Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 515/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης   515/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Αποτελούμενο από  τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………..,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΦΜ ……….), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δέσποινα Ντουρντουρέκα (ΑΜ ………..) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων: 1…………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριανή Λουκάτου ( ΔΣΑ ………) και κατέθεσε προτάσεις  και 2) ……………, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της καλούσας: ………….., η οποία γνωστοποίησε το θάνατο στις 25/6/2024 της δεύτερης εφεσίβλητης, μητέρας της,  …………. και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της, η οποία  εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριανή Λουκάτου (ΔΣΑ …..) και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΦΜ …..), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δέσποινα Ντουρντουρέκα (ΑΜ …………) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, εκ των οποίων στη θέση της δεύτερης εξ αυτών, η οποία απεβίωσε, υπεισήλθε στη θέση της και συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της η καλούσα …………….., άσκησαν σε βάρος του εναγόμενου, ήδη εκκαλούντος, την από 25/5/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2021) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την υπ’ αριθμ.2078/2022 μη οριστική απόφαση και ακολούθως  την υπ’ αριθμ. 3427/2023 οριστική απόφαση του με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.

Το εναγόμενο ήδη εκκαλούν προσβάλλει την υπ’ αριθμ. 3427/2023 οριστική απόφαση, συνεκκαλουμένης της υπ’ αριθμ. 2078/2022 μη οριστικής απόφασης με την από 26/2/2024 και  με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/26.2.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου  και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../27.2.2024) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε  για την αρχική δικάσιμο της 6/3/2025 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κι εγγράφηκε  στο πινάκιο με αριθμό 17 ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.

Με την από 26/8/2025  (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./26.8.2025) κλήση-δήλωση συνέχισης δίκης, η καλούσα δήλωσε ότι η δεύτερη ενάγουσα ήδη δεύτερη εφεσίβλητη απεβίωσε στις 25/6/2024 και ότι υπεισήλθε στη θέση της και συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος με αριθμό πινακίου …….

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκε προσηκόντως από τη σειρά της εκ του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν. Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και ειδικότερα η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου εφεσίβλητου και της καλούσας, η οποία υπεισήλθε στη θέση της δεύτερης εφεσίβλητης, παραστάθηκε στο ακροατήριο και  αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 288, 289, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πολιτική δίκη διακόπτεται και με το θάνατο ενός των διαδίκων, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά απ’αυτήν και πριν την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης (ΑΠ 891/2023, ΑΠ 1281/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1251/2021, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 14/2023 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΤρΕφΠειρ 151/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς].

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26/8/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………..) κλήση, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στο καθ’ου (βλ. την υπ’ αριθμ. …./28.8.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . ……..) και στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά-Νήσων και Δυτικής Αττικής (βλ. την υπ’ αριθμ. …../28.8.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….) αλλά και με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου της πληρεξούσιας δικηγόρου της καλούσας ………. (ΔΣΑ ….) γνωστοποιήθηκε ότι απεβίωσε στις 25/6/2024 η δεύτερη εφεσίβλητη ………. και ότι  τη βιαίως διακοπείσα δίκη επί της υπό κρίση έφεσης  λόγω του θανάτου της ανωτέρω διαδίκου επαναλαμβάνει εκουσίως η εκ διαθήκης  κληρονόμος της ……………., η οποία εκπροσωπείται  από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της. Επομένως, διά της γνωστοποίησης του θανάτου της ανωτέρω διαδίκου, που συνιστά διακοπτικό της δίκης  γεγονός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 286 στοιχ.α΄ του ΚΠολΔ, με την επίδοση του δικογράφου της κλήσης αλλά και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κληρονόμου της, ήτοι προσώπου, που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, επήλθε νόμιμα βίαιη διακοπή της δίκης επί της υπό κρίση έφεσης και εκούσια επανάληψη αυτής από την κληρονόμο της αποβιώσασας δεύτερης εφεσίβλητης, όπως προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 287 και 290 του ιδίου Κώδικα. Επισημαίνεται ότι προσκομίζονται από την καλούσα η  ληξιαρχική πράξη θανάτου της αποβιώσασας διαδίκου και όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, εκ των οποίων πλήρως αποδεικνύεται η κληρονομική ιδιότητα της ιδίας και συνακόλουθα η ικανότητά της να γνωστοποιήσει το θάνατο της προαναφερόμενης αρχικής διαδίκου και να συνεχίσει τη δίκη, με την επισήμανση ότι το εκκαλούν-καθ’ου η κλήση με τις προτάσεις που προκατέθεσε επί της ανωτέρω κλήσης, δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά της αυτή. Συνεπώς, η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη επί της ανωτέρω έφεσης  νομίμως συνεχίζεται από την καλούσα, η οποία, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιώσασας αρχικής δεύτερης εφεσίβλητης, υπεισήλθε στη δικονομική της θέση.

