Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 487/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

 4 ο Τμήμα

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ    487/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ΤΟΥ Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. με Α.Φ.Μ. … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Παρασκευή Καραγιάννη με Α.Μ….., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ΤΗΣ ………., 2) ΤΗΣ …………. και οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αθανασιάδη του Δ.Σ.Π. με Α.Μ. ……… με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.

Οι καλούσες-ενάγουσες άσκησαν την από 25-10-2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/2-11-2015 αγωγή τους, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά την δικάσιμο της 24-5-2021. Επ’ αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2398/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα. Οι ενάγουσες με την από 13-12-2022 με αριθμό έκθεση κατάθεσης ………../2022 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την παραπάνω αγωγή τους κατά την δικάσιμο της 20-3-2023 και επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3630/2023 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκδίκασης της έως την περάτωση της δίκης επί της προγενέστερης από 17-8-2010 με αριθμό κατάθεσης …../2010 αγωγής των εναγουσών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ήδη οι καλούσες ενάγουσες επαναφέρουν εκ νέου προς συζήτηση την παραπάνω αγωγή τους με την από 24-5-2024 κλήση τους που κατατέθηκε στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου κλήσης ……………/2024 η οποία εκδικάστηκε κατά την δικάσιμο της 21-10-2024 κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η με αριθ. 1753/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν με την από 23-5-2025 με αριθ. εκθ. καταθ. ………/2025 έφεσή τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με αριθμό εκθ. κατ. δικ. …………./2025 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ……./2025 έφεση κατά της με αριθμό 1753/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………../2015 αγωγής των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος. Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ενάγοντα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 § 1 β, 516 και 518 § 1 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 5-5-2025 (βλ. την από 5-5-2025 απόδειξη επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ……….) και η έφεση ασκήθηκε στις 28-5-2025 (βλ. την με αριθμό …………./28-5-2025 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου στο Πρωτοδικείο Πειραιά) χωρίς να απαιτείται παράβολο έφεσης (495 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκ μέρους του εκκαλούντος σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ. διατ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος νόμων περί δικών του δημοσίου, σε συνδυασμό με άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998). Πρέπει συνεπώς αυτή να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 524§1 ΚΠολΔ).

Με την από με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2015 αγωγή τους οι ενάγουσες εκθέτουν ότι είναι αποκλειστικές κυρίες κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου εκάστη δύο όμορων αγροτεμαχίων μετά των ισογείων κτιρίων, που βρίσκονται στη θέση …… της κοινότητας Σεληνίων Σαλαμίνας όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια στην αγωγή τους τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 27-2-2002 παππού τους ………, την οποία αποδέχτηκαν αμφότερες με την αναφερόμενη στην αγωγή τους συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος τους είχε αποκτήσει τα επίδικα αγροτεμάχια αρχικά ως ένα ενιαίο ακίνητο από κοινού με τον ……….. με αγορά από τον ……… περί το έτος 1964 δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή συμβολαιογραφικών τίτλων νομίμως μεταγεγραμμένων. Ότι οι παραπάνω συγκύριοι του προαναφερόμενου ακινήτου διένειμαν αυτό μεταξύ τους δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαίου διανομής, νομίμως μεταγεγραμμένου και ότι από αυτή την διανομή προέκυψαν τα δύο επίδικα ακίνητα εκ των οποίων το πρώτο περιήλθε  στην πλήρη κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου τους ……… και το δεύτερο στην πλήρη κυριότητα του ……….. Ότι οι παραπάνω συγκύριοι του ενιαίου ακινήτου διένειμαν αυτό μεταξύ τους, δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαίου διανομής, νομίμως μεταγεγραμμένου και ότι από την διανομή αυτή προέκυψαν τα δύο επίδικα ακίνητα εκ των οποίων το πρώτο περιήλθε στην πλήρη κυριότητα του …….. και το δεύτερο στην πλήρη κυριότητα του ……… Ότι ο τελευταίος μεταβίβασε το δεύτερο επίδικο λόγω πώλησης στην ……… δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαιογραφικού τίτλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ότι η …………. δώρισε το δεύτερο επίδικο ακίνητο στην άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών ……….. δυνάμει της στην αγωγή της αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη νομίμως μεταγεγραμμένης και ότι ο τελευταίος κατέστη κύριος και του δεύτερου επίδικου αγροτεμαχίου με παράγωγο τρόπο. Ότι τα επίδικα αγροτεμάχια αποτελούσαν κατά το παρελθόν τμήματα ευρύτερης έκτασης 18 περίπου στρεμμάτων την οποία είχε αποκτήσει ο απώτατος δικαιοπάροχος τους …………. τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς νεμόταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας επ’ αυτής τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1900 ενώ πριν από αυτόν η ευρύτερη έκταση ανήκε σε μέλη της οικογένειας του τα οποία την νέμονταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1850. Ότι κατά την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή των Σεληνίων Σαλαμίνας τα ανωτέρω αγροτεμάχια τους έλαβαν ΚΑΕΚ ………….. και ……………. πλην όμως καταχωρήθηκαν εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες του Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τα παραπάνω και ισχυριζόμενες ότι οι ανωτέρω πρώτες εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα συγκυριότητας τους επί των επιδίκων την αξία των οποίων προσδιορίζουν στο ποσό των 22.000 ευρώ ζητούν να αναγνωριστούν αποκλειστικές συγκύριες, συννομείς και συγκάτοχοι αυτών κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου εκάστη εξ’ αυτών και να διαταχθεί η σχετική διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών ώστε στα κτηματολογικά φύλλα των επίδικων αγροτεμαχίων να καταχωριστούν οι ίδιες ως δικαιούχοι συγκυριότητας αντί του εσφαλμένα  αναγραφόμενου εναγόμενου. Τέλος ζητούν να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας να προβεί στις απαραίτητες ως άνω διορθώσεις, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή καθώς επίσης να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκδικάζοντας