ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 430/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: ………….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Νικόλαου Παϊπέτη (AM …. ΔΣΑ), ο οποίος προσκόμισε το με Νο …../10.03.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ως άνω Δ.Σ.
Της εφεσίβλητης: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της ………., με ΑΦΜ ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, δυνάμει της από 18.6.2021 και δημοσιευθείσας στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αρ. πρωτ. …../22.6.2021, σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003 της, εδρεύουσας στο ……. Ιρλανδίας, εταιρίας με την επωνυμία ”………….“, στην οποία η ανώνυμη τραπεζική εταιρία ”…………” εκχώρησε και μεταβίβασε την επίδικη απαίτηση, δυνάμει τής από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ. πρωτ. …../30.4.2020, στον τόμο … και με αυξ. αριθμό …, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Ελένης Ζαννιά (AM …. ΔΣΑ), μέλους της ΔΕ, με την επωνυμία ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με ΑΜ …. και ΑΦΜ …., η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό της το με Νο …./05.03.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.
Η εκκαλούσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης την από 17.06.2025 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ/ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………./19.06.2025, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 6177/2025 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε την ανακόπτουσα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ηττηθείσα διάδικος – ανακόπτουσα, με την από 02.01.2026 έφεση [που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται [άρθ. 495 αρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 42 του ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α΄133/28.07.2025) – έναρξη ισχύος 01.01.2026, άρθ. 168 παρ. 3 ν. 5221/2025], με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ………/05.01.2026], ορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………../05.01.2026] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό …… Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 02.01.2026 έφεση [που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται [άρθ. 495 αρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 42 του ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α΄133/28.07.2025) – έναρξη ισχύος 01.01.2026, άρθ. 168 παρ. 3 ν. 5221/2025], με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, ………../05.01.2026], ορίστηκε, δε, δικάσιμος αυτής [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου …………../05.01.2026] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό 54, της ηττηθείσας ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 6177/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 500, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 αρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 42 του ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α΄133/28.07.2025) – έναρξη ισχύος 01.01.2026, άρθ. 168 παρ. 3 ν. 5221/2025),εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής [της εκκαλουμένης] την 31-12-2025 μέχρι την άσκηση της έφεσης, την 05.01.2026, δεν έχουν παρέλθει δύο έτη [άρθρα 495 αρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ [όπως ισχύει κατά τα ως άνω από 01.01.2026] και 518 αρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 υπό α΄ ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 αρ. 3 υπό Αβ΄ ΚΠολΔ [όπως ισχύει κατά τα ως άνω από 01.01.2026] το υπ’ αριθ. …………../5.1.2026 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του της τράπεζας ALPHA BANK. Η εκκαλούσα άσκησε την από 17.06.2025 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………/19.06.2025, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αιτούμενη να ακυρωθούν: α) Η από 05.05.2025 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α’ εκτελεστού της υπ’ αριθμ. ……./2025 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) Η υπ’ αριθμ. …………./29.05.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του, διορισμένου στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, δικαστικού επιμελητή, ……….. και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε στο σύνολο τους λόγους της ανακοπής και επέβαλε σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα παραπονείται με την ένδικη έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ανακοπή της.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης επαναφέρεται ο, απορριφθείς από την εκκαλουμένη ως μη νόμιμος, τρίτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο η εκκαλούσα προέβαλε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εφεσίβλητης, επικαλούμενη ταυτόχρονα και την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 3 Σ και 116 ΚΠολΔ, να επιβάλει σε βάρος της περιουσίας της και δη της κύριας κατοικίας της αναγκαστική κατάσχεση και να επισπεύσει τον πλειστηριασμό του, για τον λόγο ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για ποσό 31.500 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου είναι 133.000 ευρώ, με βάση την τιμή εκτίμησης και πρώτης προσφοράς, που ορίστηκε, ήτοι πολλαπλάσια του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, περίσταση που δημιουργεί προφανή δυσαναλογία μέσου και σκοπού και προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος, δεδομένου ότι η ίδια θα απωλέσει την κύρια κατοικία της για οφειλόμενο ποσό για το οποίο η εφεσίβλητη είτε θα μπορούσε να έρθει σε συμφωνία ρύθμισης, καθώς προηγήθηκαν προς τούτο μετ΄ επιτάσεως οχλήσεις της, είτε, στην έσχατη περίπτωση, να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση του έτερου περιουσιακού της δικαιώματος, ήτοι του δικαιώματος υψούν επί του κατασχεθέντος ακινήτου, με αρ. ΚΑΕΚ …………….. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί νόμιμα να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1532, ΟλΑΠ 62/1990 ΕλλΔνη 1991.501, ΑΠ 893/2008 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η αντίθεση τής εκ μέρους του δανειστή επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του εκτελεστού τίτλου, το οποίο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ακύρωση αυτού. Οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο, ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του, η αξία των οποίων είναι μικρότερη μεν του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, πλην, όμως, καλύπτει την αξίωση του δανειστή, οπότε η επιδίωξη ικανοποίησης αυτής με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και με ζημία του οφειλέτη είναι άκυρη ως καταχρηστική. Πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, υπό στενή έννοια, όταν εμφανίζονται ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ ταυτόχρονα η απαίτηση που εκτελείται είναι μικρής αξίας και, συνεπώς έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 674/2021 ΝΟΜΟΣ).
Ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας διότι η εκκαλούσα δεν επικαλείται περαιτέρω ουσιώδη συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ή του ηπιότερου μέσου, από τα οποία, σε συνδυασμό με τα ως άνω ιστορούμενα, να προσδιορίζεται ότι η απαίτηση της εφεσίβλητης δύναται να ικανοποιηθεί με άλλο (συγκεκριμένο και κατονομαζόμενο) ηπιότερο μέσο για την οφειλέτιδα – εκκαλούσα, που καλύπτει την αξίωση της επισπεύδουσας – εφεσίβλητης, είτε με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων (σαφώς προσδιορισμένα), αξίας τουλάχιστον ισοδύναμης με την αξίωση της δανείστριας – επισπεύδουσας – εφεσίβλητης, ώστε το Δικαστήριο να αχθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι η επιδίωξη ικανοποίηση αυτής (της απαίτησης), με την κατάσχεση περιουσιακών της στοιχείων είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και με ζημία (σαφώς προσδιορισμένη) αυτής (εκκαλούσας – οφειλέτριας). Οι δε ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι η εφεσίβλητη θα μπορούσε να έρθει σε συμφωνία ρύθμισης, καθώς προηγήθηκαν προς τούτο μετ΄ επιτάσεως οχλήσεις της άλλως και επικουρικά ότι θα μπορούσε να έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση του έτερου περιουσιακού της δικαιώματος, ήτοι του δικαιώματος υψούν επί του κατασχεθέντος ακινήτου, με αρ. ΚΑΕΚ ………………. είναι παντελώς αόριστοι και απορριπτέοι, ο μεν πρώτος διότι δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της επικαλούμενης, μετ΄ επιτάσεως, όχλησης της εφεσίβλητης προς ρύθμιση, ο δε δεύτερος διότι δεν εξειδικεύει ποιά είναι η αξία του δικαιώματος υψούν ώστε να κριθεί εάν αυτή καλύπτει την επιδικασθείσα αξίωση της εφεσίβλητης και τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης στα οποία θα υποβληθεί, καθώς και αν υπάρχουν ή μη επ΄ αυτού βάρη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθ. 281 ΑΚ ένσταση έσφαλε και πρέπει κατά το κεφάλαιο αυτό να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Με τον 2ο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα επαναφέρει τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το σκέλος που αφορά τον ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, η οποία με τα έγγραφα που της συγκοινοποίησε με την από 5.5.2025 επιταγή προς πληρωμή δεν απέδειξε ότι έχει πράγματι αναλάβει την διαχείριση της επίδικης απαίτησης, από την ένδικη σύμβαση πώλησης, η οποία (απαίτηση) είχε μεταβιβαστεί στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………………» από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «……………», προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η σε βάρος της εκκαλούσας αναγκαστική εκτέλεση, ότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκε η από 30.4.2020 σύμβαση διαχείρισης, στα πλαίσια του άρθρου 925 ΚΠολΔ, ότι οι προς διαχείριση απαιτήσεις θα έπρεπε να προσδιορίζονται στην περίληψη ανάθεσης διαχείρισης και ότι θα έπρεπε να της επιδοθούν ολόκληρα τα νομιμοποιητικά της διαδοχής της καθ΄ ης έγγραφα και όχι αποσπάσματα, τόσο για την έναρξη όσο και για την συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθ. 925 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ότι ως εκ τούτου είναι άκυρες οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, την από 08-11-2024 αίτηση για έκδοση της ένδικης με αριθμό ……………../2025 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπέβαλε όχι ο αρχικός δανειστής, ήτοι η τράπεζα «…………» αλλά η εφεσίβλητη, ως μη δικαιούχος διάδικος – διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. Συνεπώς, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου που αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας από τον διάδοχο – όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η εκκαλούσα – και επομένως δεν γεννάται υποχρέωση επίδοσης των νομιμοποιητικών εγγράφων του τελευταίου, κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, αφού ο έλεγχος της νομιμοποίησης έλαβε χώρα σε προγενέστερο στάδιο και ειδικότερα αυτό της έκδοσης της Διαταγής Πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί.
