ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 490/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο …… Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ……, ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει του Ν.5072/2023 και της υπ’ αριθ. 507/2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα το …… Ιρλανδίας, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αννέτας Τσολακίδου (Α.Μ Δ.Σ Θεσσαλονίκης ………..).
Της εφεσίβλητης ………….., νομίμως εκπροσωπουμένη από τον ……………., ως οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη της, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Φιλιώς Ασμάνη (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….).
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………», ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 3/1/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2024 ανακοπή, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …../2023 Διαταγή Πληρωμής του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, συζήτησε την ως άνω ανακοπή στις 7/3/2025, ερήμην της καθ’ ής η ανακοπή και με την υπ’ αριθ. 1530/2025 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η εκκαλούσα, ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, άσκησε την από 15/5/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………./2025 και β) δικογράφου …………./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το δικόγραφο της προσθήκης – αντίκρουσης της, η εφεσίβλητη προβάλλει ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας ισχυριζόμενη τα εξής: Ότι η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε από την εταιρεία «…………….», ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει του Ν.5072/2023 και της υπ’ αριθ. 507/2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», με έδρα το ….. Ιρλανδίας, με αριθμό μητρώου ….., η οποία απέκτησε την υπό κρίση απαίτηση από την αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «………….», δυνάμει της από 17/1/2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ότι εν συνεχεία με επ’ ακροατηρίω δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της καθώς και με το δικόγραφο των προτάσεων της, η εκκαλούσα διόρθωσε την έφεση της, εκθέτοντας ότι είναι διαχειρίστρια των απαιτήσεων έτερης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα το ….. Ιρλανδίας, με αριθμό μητρώου ….., η οποία απέκτησε την υπό κρίση απαίτηση από την αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «…………..», δυνάμει έτερης από 15/11/2024 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ότι είναι μη νόμιμη η διόρθωση και ουσιαστικά η αλλαγή διαδίκου με επ’ ακροατηρίω δήλωση και το δικόγραφο των προτάσεων της εκκαλούσας και επομένως, επειδή η εταιρεία «…………..», ουδέποτε απέκτησε την επίδικη απαίτηση από την «…………», η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εκκαλούσας. Επί της ως άνω ενστάσεως λεκτέα τα εξής: Στην υπό κρίση έφεση, εκκαλούσα, ως μη δικαιούχος διάδικος δυνάμει του Ν.5072/2023 και της υπ’ αριθ. 507/2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων είναι η εταιρεία «…………….». Η τελευταία ενεργεί ως διαχειρίστρια απαιτήσεων και συγκεκριμένα της απαίτησης κατά της εφεσίβλητης που απορρέει από την υπ’ αριθ. ………../16-9-2009 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου μεταξύ της εφεσίβλητης και της αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «……………». Τα ως άνω στοιχεία αποτυπώνονται σαφώς στο δικόγραφο της εφέσεως και θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της εκκαλούσας. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η με επ’ ακροατηρίω δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της καθώς και με το δικόγραφο των προτάσεων της εκκαλούσας, διόρθωση της επωνυμίας της, δικαιούχου της επίδικης απαίτησης, εταιρείας και των στοιχείων της σύμβασης με την οποία η τελευταία απέκτησε την επίδικη απαίτηση από την αρχικώς καθ’ ης η ανακοπή, συνιστούν παραδεκτή διόρθωση του δικογράφου της έφεσης, απορριπτομένης σχετικά της ανωτέρω ενστάσεως της εφεσίβλητης.
