ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 485/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «…………» (πρώην με την επωνυμία «……………» και διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο …., επί της οδού ………….., με αρ. FEMH ….., ΑΦΜ …./ ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, όπως ισχύει, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «……….» (……………), που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, οδός ……….. με αριθμό καταχώρισης ………. στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας (Irish Companies Registry Office), όπως εκπροσωπείται νόμιμα δυνάμει της από 25.5.2021 Σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 25η Μαΐου 2021 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθμό πρωτ. …./25.5.2021 στον τόμο …. και με αυξ. αριθμό …., σε συνδυασμό με το από 17/06/2019 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ιρλανδίας, ……. (………….) και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «…….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν μεταβίβασης στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 25ης Μαΐου 2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 25η Μαΐου 2021 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. ../25.5.2021 στον τόμο …, με αυξ. αριθμ. ……, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου, Αθανάσιου Παπαδόπουλου (ΑΜΔΣΠ …) και κατέβαλε το με Νο …/02.05.2026 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Της εφεσίβλητης: : ………………, υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας, δυνάμει της με αρ. 318/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία), της μητέρας της, …………., κατοίκου ομοίως ως άνω, με Α.Φ.Μ. ……, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η εφεσίβλητη, συμπαραστατούμενη οφειλέτρια, όπως παρίσταται, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εναντίον της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και της εκκαλούσας, την από 13-5-2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, …………/13-5-2025 ανακοπή, εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθ. ………../26-3-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, του δικαστικού επιμελητή, της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ………….., με την οποία επιβλήθηκε, δυνάμει του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ……/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο της οφειλέτιδος, …………. Επί της ανακοπής εκδόθηκε ερήμην της καθ΄ ης και ήδη εκκαλούσας η υπ’ αριθμ. 3389/2025 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών), η οποία αφού έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η εκτελούμενη απαίτηση περιέχει τόκους ανώτερους των νόμιμων επειδή υπολογίστηκαν βάσει έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών, ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και καταδίκασε την καθ΄ ης – εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, το ύψος των οποίων καθόρισε στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000€). Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 11.08.2025 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό 40. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας ζήτησε να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, η έφεση λειτουργεί ως αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Με μόνη την τυπική παραδοχή της έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται υποχρεωτικά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κρατεί την υπόθεση και την αναδικάζει εξαρχής, χωρίς να απαιτείται η ευδοκίμηση συγκεκριμένου λόγου έφεσης.
I.Η από 11.08.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, έκθεσης κατάθεσης ένδικου μέσου, στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……………/11-08-2025 και για προσδιορισμό δικασίμου με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου ………../11-08-2025) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3389/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε ερήμην της καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής την 21η .07.2025, μέχρι την άσκηση της έφεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση την 11-08-2025, δεν έχει παρέλθει διετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ). Επομένως, και, ενόψει του ότι αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ και ότι για το παραδεκτό της έφεσης, καταβλήθηκε το υπ’ αριθ. ………../2025, e- παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) {βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e-παράβολου και την από 10-08-2025 απόδειξη πληρωμής της τράπεζας EUROBANK} η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και επειδή η εκκαλούσα (καθ’ ης η ανακοπή) δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, πρέπει η έφεσή της να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3389/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στο σύνολό της, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί εξαρχής η από 13.05.2025 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα όλων των λόγων της, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών που η εφεσίβλητη – ανακόπτουσα είχε προβάλει πρωτοδίκως.
2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως τα δύο πρώτα τροποποιήθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και το άρθρο 524 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν και μετά το Ν. 4842/2021 από 1.1.2022 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021), τα οποία εφαρμόζονται και στην κρινόμενη έφεση, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της τελευταίας είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον απολιπόμενο διάδικο για την ορισθείσα δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ως προς την έφεση, όπου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίστηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτή, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει, μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση, ο παριστάμενος διάδικος (AΠ 548/2019, ΕφΠατρ 51/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα υπ΄ αριθμ. ……………./06.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………., μέλους της Αστικής Επαγγελματικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών «………….», που εδρεύει στον Πειραιά, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης έφεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα στην εφεσίβλητη για την σημερινή, ορισθείσα, δικάσιμο. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου η εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η διαδικασία, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση αναφερόμενα, με τη μνεία ότι για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίστηκαν από την αντίδικο – εκκαλούσα αντίγραφα των πρακτικών και των προτάσεων της απολιπόμενης εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη [κατ` άρθρο 524 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ].