την ένδικη αγωγή κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων αφού την έκρινε ορισμένη και νόμιμη την έκανε δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής με την από με αριθμ. Εκθ. Καταθ. …………/2025 έφεση του παραπονείται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για τους περιεχόμενους στην ανωτέρω έφεση του λόγους οι οποίοι όπως αυτοί εκτιμώνται από το Δικαστήριο ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης έτσι ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε ο νόμος ως προς την επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως κυριότητας επί του επίδικου και τους υπέλαβε αυτούς ως ενστάσεις και συνεπώς υποκείμενους στους περιορισμούς που ορίζουν τα άρθρα 238 ΚΠΟΛΔ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 24 του ν.3994/2011 και ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν.4335/2015) και 527 ΚΠΟΛΔ με αποτέλεσμα να απαιτείται επιπλέον και η προφορική τους ανάπτυξη στο ακροατήριο με αντίστοιχη καταχώριση τους στα πρακτικά. Ότι επιπρόσθετα οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν ενστάσεις αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής με αποτέλεσμα να απορριφθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί αποκτήσεως κυριότητας επί του επίδικου λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτός συνιστά ένσταση και ως εκ τούτου η εκκαλούμενη συνήγαγε το συμπέρασμα ότι δεν απαιτείται προς κατάλυση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου η απόδειξη χρησιδεσποτείας στα επίδικα ακίνητα για χρονικό διάστημα 30 ετών και μέχρι τις 11-9-1915. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι προκειμένου να αποκτήσει ο ενάγων έναντι του Ελληνικού δημοσίου κυριότητα επί δημοσίων κτημάτων φέρει αυτός το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει την συμπλήρωση στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι την 11-9-1915 εφόσον το τελευταίο αρνηθεί την ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο των δικαιοπάροχων του αντιδίκου διότι τα παραγωγικά περιστατικά της επικαλούμενης κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου είναι προγενέστερα εκείνων που επικαλείται ο αντίδικος για την θεμελίωση της δικής του κυριότητας και άρα συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας με τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων. Ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ’ ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δημόσιο κτήμα ή δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία ενώ όταν ενάγει ιδιώτης το Δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό ο ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα ή δάσος από της σύστασης του Ελληνικού κράτους δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής και είναι συνεπώς ανταπόδειξης στο πλαίσιο κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του. Ως προς τον λόγο αυτό έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως “περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος” και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 “περί διακρίσεως κτημάτων” προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 1354/2013). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 “περί ιδιωτικών δασών” αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29.11.1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 148/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως με βάση τα παραπάνω αποδείχτηκε ότι ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ως εναγόμενου αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Αυτό διότι με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι είναι κύριες των επίδικων ακινήτων ασκώντας επί των επίδικων ακινήτων επί σειρά ετών (150) και πλέον έτη και πάντως προ του 1885 πράξεις νομής και κατοχής επ’ αυτών με διάνοια κυρίου οι δικαιοπάροχοι τους (εγγύτεροι και απώτεροι). Στην αγωγή τους δεν αναφέρουν ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούσαν δάσος ή δασική έκταση που αμφισβητούν έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου αλλά ότι αυτά αποτελούν ιδιωτικά ακίνητα των εναγουσών επί των οποίων ο απώτατος δικαιοπάροχος τους έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία χωρίς να αναφέρεται στην αγωγή τους ότι ασκούσε πράξεις νομής σε δημόσια δασική έκταση. Επομένως εφόσον στην ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες δεν αναφέρουν ότι τα ακίνητα τους είναι δασικά ούτε ότι την κυριότητα αυτών των δασικών εκτάσεων την απέκτησαν με πράξεις νομής πριν τις 11-9-1915 ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι πρόκειται για δημόσιο δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αλλά ένσταση ιδίας κυριότητας. Συνεπώς ο παραπάνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Με σχετικό λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα δεν κρίθηκε αόριστη η ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση της έκτακτης χρησικτησίας διότι οι ενάγουσες δεν εκθέτουν εμφανείς πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα. Ως προς τον λόγο αυτό έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ` υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ.1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (βλ. ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 325/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως με βάση τα παραπάνω ο σχετικός λόγος έφεσης που αφορά την αοριστία του τρόπου κτήσης κυριότητας των επιδίκων από τις ενάγουσες με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι οι ενάγουσες στην ένδικη αγωγή τους επικαλούνται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους ………… με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου εκθέτοντας ότι αυτός και η οικογένεια του καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα με λαχανικά και αμπέλια με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συμπληρωμένης ως το 1930, χωρίς για την πληρότητα του δικογράφου τους να είναι αναγκαία η επίκληση εκ μέρους τους έκτακτης χρησικτησίας συμπληρωμένης έως και την 11-9-1915 διότι τα επίδικα ακίνητα αναφέρονται στην ένδικη αγωγή ως ιδιωτικά ο δε περί αντιθέτου ισχυρισμός του εναγόμενου ότι αυτά είναι δημόσια κτήματα μη δεκτικά χρησικτησίας αποτελεί ένσταση η οποία ως προελέχθη ανωτέρω πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το εναγόμενο. Συνεπώς καθόσον οι ενάγουσες επικαλούνται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους ……….. η οποία έχει ήδη αποκτηθεί από το έτος 1930 η αγωγή είναι ορισμένη διότι αυτές εκθέτουν ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων από κύριο και δεν χρειάζεται να αναφέρουν εμφανείς πράξεις νομής αυτών στα επίδικα καθόσον αυτές είναι ήδη σήμερα κύριες αυτών.