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3427/19.10.2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συνεκκαλουμένης και της υπ’ αριθμ.2078/24.6.2022 μη οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε  δεκτή η από 25/5/2021 (αριθ. εκθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021) αγωγή των εναγόντων ήδη εφεσίβλητων, εκ των οποίων σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η δεύτερη εξ αυτών απεβίωσε  στις 25/6/2024 (μετά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης) και υπεισήλθε στη θέση της η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της  παραδεκτά  φέρεται  προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19  του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [19/10/2023] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 26/2/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015]. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) συνεκδικαζόμενη με την από 26/8/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………..) κλήση -δήλωση συνέχισης δίκης, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι με τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δευτεροβάθμιας δίκης και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (αρθρ. 524 παρ.1 και 246 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες  στην από 25-5-2021(ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2021) αγωγή  τους, εξέθεταν ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας  του αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου – αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση «…..» της κτηματικής περιφέρειας ………….. της κοινότητας Αιαντείου Σαλαμίνας, του Δήμου Σαλαμίνας της ΠΕ Νήσων της περιφέρειας Αττικής το οποίο φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ………….  Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από την αληθή κυρία αυτού Σπυριδούλα συζ. ………..  με το  υπ’ αριθ. …………../18.1.1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …………….., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας  κι επικουρικώς, με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και  έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι αυτό με διάνοια κυρίου  και καλή πίστη, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως  από το έτος 1983  με  τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται στην αγωγή, πλέον δε επικουρικότερα με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν.3127/2003. Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το εν λόγω ακίνητο καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ ………….,  ανακριβώς, ως ανήκοντας στην κυριότητα του εναγόμενου  Ελληνικού Δημοσίου.  Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα και να  διορθωθεί η πρώτη εγγραφή του οικείου βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε να εγγραφούν αυτοί  ως αποκλειστικοί συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επιδίκου γεωτεμαχίου. Το εκκαλούν εναγόμενο αρνήθηκε την αγωγή και περαιτέρω ισχυρίστηκε α) ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τις οποίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκε μέχρι την Επανάσταση του 1821, β) άλλως δυνάμει της ανωτέρω Συνθήκης και των ίδιων ως άνω Πρωτοκόλλων ως έκταση που εγκαταλείφθηκε από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους της, και δεν καταλήφθηκε, γ) άλλως βάσει των διατάξεων του β.δ. της 3/15.12.1833, διότι αποτελούσε δάσος από το έτος 1820 μέχρι σήμερα χωρίς ποτέ μέσα στις νόμιμες προθεσμίες να αναγνωρισθεί οποιοσσδήποτε ιδιώτης κύριος αυτού κατά την από το νόμο προβλεπόμενη διαδικασία, δ) άλλως με τακτική και επικουρικότερα με έκτακτη χρησικτησία διότι το νεμόταν από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα διανοία κυρίου και με καλή πίστη ενεργώντας σε αυτό δια των αρμοδίων οργάνων του τις αναφερόμενες πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του, ε) άλλως  με την κατάληψή του ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21.6/10.7.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, 2παρ.1 του ΑΝ 1539/1938 και 972ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη συνεκκαλούμενη με αρ. 2078/2022 μη οριστική απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί και να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Ακολούθως και αφού πραγματοποιήθηκαν τα όσα διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του, εκδόθηκε η με αρ.  3427/2023 οριστική απόφασή του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία, έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, κατά την κύρια βάση της περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας, αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επίδικου και διατάσσοντας τη διόρθωση της κτηματολογικής  εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, ώστε να φαίνεται η συγκυριότητα των εναγόντων κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό ο καθένας. Kατά των άνω αποφάσεων βάλλει το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 §§ 2,  3 του ν. 2664/1998 «Εθνικό Κτηματολόγιο» (όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής), σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και συγκεκριμένα στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή «άγνωστος», μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που εχώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή έχει διττό χαρακτήρα (αναγνωριστικό – διορθωτικό), και περιεχόμενο του αιτήματός της είναι η αναγνώριση του δικαιώματος, που ισχυρίζεται ότι έχει ο ενάγων επί του σχετικού ακινήτου και η διόρθωση της αντίστοιχης ανακριβούς εγγραφής. Η ανωτέρω αγωγή απευθύνεται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία (βλ. ΑΠ 277/2019 Επιθ.Ακιν. 2019521). Για το ορισμένο αυτής θα πρέπει, πέραν των λοιπών στοιχείων που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1094 του ΑΚ και 70, 216 §.