Η ανακόπτουσα οφειλέτρια και ήδη εφεσίβλητη, όπως παρίσταται, ήτοι συμπαραστατούμενη από την κόρη της, …………., διορισθείσα με την με αρ. 318/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία), άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εναντίον της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και της εκκαλούσας, την από 13-5-2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………./13-5-2025 ανακοπή, εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή αυτή ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθ. …../26-3-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ……………., εταίρου της Αστικής Επαγγελματικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών, με την επωνυμία «…………..», που της κοινοποιήθηκε στις 31/03/2025, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται από την εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «……………), πλειστηριασμός σε βάρος της περιγραφόμενης στην προσβαλλόμενη έκθεση ακίνητης περιουσίας της, με ηλεκτρονικά μέσα, στις 30/10/2025, ημέρα Πέμπτη και ώρα από 10:00 π.μ. έως 12:00 μ.μ. και με τις λεπτομέρειες που ορίζονται στο άρθρο 959 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ενώπιον του πιστοποιημένου συμβολαιογράφου και κατοίκου Πειραιά, ……………., μέλους της αστικής εταιρείας Συμβολαιογράφων «…………», ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και κάθε άλλης πράξης της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και την καταδίκη της καθ’ ης στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3389/2025 οριστικής απόφασης, ερήμην της καθ΄ ης η ανακοπή, έκρινε ότι η ανακοπή εισάγεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιόν του, ως αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον [άρθρο 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρ. 43 ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α’ 146/11-9-2024 και ισχύει από 16-9-2024 σύμφωνα με το άρ. 120 παρ. 1 του ίδιου νόμου)], για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 937 παρ. 3, 591 και 614 επ. ΚΠολΔ), ότι έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός 45 ημερών από την επίδοση της υπ’ αριθ. ………/26-3-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης (άρθρο 934 παρ. 1 περίπτ. α’ ΚΠολΔ), η οποία (επίδοση) έλαβε χώρα την 31-3-2025 (βλ. την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο σώμα αυτής) η δε κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 13-5-2025 και επιδόθηκε στην καθ’ ης την 15-5-2025 (βλ. την υπ΄ αριθ. …../15-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……………) και έκανε τυπικά δεκτή την ανακοπή και ακολούθως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η εκτελούμενη απαίτηση περιέχει τόκους ανώτερους των νόμιμων, επειδή υπολογίστηκαν βάσει έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών, με την αιτιολογία ότι λόγω της ερημοδικίας της καθ’ ης η ανακοπή, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση του λόγου αυτού και επιδεκτικά ομολογίας πραγματικά περιστατικά θεωρούνται ομολογημένα (άρθρα 352 παρ. 1, 591 παρ. 1, 614 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενόψει, δε, του ότι δεν υφίσταται ένσταση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη από το Δικαστήριο, έκανε δεκτή την ανακοπή, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, ακύρωσε την προσβαλλόμενη ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, καταδίκασε λόγω της ήττας της την καθ’ ης η ανακοπή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, το ύψος των οποίων όρισε στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και δεν όρισε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, διότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ [όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021] στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η διαταγή πληρωμής επιδοθεί για δεύτερη φορά και δεν ασκηθεί ανακοπή μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών, από τη νέα επίδοση, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου, το οποίο προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά του με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Έκτοτε, δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί η βεβαιούμενη με αυτήν απαίτηση (ΟλΑΠ 30/1987, ΑΠ 916/2021 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις που αφορούν την ίδια την απαίτηση είναι απαράδεκτες στην έκταση που καλύπτονται από το δεδικασμένο που απέρρευσε από αυτήν. Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει όχι μόνο την ύπαρξη της απαίτησης και το ύψος του κεφαλαίου αλλά και τα παρεπόμενα αυτής δικαιώματα, όπως είναι οι δεδουλευμένοι και οι μελλοντικοί νόμιμοι ή συμβατικοί τόκοι, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού τους, εφόσον αυτοί επιδικάστηκαν με τη διαταγή πληρωμής και ανάγονται σε χρόνο προ της κτήσης του δεδικασμένου. Συνεπώς, λόγος ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ με τον οποίο αμφισβητείται το ύψος των επιδικασθέντων τόκων ή ο τρόπος υπολογισμού τους (π.