάληψη, δεν συνιστά υπεξαίρεση,   έκρινε την αγωγή νόμιμη  ως  προς τον  εναγόμενο – εκκαλούντα, όσον αφορά την συμβατική ευθύνη αυτού προς απόδοση του αναληφθέντος ποσού,  και ορισμένο και νόμιμο το  παρεπόμενο αίτημα των τόκων μόνον από της επιδοσεως της αγωγής ενόψει του ότι δεν εκτιθεται ότι έλαβε χωρα όχληση, και  περαιτέρω, μετ΄ εκτίμηση αποδείξεων, δέχθηκε εν μέρει  την αγωγή της εφεσιβλητης   κατ’ ουσίαν.  Κατά της απόφασης  αυτής, παραπονείται ο εναγομενος   και ήδη εκκαλων,   με την υπό κρίση  έφεσή του  για τους αναφερόμενους  σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου και σε  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί εν όλω η αγωγή. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της  αγωγής αναφέρονται όλα τα κατά νόμον  στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής ως προς την  βάση  της συμβατικής ευθύνης προς απόδοση του αναληφθέντος από κοινό λογαριασμό ποσού, που εδράζεται στις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων  1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ καθώς και στην διατάξη   του άρθρου 70 ΑΚ.

Από την προσήκουσα εκτίμηση των  προσκομιζομενων μετ’ επικλήσεως  από τον εναγόμενο  απο 26-4-2024 με αριθμους πρωτ. ΔΣΠ ΕΒ …… και ΔΣΠ ΕΒ ……../ 2024  ενόρκων  βεβαιώσεων  των ……… και …………., που δόθηκαν  ενώπιον της δικηγόρου ………..,  μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγουσας  (υπ’ αριθμ. ……../23.4.2024 έκθεση επίδοσης του  δικαστικού  επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………), ως και από την συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων από  τους διαδίκους εγγράφων, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι επιτρέπεται  το εμμάρτυρον, λαμβανομένων υπ’ όψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα εξής:   Στις 18-9-2023  η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προέβη  στο άνοιγμα κοινής  προθεσμιακής κατάθεσης στην Τράπεζα Eurobank, με αριθμό ……….. και με αριθμό κοινού λογαριασμού  …………, με συνδικαιούχο τον  εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, υιό της, με κεφάλαιο 100.000,00 ευρώ, το οποίο μετέφερε από έτερο  λογαριασμό.  Η διάρκεια της  προθεσμιακής αυτής   κατάθεσης ορίσθηκε ετησια, από 18-9-2023 εως 18-9-2024, με τόκους συνολικού ποσού  1.296,26 ευρώ, εκτοκιζόμενων μηνιαίως,  με ρητό δε  όρο ορίσθηκε ότι η κατάθεση και ο προθεσμιακός λογαριασμός από αυτήν θα διεπονται απο τις διατάξεις του ν. 5638/1932 «Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν» και καθένας απο τους  συνδικαιούχους θα δικαιούται, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοιπων, να κάνει χρήση της κατάθεσης.  Στις 26-9-2023  με εντολή του εκκαλούντος, συνδικαιούχου του λογαριασμού, πραγματοποιήθηκε  πρόωρη λήξη της ως άνω  κοινής προθεσμιακής κατάθεσης και πίστωση ολόκληρου  του ποσού αυτής  στον  κοινο λογαριασμό των ίδιων συνδικαιούχων  (ενάγουσας και εναγομενου) με αριθμό  ………….,  ο οποίος στη συνέχεια, έκλεισε, αφού  το παραπάνω ποσό μεταφέρθηκε με εντολή του εκκαλούντος  σε έτερο λογαριασμό  με αριθμό ……….., που διατηρούσε αυτός στην ίδια Τράπεζα με συνδικαιούχο την κόρη του …………….. Οι ανωτέρω ενέργειες εκ μερους του εναγομενου έλαβαν χωρα χωρίς τη συναίνεση ή εγκριση της εφεσίβλητης.  Όταν η εφεσιβλητη έλαβε γνωση της αναληψης όλου του ποσού από  τον εκκαλούντα διαμαρτυρήθηκε  σε αυτόν και στη συνέχεια, υπέβαλε σε βαρος του και σε βαρος της θυγατερας του, εγγονής της, την από 22-12-2023 έγκληση  (Α.Β.