Με σχετικό λόγο έφεσης του το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο υπόψη ο ισχυρισμός του περί δεδικασμένου ως προς το νόμω αβάσιμο της επικουρικής βάσης της αγωγής περί έκτακτης χρησικτησίας όσον αφορά τις αντίδικους και τον ……….. Αυτό διότι με την με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου αγωγής ……/2014 η οποία περιέχει όμοια ιστορική και νομική βάση και αίτημα με την ένδικη αγωγή εκδόθηκε η με αριθμό 3085/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία έχει καταστεί σήμερα τελεσίδικη και με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική της βάση περί έκτακτης χρησικτησίας καθώς επίσης δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή διακατοχικές πράξεις των εναγουσών και του αμέσου δικαιοπάροχου τους …………. Πράγματι  με την με αριθμό  3085/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία κατέστη τελεσίδικη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική της βάση περί έκτακτης χρησικτησίας των εναγουσών επί του επίδικου με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να προσμετρηθεί ο χρόνος νομής του …………. άμεσου δικαιοπάροχου της ……….. και της ……………… στο χρόνο νομής αυτών αφού αυτός δεν ασκούσε νομή που απέβλεπε στην κτήση κυριότητας (νομή χρησικτησίας) αλλά νομή που απέρρεε από το ίδιο κεκτημένο δικαίωμα κυριότητας (νομή κυριότητας) με τα προαναφερόμενα συμβόλαια που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και ως εκ τούτου ο χρόνος κατά τον οποίο ο δικαιοπάροχος τους ασκούσε νομή επί των δύο  επίδικων ακινήτων πριν από την μεταβίβαση τους σε αυτές με διαθήκη δεν ήταν χρόνος χρησικτησίας  του δικαιοπάροχου στην προσμέτρηση του αναφέρεται το άρθρο 1051 ΑΚ. Όμως με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες δεν επαναφέρουν την επικουρική της βάση που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη διότι αυτές επικαλούνται κυριότητα από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους ……………… ο οποίος κατέστη κύριος των επίδικων τόσο με πρωτότυπο όσο και με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας. Επομένως ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος διότι δεν υπάρχει ταυτότητα της ιστορική και της νομικής βάσης της ένδικης αγωγής διότι η ένδικη αγωγή έχει άλλη ιστορική και νομική αιτία με την τελεσιδίκως απορριφθείσα καθόσον στην ένδικη αγωγή εκτίθεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών ………….. έχει ήδη αποκτήσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ τούτου οι ενάγουσες ασκούν με την απόκτηση της κυριότητας από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους την εξουσία επί των επίδικων χωρίς να χρειάζεται να αναφέρουν στην αγωγή τους εμφανείς πράξεις νομής ούτε να προσμετρήσουν στην νομή τους τις πράξεις νομής επί των επίδικων των δικαιοπάροχων τους προκειμένου να αποκτήσουν κυριότητα επί των επίδικων.