χ. βάσει έτους 360 ημερών αντί 365) τυγχάνει απαράδεκτος διότι προσκρούει στο δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής, η οποία κατέστη τελεσίδικη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι της υπ’ αριθ. ……../26-3-2025 προαναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας ισχυριζόμενη: α) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ότι η εκτελούμενη απαίτηση τυγχάνει μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη λόγω ασαφειών και εσφαλμένων υπολογισμών ως προς το ύψος του οφειλόμενου κεφαλαίου και β) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι η εν λόγω απαίτηση επιβαρύνθηκε με παράνομους τόκους, καθόσον αυτοί υπολογίστηκαν με βάση έτος 360 ημερών αντί 365 ημερών. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και των ομολογιών των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. …./04.09.2003 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της τράπεζας ……………, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», ως πιστούχου και της ……….. (καθ΄ ης η ένδικη κατάσχεση – ανακόπτουσα), ως εκ τρίτου συμβαλλομένης-εγγυήτριας, χορηγήθηκε στην άνω εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού του (1.000.000,00€), με την εγγύηση της ανωτέρω …………….., η οποία εγγυήθηκε εγγράφως την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της πιστούχου από την ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως, ενεχόμενη με την πιστούχο εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτης, καθώς και από κάθε μελλοντική αύξηση του ορίου της πιστώσεως. Στις 15.12.2011 η ως άνω τράπεζα, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση και το νόμο, έκλεισε οριστικά την υπ’ αριθμ. ……../04.09.2003 πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προέκυψε λογιστική απαίτηση ποσού 344.192,24 ευρώ. Στο ως άνω χρεωστικό λογιστικό υπόλοιπο [ποσού 344.192,24 ευρώ], δεν περιλαμβάνονται, γιατί δεν λογίστηκαν, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ν. 3601/2007 οι συμβατικοί τόκοι για το χρονικό διάστημα από την 01.07.2010 και μέχρι την 14.12.2011. Οι τόκοι αυτοί, υπολογιζόμενοι εξωλογιστικά, ανέρχονταν, την 14.12.2011, στο ποσό των 59.380,81 ευρώ. Έτσι, η συνολική ληξιπρόθεσμη απαίτηση της Τράπεζας από το οριστικό κλείσιμο της άνω συμβάσεως πιστώσεως, διαμορφώθηκε στο ποσό των 403.573,05 ευρώ. Το άνω ποσό φέρει τόκους υπερημερίας από 16.12.2011 και εφεξής, οι δε τόκοι ανατοκίζονται ανά εξάμηνο. Με την από 16.12.2011 επιστολή της Τράπεζας που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην άνω πιστούχο εταιρεία και στην εγγυήτριά της, …………… – ανακόπτουσα, όπως παρίσταται, η Τράπεζα γνώρισε στις ανωτέρω το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, το τότε (κατά το κλείσιμο της πιστώσεως) εις βάρος τους χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 403.573,05 ευρώ και τους κάλεσε να το εξοφλήσουν, πλην αυτές δεν το έπραξαν. Για το λόγο αυτό, κατόπιν της από 13.2.2012 αίτησης της Τράπεζας εκδόθηκε στις 10.4.2012 σε βάρος των ανωτέρω ενεχόμενων από την σύμβαση η υπ’ αριθμ. ……../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε η άνω απαίτηση και διατάχθηκαν οι ανωτέρω να καταβάλουν στην τράπεζα, έκαστος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 403.573,05 ευρώ, εντόκως, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη ημέρα του οριστικού κλεισίματος, ήτοι από 16.12.2011, πλέον εισφοράς του v. 128/1975, των τόκων κεφαλαιοποιουμένων και ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, καθώς και ποσό 6.800,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Στη συνέχεια η πιστώτρια τράπεζα επέδωσε στις 16.05.2012 προς την πιστούχο εταιρεία και στις 17.05.2012 προς την εγγυήτρια, ………., ακριβές αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ’ αριθμ. ………../2012 διαταγής πληρωμής, για να λάβουν γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες μαζί με την παρά πόδα αυτής από 30.04.2012 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, με την οποία αυτές επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην τράπεζα: 1) Για επιδικασθέν κεφάλαιο ευρώ 403.573,05, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη ημέρα του οριστικού κλεισίματος, ήτοι από 16.12.2011, πλέον εισφοράς του v. 128/1975, των τόκων κεφαλοποιουμένων και ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως 2)Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ευρώ (6.800,00), 3) Για λήψη απογράφου και αντιγραφικά δικαιώματα ευρώ (3,00), 4) Για σύνταξη επιταγής ευρώ (50,00) και 5) Για παραγγελία προς επίδοση, καθώς και επίδοση της άνω επιταγής ευρώ (100,00), ήτοι συνολικά το ποσό των ευρώ 410.526,05 και αυτό ολόκληρο με τον νόμιμο τόκο (πλην του κονδυλίου των τόκων) από την επίδοση της άνω επιταγής μέχρις εξοφλήσεως, συνετάγησαν, δε, σχετικά οι υπ΄ αριθμ. ….΄/16.05.2012 και …..΄/17.06.2012, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ……. – ……. Κατά της εκδοθείσας υπ΄ αριθμ. …../2012 διαταγής πληρωμής η άνω πιστούχος εταιρεία και η ανακόπτουσα, ………. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18/6/2012, με αρ. κατάθεσης δικογράφου …./21.06.2012 ανακοπή, του αρθρ. 632 παρ.1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η ανακοπή αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο των δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της ……/2012 διαταγής πληρωμής στους ανακόπτοντες, επίδοση η οποία έλαβε χώρα κατά τα προεκτεθεντα την 16-05-2012 και την 17-05-2012 αντίστοιχα, ενώ η ανακοπή επιδόθηκε στην τράπεζα την 22-06-2012. Για τον λόγο αυτό η εν λόγω ανακοπή, που συζητήθηκε την 16-01-2013 ερήμην των ανακοπτόντων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ήτοι ως εκπροθέσμως ασκηθείσα) με την υπ’αριθμ. 695/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απόφαση επικύρωσε την ……/2012 διαταγή πληρωμής. Την 04.04.2014 και την 07.04.2014 η τράπεζα κοινοποίησε στην ανωτέρω …….. και στην πιστούχο ……….., αντίστοιχα, την άνω υπ’ αριθμ. 695/2013 απόφαση, συνετάγησαν δε σχετικά οι υπ’ αριθμ. …./04.04.2014 και …../7.4.2014, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ………….. Κατά της άνω υπ’ αριθμ. 695/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) δεν ασκήθηκε από τους ανωτέρω ανακόπτοντες ένδικο μέσο (τακτικό ή έκτακτο) από τη δημοσίευσή της την 20-2-2013 έως την 21.5.2014, οπότε η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια η τράπεζα την 16-10-2015 κοινοποίησε για δεύτερη φορά στην εδώ ανακόπτουσα, ………. και στην πιστούχο ………… την ανωτέρω υπ’ αριθμ. …./2012 διαταγή πληρωμής, συνετάγησαν, δε, σχετικά, οι υπ’ αριθμ. …./16.10.2015 και …./16.10.2015 αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …………. Κατά της άνω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε νέα ανακοπή από τις ανωτέρω καθ΄ ων η διαταγή πληρωμής, εντός της νόμιμης τότε 10ήμερης προθεσμίας από την δεύτερη επίδοση της ανακοπής, με αποτέλεσμα η υπ΄ αριθμ. ……/2012 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση να καταστεί τελεσίδικη την 3-11-2015. Με βάση τα περιστατικά αυτά, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπ’ αριθμ. ……/2012 διαταγή πληρωμής απέκτησε πλήρη ισχύ δεδικασμένου (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), το οποίο καλύπτει το σύνολο της απαίτησης, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού των επιδικασθέντων τόκων. Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της ανακοπής όσον αφορά αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο πλήττεται η εκτελούμενη απαίτηση ως προς το εκκαθαρισμένο αυτής και ως προς το ύψος των επιδικασθέντων τόκων, προσκρούει ευθέως στο δεδικασμένο που απορρέει από τη διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, και πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος.
Με το 1ο σκέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση της εν λόγω υπ΄αριθμ. …../2012 διαταγής πληρωμής και ότι το ποσό του πλειστηριασμού είναι πολύ μικρότερο από την τιμή της αξίας της ακίνητης περιουσίας της. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι δεν της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, στην ανακόπτουσα επιδόθηκε αρχικά την 16-5-2012, μετά από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου ………, πληρεξουσίου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» ακριβές αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ’ αριθμ. ………../2012 διαταγής πληρωμής, μαζί με την παρά πόδα αυτής, από 30-4-2012 επιταγή προς πληρωμή και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. …………/17.6.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ………… Ακολούθως, την 20.02.2025, μετά από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου ……………, πληρεξουσίου της καθ΄ ης η ανακοπή, επιδόθηκε στην ανακόπτουσα – συμπαραστατούμενη η από 18.02.2025 επιταγή προς πληρωμή και συντάχθηκε προς τούτο η υπ΄ αριθμ. …………./20.02.2025 έκθεσης επίδοσης, του ως άνω δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ……… Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι το ποσό του πλειστηριασμού είναι πολύ μικρότερο από την τιμή της αξίας της ακίνητης περιουσίας της, πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζει ποιό είναι το αντικείμενο της κατάσχεσης, στο οποίο πρέπει να περιοριστεί αυτή, ποιά η αξία αυτού και κατ΄ ακολουθία το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί από την εκποίησή του, καθώς και ποιό είναι το σύνολο των απαιτήσεων και τα έξοδα εκτέλεσης που πρέπει να καλυφθούν από αυτό και εάν υπάρχουν και άλλοι δανειστές και σε καταφατική περίπτωση, ποιό το ύψος των απαιτήσεών τους, δεδομένου ότι αφενός προϋπόθεση του περιορισμού της κατάσχεσης είναι η κατάσχεση από τον ίδιο τον δανειστή όχι ενός περιουσιακού στοιχείου αλλά περισσότερων πραγμάτων, κινητών ή ακινήτων, του ίδιου του οφειλέτη, κατά του οποίου επισπεύδεται η συγκεκριμένη αναγκαστική εκτέλεση και αφετέρου συνέπεια της παράβασης της διάταξης του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι ο περιορισμός της κατάσχεσης σε ανάλογα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και όχι η ακυρότητά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση, η οποία επισπεύδεται βάσει εκτελεστού τίτλου (όπως η διαταγή πληρωμής), οπότε λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Ωστόσο, κατά την πάγια νομολογία, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του πιστωτή να εισπράξει την απαίτησή του, καθώς και η εκ των πραγμάτων δυσχερής οικονομική θέση στην οποία περιέρχεται ο οφειλέτης λόγω της αιφνίδιας έναρξης της εκτέλεσης, δεν αρκούν για να καταστήσουν την επίσπευση καταχρηστική (ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 964/2025 ΝΟΜΟΣ). Για να θεμελιωθεί κατάχρηση, απαιτείται η αδράνεια να συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και συγκεκριμένη συμπεριφορά του δανειστή, από την οποία να γεννήθηκε καλόπιστα στον οφειλέτη η βέβαιη πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί (ΑΠ 1126/2021 ΝΟΜΟΣ).