Μ. ………) ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιως  για το αδίκημα της υπεξαίρεσης  αντικειμένου ιδιαιτερα μεγαλης αξίας, με την επιβαρυντική  περίσταση ως προς τον πρώτο εναγόμενο της εμπίστευσής του σε αυτον υπό την ιδιότητα του εντολοδοχου, διαχειριστή αλλότριας περιουσίας, ενω άσκησε και την από 27-12-2023 (με αριθμό κατάθεσης ……………./2023) αιτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του παρόντος  Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε  η υπ’ αριθ.  576/2024 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή  ως προς τον εναγομενο και διαταχθηκε η συντηρητική κατασχεση οποιουδήποτε περιουσιακού  στοιχείου του μέχρι του ποσού των 75.000 ευρώ προς εξασφάλιση της αναγωγικής απαίτησης της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. Περαιτέρω δεν απεδείxθη η  ύπαρξη σύμβασης εντολής  μεταξύ της ιδίας  και του εκκαλούντος και ειδικότερα δεν απεδείχθη  ο αγωγικός  ισχυρισμός  ότι συμφωνηθηκε  ότι ο εκκαλών  θα προβαινει  σε αναλήψεις  από τον κοινο λογαριασμό  κατόπιν εντολών  και προηγούμενης γνωσης της εφεσιβλητης, προκειμένου να  καλυπτει τις διάφορες αναγκες αυτής και του πασχοντος από άνοια συζύγου της, όπως ιατροφαρμακευτικές  δαπανες, δαπάνες συντήρησης, αμοιβης οικιακής βοηθου ή αποκλειστικής νοσοκομας. Επομένως, μη  απεδειχθείσης της  καταρτισεως  συμβάσεως  εντολής μεταξύ της εναγούσης και του εναγομενου, με βαση την  οποία αυτος θα αναλάμβανε ποσά από τον κοινο τραπεζικό  λογαριασμό  και θα της τα απεδιδε, η εναγουσα  ως μη αναλαβούσα  δικαιούχος, έχει από τον νομο απαιτηση έναντι του εναγομενου που ανέλαβε ολοκληρο το ποσό  της κοινης καταθεσης , για την καταβολή ποσου  ισου προς το μισό αυτής,  καθοσον από την μεταξυ τους  εσωτερική σχεση  δεν απεδειχθη ότι είχε συμφωνηθεί άλλη αναλογια ή δικαιωμα επί ολοκληρου του ποσού. Τα αυτα δεχθέν το πρωτοβάθμιο  Δικαστήριο επεδίκασε στην ενάγουσα το ήμισυ του αιτουμένου ποσου βάσει του άρθρου 493 ΑΚ.  Ο εναγόμενος πλήττει δια της υπο κρίση  εφεσεως  παραδεκτώς  την εκκαλουμένη ως προς το επιδικασθεν στην ενάγουσα κεφάλαιο ποσό των 50.000 ευρώ, καθόσον η ενάγουσα δεν άσκησε έφεση για το απορριφθεν μέρος  και επαναφερει  δια λογου εφεσεως την και πρωτοδικως προβληθείσα ένσταση της ελλείψεως δικαιώματος αναγωγής της εναγουσης και ήδη εφεσίβλητης λόγω δωρεάς εν ζωή  από μητέρα προς τέκνο. Ειδικότερα  ισχυρίζεται ότι η εναγουσα  από τον Μάιο τους 2023 εξέφρασε την επιθυμία  να άρει « αδικία», καθως επι σειρα ετων  εκεινη και ο πατερας του διετρεφαν και καλυπταν  όλες τις αναγκες  της αδελφης του  και της οικογενειάς της, της είχαν δε μεταβιβάσει δυο ακινητα, ενώ  στον ίδιο ενα μονο και αυτο  κατα ψιλή κυριότητα και για τον λόγο αυτον αποφασισε να τον καταστησει  συνδικαιούχο  σε κοινο τραπεζικο λογαριασμό, ώστε αρχικά να λαβει 15.000,00 ευρώ για την εξυπηρετηση της Κρατικής Επιδότησης  «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ» και στη συνέχεια, να εξυπηρετησει το δανειο της πρωτης  κατοικίας του και ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού   του τα «χαρισε» για ηθικούς λόγους. Ο ισχυρισμός  αυτος  είναι  επαρκως ορισμένος και νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί  κατ’ ουσίαν.   Η ενάγουσα αρνείται την ιστορική βάση  της ενστάσεως.  