Α. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 και ισχύει και για τις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 591 παρ.1, 7 ΚΠολΔ): «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το ανωτέρω περιεχόμενο επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον δικασθέντα ερήμην πρωτοδίκως διάδικο επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 546/2014 ΝοΒ 2014/1899, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009/927, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005/1101), με αποτέλεσμα η υπόθεση να δικάζεται εξ αρχής από το Εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017 ΝοΒ 2017/2039, Αρμ 2017/1515). Η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα, που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών, που αυτός προβάλλει ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση, σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 579/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Έτσι, αν ο εναγόμενος που δικάστηκε στην πρωτοβάθμια δίκη ερήμην (ή σαν να ήταν παρών), ισχυρίζεται ότι η αγωγή, που έγινε δεκτή, ήταν νομικά αβάσιμη ή αόριστη ή απαράδεκτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αν υφίστανται αυτές οι ελλείψεις, χωρίς να εξαφανίσει πρώτα την εκκαλουμένη απόφαση. Αν, όμως, ως λόγος έφεσης προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονείται δηλαδή ο εναγόμενος για την πρωτόδικη κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η εκκαλούμενη απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς όλες τις διατάξεις της (ΕφΑθ 5998/2007 ΕλλΔνη 2009/235), ο, δε, εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008/2457, ΑΠ 1015/2005 ο.π., ΑΠ 331/2001 ΕλλΔνη 2001/1320).
Η κρινόμενη από 15/5/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου …………./2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1530/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 3/1/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη, εφεσίβλητης κατά της αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «……………», η οποία συζητήθηκε ερήμην της καθ’ ής η ανακοπή, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 20/5/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στην αρχικώς καθ’ ής η ανακοπή, που έλαβε χώρα στις 25/4/2025 (βλ. το επιδοθέν αντίγραφο της εκκαλουμένης με επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …………. – άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση, με την οποία η εκκαλούσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ζητώντας να απορριφθεί η ανακοπή της ανακόπτουσας κατά της υπ’ αριθ. …../2023 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολό της, αφού πλήττεται, ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, που οδήγησαν στην αποδοχή της ανακοπής, δικαιούμενης της εκκαλούσας να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ανακοπής, κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του νομίμου παραβόλου της έφεσης, στην εκκαλούσα (άρθρο 495 περ. 3 τελ.παρ. εδαφ.γ ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητά, για τους εκτιθέμενους στην ανακοπή της λόγους, να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ……./2023 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αρχικώς καθ’ ής το ποσό των 80.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που προέρχεται από σύμβαση στεγαστικού δανείου και να καταδικασθεί η καθ’ ής στην δικαστική της δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό, η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 14, 25 παρ.2, 584, 632 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού προκύπτει ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 12/12/2023 (βλ. την υπ’ αριθ. ……./2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, … ……), η, δε, ανακοπή επιδόθηκε στην αρχικώς καθ’ ης η ανακοπή στις 5/1/2024 (βλ. την υπ’ αριθ. ……………/2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………..), αρμοδίως, δε, εισάγεται για να συζητηθεί κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 εδαφ.β ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως η ανακοπή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Β. Κατά την παρ.1 του άρθρου 131 ΑΚ, «η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα παραπάνω, ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει (ΑΠ 531/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βούλησης, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη, πρέπει δε, η δήλωση αυτή, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, να οφείλεται στην υπάρχουσα κατά το χρόνο αυτής διανοητική ανωμαλία. Για την εφαρμογή του άρθρου 131 ΑΚ, σε περίπτωση πνευματικής ασθένειας, δεν είναι απαραίτητο ο ασθενής να είχε κηρυχθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης ή δικαστικής συμπαράστασης, αρκεί, δε να αποδεικνύεται ότι δεν είχε την ικανότητα για διαμόρφωση ελεύθερης βούλησης. Το δικαστήριο κρίνει περί της έλλειψης της συνείδησης των πράξεων και του περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της Βούλησης, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση, κατά την εκτίμηση αυτών και τη συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος, και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (ΑΠ 507/2015, ΑΠ 1470/2014, ΑΠ 48/2009, ΕφΔωδ 17/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα εκθέτει ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση απορρέουσα από την υπ’ αριθ. ……/16.9.2009 σύμβαση δανείου που συνήφθη μεταξύ της ανακόπτουσας και της δικαιοπαρόχου της καθ’ ής, ποσού 78.000 ευρώ, ενώ καταγγέλθηκε από την τελευταία με την από 2/8/2019 εξώδικη δήλωσή της, κοινοποιηθείσα σε αυτήν, στις 12/8/2019. Ότι η ανακόπτουσα ……………, γεννηθείσα το έτος 1954, πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή παρανοϊκού τύπου, η οποία διεγνώσθη περί το έτος 1993. Ότι κατά το έτος 2002 χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο ψυχιατρικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας, για περίπου ένα μήνα, όπου έκτοτε έχει νοσηλευτεί αρκετές φορές κατά διαστήματα και ενώ λαμβάνει διαρκώς φαρμακευτική αγωγή, τα συμπτώματα παραμένουν. Ότι μετά και την αυτοκτονία της κόρης της …….. το έτος 2004, η κατάστασή της έχει υποτροπιάσει. Ότι ήταν κυρία ενός οικοπέδου επιφανείας 101,20 τ.μ. μετά της επ’ αυτού οικίας, επιφανείας 90,30 τ.μ. επί της οδού ………….. στον Πειραιά. Ότι στις αρχές τοι έτους 2006, κατόπιν συζητήσεων με την …………. και τον ……………, οι οποίοι είχαν ομόρρυθμη κατασκευαστική εταιρεία, συμφώνησαν να δώσει η ανακόπτουσα αντιπαροχή το παραπάνω οικόπεδο και σε αντάλλαγμα θα ελάμβανε ένα οροφοδιαμέρισμα στον πρώτο όροφο, μία αποθήκη υπογείου και μία αποκλειστική θέση στάθμευσης, καθώς και μετρητά ύψους 15.000 ευρώ, ως συμπλήρωση της αξίας της αντιπαροχής. Ότι τον Μάρτιο του 2006, η ανακόπτουσα υπέγραψε το εργολαβικό της αντιπαροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου, …………., ενώ το έτος 2007 υπεγράφη μεταξύ της εργολήπτριας και της ανακόπτουσας η υπ’ αριθ. …../2007 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι το διαμέρισμα με τα παραρτήματα του παραδόθηκε σε αυτήν και το σύζυγό της το έτος 2009 και αφού εγκαταστάθηκαν εκεί, ο σύζυγος της ζήτησε από την εργολήπτρια εταιρεία το χρηματικό ποσό που όφειλαν στη σύζυγό του. Ότι η εταιρεία, διά των ομορρύθμων εταίρων της, προέβαλλε, ως δικαιολογία, πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία και για μεγάλο χρονικό διάστημα απέφευγαν οποιαδήποτε επικοινωνία. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2009 η ανακόπτουσα τον ενημέρωσε, ότι «πήγε με την …. και τον ….. και υπέγραψε το χαρτί της τράπεζας και σε δυο τρεις μέρες θα έπαιρνε και τα 15.000 ευρώ». Ότι δεν μπορούσε ούτε να του εξηγήσει τι υπέγραψε αλλά ούτε και θυμόταν τι ήταν το έγγραφο. Ότι ο σύζυγός της επικοινώνησε με τον ……, ο οποίος του ανέφερε ότι έπρεπε να υπογράψει η σύζυγός του ως οικοπεδούχος, για να λάβει η εταιρεία ένα δάνειο προκειμένου να καλύψει τις οικονομικές της δυσχέρειες και σε μερικές ημέρες θα την εξοφλούσαν. Ότι πράγματι μετά από μερικές ημέρες κατατέθηκε στο λογαριασμό της ποσό 12.800 ευρώ, αφού από το ποσό των 15.000 ευρώ είχαν αφαιρεθεί τα χρήματα που κατέβαλε η εργολήπτρια εταιρεία για το μίσθωμα οικίας τους μέχρι της παράδοσης του έργου. Ότι η ανακόπτουσα ουδέποτε εισέπραξε ολόκληρο το ποσό της επίδικης σύμβασης δανείου και ουδέποτε στο διάστημα αυτό ενοχλήθηκε είτε από την τράπεζα είτε από την εργολήπτρια εταιρεία. Ότι εξ αρχής δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί ότι κατήρτισε σύμβαση δανείου ούτε όμως και υπήρχε λόγος να λάβει η ίδια δάνειο ως οικοπεδούχος, το ποσό του οποίου εισέπραξαν δολίως οι εταίροι της εργολήπτριας