ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 483/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………….», όπως μετονομάσθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….» (………..) και το διακριτικό τίτλο «………» (……….), κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της (με κωδ. αρ. καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. ……/10.06.2020), η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής, επί της οδού ……….., με ΑΦΜ … ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 4354/2015, δυνάμει της με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017), ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……… (……… .), που εδρεύει στο …. της Ιρλανδίας, οδός ………, με αριθμό καταχώρησηςστο μητρώο εταιρειών 649096, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ….., με ΑΦΜ …. ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Μελίνας Χατζηνούσκα (ΑΜΔΣΑ …), μέλους της δικηγορικής εταιρίας (ΔΕ), με την επωνυμία «ΧΑΡΑΚΤΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, με ΑΜΔΣΑ …., η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό της το με Νο …../10.06.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Του εφεσίβλητου: ……………., ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Νεφέλης Παγίδα (ΑΜ ΔΣ Πειραιώς …..), με δήλωση (άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατέθεσε το με Νο …./03.06.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της εκκαλούσας την από 12-04-2025 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου ………/22.04.2025 ανακοπή εκ του άρθ. 933 ΚΠολΔ επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3810/2025 οριστική απόφαση, που έκανε δεκτή την ανακοπή και καταδίκασε την καθ΄ ης στην δικαστική δαπάνη ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα καθ΄ ης η ανακοπή, με την από 06.10.2025 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου …………./08.10.2025], ορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………./08.10.2025] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ……. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 06.10.2025 έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………/08.10.2025 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για προσδιορισμό δικασίμου ……../08.10.2025] της ηττηθείσας καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 3810/19.08.2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 αρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 10.09.2025 [βλ. υπ΄αρ. ………./10.09.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………….]. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ……../2025 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του της τράπεζας Eurobank.
Ο εφεσίβλητος – ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της εκκαλούσας την από 12-04-2025 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου ……../22.04.2025 ανακοπή εκ του άρθ. 933 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, την ακύρωση: 1) Της από 19-03-2025 επιταγής προς πληρωμή, τεθείσας παρά πόδας του πρώτου εκτελεστού απογράφου τής με αριθμό …/2012 [αρ. απογράφου …../2012] διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε σε αυτόν [η επιταγή] την 21.3.2025 και 2)Της με αριθμό …./31-03-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……., που επιδόθηκε σε αυτόν την 01.04.2025 και την καταδίκη της καθ΄ ης στην δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την έκδοση της με αριθμό 3810/2025 οριστικής απόφασης, αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκανε τυπικά δεκτή την ανακοπή, στη συνέχεια έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο αυτής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες ως άνω πράξεις. Με τον λόγο αυτό ο ανακόπτων ζήτησε την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης, ισχυριζόμενος ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής κατέστη τελεσίδικη την 28.4.2022 (μετά τη δεύτερη επίδοσή της) και ότι, λόγω της παράλειψης της καθ’ ης να τρέψει την εγγεγραμμένη επί του ακινήτου του προσημείωση σε οριστική υποθήκη εντός της νόμιμης 90ήμερης προθεσμίας (ήτοι μέχρι την 27.7.2022), η εν λόγω προσημείωση αποσβέστηκε αυτοδικαίως