Από την με αριθμό …./20/5/2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα . ……… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι ενάγουσες μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγόμενου κατ’ άρθρο 422 παρ.1 ΚΠΟΛΔ (βλ. την με αριθμό …………. Γ/13-5-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά …………), όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Τα επίδικα ακίνητα είναι δύο γεωτεμάχια μετά των επ’ αυτών ισόγειων κτιρίων με εμβαδό κατά το κτηματολόγιο 191 τ.μ., το πρώτο και 187 τ.μ  το δεύτερο, κείμενα στην θέση …….. της κοινότητας …. Σαλαμίνας του νυν δήμου …… Σαλαμίνας, τα οποία κατά την έναρξη του κτηματολογίου στην παραπάνω περιοχή στις 13-1-2006, έλαβαν ΚΑΕΚ ……….. και ……….. αντίστοιχα. Τα γεωτεμάχια αυτά εμφανίζονται στα προσκομιζόμενα από τις ενάγουσες αποσπάσματα των κτηματολογικών τους διαγραμμάτων και συνορεύουν σύμφωνα με αυτά, το μεν πρώτο βόρεια με το δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο, δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ……., νότια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ….. και ανατολικά με οδό, το δε δεύτερο βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …, δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ….. και ……., νότια με το πρώτο επίδικο γεωτεμάχιο και ανατολικά με οδό. Οι ενάγουσες απέκτησαν τα επίδικα ως άνω ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου εκάστη με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 27-2-2022 παππού τους ………… ο οποίος δυνάμει της από 24-1-2022 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό …………/4/10/2022 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκατέστησε αυτές μοναδικές κληρονόμους του κατ’ ίσα μερίδια. Την κληρονομία του στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα γεωτεμάχια αποδέχτηκαν οι ενάγουσες επ’ ωφελεία απογραφής (λόγω της κατά τον χρόνο αυτό ανηλικότητας τους), δυνάμει της με αριθμό …../8/9/2003 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ……………. που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο …. και αύξοντα αριθμό ….. Στον παραπάνω τίτλο κτήσης των εναγουσών το πρώτο ακίνητο περιγράφεται ως έναν αγρόκτημα άρτιο και μη οικοδομήσιμο εμβαδού 193,40 τ.μ., μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικίας επιφανείας 42,28 τ.μ., κείμενο στην θέση …. της κοινότητας …. Σαλαμίνας εκτός σχεδίου πόλεως της ανωτέρω κοινότητας και νυν δήμου …… Σαλαμίνας όπως αυτό εμφανίζεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα  Α-Β-Γ-Δ-Α- στο προσαρτώμενο στο παραπάνω συμβόλαιο από Οκτωβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού …………., σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά Β-Γ μήκους 21 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με πλευρά Α-Δ μήκους 17,10 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά με πλευρά Α-Β μήκους 9,20 μ. με δρόμο και δυτικά με πλευρά Γ-Δ μήκους 10,40 μήκους 10,40 μ., με ιδιοκτησία αγνώστων. Στον ίδιο τίτλο κτήσης των εναγουσών, το δεύτερο επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως αγροτεμάχιο μη άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 186,80 τ.μ.,  μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικίας επιφανείας 37 τ.μ., κείμενο στην  ίδια ως άνω θέση της κοινότητας …. Σαλαμίνας νυν δήμου ….. Σαλαμίνας όπως αυτό εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α στο προσαρτώμενο στο με αριθμό ………../2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας  …………. και ήδη προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από τις ενάγουσες από  Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …….. σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά Β-Γ μήκους 21,20 μ. με ιδιοκτησία ………, νότια με πλευρά Α-Δ μήκους 20,80 μ. με ιδιοκτησία του κληρονομούμενου ……….., ανατολικά με πλευρά Α-Β μήκους 8,80 μ. με οδό και δυτικά με πλευρά Γ-Δ μήκους 9,05 μ. με ιδιοκτησία ……………… Εκ της παραπάνω περιγραφής των επίδικων ακινήτων στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης των εναγουσών προκύπτει ότι αυτά ταυτίζονται με τα ήδη επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ……….και …….. αντίστοιχα διότι αυτά εντοπίζονται στην ίδια ακριβώς θέση, έχουν το ίδιο σχεδόν εμβαδόν, ενώ αυτά όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αναφερόμενων στον τίτλο κτήσης των εναγουσών τοπογραφικών διαγραμμάτων, αυτά φέρουν το ίδιο σχήμα, ενώ επιπλέον το δεύτερο εξ’ αυτών συνορεύει προς βορρά με ιδιοκτησία ……….., ο οποίος έχει αναγνωριστεί με την με αριθμό 696/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αποκλειστικός κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ………… Τα επίδικα γεωτεμάχια αποτελούσαν αρχικά ένα ενιαίο ακίνητο το οποίο περιήλθε στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών …………. καθώς και στους απώτερους δικαιοπάροχους αυτών ………. και ………… κατά ποσοστό 1/3 εξ’ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ’ αυτών με αγορά από τον μέχρι τότε κύριο αυτού, ………….., δυνάμει του με αριθμό …………../11-2-1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά ….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ….. σε συνδυασμό με την με αριθμό …../12/11/1964 πράξη εξόφλησης τιμήματος του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ….. Ειδικότερα στον παραπάνω τίτλο κτήσης των δικαιοπάροχων των εναγουσών τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο εκτάσεως 430 τ.