Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 484/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Απόφασης 484/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4o

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………» («…………..»), υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου διαδίκου, που εδρεύει στη ………. Αττικής, επί της ……., με Α.Φ.Μ. …. και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ……, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθ. 153/8.1.2019 Πράξη και στην οποία [«……..] έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της δικαιούχου της απαίτησης, εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «………» (…………..), με έδρα το …………… Ιρλανδίας (……….), δυνάμει της από 22-06-2021 σύμβασης διαχείρισης, που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αρχικός, δε, διαχειριστής υπήρξε η «………», σύμφωνα με την από 30-4-2020 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, οι δε προς διαχείριση απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στην δικαιούχο της απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του N. 3156/2003, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με την από 30.04.2020 σύμβαση πώλησης, που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Σπυρίδωνα Κολιγλιάτη (ΑΜΔΣΑ ……), μέλους της δικηγορικής εταιρίας (ΔΕ), με την επωνυμία «Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» [ΑΜ …..], η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό του το με Νο …../7.5.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

Της εφεσίβλητης: ……………..η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εναντίον της εκκαλούσας την από 20-6-2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου ………../23-6-2023 ανακοπή, εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε να ακυρωθούν οι αναφερόμενες σε αυτήν προσβαλλόμενες πράξεις, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 3578/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την ανακοπή, απέρριψε την ανακοπή ως προς την από 24-4-2023 επιταγή, ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και το απόσπασμα αυτής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα εν μέρει καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 04.08.2025 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ……. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας ζήτησε να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις του.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν και μετά το Ν. 4842/2021 από 1.1.2022 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021), τα οποία εφαρμόζονται και στην κρινόμενη έφεση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της τελευταίας είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον απολιπόμενο διάδικο για την ορισθείσα δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει, μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση, ο παριστάμενος διάδικος (AΠ 548/2019, ΕφΠατρ 51/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα υπ΄ αριθμ. ….΄/15.09.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης έφεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα στην εφεσίβλητη για την σημερινή, ορισθείσα, δικάσιμο. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου η εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η διαδικασία, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση αναφερόμενα, με τη μνεία ότι για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίστηκαν από την αντίδικο – εκκαλούσα αντίγραφα των πρακτικών και των προτάσεων της απολιπόμενης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη [κατ` άρθρο 524 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ].

Η από 04.08.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, έκθεσης κατάθεσης ένδικου μέσου, στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../07-08-2025 και για προσδιορισμό δικασίμου με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου …………../07-08-2025) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3578/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται τέτοια επίδοση, από την δημοσίευση,  δε, αυτής, την 02.11.2023, μέχρι την άσκηση της έφεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση την 07-08-2025, δεν έχει παρέλθει διετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ). Επομένως, και, ενόψει του ότι αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, η έφεση εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, για, δε, το παραδεκτό της καταβλήθηκε το υπ’ αριθ. …………../2025, e- παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) {βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e-παράβολου και την από 15-08-2025 απόδειξη πληρωμής της τράπεζας ALPHA BANK} πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εναντίον της εκκαλούσας την από 20-6-2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου ……../23-6-2023 ανακοπή, εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε να ακυρωθούν: 1)Η υπ’ αριθμόν ………./10-05-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….., με Α.Φ.Μ ……, που κατοικεί στην Αθήνα, οδός …….., με την ιδιότητά του ως μέλος της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών, με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο ….. (Α.Φ.Μ ……), η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Το  με αριθμό ……./19.05.2023 απόσπασμα της ως άνω προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, που συνέταξε ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής και 3)Η από 24.04.2023 επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου από το Α ‘εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμόν ……/2016 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικαστεί η καθ΄ ης στην δικαστική της δαπάνη. Επί της ανακοπής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3578/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τυπικά την ανακοπή, απέρριψε όλους τους λόγους αυτής,  πλην του 5ου λόγου της ανακοπής, τον οποίο και έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή ως προς την από 24-4-2023 προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση και [ενόψει του ότι δέχτηκε τον 5ο λόγο της ανακοπής] ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και το απόσπασμα αυτής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα εν μέρει καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την ένδικη έφεσή της, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό 37.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021 (με ισχύ από 01.01.2022), επί αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, η ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Με το εδάφιο γ’ της ίδιας ως άνω διάταξης, ορίστηκε ρητά ότι το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται να διενεργηθεί πλειστηριασμός, ενώ παράλληλα ο μήνας αυτός δεν προσμετράται στις προθεσμίες των επτά (7) ή οκτώ (8) μηνών, αποκλειστικά και μόνο όταν οι προθεσμίες αυτές συμπληρώνονται (λήγουν) κατά τον μήνα Αύγουστο. Από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία της διάταξης αυτής προκύπτει ότι, όταν η εκ του νόμου ελάχιστη προθεσμία του επταμήνου (εντός της οποίας απαγορεύεται η διενέργεια πλειστηριασμού) συμπληρώνεται σε οποιονδήποτε άλλον μήνα, προγενέστερο ή μεταγενέστερο του Αυγούστου, ο μήνας Αύγουστος συνυπολογίζεται κανονικά για τη συμπλήρωση της προθεσμίας ως πλήρης ημερολογιακός μήνας (ΕφΠειρ 101/2026 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, η γενική απαγόρευση του άρθρου 940Α ΚΠολΔ για τη διενέργεια πράξεων εκτέλεσης εντός του μηνός Αυγούστου εμποδίζει μεν τη λήψη υλικών μέτρων ή τη διενέργεια του ίδιου του πλειστηριασμού εντός του Αυγούστου, δεν αναστέλλει όμως τη ροή της ημερολογιακής προθεσμίας για τον ορισμό ενός μελλοντικού πλειστηριασμού που πρόκειται να διεξαχθεί εκτός του μηνός αυτού.

