Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 500/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 500 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: ………………. ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Καίσαρη.

Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………» και τον διακριτικό τίτλο «…………….» που εδρεύει στο ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, με δήλωση άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εκκαλών την με γενικό αριθμό καταθ. ……./2020 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 171/2024 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ο εκκαλών με την με γενικό αριθμ. καταθ. ……/2026 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος κατά της 171/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία είναι επιχείρηση ταχυμεταφοράς δεμάτων και εγγράφων στις 14.12.2015 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου. Ότι εργάστηκε αρχικά σε κατάστημα της εναγομένης στην Ελευσίνα και εν συνεχεία σε ευρισκόμενο στον Πειραιά κατάστημα της εναγομένης λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των 1.113,48 ευρώ. Ότι από το έτος 2016 κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη αντιμετώπισε σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα και υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική επέμβαση και ακολούθως σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς ενώ όταν επέστρεψε στην εργασία του το Φεβρουάριο του έτους 2020 ζήτησε να απασχοληθεί σε θέση εντός του καταστήματος λόγω της κατάστασης της υγείας του αίτημα το οποίο έγινε δεκτό. Επειδή όμως τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν περιελάμβαναν τη συνεχή μετακίνηση δεμάτων, που ήταν επιβαρυντικό για την κατάσταση της υγείας του ζήτησε να επιστρέφει στη θέση που αρχικά του είχε ανατεθεί του οδηγού, το οποίο αποδέχτηκε η εναγομένη, η οποία όμως στις 13.3.2020 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγων ότι η καταγγελία της σύμβασής του, στην οποία προέβη η εναγόμενη κατά τη διάρκεια της εξάπλωσης του κορωνοϊού και ενώ ανέμενε τη λήψη μέτρων προφύλαξης για τους εργαζόμενους που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, είναι καταχρηστική διότι έγινε κακόπιστα λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του καθόσον η εναγομένη γνώριζε ότι ανήκει στις ευπαθείς ομάδες και επομένως θα έπρεπε να απέχει από την εργασία του. Ζητεί με την υπό κρίση αγωγή του να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 15.658,30 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από την καταγγελία της σύμβασης μέχρι τον πιθανό χρόνο συζήτησης της αγωγής και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του από τη συζήτηση της αγωγής μέχρι την άρση της υπερημερίας του, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν από την επίκληση από τον εργοδότη λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα αυτού, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της καταγγελίας. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δε δικαιολογείται από συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως λόγους δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 102/2017 Νόμος).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Η έλλειψη, η ανεπάρκεια κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 127/2016 Νόμος).

Περαιτέρω η αγωγή με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του οφείλεται σε κακόπιστη συμπεριφορά της εναγόμενης είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη δοθέντος ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει τα επισυμβάντα κατά το χρόνο της απασχόλησής του στην εναγομένη πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν κατά τους ισχυρισμούς του κακόπιστη σε βάρος του συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προκειμένου το δικαστήριο να διαπιστώσει με ποιο τρόπο εκδηλώθηκε η επικαλούμενη εμπάθεια προς το πρόσωπό του δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε η απόλυσή του, στοιχεία απαραίτητα για να αποφανθεί το δικαστήριο για το αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι καταχρηστική όπως ισχυρίζεται.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2026 έφεση και αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της να απορριφθεί η αγωγή, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και να καταδικαστεί ο ενάγων στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης, λόγω της ήττας του, κατ’ άρθρο 176 ΚΠολΔ, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση εφέση.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την με αριθμ. εκθ. καταθ. …../2026 έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 171/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τον ενάγοντα στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23.7.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                           Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