μ., κείμενο εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως στην θέση …………. του δήμου Σαλαμίνας και ήδη κοινότητα ……. εμφαινόμενο με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο προσαρτώμενο στα παραπάνω συμβόλαιο από 6-2-1964 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ……… σύμφωνα με το οποίο το εν παραπάνω αγροτεμάχιο συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία ……… (η οποία με την με αριθμό 696/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς είναι δικαιοπάροχος του ………. ιδιοκτήτη του όμορου προς βορρά γεωτεμαχίου), νότια με ιδιοκτησία …….., ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία ….. .. Μετέπειτα δυνάμει του με αριθμό ………./24/11/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά, ….. ….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … και με αριθμό …. ο ένας εκ των συγκύριων του προαναφερόμενου ενιαίου ακινήτου ……. μεταβίβασε λόγω πώλησης στους άλλους δύο συγκύριους αυτού και δη στους ………. και ……….. το ποσοστό αυτού και συγκεκριμένα το 1/3 εξ’ αδιαιρέτου και με τον τρόπο αυτό, οι τελευταίοι κατέστησαν συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2  εξ’ αδιαιρέτου έκαστος εξ’ αυτών. Στη συνέχεια οι παραπάνω συγκύριοι προέβησαν σε διανομή του ενιαίου ακινήτου δυνάμει του με αριθμό …../31/7/1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά ……… νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ……. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών ………. έλαβε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα το νότιο τμήμα του και ήδη πρώτο επίδικο γεωτεμάχιο εμβαδού σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο διανομής 186,87 τ.μ., μετά της ισόγειας αυτού οικίας, ενώ ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών ……………, έλαβε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα το βόρειο τμήμα του και ήδη το δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο εμβαδού σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο διανομής 186,87 τ.μ., μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικίας όπως αυτά τα προπεριγραφόμενα διακριτά γεωτεμάχια που προέκυψαν από την ανωτέρω διανομή εμφαίνονται στο προσαρτώμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο από Ιουλίου 1969 διάγραμμα του μηχανικού ……….. και συνορεύουν σύμφωνα με αυτό το μεν πρώτο που έλαβε ο δικαιοπάροχος των εναγουσών …….. (πρώτο επίδικο γεωτεμάχιο) βόρεια με το τμήμα του ενιαίου ακινήτου που έλαβε το …….., νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με ιδιωτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία ……… και …………, το δε δεύτερο γεωτεμάχιο που έλαβε ο ……… (ήδη δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο), βόρεια με οικία ……….., νότια με το προς νότο τμήμα του ενιαίου ακινήτου που έλαβε ο ………., ανατολικά με ιδιωτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία ……… και …………. Μετέπειτα ο κύριος του δεύτερου επίδικου ακινήτου ……….. μεταβίβασε αυτό λόγω πώλησης στην ………………., δυνάμει του με αριθμό …../14/8/1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., σε συνδυασμό με την με αριθμό …./19/3/1971 πράξη εξόφλησης τιμήματος του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αμφότερων μεταγεγραμμένων νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στους τόμους ….. και ….. αντίστοιχα και με αριθμούς …. και ….. αντίστοιχα. Η …………, με το με αριθμό ………../2/8/2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 405 και με αύξοντα αριθμό 334, μεταβίβασε το δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο λόγω πώλησης στην …………., η οποία το μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών τον …………., δυνάμει του με αριθμό …./17/10/2021 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …… Επομένως ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος των εναγουσών ……….. έγινε πλήρης και αποκλειστικός κύριος και του δεύτερου επίδικου γεωτεμαχίου, δυνάμει της προαναφερόμενης αδιάκοπης σειράς νόμιμων τίτλων. Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών …………. από τον οποίο οι αναφερόμενοι ανωτέρω άμεσος και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους ………. και ………. και ………….. είχαν αποκτήσει αρχικά τα επίδικα γεωτεμάχια ως ένα ενιαίο ακίνητο, δυνάμει του με αριθμό ……./1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά, ………., ήταν έως τότε αληθής κύριος αυτού διότι το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ως τμήμα ευρύτερης αγροτικής έκτασης ήδη από το 1.900, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω της τριακονταετίας με αποτέλεσμα αυτός να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Πιο συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι ο ………….. εγκαταστάθηκε το έτος 1.900 στην νομή της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης 18 περίπου στρεμμάτων όπως αυτή εμφανίζεται στο προσκομιζόμενο από τις ενάγουσες από Οκτωβρίου 1961 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………, η οποία συνόρευε βόρεια εν μέρει με αγρούς ………… και εν μέρει με αγροτική οδό προς Κυνόσουρα, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία ………. και εν μέρει με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία του ίδιου και δυτικά με κοινοτικό αγρό. Έκτοτε ασκούσε συνεχώς επ’ αυτής πράξεις νομής που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό της, με διάνοια κυρίου αλλά και με καλή πίστη χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί είτε από το εναγόμενο είτε από οιανδήποτε τρίτο. Ο προαναφερθείς ήδη από το έτος 1.900 καλλιεργούσε τον παραπάνω αγρό με αμπέλια, σιτάρι και οπωροκηπευτικά, ενώ την είχε οριοθετήσει και την επέβλεπε τουλάχιστον έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1.960, οπότε την διαίρεσε σε μικρότερα αγροτεμάχια όπως αυτά εμφανίζονται στο από Οκτωβρίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …………., τα οποία μεταβίβασε σε τρίτους. Ένα από τα μερικότερα από τα παραπάνω αγροτεμάχια και δη το με αριθμό …….., το οποίο ταυτίζεται με τα επίδικα γεωτεμάχια μεταβίβασε ο …….. στους δικαιοπάροχους των εναγουσών, στον ………, στον .. ……… και …….. δυνάμει του με αριθμό ……./11/2/1964 συμβολαίου. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι η ευρύτερη έκταση των 18 στρεμμάτων πριν εγκατασταθεί στην νομή της ο ………. ανήκε στην οικογένεια του και δη στον παππού του ……….. ο οποίος ήδη από το έτος 1857 είχε ξεκινήσει να αποκτά ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην περιοχή ενώ στην συνέχει περιήλθε στον ……… και στον ……….. πατέρα του ………… Όλοι οι ανωτέρω νέμονταν την ευρύτερη ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και την καλλιεργούσαν προς κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών χωρίς ουδέποτε να έχουν ενοχληθεί από οιανδήποτε τρίτο. Το εναγόμενο αμφισβητεί την χρησιδεσποτεία του απώτατου δικαιοπάροχου των εναγουσών ………….. επί των επίδικων ακινήτων ισχυριζόμενο ότι ο τελευταίος ουδέποτε κατείχε την ανωτέρω έκταση των 18 στρεμμάτων με διάνοια κυρίου ούτε και ότι αυτός την καλλιεργούσε διότι η ως άνω έκταση είχε από το 1.820 δασικό χαρακτήρα με συνέπεια αυτή να είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας. Όμως από το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο με αριθμό πρωτ. ……/19/4/2021 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά προκύπτει πράγματι ότι αμφότερα τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται σήμερα στον θεωρημένο και αναρτημένο δασικό χάρτη του Ο.Τ.Α. Σεληνίων Σαλαμίνας ο οποίος έχει κυρωθεί μερικώς με την με αριθμό 320789/26/9/2022 απόφαση του γενικού γραμματέα δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 11-10-2022 και επομένως από την δημοσίευση του έχει καταστεί οριστικός για εκείνα τα τμήματα για τα οποία δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις και δεν εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας μεταξύ των οποίων και το επίδικο, όπως αυτό δεν αμφισβητείται ειδικά από τις ενάγουσες, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται πλήρως ο δασικός του χαρακτήρας σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 5 του ν.3889/2010. Όμως όπως ρητά αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά, ο ανωτέρω δασικός χάρτης καταρτίστηκε σύμφωνα με αεροφωτογραφίες ετών λήψης 1945 και 1998 από τις οποίες προκύπτει ότι οι επίδικες εκτάσεις κατά τα προαναφερόμενα έτη δεν εμφάνιζαν ίχνη καλλιέργειας και καλύπτονταν από δασική θαμνώδη βλάστηση. Συνεπώς από τον παραπάνω δασικό χάρτη αποδεικνύεται πλήρως ο δασικός χαρακτήρας των επίδικων ακινήτων από το έτος 1945 και μετά πλην όμως εξ’ αυτού δεν μπορούν να αντληθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τον δασικό χαρακτήρα ή μη χαρακτήρα τους, κατά τα προηγούμενα χρόνια και δη κατά τα κρίσιμα έτη 1900 έως και το 1930 κατά τα οποία ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών ……………. συμπλήρωσε τριακονταετή καλόπιστη νομή σ’ αυτά δοθέντων των πολέμων που έγιναν στην Ελλάδα κατά την διάρκεια των ετών 1930-1945, οι οποίοι είχαν σαν συνέπεια να εγκαταλειφθεί η καλλιέργεια πολλών αγροτικών ακινήτων. Το εναγόμενο πλην των αποσπασμάτων του ως άνω δασικού χάρτη δεν προσκομίζει κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του περί του δασικού χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων ήδη από το έτος 1820. Από το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο με αριθμό πρωτ. ……/20/2/2015 έγγραφο του Γ΄ Τμήματος Τεχνικής Υποστήριξης και Διαχείρισης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν σήμερα τμήματα του καταγεγραμμένου με ΑΒΚ ….. δημοσίου κτήματος, στο οποίο εντοπίζονται σήμερα τα επίδικα ακίνητα, εμφαίνεται με το με αριθμό ….. και στο προσκομιζόμενο από το εναγόμενο από 18-10-2011 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών ….. και ….. το οποίο έχει συνταχθεί με υπόβαθρο το από Φεβρουαρίου 1939 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών …-…., στο οποίο περιγράφεται ομοίως σαν αγρός. Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον προ του έτους 1945, τα επίδικα ακίνητα όπως και η ευρύτερη έκταση των 18 περίπου στρεμμάτων στην οποία αυτά εντοπίζονται είχαν αγροτικό χαρακτήρα και ήταν καλλιεργήσιμα απορριπτομένου των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου. Επιπρόσθετα η χρησιδεσποτεία του απώτατου δικαιοπάροχου των εναγουσών …………. επ’ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1900 έως το 1964 επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ………. η κατάθεση του οποίου κρίνεται αξιόπιστη δεδομένου ότι και ο ίδιος έχει οικία στην Σαλαμίνα και όσα καταθέτει τα γνωρίζει εξ’ ιδίας αντίληψης ενώ όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από Φεβρουαρίου 1939 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών ….-….., στον κτηματολογικό πίνακα του οποίου ο ……….. αναφέρεται ρητά ως κάτοχος αγρού κειμένου στην ευρύτερη περιοχή των …. Σαλαμίνας στην θέση ……………. Στον παραπάνω κτηματολογικό πίνακα ο ………. αναγράφεται ως κάτοχος αγρού 8 στρεμμάτων και 560 τ.