Aπό τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν   απεδείχθη η ιστορική βάση της ενστάσεως, δηλαδη ότι η εφεσίβλητη προέβη σε δωρεά των χρημάτων της κοινης προθεσμιακής κατάθεσης   προς τον εκκαλούντα. Ούτε, εξάλλου, απεδείχθη ότι προέβη σε γονική παροχή των χρημάτων της κοινής κατάθεσης  προς τον εναγόμενο. Η σύζυγος του εναγομενου, ……….., στην προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον εκκαλουντα   ένορκη βεβαιωσή της, η οποία ως εκ της ιδιοτητός  της αυτής έχει άμεση γνώση,   ρητως αναφερει  «…. Εκει, κατα το μηνα Αύγουστο 2023, η εναγουσα πεθερα μου ειπε στον …… ότι τον ευγνωμονεί για όσα κανει, ότι τον έχει αδικησει τοσα χρονια, δινοντας   χρηματα στην κορη της ότι μάλιστα (εκτός των άλλων) της έχει κτισει και το εξοχικό στην ……., το οποίο τωρα έχει γινει το μηλον της εριδος  και ότι θελει να αποδωσει δικαιοσύνη και να τον βοηθησει  να εξοφλησει τις δανειακες του υποχρεωσεις. Μάλιστα του είπε ότι θα τον κανει συνδικαιούχο σε εναν τραπεζικο λογαριασμό  στον οποιο υπηρχαν καταθεσεις υψους 100.000 ευρώ. Επισης του επεδειξε κι άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς  με χρηματα συνολικής αξίας 57.000 ευρώ. Τέλος του είπε ότι θα του δωσει  ακόμη 15.000 ευρώ για να προβεί σε εφαπαξ εξόφληση μιας οφειλής  ΕΣΠΑ για την ενεργειακή αναβαθμιση του ακινητου  μας, όπω κι εγινε…» Aπό κανένα, όμως, σημείο της ως άνω ένορκης βεβαιωσης της συζύγου του εναγομένου δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα προέβη σε δωρεά των χρημάτων του κοινου λογαριασμού προς τον εναγόμενο, ούτε εξάλλου απεδείχθη ότι προέβη σε γονικη παροχή των χρημάτων αυτών. Δεν αποδεικνύεται  η ιστορικη  βάση της ενστασεως καθόσον η ενόρκως βεβαιούσα δεν εκθέτει καθόλου γνωση της περί της υπαρξεως συμφωνίας δωρεάς, αλλά περιορίζεται στην εκθεση γνωσεως της ότι η εφεσίβλητη θέλησε να τον καταστήσει απλως συνδικαιουχο. Από  την άνω  καταθεση της συζύγου του εναγομένου αποδεικνυεται ότι προθεση της εναγουσας ήταν να καταστησει  απλά τον εναγομενο συνδικαιούχο στον ένδικο κοινό λογαριασμό, προς αποκλεισμό της κορης  της, που μέχρι τότε ειχε συνδικαιούχο  και με την οποία  οι σχεσεις τους είχαν έρθει σε ρηξη το χρονικό εκείνο διαστημα, και όχι να του δωρισει το επίδικο ποσό. Περαιτέρω  η ανιψια του εναγομένου, ……..,  στην προσκομιζόμενη  μετ’ επικλήσεως από τον εναγόμενο  ένορκη βεβαίωσή  της   κατεθεσε μεν  ότι η θεία της, …………,   της είχε αναφέρει ότι  η ενάγουσα θα εδινε στον εναγόμενο 100.000,00 ευρώ για  να αποπληρώσει το δανειο, όμως ως πηγή  γνώσεώς της  αναφέρει  διήγηση της ετέρας  ενορκως βεβαιουσας (…………….) – συζύγου του  εναγομένου, η οποία, όμως, συζυγος καταθετουσα ουδεν ανέφερε περί του ουσιώδους αυτού ζητήματος που αποτελεί  και την ιστορική βαση της ενστασεως. Συνεπως η ανωτέρω καταθεση  της ……….. δεν αρκει για να δημιουργηθεί πλήρης δικανικής πεποιθηση περί της αληθείας του ισχυρισμού του εναγομένου.  Αλλωστε από την κατάθεση    της ανιψιας του εναγομένου, ……..,  συνάγεται ότι η διήγησης της θείας της, …………,  ήταν ανακριβης. Ενισχυντικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι  η ενάγουσα δεν προέβη σε δωρεά  των χρημάτων της κοινής προθεσμιακής καταθεσης  στον εναγομενο για την εκπλήρωση των δανειακών του υποχρεώσεων,  αποτελεί το γεγονός ότι το  ύψος της οφειλης του εναγομένου  από το δάνειο ανηρχετο στο ποσό των 64.000 ευρώ, όπως  ο ίδιος ομολογεί, δηλαδή  ήταν  μικρότερο από το ποσό των 100.000 ευρώ που ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό. Εξάλλου από την  προσκομιζομένη  μετ’ επικλήσεως βεβαίωση εξόφλησης  που φέρει ημερομηνία 9-2-2024, αποδεικνύεται ότι η εξόφληση του δανείου έγινε πολύ μεταγενέστερα ήτοι πέντε μήνες μετά  από την ανάληψη του ποσού από τον κοινό λογαριασμο, και μάλιστα  όταν  ο εκκαλών  είχε ήδη λάβει γνωση  των δικαστικών εναντίον του ενεργειών εκ μέρους  της εφεσίβλητης, ήτοι της  κατάθεσης αιτήσεως ασφαλιστικων μέτρων για δεσμευση της ακίνητης περιουσίας του και της