εταιρείας. Με τα περιεχόμενο αυτό ο κρινόμενος λόγος. είναι παραδεκτός και νόμω βάσιμος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντ. και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ανακόπτουσας, ………………., κατά τη δικάσιμο στις 7/3/2025, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης καθώς και όλων των εγγράφων, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), ουδόλως αποδείχθηκαν οι ως άνω ισχυρισμοί της ανακόπτουσας περί πνευματικής της ανικανότητας κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης. Ειδικότερα, αν και σύμφωνα με την ανακόπτουσα, αυτή πάσχει από σχιζοφρένεια ήδη από το 1993 και μάλιστα η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε το 2004 μετά την αυτοκτονία της κόρης της και παρά την επικαλούμενη σοβαρότητα της ψυχικής νόσου της και την επίδραση της στη δικαιοπρακτική της ικανότητα, αυτή τέθηκε σε καθεστώς μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης μόλις στις 3.1.2024 δυνάμει προσωρινής διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ήτοι μόλις μία μέρα από την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής στις 4.1.2024. Ενδιάμεσα, παρά τη βαριά ψυχική νόσο της, προέβη σε μία σειρά δικαιοπραξιών σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας της, καθώς στις 20.3.2006 απεδέχθη την κληρονομία της μητέρας της δυνάμει της υπ’ αριθ. …………./2006 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ………, νομίμως μεταγεγραμμένης, και εν συνεχεία στις 14.2.2007 προέβη σε σύσταση οροφοκτησίας και κατανομής οριζοντίων ιδιοκτησιών οικοδομής δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/2007 πράξης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης. Περαιτέρω προέκυψε ότι η ανακόπτουσα βρισκόταν σε επικοινωνία και συνεννόηση από τις αρχές του 2006 με τους ……. . και …………, οι οποίοι είχαν ομόρρυθμη κατασκευαστική εταιρεία, με τους οποίους συμφωνήθηκε η αντιπαροχή του οικοπέδου, που η αντίδικος κληρονόμησε από τη μητέρα της, σε αντάλλαγμα της οποίας η αντίδικος θα λάμβανε ένα οροφοδιαμέρισμα α’ ορόφου με υπόγεια αποθήκη και θέση στάθμευσης καθώς και 15.000 ευρώ για τη συμπλήρωση της αξίας της αντιπαροχής και τον Μάρτιο του 2006 υπεγράφη και το σχετικό εργολαβικό συμβόλαιο αντιπαροχής. Περαιτέρω, ο σύζυγος της αντιδίκου και ήδη προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της, ισχυρίζεται ότι αναφορικά με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης πίστεψε τον ισχυρισμό του Αντωνίου Βλάχου ότι η σύζυγός του και ανακόπτουσα υπέγραψε ως οικοπεδούχος σε δάνειο, που έλαβε η κατασκευάστρια εταιρεία και ότι στη συνέχεια το 2014 αυτός και η ανακόπτουσα έμαθαν ότι η ……………. και ο ……. εξαπάτησαν πολύ κόσμο, επιβαρύνοντας τον με οφειλές. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο, δεν προκύπτει η τέλεση απατών και η ύπαρξη οφειλών από τους ως άνω εργολήπτες, αλλά και σε καταφατική περίπτωση δεν προκύπτει καμία όχληση από την ανακόπτουσα προς αυτούς για ακύρωση της ως άνω σύμβασης καθώς και αναζήτηση ποινικών ή αστικών ευθυνών προς αυτούς. Την ίδια όμως αδράνεια επέδειξε η ανακόπτουσα και μετά την επίδοση της από 2/8/2019 εξώδικης καταγγελίας της καθ’ ης, που επιδόθηκε νόμιμα σε αυτήν, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ………./12-8-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………., όπου και της γνωστοποιήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο των υπ’ αριθ. ……. και ………. λογαριασμών που προέκυψε σε βάρος της κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης από την καθ’ ης, ήτοι ποσό 135.493,86 ευρώ και 671,77 ευρώ, αντίστοιχα, αφού δεν απέκρουσε με κανένα τρόπο την ως άνω εξώδικη καταγγελία, ούτε και γνωστοποίησε στην καταγγέλλουσα τράπεζα, τα όσα αναφέρει περί της ψυχικής νόσου της και της εξαπάτησής της από τον ……………., ουδέν, δε, άλλο έπραξε μέχρι και την επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στις 12.12.2023. Το γεγονός δε ότι η ανακόπτουσα τέθηκε προσωρινά σε καθεστώς μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης μόλις στις 3.1.2024, με μόνο σκοπό την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή παρανοϊκού τύπου και είναι ουσιαστικά ανίκανη προς δικαιοπραξία ήδη από το 1993, κρίνεται ως προσχηματική και καταχρηστική συμπεριφορά με μόνο σκοπό την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και την απαλλαγή της οφειλέτριας από