κατ’ άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ, με αποτέλεσμα το ακίνητό του να ελευθερωθεί και ο ίδιος να μην υπέχει πλέον την ιδιότητα του προσημειούχου οφειλέτη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την υπό κρίση έφεση η καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ισχυριζόμενη, με τους λόγους της, ότι εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και μη νόμιμα έγινε δεκτός ο 1ος λόγος της ανακοπής και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η ένδικη ανακοπή και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην δικαστικής της δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκθέτοντας ότι η επίδικη προσημείωση ετράπη εμπρόθεσμα σε υποθήκη την 11.08.2022 (δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./11.08.2022 καταχώρισης στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων), καθόσον η 90ήμερη προθεσμία εκκίνησε από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή στον ανακόπτοντα ως τρίτο διακάτοχο την 26.04.2022 και έληγε την 15.08.2022, το δε εμπρόθεσμο κρίθηκε κυριαρχικά από το Κτηματολογικό Γραφείο. Επιπλέον, διατείνεται ότι η υπ’ αριθμ. 630/2024 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκε η εμπρόθεσμη τροπή, ακύρωσε απλώς τις τότε πράξεις εκτέλεσης και όχι την προσημείωση υποθήκης, καθώς στερείτο σχετικής δικαιοδοσίας, και ότι η απόφαση αυτή είναι ανίσχυρη έναντι αυτής, καθόσον δεν έχει καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο προς διαγραφή του βάρους. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1323 αριθ. 2 ΑΚ, η προσημείωση υποθήκης αποσβέννυται αν, μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ημέρα που η απόφαση ή η διαταγή πληρωμής, η οποία διατάσσει ή επιτρέπει την εγγραφή της, κατέστη τελεσίδικη, ο προσημειούχος δανειστής δεν προέβη στην τροπή της προσημείωσης σε οριστική υποθήκη. Η προθεσμία αυτή των 90 ημερών είναι προθεσμία ουσιαστικού δικαίου, ανατρεπτική, η άπρακτη πάροδος της οποίας επιφέρει την αυτοδίκαιη και οριστική απόσβεση του δικαιώματος προσημείωσης, με αποτέλεσμα το σχετικό εμπράγματο βάρος να καθίσταται ανενεργό και το ακίνητο να ελευθερώνεται αναδρομικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 του ΕισΝΚΠολΔ και τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, η διαταγή πληρωμής εξοπλίζεται με δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου (και άρα αποκτά τελεσιδικία κατά την έννοια του άρθρου 1323 αριθ. 2 ΑΚ) μόνον εφόσον, μετά την αρχική επίδοσή της, επιδοθεί για δεύτερη φορά στον οφειλέτη και παρέλθει άπρακτη η νέα προθεσμία ανακοπής των δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Η τελεσιδικία αυτή συντελείται άπαξ και η συνακόλουθη ανατρεπτική προθεσμία των 90 ημερών προς τροπή εκκινεί την επομένη της συμπλήρωσης της ως άνω 15ήμερης προθεσμίας (άρθρο 241 ΑΚ) [ΑΠ 1521/2022, ΑΠ 810/2021 ΝΟΜΟΣ]. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 1323 αριθ. 2 του ΑΚ 90ήμερη προθεσμία για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, η οποία εκκινεί από την απόκτηση ισχύος δεδικασμένου της διαταγής πληρωμής αποτελεί γνήσια αποκλειστική προθεσμία ουσιαστικού δικαίου. Με την άπρακτη πάροδο αυτής, το εμπράγματο δικαίωμα της προσημείωσης αποσβέννυται αυτοδικαίως (ex lege) και το προνόμιο του δανειστή χάνεται οριστικά. Κατά συνέπεια, τυχόν μεταγενέστερη, τρίτη (3η) επίδοση της ίδιας διαταγής πληρωμής στερείται οιασδήποτε έννομης συνέπειας, καθόσον οι αποσβεστικές προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου δεν υπόκεινται σε αναβίωση, ανανέωση ή νέα έναρξη μέσω μεταγενέστερων δικονομικών ενεργειών του δανειστή επί του εκτελεστού τίτλου [ΑΠ1521/2022, ΑΠ 810/2021 ό.π.]. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την επανεξέταση της ίδιας έννομης σχέσης, δημιουργείται και από τις αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εφόσον αυτές κατέστησαν αμετάκλητες. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται τόσο στο κύριο ζήτημα της ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης, όσο και στα προδικαστικά ζητήματα που κρίθηκαν και ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του διατακτικού της απόφασης. Η ύπαρξη δεδικασμένου, με το οποίο κρίθηκε η απόσβεση ενός δικαιώματος, δεσμεύει τα διάδικα μέρη σε κάθε μεταγενέστερη δίκη και υποχρεώνει το δικαστήριο να λάβει ως δεδομένη την έννομη αυτή συνέπεια, απαγορεύοντας την έκδοση αντίθετης κρίσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» ενέγραψε, στις 19-04-2005, δυνάμει της με αριθμό 3010/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος των ………….., χήρας ………, το γένος ………….., προσημείωση υποθήκης, ποσού 110.500 ευρώ, στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας, στον τόμο …. και με αριθμό ..… επί του με στοιχεία Γιώτα Κεφαλαίο ένα (Ι-1) διαμερίσματος του ισογείου, με αριθμό ΚΑΕΚ ………., επί μιας οικοδομής, η οποία βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής και στη διασταύρωση των οδών …………., του οποίου τότε ο μεν πρώτος ήταν ψιλός κύριος και η δεύτερη επικαρπώτρια. Η προσημείωση αυτή, που καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογίου Νίκαιας, εγγράφηκε προς εξασφάλιση απαίτησης της προαναφερόμενης τραπεζικής εταιρείας, από την με αριθμό …………/12-04-2005 σύμβασης δανείου, την οποία υπέγραψαν και συνυπέγραψαν, οι ως άνω ψιλός κύριος και επικαρπώτρια, αντίστοιχα. Δυνάμει, δε, του με αριθμό ……../03-07-2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Πειραιά, ………….., νόμιμα καταχωρημένου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας, τα ως άνω πρόσωπα ως ψιλός κύριος και επικαρπώτρια, αντίστοιχα, μεταβίβασαν στον εφεσίβλητο, έναντι τιμήματος, ύψους 58.344,30 ευρώ, λόγω πώλησης, κατά πλήρη κυριότητα την ένδικη οριζόντια ιδιοκτησία, όπου κατά την υπογραφή τού ως άνω συμβολαίου υφίστατο η προπεριγραφόμενη προσημείωση υποθήκης. Ωστόσο, παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα οι πωλητές δεν προέβησαν, ως όφειλαν, σε πλήρη και ολοσχερή αλλά σε μερική εξόφληση των οφειλών τους από την ως άνω σύμβαση δανείου, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο, ύψους 39.736,64 ευρώ, πλέον τόκων. Σημειωτέον ότι, αν και εκδόθηκε η με αριθμό 1478/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία υποχρέωσε τον ψιλό κύριο να καταβάλλει στον εφεσίβλητο το υπεξαιρεθέν από μέρους του τίμημα πώλησης, η είσπραξή του με αναγκαστική εκτέλεση κατέστη απρόσφορη, λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων. Εξαιτίας της μη εξόφλησης του προαναφερόμενου υπολοίπου της οφειλής εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της δανείστριας τράπεζας σε βάρος των δικαιοπαρόχων [πωλητών] του εφεσίβλητου η με αριθμό ……../2012 διαταγή πληρωμής, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον έκαστος στην καταβολή του παραπάνω ποσού, πλέον τόκων και εξόδων. Την ως άνω διαταγή πληρωμής επέδωσε για πρώτη φορά η δανείστρια – τραπεζική εταιρεία με την από 30-10-2012 επιταγή προς πληρωμή στις 02-11-2012 στους οφειλέτες της, δικαιαρόχους του εφεσίβλητου. Ακολούθως, η εκκαλούσα εταιρεία «…………», ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….. (………..), που εδρεύει στο …….. της Ιρλανδίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η επίδικη και η οποία [αλλοδαπή εταιρεία] κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………….», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, επέδωσε για δεύτερη φορά την ως άνω διαταγή πληρωμής στους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου την 7.4.2022. Λόγω άπρακτης παρόδου της νόμιμης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής, η ως άνω διαταγή πληρωμής κατέστη τελεσίδικη την 28.4.2022. Εντός της νόμιμης προθεσμίας των 90 ημερών από την τελεσιδικία της επίδικης διαταγής πληρωμής, ήτοι μέχρι την 27.7.2022, η δανείστρια τράπεζα ή η εκκαλούσα δεν προέβησαν στην τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη για το εναπομείναν υπόλοιπο της οφειλής (ύψους 39.736,64 ευρώ), με αποτέλεσμα η εν λόγω προσημείωση υποθήκης να αποσβεστεί αυτοδικαίως, την 27.7.2022, κατ’ άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ. Το ζήτημα αυτό κρίθηκε ήδη, με δύναμη δεδικασμένου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 630/2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τους όρους του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. φωτοτυπικό αντίγραφο της με αριθμό ……/09-09-2024 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, ……………, από την οποία αποδεικνύεται η επίδοση της ως άνω απόφασης στην εκκαλούσα, σε συνδυασμό με την από 06-03-2025 εκτύπωση του ιστοτόπου του Πρωτοδικείου Πειραιώς, από την οποία αποδεικνύεται η μη άσκηση ένδικου μέσου κατά της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../01-12-2022 ανακοπής), η οποία εκδόθηκε επί της από 30.