Με τον 3ο και τελευταίο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα διαμαρτύρεται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των λόγων ανακοπής κατά της απαίτησης, που επαναφέρει με τον λόγο αυτόν της έφεσης και τους οποίους είχε ενσωματώσει στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής (εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ), έχει, δε, προβάλει, ήδη, με την άσκηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τού από 29.05.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2025 δικογράφου ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ, δικάσιμος της οποίας έχει οριστεί η 18.10.2028, με αριθμό πινακίου ΣΤΑ3/2, ισχυριζόμενη πως, κατ’ άρθρο 69 ΚΠολΔ, και οι λόγοι αυτοί πρέπει να κριθούν στο παρόν στάδιο. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Με την ως άνω ανακοπή προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής που είναι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017). Η κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2ε του ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό. `Οταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθ` ου η εκτέλεση μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με την προβλεπόμενη από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή. Οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου και συνεπώς και την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής που τυχόν ασκήθηκε. Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής και της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί, δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Η ακύρωση της τελευταίας μπορεί να ζητηθεί μόνο με την προβλεπόμενη από το άρθρο 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές ΑΠ 83/2020 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά την από 29.05.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2025 δικογράφου ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ, που βάλλει κατά της υπ’ αριθμ. …./2025 διαταγής πληρωμής, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει του άρθρου 632 ΚΠολΔ, δεν τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας, εφόσον, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα πρόταση, το αίτημά της αφορά στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι της αρξάμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση ανακοπή (εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ). Ωστόσο, δεδομένου ότι οι λόγοι της υπό κρίση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που επαναφέρονται με τον 3ο λόγο έφεσης, ταυτίζονται, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με τους εκτιθέμενους στην ασκηθείσα κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, πρέπει, για την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, να ανασταλεί η παρούσα δίκη, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της προαναφερόμενης από 29.05.2025 ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ερεύνησε και απέρριψε τους ταυτόσημους με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ λόγους της ένδικης ανακοπής έσφαλε και πρέπει κατά το κεφάλαιο αυτό να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η αναβολή της συζήτησης των λόγων αυτών της ένδικης ανακοπής, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία διατάσσεται η αναστολή της δίκης, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, στερείται οριστικότητας και δεν τέμνει οριστικά τη διαφορά, η δε συζήτηση που θα διεξαχθεί μετά την άρση της αναστολής αποτελεί συνέχεια της αρχικής. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να επιφυλαχθεί να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας κατά την έκδοση της οριστικής του απόφασης, η οποία θα κρίνει ενιαία τη δικαστική δαπάνη βάσει του τελικού αποτελέσματος της δίκης, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Πρέπει, ακόμα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 προτελ. εδ. ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για το παραδεκτό της έφεσης από την εκκαλούσα e- παραβόλου, λόγω της εξαφάνισης εν μέρει της εκκαλουμένης μετά την αποδοχή του πρώτου λόγου έφεσης και της εκ νέου κρίσης του από το παρόν Δικαστήριο. Τέλος, η χορηγηθείσα, δυνάμει της από 09.01.2026 προσωρινής διαταγής της Προέδρου Υπηρεσίας του Δικαστηρίου τούτου, αναστολή του, ορισθέντα για την 14.1.2026, πλειστηριασμού σε βάρος της εκκαλούσας και δυνάμει της ……../29.5.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, του δικαστικού επιμελητή ……………….., παύει αυτοδικαίως να ισχύει με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Ενόψει, όμως, τής κατά τα άνω διατασσόμενης αναστολής της δίκης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ ως προς τους λόγους της ανακοπής που αφορούν την απαίτηση, πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ενώ παράλληλα συντρέχει επείγουσα περίπτωση αποτροπής ανεπανόρθωτης βλάβης της εκκαλούσας – αιτούσας την αναστολή, από την διενέργεια του πλειστηριασμού. Ως εκ τούτου, το σωρευόμενο αίτημα αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτό και να διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει ό,τι έκρινε κατ’ ουσίαν απορριπτέο στην έφεση.
Δέχεται κατ’ ουσίαν τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 6177/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς τους τρίτο λόγο της ανακοπής.
Διατάσσει την επιστροφή του υπ’ αριθ. ………../5.1.2026 e – παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ, στην εκκαλούσα.
Κρατεί και δικάζει την ανακοπή κατά τους λόγους έφεσης που έγιναν δεκτοί.
Απορρίπτει τον τρίτο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Αναβάλλει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ την συζήτηση των λόγων της ανακοπής που ταυτίζονται με αυτούς της ασκηθείσας από 29.05.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2025 ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ [3ος λόγος της έφεσης] δικάσιμος της οποίας έχει οριστεί η 18.10.2028, με αριθμό πινακίου ………, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της τελευταίας ανακοπής (εκ του του άρθρου 632 ΚΠολΔ).
Διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης.
Επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί της δικαστικής δαπάνης των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας κατά την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της υπόθεσης, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 22 Ιουνίου 2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