Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 503/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 503/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: ………….., κατοίκου ……….. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Παπαδόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» με έδρα τον …………… Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια.

Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………» με έδρα τον ……….. Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια.

Του εφεσίβλητου: …………….. δικηγόρου Βασιλείου Παπαδόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εκκαλών την με γενικό αριθμό καταθ. ……/2023 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1934/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εκκαλούντες με τις με γενικό αριθμό καταθ. …./2025 και ……./2025 εφέσεις, δικάσιμος επί των οποίων ορίστηκε μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι υπό κρίση εφέσεις, οι οποίες στρέφονται αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 1934/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων και οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της φανερής συνάφειας τους και για οικονομία χρόνου και δαπάνης (άρθρα 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρονται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτές κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων τους (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής. Εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται το ατύχημα όταν, παρά το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα εκτός του τόπου ή του χρόνου εργασίας και δεν επέρχεται ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, εμφανίζει με την εργασία μια σχέση αιτίου και αποτελέσματος υπό την έννοια ότι χωρίς την υποχρέωση του εργαζόμενου προς παροχή εργασίας δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευση του ατυχήματος πραγματικές συνθήκες (ΟλΑΠ 1287/1986).

Από το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι’ αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία στις 23.11.2021 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του παρασκευαστή πιτών με χειροκίνητα εργαλεία. Ότι στις 8.10.2022 κατά τη διάρκεια εργασίας του υπέστη εργατικό ατύχημα κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή περιστάσεις, το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά και κατέστη ανίκανος προς εργασία. Περαιτέρω η εναγόμενη στις 23.2.2023 ενώ ο ενάγων είχε λάβει άδεια ασθένειας προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του εν αγνοία του γεγονός που αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης η οποία υποχρεούται να του καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης ποσού 3.336,34 ευρώ και επιπλέον το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τον τραυματισμό του με υπαιτιότητα της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του ενάγοντος και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης, τις υπ’ αριθμ. …., …. και ……../2024 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, το αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας της οποίας είναι η παραγωγή και εμπορία ειδών ζύμης, στις 23.11.2021 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του εργάτη παρασκευαστή πιτών με χειροκίνητα εργαλεία και μηχανές. Τα καθήκοντα του ενάγοντος συνίστανται στο άνοιγμα της ζύμης και την τοποθέτησή της στο μηχάνημα θέρμανσης το οποίο καθάριζε ο ίδιος όποτε χρειαζόταν. Στις 8.10.2022 και ενώ ο ενάγων εργαζόταν στο μηχάνημα θέρμανσης ζύμης επιχείρησε να καθαρίσει τον θερμαινόμενο χώρο με αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας το αριστερό του χέρι να έρθει σε επαφή με τον περιστρεφόμενο τροχό του άξονα κίνησης και να τραυματιστεί σοβαρά. Μεταφέρθηκε άμεσα στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Αττικής όπου διαπιστώθηκε ακρωτηριασμός της ονυχοφόρου φάλαγγος μέσου, παράμεσου και μικρού δακτύλου της αριστερής άκρας χειρός και υποβλήθηκε σε επέμβαση διαμόρφωσης κολοβωμάτων. Ακολούθως του συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή ενώ του χορηγήθηκαν διαδοχικές αναρρωτικές άδειες μέχρι και τον Μάιο του έτους 2023. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, οι οποίοι από αμέλεια δεν τήρησαν τους απαιτούμενους όρους ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του πδ 395/1994 και που αφορούν τις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που απαιτούνται για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας για τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους, όπως αναφέρεται και στην με αριθμ. πρωτ. …………./2023 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος του Επιθεωρητή Εργασίας ………, σύμφωνα με την οποία το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν κατά τη διάρκεια επεμβάσεων στα προϊόντα που βρίσκονταν εντός του θερμαινόμενου χώρου του μηχανήματος θέρμανσης ζύμης στις οποίες προέβαιναν οι εργαζόμενοι, υπήρχαν συστήματα που να σταματούν την κίνηση της μηχανής πριν την πρόσβαση οπότε να μην υφίστατο κίνδυνος τραυματισμού των εργαζομένων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η εργασία που εκτελέστηκε από τον ενάγοντα με τη χρησιμοποίηση των χεριών του όσο το μηχάνημα βρισκόταν σε κίνηση δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί, ενώ ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι στο σημείο που συνέβη το ατύχημα υπήρχε σήμανση για απαγόρευση χρησιμοποίησης των χεριών είναι αβάσιμος καθόσον η σήμανση που υφίστατο κατά τον χρόνο ελέγχου του χώρου από τον Επιθεωρητή Εργασίας, τοποθετήθηκε μεταγενέστερα του ενδίκου ατυχήματος, ενώ το προσκομιζόμενο από την εναγομένη βίντεο καταγραφής της εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση δεν δύναται να ληφθεί υπόψη διότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίστανται οι απαιτούμενες για τη νομιμότητα της εγκατάστασης του ανωτέρω συστήματος βιντεοεπιτήρησης προϋποθέσεις. Περαιτέρω η ασκηθείσα από την εναγομένη παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία προσεπικαλεί την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………….» να παρέμβει αναγκαστικά υπέρ αυτής στην ανωτέρω δίκη αιτούμενη να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει όποιο ποσό επιδικαστεί σε βάρος της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η εναντίον της αγωγή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν προσκομίστηκε το οικείο έντυπο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 65 Ν. 4647/2019) το οποίο απαιτείται και στην προκειμένη περίπτωση εφόσον με το υπό κρίση δικόγραφο εισάγεται αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας. Συνυπαίτιος όμως στην πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος και δη σε ποσοστό 30% είναι και ο ενάγων, ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει λόγω και της εμπειρίας του στην προαναφερόμενη θέση εργασίας διότι ενώ γνώριζε ότι κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών καθαρισμού του μηχανήματος θέρμανσης ζύμης έπρεπε να είναι προσεκτικός έθεσε το χέρι του εντός του μηχανήματος χωρίς προηγουμένως να διακόψει τη λειτουργία του, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του. Ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του ελάμβανε συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες τις οποίες γνωστοποιούσε στην εναγομένη, η οποία όμως ενώ γνώριζε την κατάσταση της υγείας του και την αδυναμία του να εργαστεί στις 23.2.2023 και ενώ ο ενάγων είχε αναρρωτική άδεια προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του από την εργασία του. Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι η απουσία του ενάγοντος από την εργασία του συνεπεία του επισυμβάντος με συνυπαιτιότητα της εναγομένης εργατικού ατυχήματος, οφείλεται στο σοβαρό τραυματισμό που προκλήθηκε σε αυτόν και στην αδυναμία του να εργαστεί γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη, η οποία χωρίς ο ενάγων να εκφράσει οποιαδήποτε πρόθεση να αποχωρήσει από την εργασία του προέβη στην προαναφερόμενη δήλωση, η οποία αποτελεί κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου άτακτη καταγγελία της σύμβασής του και επομένως οφείλει σε αυτόν η εναγόμενη το ποσό των 3.336,34 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης. Ο ενάγων, ο οποίος λόγω της φύσης του τραυματισμού του, υποστάς ακρωτηριασμό δακτύλων, αδυνατεί να εργαστεί σε χειρωνακτικές εργασίες υπέστη από το ανωτέρω εργατικό ατύχημα ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση η οποία λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το ένδικο ατύχημα, το βαθμό συνυπαιτιότητας των διαδίκων, την έκταση της σωματικής του βλάβης, την μόνιμη μερική αναπηρία που υπέστη, την σωματική και ψυχική ταλαιπωρία του παθόντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο οφείλει να καταβάλει η εναγόμενη.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων (άρθρα 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις υπό κρίση εφέσεις.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά τις εφέσεις.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27.7.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