υποβολής  εγκλήσεως σε βάρος αυτού και της κόρης του. Συνεπώς η ενσταση ελλειψης δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους της εναγούσης πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι αβασιμα κι απορριπτέα. Επομένως, εφόσον  ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι το επίδικο αναληφθέν  ποσό  αποτελεί δωρεά  μη ανταποκρινόμενος στο βάρος απόδειξης, το οποίο έχει λόγω του ότι επικαλείται εξαιρετικό δικαίωμα έλλειψης δικαιώματος αναγωγής της εναγουσας σε βάρος του, ο εναγόμενος δεν ανέλαβε το επίδικο ποσό βάσει νόμιμου δικαιώματος και κατά συνέπεια   οφείλει στην ενάγουσα   το πρωτοδίκως  επιδικασθέν ποσό. Ο εκκαλών  επαναφερει  με λόγο εφέσεως τον και πρωτοδίκως προσβληθέντα ισχυρισμό  ότι η  ένδικη αγωγή  ασκηθηκε καταχρηστικά, διότι η ίδια η εναγουσα επεμεινε να ανοιξει κοινο λογαριασμό  με αυτον  και του δηλωσε ότι θα του δωσει τα χρηματα για να εξοφλησει το στεγαστικό του  δανειο και ότι η ενάγουσα  διεκδικεί την επιστροφή χρημάτων που του είχε ήδη δωρίσει. Ο ισχυρισμός αυτός  με τον οποίο επιχειρειται να θεμελιωθεί ενσταση καταχρηστικής ασκησης δικαιώματος είναι απορριπτεος ως νομικά αβασιμος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά,και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος της εναγουσης  κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η  ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη αιτείται από τον εκκαλούντα την απόδοση των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο ήταν συνδικαιούχος, συνιστά άσκηση εκ μέρους της τελευταίας νομίμου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας. Η άσκηση, δε, αυτού, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, παρά την επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαία αυτή συνεπάγεται για τον εναγομενο, χωρίς τη συνδρομή και άλλων προϋποθέσεων δεν είναι καταχρηστική (ΑΠ 536/2017, ΑΠ 206/2017,  ΑΠ 499/2007, ΤΝΠ Νόμος), απορριπτομένων όσων περί του αντιθετου υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο εφέσεως.       Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως βασιμη κατ’ουσίαν, και  αναγνωρισε την υποχρεωση του εναγομενου να καταβαλει στην εναγουσα το ποσό  των 50.000 ευρώ νομιμοτοκως  από την επομενη ημερα επιδοσης της αγωγής μεχρις εξοφλησεως, έλαβε ορθόν κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό, και πρέπει  αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης δια των αιτιολογιών της παρούσης να απορριφθούν οι επιμέρους λόγοι εφέσεως ως και η υπό κρίση έφεση στο συνολό της. Τέλος  τα δικαστικά έξοδα της εφεσιβλητης   του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του εκκαλούντος   λόγω της ήττας του  (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ μετά την απόρριψη  της  εφέσεως  πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή   του κατατεθέντος παραβόλου στον  Δημόσιο Ταμείο  (495  παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει  κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων υπό κρίση έφεση.

Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την    έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή  του  παραβόλου που κατατέθηκε για την  έφεση  στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος  του εκκαλούντος   την δικαστική δαπάνη της εφεσιβλητης   του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθορίζει σε χίλια  (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε  την  14.7.2026 σε έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση,  απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