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/1.12.2022) προγενέστερης ανακοπής του νυν εφεσίβλητου-ανακοπτόντος κατά της εκκαλούσας – καθ΄ ης η ανακοπή και με την οποία [τελεσίδικη απόφαση] ακυρώθηκαν οι τότε πράξεις εκτέλεσης (η από 15.4.2022 επιταγή προς πληρωμή και η υπ’ αριθμ. ………/17.5.2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης), με την αιτιολογία ότι η επίδικη προσημείωση είχε αποσβεστεί την 27.7.2022 και το ακίνητο είχε απελευθερωθεί. Παρά την ύπαρξη του ανωτέρω δεδικασμένου, η εκκαλούσα προέβη στις 21.3.2025 σε νέα, τρίτη (3η) κατά σειρά, επίδοση της ίδιας ως άνω υπ’ αριθμ. …./2012 διαταγής πληρωμής προς τον εφεσίβλητο, συνοδευόμενη από την από 19-03-2025 νέα επιταγή προς πληρωμή και ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../31-03-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, επέβαλε εκ νέου αναγκαστική κατάσχεση επί του ακινήτου του, επιδίδοντας αυτήν στον εφεσίβλητο την 01.04.2025. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η υπ’ αριθμ. 630/2024 αμετάκλητη απόφαση ακύρωσε μόνο τις τότε πράξεις εκτέλεσης χωρίς να θίξει την προσημείωση, διότι το δικαστήριο στερείτο δήθεν δικαιοδοσίας, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. Το δικαστήριο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ έχει δικαιοδοσία και υποχρέωση να εξετάσει την απόσβεση της επίδικης προσημείωσης ως ουσιαστικό λόγο ανακοπής, προκειμένου να διαγνώσει αν υφίσταται η εμπράγματη ασφάλεια που νομιμοποιεί την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του τρίτου κυρίου του ακινήτου. Η κρίση της αμετάκλητης εκείνης απόφασης, με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη απόσβεση της προσημείωσης την 27.07.2022, αποτελεί αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα που θεμελίωσε το διατακτικό της. Συνεπώς, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, παράγεται δεσμευτικό δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης και το οποίο κωλύει το παρόν Δικαστήριο από το να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνα τού αν η τροπή ήταν εμπρόθεσμη ή όχι, ήτοι να επανεκτιμήσει τον χρόνο έναρξης και λήξης της 90ήμερης προθεσμίας (26.04.2022 ή 28.04.2022) ή το εμπρόθεσμο της τροπής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεσμευόμενο ομοίως από το ανωτέρω δεδικασμένο, δεν επανεξέτασε την ουσία αλλά δέχθηκε την επελθούσα απόσβεση, ορθά εφάρμοσε τον νόμο. Επομένως, το πρώτο σκέλος του 1ου λόγου έφεσης (με το οποίο η εκκαλούσα ζητά να ξανακριθεί ο υπολογισμός των 90 ημερών και το εμπρόθεσμο της τροπής) πρέπει να απορριφθεί. Ο ισχυρισμός, περαιτέρω, της εκκαλούσας [β΄σκέλος του 1ου λόγου έφεσης] ότι το Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς έκρινε το εμπρόθεσμο και δέχθηκε την καταχώριση της τροπής την 11.08.2022 είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου διενεργεί τυπικό έλεγχο νομιμότητας των προς καταχώριση εγγράφων. Η διοικητική αυτή πράξη καταχώρισης δεν παράγει δεδικασμένο, ούτε δύναται να ανατρέψει την αντίθετη ουσιαστική κρίση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, η οποία αποτελεί τη μόνη αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Αλυσιτελώς, περαιτέρω, προβάλλεται [γ΄ σκέλος του 1ου λόγου έφεσης] από την εκκαλούσα ότι η αμετάκλητη απόφαση είναι ανίσχυρη, επειδή δεν έχει καταχωρηθεί στο κτηματολογικό φύλλο προς διαγραφή του βάρους, διότι η απόσβεση της προσημείωσης υποθήκης, λόγω παρόδου της 90ήμερης προθεσμίας του άρθρου 1323 αριθ. 2 ΑΚ, επέρχεται αυτοδικαίως από τον νόμο, η δε δικαστική απόφαση απλώς αναγνωρίζει αναδρομικά την ήδη επελθούσα απόσβεση. Η καταχώριση της δικαστικής απόφασης στο Κτηματολόγιο απαιτείται αποκλειστικά για την ενημέρωση των βιβλίων (άρση της ανακρίβειας), όμως το δεδικασμένο της απόφασης δεσμεύει