Αντιθέτως, η συμπεριφορά του δανειστή ο οποίος, ενώ βρίσκεται σε στάδιο ενεργών διαπραγματεύσεων με τον οφειλέτη για την επίτευξη συμβιβαστικής ρύθμισης της οφειλής, εκμεταλλεύεται την αναμονή του τελευταίου και προβαίνει αιφνιδιαστικά σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (όπως κατάσχεση), παραβιάζει τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι τα καθήκοντα πρόνοιας, ειλικρίνειας και προστασίας των συμφερόντων του άλλου μέρους. Μια τέτοια συμπεριφορά, εφόσον αποδειχθεί, παρίσταται αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθιστώντας τις επισπευδόμενες πράξεις εκτέλεσης ακυρώσιμες.
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης ως καταχρηστικών κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης αδράνησε να εκτελέσει την υπ’ αριθμ. ……/2012 διαταγή πληρωμής και ότι προχώρησε αιφνιδιαστικά στην έκδοση της προσβαλλόμενης επιταγής και κατάσχεσης, ενόσω εκκρεμούσαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων μελών, κατόπιν δικής της έγγραφης πρότασης για εφάπαξ συμβιβαστική αποπληρωμή, θέτοντάς την σε προφανώς μειονεκτική και δυσχερή θέση. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 933 ΚΠολΔ, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά περί διεξαγωγής διαπραγματεύσεων και αιφνιδιαστικής ανατροπής τους από την επισπεύδουσα, δύνανται να στοιχειοθετήσουν κατάχρηση δικαιώματος και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζει η παριστάμενη εκκαλούσα (καθ’ ης η ανακοπή), καθώς και από τα έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης, ουδόλως αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση του λόγου αυτού. Ειδικότερα, ναι μεν μεσολάβησε μακρό χρονικό διάστημα από την έκδοση του εκτελεστού τίτλου (2012) έως την έναρξη της παρούσας εκτέλεσης, πλην, όμως, η αδράνεια αυτή δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε θετική συμπεριφορά της καθ’ ης η ανακοπή που να υποδηλώνει παραίτηση από την απαίτησή της ή να δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην ανακόπτουσα ότι δεν θα διεκδικηθεί η οφειλή. Περαιτέρω, αναφορικά με το στάδιο των διαπραγματεύσεων, από κανένα αποδεικτικό μέσο (έγγραφο, αλληλογραφία, ηλεκτρονικά μηνύματα) δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε ενεργό, δεσμευτικό ή προχωρημένο στάδιο διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών, ούτε ότι η καθ’ ης η ανακοπή είχε παράσχει διαβεβαιώσεις περί αναστολής των μέτρων εκτέλεσης κατά το χρόνο που έλαβε την πρόταση ρύθμισης. Η απλή και μονομερής υποβολή εκ μέρους της ανακόπτουσας, όπως η ίδια ισχυρίζεται χωρίς όμως και να το αποδεικνύει, μιας πρότασης για συμβιβασμό ή εφάπαξ καταβολή, δεν εμπόδιζε νομικά ούτε συμβατικά την καθ’ ης εταιρεία να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της προς εξασφάλιση της απαίτησής της, η οποία καλύπτεται από δεδικασμένο. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται αιφνιδιαστική ή αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά της επισπεύδουσας. Κατόπιν τούτων, το 2ο σκέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021 (με ισχύ από 01.01.2022), επί αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, η ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Με το εδάφιο γ’ της ίδιας ως άνω διάταξης, ορίστηκε ρητά ότι το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται να διενεργηθεί πλειστηριασμός, ενώ παράλληλα ο μήνας αυτός δεν προσμετράται στις προθεσμίες των επτά (7) ή οκτώ (8) μηνών, αποκλειστικά και μόνο όταν οι προθεσμίες αυτές συμπληρώνονται (λήγουν) κατά τον μήνα Αύγουστο. Από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία της διάταξης αυτής προκύπτει ότι, όταν η εκ του νόμου ελάχιστη προθεσμία του επταμήνου (εντός της οποίας απαγορεύεται η διενέργεια πλειστηριασμού) συμπληρώνεται σε οποιονδήποτε άλλον μήνα, προγενέστερο ή μεταγενέστερο του Αυγούστου, ο μήνας Αύγουστος συνυπολογίζεται κανονικά για τη συμπλήρωση της προθεσμίας ως πλήρης ημερολογιακός μήνας (ΕφΠειρ 101/2026 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, η γενική απαγόρευση του άρθρου 940Α ΚΠολΔ για τη διενέργεια πράξεων εκτέλεσης εντός του μηνός Αυγούστου εμποδίζει μεν τη λήψη υλικών μέτρων ή τη διενέργεια του ίδιου του πλειστηριασμού εντός του Αυγούστου, δεν αναστέλλει όμως τη ροή της ημερολογιακής προθεσμίας για τον ορισμό ενός μελλοντικού πλειστηριασμού που πρόκειται να διεξαχθεί εκτός του μηνός αυτού.