μ. εμφαινόμενου στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό 11, ενώ τρίτος ιδιώτης με το επώνυμο ………. αναγράφεται ως κάτοχος αγρού 18 στρεμμάτων και 280 τμ, εμφαινόμενου στο παραπάνω διάγραμμα με τον αριθμό 10, που αντιστοιχεί σήμερα στο καταγεγραμμένο με ΑΒΚ ……. δημόσιο κτήμα στο οποίο εντοπίζονται και τα επίδικα ακίνητα. Όμως από την συγκριτική επισκόπηση του από Φεβρουαρίου 1939 τοπογραφικού διαγράμματος με το προσκομιζόμενο από τις ενάγουσες από Οκτωβρίου 1961 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………., στο οποίο εμφαίνεται η ευρύτερη περιοχή που νεμόταν ο ……… ήδη από το έτος 1900 συνάγεται ότι από πιθανή παραδρομή των συντακτών του παραπάνω κτηματολογικού πίνακα καταγράφηκε ο ……………. ως κάτοχος του με στοιχείο ……. αγρού αντί του με στοιχείο 10 που πράγματι νεμόταν και επί του οποίου εντοπίζονται σήμερα τα επίδικα ακίνητα όπως άλλωστε αυτό έγινε δεκτό από την με αριθμό 446/2020 τελεσίδική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία κρίνοντας επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος γειτονικού ακινήτου με το επίδικο δέχτηκε ότι οι ιδιώτες …. (ήδη απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών) και …….. νέμονταν αντίστοιχα τα με στοιχεία … και ….. εδαφικά τμήματα του προαναφερόμενου από Φεβρουαρίου 1939 διαγράμματος και συγκεκριμένα ότι ο ……….. νεμόταν το νοτιότερο υπό στοιχείο 10 τμήμα αυτού στο οποίο εντοπίζονται σήμερα και τα επίδικα ακίνητα στηρίζοντας την κρίση του και στην με αριθμό ………../29/6/2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης πραγματογνώμονα αγρονόμου-τοπογράφου-μηχανικού ………….. Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο ……….. νεμόταν πράγματι την ανωτέρω ευρύτερη έκταση με καλή πίστη και δη με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση πράξεων νομής δεν προσβάλλονται δικαιώματα κυριότητας άλλων, δοθέντος ότι όλα τα προσκομιζόμενα από το εναγόμενο πρωτόκολλα αποζημίωσης χρήσης δημοσίου κτήματος δεν έχουν εκδοθεί εναντίον του αλλά σε βάρος της ……….., η οποία όπως προκύπτει από το παραπάνω από Οκτωβρίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ……….., κατείχε αγροκτήματα βόρεια του ακινήτου που νεμόταν ο …………… Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου εκάστη εξ’ αυτών ήδη από το έτος 2002 χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου και ειδικότερα με κληρονομική διαδοχή του παππού τους ………….. και ως τότε αληθούς κυρίου αυτών, δυνάμει της προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας νομίμως μεταγεγραμμένης και με αδιάκοπη σειρά νόμιμων τίτλων των δικαιοπάροχων τους από τον απώτατο δικαιοπάροχο τους τον ………………. με το προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συμπληρωμένης έως και το έτος 1930. Τα επίδικα ακίνητα ήταν ιδιωτικά ήδη και πριν την εγκατάσταση του απώτατου δικαιοπάροχου των εναγουσών στην νομή τους το έτος 1900, διότι αποδείχτηκε ότι έως τότε κατέχονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από μέλη της οικογένειας του και ειδικότερα από τον γενάρχη αυτής …………….. και μετέπειτα από τα τέκνα του ….. και …………, οι οποίοι καλλιεργούσαν προς κάλυψη των βασικών τους αναγκών ήδη από το έτος 1850, με αποτέλεσμα να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο τους ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την με αριθμό 626/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο. Γεγονός είναι ότι τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται σήμερα στον ήδη μερικώς κυρωμένο δικαστικό χάρτη του Ο.Τ.Α. …… Σαλαμίνας με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται απόλυτα ο δασικός τους χαρακτήρας τουλάχιστον από το 1945 και μέχρι σήμερα πλην όμως το γεγονός αυτό ουδεμία συνέπεια δεν ασκεί στην συγκεκριμένη περίπτωση διότι οι ενάγουσες απέδειξαν ήδη κατ’ άρθρο 62 νόμου 998/1979 το δικαίωμα κυριότητας αυτών και των δικαιοπαρόχων τους επ’ αυτών, ενώ απέδειξαν ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ιδιωτικά ήδη προ της πρωτότυπης κτήσης αυτών από τον απώτατο δικαιοπάροχο τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αποδεδειγμένος δασικός χαρακτήρας των επίδικων ακινήτων ήδη από το 1945 και μετέπειτα δεν καθιστά απόλυτα άκυρο κατ’ άρθρο 60 παρ.1 του ν.δ. 86/1969, το με αριθμό …………/11/2/1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά ………. δια του οποίου ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών ………. μεταβίβασε λόγω πώλησης στους απώτερους δικαιοπαρόχους αυτών και δη τον ………, ……… και ……….., τα επίδικα ακίνητα ως ένα ενιαίο ακίνητο τμήμα ευρύτερης έκτασης  18 περίπου στρεμμάτων, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η ευρύτερη έκταση και κυρίως τα τμήματα που συνόρευαν με αυτή είχαν δασικό χαρακτήρα κατά τον ανωτέρω χρόνο ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι δια του παραπάνω συμβολαίου έγινε παράνομη κατάτμηση δασικής έκτασης άνευ σχετικής άδειας του Υπουργού Γεωργίας κατά παράβαση του άρθρου 60 παρ.1 του ν.δ. 86/1969. Ο δασικός χαρακτήρας των επίδικων ακινήτων ήδη από το 1945 δεν καθιστά άκυρο το με αριθμό ……./31/7/1969 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Πειραιά ……………. δια του οποίου οι τότε συγκύριοι του ενιαίου ακινήτου …………….. και …………. διένειμαν αυτό από την διανομή του οποίου προέκυψαν τα επίδικα ακίνητα διότι δεν προέκυψε ότι κατά τον παραπάνω χρόνο το ενιαίο ακίνητο επί του οποίου είχαν ανεγερθεί τα δύο ισόγεια κτίσματα είχε την ιδιότητα του δάσους ή δασικής έκτασης όπως αυτή οριοθετείται από την ισχύουσα κατά τον ανωτέρω χρόνο διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 86/1969 κατά την οποία δάσος είναι πάσα έκταση εδάφους καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας δυνάμενη δια δασικής εκμετάλλευσης να παράγει δασικά προϊόντα η οποία ιδιότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 60 παρ.1 του ν.