την υποχρέωση καταβολής των νομίμως επιδικασθέντων στη δικαιοπάροχο Τράπεζα κονδυλίων. Επίσης, από την κίνηση των ως άνω τηρηθέντων τραπεζικών λογαριασμών προκύπτει ότι η ανακόπτουσα εισέπραξε το σύνολο του ποσού του επίδικου δανείου, του οποίου έκανε ακώλυτη χρήση μέχρι σήμερα και όλο αυτό το μακρό χρονικό διάστημα από το 2009 και εντεύθεν ελάμβανε σε μηνιαία βάση αντίγραφα λογαριασμών, χωρίς να έχει φέρει την παραμικρή αντίρρηση ή αμφισβήτηση, αφού είχε δημιουργήσει εδραία την πεποίθηση στη δικαιοπάροχο Τράπεζα ότι αναγνωρίζει πλήρως και δεν αμφισβητεί τους όρους και την εγκυρότητα της επίδικης συμβάσεως και ότι πρόκειται να τηρήσει τα συμπεφωνημένα. Ας σημειωθεί τέλος ότι όλα τα έγγραφα που προσκομίζει η ανακόπτουσα προς απόδειξη της μειωμένης δικαιοπρακτικής της ικανότητας ήτοι ο από 15/5/2018 εισηγητικός φάκελος του ψυχιάτρου Ψ.Ν.Α ………….., τα συνταγογραφούμενα φάρμακα των ετών 2013 και 2022 – 2023, η υπ’ αριθ. ……./2022 ιατρική βεβαίωση του Ψ.Ν.Α, η από 18/5/2021 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας και η από 28/3/2024 όμοια, έπονται χρονικά του Σεπτεμβρίου 2009, όπου και καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση. Επομένως από τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Γ. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδας, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντας άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Από τη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται μεν ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά και δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της θεσπιζόμενης από τον άνω νόμο εισφοράς. Η ρυθμιστική ισχύς του νόμου αυτού εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά επομένως αποκλειστικά την κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, η μετακύλιση της εισφοράς αυτής στους δανειολήπτες είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στην προαναφερθείσα διάταξη, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 ΑΚ, αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε υπό την ισχύ του Ν. 128/1975 συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συντέλεσαν: α) Το γεγονός ότι μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικώς ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαίως, με σκοπό την ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών και γ) η θέσπιση των εξαιρέσεων των άρθρων 8 του Ν. 2459/1977 και 19 παρ. 4β του Ν. 3152/2003, που αφορούν κατάργηση της εισφοράς αυτής επί δανειοδοτήσεων προς φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατοικούν και εδρεύουν σε νησιά με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων και προς τις Ιερές Μονές και η οποία δεν θα δικαιολογείτο αν η εν προκειμένω εισφορά επιβάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα. Να σημειωθεί επίσης ότι η Τράπεζα της Ελλάδος από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 128/1975 ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο από μέρους της διοικητικός καθορισμός του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993, ενώ και υπό το καθεστώς της ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε με αποφάσεις της την υποχρέωση για κεχωρισμένη αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης (βλ. ΠΔ/Τε 1969/1991 και 2501/2002) (ΕφΛαρ 15/2018 ΤΝΠ Ισοκράτης). Η επιβολή, δε, της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη ενόψει της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (άρθρο 82), με την οποία επεκτείνεται η υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και για την επιβολή ειδικών εισφορών, όπως είναι και η εισφορά του Ν. 128/1975, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005/802, ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012/676, ΕφΑθ 227/2012 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, είναι δυνατή η συμβατική ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της υποχρέωσης προς καταβολή της εισφοράς αυτής υπό τον χαρακτήρα απλής υπόσχεσης ελευθερώσεως, η εισφορά δε αυτή, ως μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νόμιμα ανατοκίζεται (ΕφΘεσ 1224/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1086/2017 ΕπισκΕμπΔ 2017/547, ΕφΘεσ 473/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 16/2016 ΕλλΔνη 2016/1419, ΕφΘεσ 1034/2013, Αρμ 2014/623).