Με τον μοναδικό λόγο της έφεσης, κατ΄ ορθή εκτίμηση αυτού, η εκκαλούσα διαμαρτύρεται για τον λόγο ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτό τον 5ο λόγο της ανακοπής της εφεσίβλητης και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει –κατά τον λόγο αυτό- κατ’ ουσίαν την ανακοπή ακυρώνοντας την υπ’ αριθμ. ……/10.5.2023 προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε κατά παράβαση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α΄, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθότι μεταξύ της ημέρας επιβολής της κατάσχεσης (10.05.2023) και της ορισθείσας ημέρας του πλειστηριασμού (13.12.2023) μεσολάβησε διάστημα μικρότερο των επτά (7) μηνών, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της ο μήνας Αύγουστος έπρεπε να αφαιρεθεί και να μην προσμετρηθεί στην εν λόγω προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 940Α και 998 (και 954 παρ. 2 στοιχ. ε΄) ΚΠολΔ. Πλην, όμως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο μήνας Αύγουστος συνυπολογίζεται κανονικά στην προθεσμία αυτή, καθώς η αναστολή προσμέτρησής του ενεργοποιείται αποκλειστικά και μόνο όταν η προθεσμία λήγει εντός του μηνός Αυγούστου. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι νόμιμος και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζει η παριστάμενη εκκαλούσα (καθ’ ης η ανακοπή) και από τα έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε βάρος της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας επισπεύδεται από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της από 24.4.2023 επιταγής προς πληρωμή, τεθείσης κάτωθι του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄ αριθμόν …../2016 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δυνάμει της ως άνω επιταγής προς πληρωμή η εφεσίβλητη – καθ΄ ης η Διαταγή Πληρωμής επιτάχθηκε να καταβάλει στην εκκαλούσα – επισπεύδουσα το ποσό της απαίτησης, συνολικού ύψους 150.523,97 ευρώ, για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, ένεκα οφειλών της. Δυνάμει της παραπάνω επιταγής και της από 03.05.2023 εντολής προς κατάσχεση συντάχθηκε η με αριθμό ……./10.5.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………, με την οποία επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί των αναφερόμενων σε αυτήν δύο ακινήτων, κυριότητας της εφεσίβλητης. Με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων, η οποία επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 11.05.2023, επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός των αναλυτικά περιγραφόμενων στην έκθεση κατάσχεσης ακινήτων, ο οποίος ορίστηκε να γίνει με ηλεκτρονικά μέσα στο διαδικτυακό τόπο μέσω της ιστοσελίδας ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ www.e-auction.gr, ενώπιον της πιστοποιημένης για διενέργεια ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, συμβολαιογράφου Αθηνών, …….., στις δεκατρείς (13) του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2023, ήτοι επτά (7) μήνες και τρεις (3) ημέρες, μετά την περάτωση της κατάσχεσης, η οποία έλαβε χώρα την 10.05.2023 (δεδομένου ότι η επίδοσή της έλαβε χώρα αυθημερόν). Ωστόσο, η νόμιμη ελάχιστη προθεσμία των επτά (7) μηνών του άρθρου 993 αρ. 2 ΚΠολΔ, εντός της οποίας απαγορεύεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, συμπληρωνόταν στις 12.12.2023, ήτοι σε μήνα (Δεκέμβριο) μεταγενέστερο του Αυγούστου. Επομένως, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του νόμου, ο μήνας Αύγουστος του έτους 2023 συνυπολογίζεται κανονικά στην προθεσμία αυτή, καθώς η αναστολή προσμέτρησής του ενεργοποιείται αποκλειστικά και μόνο όταν η προθεσμία λήγει εντός του μηνός Αυγούστου. Εφόσον, λοιπόν, ο επίδικος πλειστηριασμός προσδιορίστηκε για τις 13.12.2023, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης ελάχιστης προθεσμίας των 7 μηνών από την κατάσχεση (10.05.2023) και εντός της απώτατης οκτάμηνης προθεσμίας, ο ορισμός του χρόνου διενέργειάς του έγινε νομότυπα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά, δεχόμενο ότι ο μήνας Αύγουστος δεν συνυπολογίζεται στην επίδικη προθεσμία και, ακολούθως, έκανε δεκτό τον πέμπτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την έκθεση κατάσχεσης και το απόσπασμα αυτής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά τα βάσιμα σχετικά υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της. Κατόπιν αυτών πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό. Μετά, δε, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το ως άνω κεφάλαιο, πρέπει, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί η ανακοπή, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε σε αυτό, ήτοι ως προς τον πέμπτο (5ο) λόγο αυτής, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επειδή, περαιτέρω, όλοι οι λοιποί λόγοι της ανακοπής απορρίφθηκαν τελεσίδικα με την εκκαλουμένη απόφαση (καθώς δεν μεταβιβάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο ελλείψει έφεσης ή αντέφεσης από την ανακόπτουσα), η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, λόγω της εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, ενόψει, δε, της αποδοχής της έφεσης και της απόρριψης της ανακοπής, τα δικαστικά έξοδα της καθ΄ ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας ανακόπτουσας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει, τέλος, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ, ενώ δεν θα οριστεί παράβολο για την τυχόν άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την εφεσίβλητη – ανακόπτουσα, η οποία ερημοδικάστηκε, ενόψει του ότι στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται η άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου (άρθρο 937 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εφεσίβλητης.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα τού με αριθ. ………/2025 e- παραβόλου για την άσκηση της έφεσης,  ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3578/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ανακοπή.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Καταδικάζει την ανακόπτουσα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 15.7.2026

                  Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