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε κατά παράβαση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α΄, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθότι μεταξύ της ημέρας επιβολής της κατάσχεσης (26.03.2025) και της ορισθείσας ημέρας του πλειστηριασμού (30.10.2025) μεσολάβησε διάστημα μικρότερο των επτά (7) μηνών, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της ο μήνας Αύγουστος έπρεπε να αφαιρεθεί και να μην προσμετρηθεί στην εν λόγω προθεσμία. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, ο οποίος ορθώς ερευνάται με βάση τη διάταξη του άρθρου 993 αρ. 2 ΚΠολΔ (που ρυθμίζει τον χρόνο πλειστηριασμού επί κατασχέσεως ακινήτων, κατ’ αντιστοιχία με τα κινητά) σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, είναι νόμιμος (άρθρο 993 αρ. 2 ΚΠολΔ), πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε στις 26.03.2025. Η νόμιμη ελάχιστη προθεσμία των επτά (7) μηνών του άρθρου 993 αρ. 2 ΚΠολΔ, εντός της οποίας απαγορεύεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, συμπληρωνόταν στις 26.10.2025, ήτοι σε μήνα (Οκτώβριο) μεταγενέστερο του Αυγούστου. Επομένως, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του νόμου, ο μήνας Αύγουστος 2025 συνυπολογίζεται κανονικά στην προθεσμία αυτή, καθώς η αναστολή προσμέτρησής του ενεργοποιείται αποκλειστικά και μόνο όταν η προθεσμία λήγει εντός του μηνός Αυγούστου. Εφόσον, λοιπόν, ο επίδικος πλειστηριασμός προσδιορίστηκε για τις 30.10.2025, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης ελάχιστης προθεσμίας των 7 μηνών από την κατάσχεση (26.10.2025) και εντός της απώτατης οκτάμηνης προθεσμίας (η οποία έληγε στις 26.11.2025), ο ορισμός του χρόνου διενέργειάς του έγινε νομότυπα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αναφορά του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές που διέπουν το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκύπτει ότι ο επισπεύδων δανειστής, ο οποίος διαθέτει εκτελεστό τίτλο για μεγαλύτερη χρηματική απαίτηση, δικαιούται να περιορίσει το αντικείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας και να επιβάλει κατάσχεση για ένα μέρος μόνο του επιδικασθέντος κεφαλαίου (μερική εκτέλεση). Ο περιορισμός αυτός λαμβάνει χώρα συνήθως προς τον σκοπό της μείωσης των εξόδων της εκτέλεσης (τελών, δικαιωμάτων δικαστικού επιμελητή κ.λπ.), με τη ρητή επιφύλαξη του δανειστή να εισπράξει το υπόλοιπο της απαίτησής του μεταγενέστερα. Για το ορισμένο και την εγκυρότητα της κατάσχεσης αυτής, αρκεί να καθορίζεται στην κατασχετήρια έκθεση με σαφήνεια το ακριβές ποσό για το οποίο αυτή επιβάλλεται και να δηλώνεται ότι το ποσό αυτό αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου. Δεν απαιτείται για το κύρος της πράξης κανένας ειδικότερος λογιστικός διαχωρισμός, ούτε εξειδίκευση σε ποιά συγκεκριμένα επιμέρους τμήματα της συνολικής απαίτησης αντιστοιχεί το κατασχεθέν ποσό, καθώς ο οφειλέτης δεν περιέρχεται σε σύγχυση, αφού γνωρίζει το συνολικό ύψος της οφειλής του από τον εκτελεστό τίτλο και την επιταγή προς πληρωμή (ΑΠ 442/2024 ΝΟΜΟΣ).