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ζητά την ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, επειδή η απαίτηση, που επιδιώκεται να ικανοποιηθεί με αυτές τοκίζεται με επιτόκιο που υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο, καθώς σε αυτή έχει ενσωματωθεί το ποσό, που προέρχεται από παράνομη μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975 στην ανακόπτουσα και από παράνομο ανατοκισμό της εν λόγω εισφοράς. Ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται παραδεκτά με την κρινόμενη ανακοπή και τυγχάνει ορισμένος, αλλά πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος γιατί: α) τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου δεν συνεπάγεται ακυρότητα του συνόλου της απαίτησης και β) όπως εκτίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο Ν. 128/1975 καθορίζει απλά τον υπόχρεο στην καταβολή της ανωτέρω εισφοράς, η δε μετακύλιση αυτής ανάγεται στην ιδιωτική αυτονομία και δεν απαγορεύεται ούτε από τις διατάξεις του Ν.128/1975 ούτε γενικά από άλλη διάταξη (ΑΠ 430/2005, ΕφΒορΑιγ 31/2018, ΕφΘεσ 1224/2017, ΕφΘεσ 437/2017, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 16/2016 ΕλλΔνη 2016/1419, ΕφΠειρ 37/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1034/2013 Αρμ 2014/623, ΕφΑθ 1159/2012 ΔΕΕ 2012/676, ΕφΘεσ 492/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010/1143, ΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔνη 2007/902), ενώ και το ποσό της εισφοράς νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου οπότε και αυτό το σκέλος του ως άνω λόγου ανακοπής τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο.
Με τον τρίτο λόγο ανακοπής της η ανακόπτουσα ζητά να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επειδή η απαίτηση της καθ’ ης είναι μη νόμιμη λόγω επιβολής επιτοκίου μεγαλύτερου του ανώτατου δικαιοπρακτικού (εξωτραπεζικού). Περαιτέρω τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες επιτοκίων εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και διαμορφώνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια, υποκείμενες, για το λόγο αυτό, σε απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 2 παρ. 3 Ν.Δ 588/48 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Ν.1266/1982, όπως ισχύει και το άρθρο 15 παρ. 5 ν.876/1979, αντιστοίχως) και οι, μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987), συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό (ΑΠ 2037/2014 ΤΝΠ Νόμος). Ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν καταχρηστικοί και παράνομοι οι πιο πάνω όροι, ως αντίθετοι με το άρθρο 2 παρ. 7 τον Ν. 2251/1994 (περί αοριστίας του τιμήματος). Εν προκειμένω η καθ’ ης συμμόρφωσε πλήρως τις τοκοφόρες απαιτήσεις της με την από 1/8/1996 ισχύουσα ΠΔΤΕ 393/15-7-1996, που αφορά στο επιτόκιο υπερημερίας και συγκεκριμένα ορίζει ότι αυτό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προβλεπόμενο στην οικεία σύμβαση επιτόκιο ενήμερης οφειλής περισσότερο από 2,5 % ετησίως. Επομένως, κρίνεται απολύτως σύννομη η απαίτηση της εκκαλούσας κατά της εκκαλούσας, καθώς αυτή σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει το καθοριζόμενο από την ανωτέρω περιοριστική ρύθμιση επιτόκιο υπερημερίας, εφόσον ο τόκος υπερημερίας υπολογίζεται με επιτόκιο ίσο προς το συμβατικό επιτόκιο του όρου, προσαυξημένο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες και επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής από τον κάτοχο τον ελαχίστου ποσού καταβολής, το οποίο ορίζεται στον Μηνιαίο Λογαριασμό και το επιτόκιο που χρεώνει η καθ’ ης, είναι νόμιμο και σύμφωνο με τους κανονισμούς της Τραπέζης της Ελλάδος. Ας σημειωθεί ότι η ανακόπτουσα ενημερώθηκε για το επιτόκιο, όταν υπέγραψε τη σύμβαση, το οποίο και απεδέχθη και τότε αλλά και καθ’ όσον καιρό έκανε χρήση του λογαριασμού αυτού και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης. Επομένως απορριπτέος κρίνεται και ο ως άνω λόγος ανακοπής.