αναγκαστικά και άμεσα τα διάδικα μέρη από τη στιγμή που κατέστη αμετάκλητη, ανεξαρτήτως της υλικής καταχώρισής της. Η εκκαλούσα δεν δύναται να αντλήσει δικαιώματα από μια εγγραφή (τροπή σε υποθήκη) που έγινε την 11.08.2022, όταν έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως μεταξύ των ίδιων διαδίκων ότι το σχετικό δικαίωμά της είχε αποσβεστεί οριστικά από την 27.07.2022. Εξάλλου, η μεταγενέστερη από 21.3.2025 (3η) επίδοση της διαταγής πληρωμής από την εκκαλούσα τυγχάνει νομικά ανίσχυρη. Η 90ήμερη προθεσμία είναι ανατρεπτική και η πάροδός της επιφέρει την οριστική απόσβεση του δικαιώματος, η οποία δεν δύναται να ανατραπεί, ούτε το αποσβεσθέν εμπράγματο βάρος δύναται να αναβιώσει ή να εκκινήσει νέα προθεσμία τροπής μέσω μεταγενέστερης επίδοσης του εκτελεστού τίτλου. Εφόσον, επομένως, το επίδικο ακίνητο δεν βαρύνεται πλέον νόμιμα με την εν λόγω προσημείωση και ο εφεσίβλητος έχει αποβάλει την ιδιότητα του προσημειούχου οφειλέτη, η εκκαλούσα στερείται δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ακινήτου αυτού για τα χρέη των δικαιοπαρόχων του. Κατόπιν τούτων, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης του 2025 (ήτοι η από 19-03-2025 επιταγή προς πληρωμή και η υπ’ αριθμ. ……./31-03-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης) πάσχουν από ακυρότητα λόγω έλλειψης ουσιαστικής προϋπόθεσης της εκτελεστικής διαδικασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, έκανε δεκτό τον σχετικό 1ο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις ως άνω πράξεις εκτέλεσης του 2025, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για υπέρβαση εξουσίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι τούτο επιλήφθηκε υπόθεσης που δεν ανήκει στη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητά του, καθώς εξέτασε το ζήτημα του εμπροθέσμου της αίτησης τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη κατά τη διαδικασία του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκδίδοντας απόφαση για αντικείμενο που δεν είχε το δικαίωμα να κρίνει. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Ο δικαστής που επιλαμβάνεται ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ έχει πλήρη εξουσία και δικαιοδοσία να εξετάσει οποιοδήποτε ελάττωμα, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που πλήττει την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την προδικασία της εκτελεστικής διαδικασίας. Όταν η αναγκαστική εκτέλεση στρέφεται κατά του τρίτου κυρίου ή διακατόχου του ακινήτου (όπως εν προκειμένω κατά του ανακοπτόντος – εφεσίβλητου), η ύπαρξη ενεργού εμπράγματου βάρους (προσημείωσης ή υποθήκης) αποτελεί τη θεμελιώδη ουσιαστική προϋπόθεση για τη νομιμότητα της εκτέλεσης σε βάρος του. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξετάζοντας αν η επίδικη προσημείωση είχε αποσβεστεί αυτοδικαίως, δυνάμει του άρθρου 1323 αριθ. 2 ΑΚ, λόγω εκπρόθεσμης τροπής, δεν υπερέβη την εξουσία του αλλά, αντιθέτως, ενήργησε εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, καθόσον η διάγνωση της απόσβεσης του εμπράγματου δικαιώματος αποτελούσε αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα για την κρίση περί ακυρότητας της επιταγής προς πληρωμή και της κατασχετήριας έκθεσης. Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το ζήτημα αυτό είχε ήδη κριθεί αμετακλήτως με την υπ’ αριθμ. 630/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το δεδικασμένο της οποίας δέσμευε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το υποχρέωνε να θεωρήσει δεδομένη την απόσβεση της προσημείωσης, αποκλείοντας κάθε αντίθετη κρίση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά δίκασε και ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της υπό κρίση έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 68, 67 και 63 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, εφόσον η έφεση απορρίπτεται (άρθρο 495 αρ. 3 υπό Α-β) και Γ προτελευτ. εδάφιο ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει επί της ουσίας την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο τού με αριθ. ……………/2025 e – παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 15.7.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