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……../2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι αυτή τυγχάνει άκυρη λόγω αοριστίας του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε, καθότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για το ποσό των 403.573,05 € και σε αυτήν αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι το ποσό αυτό αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου, χωρίς να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς αφορά ο περιορισμός. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερόμενες διατάξεις, πλην, όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου προκύπτει ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……../2012 διαταγής πληρωμής, με την οποία είχε επιδικαστεί στην επισπεύδουσα το συνολικό ποσό των 403.573,05 €, η καθ’ ης η ανακοπή (και ήδη εκκαλούσα) επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί του ακινήτου της ανακόπτουσας όχι για το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού αλλά αποκλειστικά για το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο σώμα της εν λόγω έκθεσης αναγράφεται ρητά ότι το ποσό των 100.000 ευρώ «αποτελεί μέρος της συνολικής επιταχθείσας απαίτησης και πιο συγκεκριμένα, μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου, με τη ρητή επιφύλαξη για την είσπραξη του υπόλοιπου επιταχθέντος ποσού με άλλη αναγκαστική εκτέλεση ή αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλο πλειστηριασμό», ενώ ταυτόχρονα δηλώνεται ρητά ότι ο περιορισμός στο ποσό αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνο για τη μείωση των εξόδων της εκτελεστικής διαδικασίας. Με αυτό το περιεχόμενο, η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση διαλαμβάνει με απόλυτη σαφήνεια το ακριβές ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση (100.000 €), καθώς και την αιτία του περιορισμού, χωρίς να απαιτείται για το κύρος της οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση ή ανάλυση, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προπαρατιθέμενη μείζονα πρόταση της παρούσας. Συνεπώς, δεν συντρέχει καμία ασάφεια ή αοριστία ικανή να επιφέρει την ακυρότητα της πράξης, και ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής, δηλαδή αν η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη. Η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων (ποσόν) και του είδους του νομίσματος ή της αιτίας (ποιόν) απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια τής ως άνω διάταξης, ώστε ο τίτλος να είναι επιδεκτικός εκτέλεσης. Ωστόσο, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις που αφορούν την ίδια την απαίτηση είναι απαράδεκτες στην έκταση που καλύπτονται από το δεδικασμένο που απέρρευσε από αυτήν κατ’ άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο αυτό, το οποίο προσομοιάζει με αυτό της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, καλύπτει οριστικά την ύπαρξη, την αιτία, την έκταση, καθώς και το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της βεβαιούμενης με τη διαταγή πληρωμής απαίτησης. Κατά συνέπεια, μετά την κτήση ισχύος δεδικασμένου, αποκλείεται πλέον η προβολή λόγου ανακοπής κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), με τον οποίο αμφισβητείται το εκκαθαρισμένο της απαίτησης ή προβάλλεται η αιτίαση ότι από τη διαταγή πληρωμής δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής, καθόσον η σχετική αντίρρηση προσκρούει ευθέως στο παραχθέν δεδικασμένο και τυγχάνει απαράδεκτη.
Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ και ισχυριζόμενη ότι η επισπευδόμενη εκτέλεση τυγχάνει άκυρη, διότι από την υπ’ αριθμ. ……/2012 διαταγή πληρωμής δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της εκτελούμενης απαίτησης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 916 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού της παριστάμενης καθ’ ης η ανακοπή, τυγχάνει απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου. Ειδικότερα, όπως ήδη εκτέθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της ανακοπής, η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης βασίζεται στην υπ’ αριθμ. ……./2012 διαταγή πληρωμής, η οποία, μετά τη νομότυπη δεύτερη επίδοσή της προς την ανακόπτουσα και την άπρακτη πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), που καλύπτει το υπαρκτό και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, πιστοποιώντας ότι από τον εν λόγω εκτελεστό τίτλο προκύπτει με πληρότητα η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Ως εκ τούτου, η ανακόπτουσα απαραδέκτως αμφισβητεί εκ των υστέρων, με τον παρόντα λόγο ανακοπής, το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και συνεπώς ο πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, από την οριστική υποβολή της αίτησης για εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών και μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα αναγκαστικά μέτρα και η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, σχετικά με τις οφειλές των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι βασική και απαράβατη προϋπόθεση για τη γένεση της αυτοδίκαιης αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων αποτελεί η συντελεσθείσα οριστική υποβολή της σχετικής αίτησης στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα. Αντίθετα, η απλή πρόθεση, η προετοιμασία ή η μελλοντική εξαγγελία υποβολής αίτησης υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό, καθώς και η επικαλούμενη “επιλεξιμότητα” του ενδιαφερόμενου, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση της αναστολής και δεν εμποδίζουν νόμιμα τον δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω, η ιδιότητα του οφειλέτη ως ευάλωτου, ακόμη και αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας, δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης, παρά μόνο παρέχει τη δυνατότητα υπαγωγής σε ειδικές προστατευτικές ρυθμίσεις (όπως η έκδοση βεβαίωσης ευάλωτου οφειλέτη για την αναστολή πλειστηριασμού κύριας κατοικίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κατά το άρθρο 211 του ίδιου νόμου), οι οποίες όμως τελούν επίσης υπό την προϋπόθεση τήρησης της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας και δεν θεμελιώνουν γενικό δικαίωμα ακύρωσης της κατάσχεσης εκ μόνου του γεγονότος της ασθένειας.