δ 86/1969(ΑΠ 1075/2024, ΑΠ 1971/2017, ΑΠ 621/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ακόμη δεν αποδείχτηκε ότι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο το ενιαίο ακίνητο είχε χαρακτηριστεί ως δασικό από την αρμόδια διοικητική αρχή, ενώ άλλωστε στο με αριθμό ……./19/4/2021 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά σημειώνεται αορίστως ότι τα επίδικα ακίνητα που προήλθαν από το ενιαίο ακίνητο εμπίπτουν σε δασικές εκτάσεις των παραγράφων 1 έως 5 του ισχύοντος άρθρου 3 του ν.998/1979 χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται σε ποια συγκεκριμένα από τις παραπάνω παραγράφους εμπίπτουν. Αποδείχτηκε ακόμη ότι τρία χρόνια μετά την σύνταξη του προαναφερόμενου συμβολαίου διανομής εκδόθηκε η με αριθμό 349/175/1972 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας, Μεταφοράς και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Δ΄45/25/2/1972) με την οποία κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση περισσότερων κτημάτων κειμένων στο νότιο τμήμα του ακρωτηρίου Κυνόσουρας Σαλαμίνας, για τη επέκταση της χερσαίας ζώνης λιμένος Πειραιά, καθόσον προσκομίστηκε από τις ενάγουσες η με αριθμό 93/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας, στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων και ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών …………… και η απώτερη δικαιοπάροχος τους ………….., καθώς και από την περίληψη μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας της ΚΥΑ Ε4159/2170/Ν.11549/29-4-1975(ΦΕΚ Δ 114/24-5-1975) με την οποία ανακλήθηκε η  προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση, στην οποία αναφέρονται οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των εναγουσών. Γεγονός είναι ότι μία έκταση μπορεί να κηρυχθεί απαλλοτριωτέα μόνο αν ανήκει σε τρίτο και όχι στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επ’ αυτής κατασκευή έργων υποδομής μόνο αν δεν αποτελεί δάσος συνάγεται ότι τα επίδικα ακίνητα τα οποία κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα δεν ανήκαν κατά τον παραπάνω χρόνο στο εναγόμενο και δεν είχαν την ιδιότητα του δάσους όπως αυτή οριοθετείται κατά τον ανωτέρω χρόνο διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 86/1969. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην ευρύτερη έκταση που απαλλοτριώθηκε με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται από τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα, ενώ δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από αυτό από 18-10-2011 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών ……..-………….., διότι σε αυτό αποτυπώνεται μόνο η περιοχή που κηρύχτηκε απαλλοτριωτέα με την προγενέστερη ΚΥΑ Ε13862/5745/1969 (ΦΕΚ Δ 169/1969) στην οποία πράγματι δεν εμπίπτουν τα επίδικα ακίνητα και όχι η περιοχή που κηρύχτηκε απαλλοτριωτέα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ 349/175/1972 (ΦΕΚ Δ΄45/25-2-1972). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η περιοχή των Σεληνίων Σαλαμίνας στην οποία εντάχτηκαν τα επίδικα ακίνητα κηρύχτηκε υπό κτηματογράφηση στο πλαίσιο εργασιών για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με τον νόμο 2308/1995. Κατά την διαδικασία καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας ήδη από τις 1-2-2022 Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων τα επίδικα ακίνητα έλαβαν ΚΑΕΚ …………. και ……………… αντίστοιχα και καταχωρίστηκαν αμφότερα ως ιδιοκτησίες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου με αιτία κτήσης τον νόμο. Όμως οι πρώτες αυτές εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας των εναγουσών επ’ αυτών και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας των εναγουσών επί των επίδικων ακινήτων, καθόσον όπως αποδείχτηκε οι τελευταίες είναι αποκλειστικές συγκύριες αυτών κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου εκάστη με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει της με αριθμό …………../8/9/2003 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ….. και με α.α. …….. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι της ένδικης έφεσης ως ουσίαν αβάσιμοι. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε την αγωγή ορθά εφάρμοσε, με βάση τα ανωτέρω, το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε, αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας κατόπιν σχετικού αιτήματος τους πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρο 176,183 ΚΠΟΛΔ) μειωμένα όμως όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987, της παρ. 2 της 134/οικ./08-12-1992 – 20-01-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και 173 επόμενα του ΚΠΟΛΔ σύμφωνα με την οποία η επιβαλλομένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300,00 ευρώ (ΑΠ 725/2011, ΑΠ 1258/2005, ΕφΑθ 2281/2016 Τ.Ν.Π. Νόμος).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………./2025 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό …………../2025 έφεση κατά της με αριθμό 1753/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις  16-7 -2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