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ζητά την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω μη αναγραφής και προσδιορισμού των κεφαλαιοποιημένων τόκων κατά ποσό ορισμένο στη διαταγή πληρωμής. Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται μη νόμιμος καθότι επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει σύμβασης δανείου, που καταρτίσθηκε με τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικά ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του οφειλέτη. Αντιστοίχως, στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αρκεί να αναφέρεται η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, η συμφωνία περί αναγωγής του αποσπάσματος των βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο αποδείξεως της απαιτήσεως και του ύψους αυτής, το οριστικό κλείσιμο ή η καταγγελία της συμβάσεως, το ύψος του οριστικού καταλοίπου, καθώς και το απόσπασμα κινήσεως του λογαριασμού, δίχως να είναι ανάγκη να εμπεριέχονται στο περιεχόμενο της αιτήσεως τα επιμέρους κονδύλια χρεωπιστώσεων του λογαριασμού κινήσεως, εφόσον αυτά εκτίθενται στο συνημμένο στην αίτηση αντίγραφο ή απόσπασμα του λογαριασμού (ΑΠ 370/2012 ΧΡΙΔ 2012.609, ΑΠ 1234/2012, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 1512/2006, ΕφΠειρ 638/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε για το ορισμένο της διαταγής απαιτείται, ειδικότερα, να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, ώστε να μην δημιουργείται καμία αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της διαταγής ως προς την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1106/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5253/2012 ΔΕΕ 2013.69, ΕφΛαρ 278/2007 Δικογρ. 2008.105, ΜονΕφΛαρ 307/2015 ΔΕΕ 2016.386), ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε κατά καιρούς από την καθ’ ής τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων (ΕφΛαρ 452/2014 ΤΝΠ Ισοκράτης). Περαιτέρω δε, όσον αφορά στο ποσοστό επιτοκίου, τόσο το συμβατικό όσο και το υπερημερίας, αυτό αναφέρεται σαφώς στην επίδικη σύμβαση και στις πρόσθετες πράξεις. Τέλος, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων αντιγράφων των επίδικων λογαριασμών, που αναφέρονται και στη διαταγή πληρωμής, προκύπτουν ως στοιχεία τόσο το ποσό κίνησης και το κεφάλαιο, όσο και το ποσό του τόκου και των λοιπών χρεώσεων για έξοδα και προμήθειες, ενώ αναγράφεται ρητά το ποσό που αντιστοιχεί στο επιτόκιο, στοιχεία τα οποία σε συνδυασμό με τον χρόνο (ημερομηνία κίνησης), που αποτελεί ομοίως σταθερό στοιχείο επιτρέπουν να γίνει ο υπολογισμός του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων. Συνεπώς, δεν προκύπτει ασάφεια ως προς τον προσδιορισμό των κεφαλαιοποιημένων τόκων και εν γένει των τόκων στη διαταγή πληρωμής και για το λόγο αυτό ο ως άνω κρινόμενος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί.
Επομένως μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, να επικυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας, σε βάρος της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της νίκης της (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1530/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 3/1/2024 ανακοπής.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Επικυρώνει την υπ’ αριθ. ……./2023 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στην καταθέσασα τούτο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Ιουλίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β.ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