Με τον έκτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, ισχυριζόμενη ότι η επίσπευσή της είναι παράνομη, διότι η ίδια πρόκειται να υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του Ν. 4738/2020. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι έχει ήδη κριθεί επιλέξιμη για τη σχετική ρύθμιση και ότι τυγχάνει ευάλωτη οφειλέτρια λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα να υφίσταται νόμιμη αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων εναντίον της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, τυγχάνει μη νόμιμος. Ειδικότερα, από το ίδιο το ιστορικό του δικογράφου της ανακοπής, η ανακόπτουσα συνομολογεί ότι κατά τον χρόνο επίσπευσης της επίδικης αναγκαστικής εκτέλεσης και επιβολής της προσβαλλόμενης κατάσχεσης (26.03.2025) δεν είχε προβεί σε οριστική υποβολή της αίτησης ρύθμισης του άρθρου 8 του Ν. 4738/2020 στην ηλεκτρονική πλατφόρμα αλλά αναφέρεται μελλοντικά και υποθετικά σε αυτήν (αναφέροντας επί λέξει ότι “θα υποβάλει” την αίτησή της).Εφόσον, λοιπόν, δεν είχε συντελεστεί η οριστική υποβολή της αίτησης, δεν είχε ενεργοποιηθεί η εκ του νόμου αυτοδίκαιη αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων του άρθρου 13 του Ν. 4738/2020, η δε επικαλούμενη επιλεξιμότητά της ή η κατάσταση της υγείας της, παρά την τυχόν σοβαρότητά της, δεν δύνανται να υποκαταστήσουν τη νόμιμη διαδικασία, ούτε να επιφέρουν αυτοδίκαιη ακυρότητα της νομίμως επιβληθείσας κατάσχεσης. Ως εκ τούτου, ο έκτος λόγος της ανακοπής, στηριζόμενος σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνο, δε, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019, ΕφΠειρ 54/2024 ΝΟΜΟΣ). Για να κριθεί η εκτέλεση καταχρηστική, απαιτείται οι συνέπειες αυτές να τελούν σε προφανή δυσαναλογία με το προσδοκώμενο όφελος του δανειστή, ή η επίσπευση να γίνεται με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του οφειλέτη, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ο δανειστής επιδιώκει απλώς την ικανοποίηση απαίτησης που καλύπτεται από δεδικασμένο.
Με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η επίσπευση του πλειστηριασμού επί του επίδικου ακινήτου είναι καταχρηστική, καθόσον πρόκειται για τη μοναδική κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της. Ισχυρίζεται, δε, ότι η ενδεχόμενη απώλειά της θα επιφέρει την πλήρη οικονομική και κοινωνική τους καταστροφή, ενώ θα αποτελέσει πλήγμα για την ήδη κλονισμένη υγεία του πατέρα της και του αδελφού της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τυγχάνει μη νόμιμος. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα περιστατικά, αναφορικά με το ότι το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κατοικία της ανακόπτουσας και ότι η εκτέλεση θα προκαλέσει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες και επιβάρυνση στην υγεία των μελών της οικογένειάς της, συνιστούν τη συνήθη και αναπόφευκτη συνέπεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών και δεν δύνανται χωρίς την επίκληση άλλων πρόσθετων ειδικών συνθηκών, να καταστήσουν την επίσπευση της εκτέλεσης καταχρηστική. Εφόσον η καθ’ ης η ανακοπή (εκκαλούσα) ενεργεί με σκοπό την ικανοποίηση της εκκαθαρισμένης απαίτησής της, η οποία απορρέει από εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής) που έχει εξοπλιστεί με ισχύ δεδικασμένου, ασκεί νόμιμο δικαίωμά της. Η επίκληση της ασθένειας των συγγενικών προσώπων της ανακόπτουσας, παρά τη σοβαρότητά της, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών εκ μέρους της επισπεύδουσας δανείστριας, καθόσον, τα περιστατικά αυτά, από μόνα τους, δεν αρκούν, κατά τον νόμο, για να καταστήσουν μια εκτέλεση καταχρηστική. Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος κατά την κατάθεσή της παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η ανακοπή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Λόγω, δε, της ήττας της ανακόπτουσας, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, δεν θα οριστεί παράβολο για την τυχόν άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την εφεσίβλητη – ανακόπτουσα, η οποία ερημοδικάστηκε, ενόψει του ότι στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται η άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου (άρθρο 937 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εφεσίβλητης.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα τού με αριθ. ……………../2025, e- παραβόλου για την άσκηση της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3389/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ανακοπή.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Καταδικάζει την ανακόπτουσα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 15.7.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