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο η κυριότητα του ενάγοντος επί του σχετικού ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, είδος και όρια, ενώ, όταν το ακίνητο αυτό φέρεται, με την αγωγή, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Ωστόσο, δεν απαιτείται για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να αναφέρονται σ’ αυτήν οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του επίδικου ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα  (ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 479/2019 και ΑΠ 860/2018 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, στην περίπτωση που το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που είναι αποτυπωμένο στο κτηματολογικό διάγραμμα (δηλ. δεν υπάρχει ανακρίβεια ως προς την αποτύπωση του γεωτεμαχίου, ώστε να υπάρξουν χωρικές μεταβολές) αρκεί και μόνη η αναφορά του ΚΑΕΚ για τον προσδιορισμό του, χωρίς περαιτέρω περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια. Και τούτο διότι ο ΚΑΕΚ (Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) είναι ο 12ψήφιος αποκλειστικός και μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο που προσδιορίζει τούτο κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, ώστε ουδεμία αμφιβολία να δημιουργείται ως προς την ταυτότητά του, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 11 παρ. 3-4 του ν.2664/1998)[ (ΑΠ877/2025, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, εάν ο επικαλούμενος τρόπος κτήσης κυριότητας είναι η έκτακτη χρησικτησία κατ’ άρθρο 1045 του ΑΚ, τότε ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί την εικοσαετή νομή (άρθρο 974 ΑΚ) και να καθορίσει συγχρόνως και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού (βλ. ΑΠ 141/2018, ΑΠ 80/2015 και ΑΠ 27/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως αρκεί να εκτίθενται οι υλικές πράξεις νομής του ίδιου ενώ ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επ` αυτού (επιδίκου ακινήτου) από τον δικαιοπάροχο του τελευταίου (ενάγοντος) δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο τελευταίος οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ. β’ του ΚΠολΔ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνιστά το αντικείμενο της δίκης, είναι αυτοτελές και όχι τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός της θέσης αυτού στο τυχόν μείζον ακίνητο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων διότι το επίδικο  ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που είναι αποτυπωμένο στο κτηματολογικό διάγραμμα (δηλ. δεν υπάρχει ανακρίβεια ως προς την αποτύπωση του γεωτεμαχίου, ώστε να υπάρξουν χωρικές μεταβολές) και φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ……………… Ως εκ τούτου η αναφορά του ΚΑΕΚ, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό και μοναδικό αριθμό για κάθε ακίνητο, το οποίο προσδιορίζει από μόνο του το ακίνητο κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή ώστε να μην δημιουργείται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, τη θέση, την έκταση και τα όρια του, αρκεί για τον προσδιορισμό αυτού χωρίς περαιτέρω περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια.   Επιπλέον, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που αφορά την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια οι εμφανείς προς τους τρίτους διακατοχικές πράξεις (δηλαδή οι υλικές πράξεις νομής), τις οποίες άσκησαν αδιαλείπτως στο ένδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων και καλή πίστη οι ενάγοντες από το έτος 1983.  Συνεπώς η αγωγή, σύμφωνα και με  τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι πλήρως ορισμένη όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθμ. …./30.9.2021 ένορκης βεβαίωσης του …………, που δόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../24.9.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ. ……/20.1.2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ’ αριθμ. 2078/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ………,  η από 20.2.2023 τεχνική έκθεση αξιολόγησης αντίκρουσης της πολιτικού μηχανικού …………., που διορίστηκε νόμιμα από το εναγόμενο ως της τεχνική σύμβουλος,   τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 339 σε συνδ. με άρθ. 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336§4) αποδεικνύονται τα ακόλουθα:  Το επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο, μετά της επ΄ αυτού υφιστάμενης ισόγειας οικίας εμβαδού 72τμ μετά δώματος 17,80 τμ, που βρίσκεται στη θέση «……………» της περιοχής ………, της κοινότητας Αιαντείου Σαλαμίνας και ήδη  Δήμου Σαλαμίνας. Το αγροτεμάχιο αυτό έχει  έκταση 198 τ.μ., κατά τους αναφερόμενους κατωτέρω τίτλους κτήσης σύμφωνα δε με νεότερη καταμέτρηση του Κτηματολογίου, στα βιβλία του οποίου φέρει Κ.Α.Ε.Κ. ………….. έχει έκταση 199 τμ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το υπ’ αριθμ. …./1898 παραχωρητήριο εθνικών γαιών του τότε Υπουργού Οικονομικών, το οποίο θεωρήθηκε και καταχωρίστηκε στο γενικό βιβλίο των εκποιήσεων με αριθμό …. την 9η Ιουλίου 1898 και μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον ………… εδαφική έκταση 80 βασιλικών στρεμμάτων, κείμενης στη θέση «…..» κατά το χωρίον …… του Δήμου Σαλαμίνος της επαρχίας Μεγαρίδος. Ακολούθως με το υπ’ αριθμ. …./11.7.1919 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας …………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος … α/α ….) ο …………  μεταβίβασε λόγω πώλησης την κυριότητα της ως άνω έκτασης στον ……….. Στις 29 Αυγούστου 1963, ο …………… απεβίωσε αφήνοντας την υπ’ αριθμ. ……/22.1.1963 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……….., η οποία δημοσιεύθηκε με το με αρ. …../1963 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας. Με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη του άφηνε μοναδικούς κληρονόμους της ακίνητης περιουσίας του, ήτοι έναν αγρό στη θέση «….. .» τη σύζυγό του, ………. και τα τέκνα του, ………….. σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης του. Συγκεκριμένα στη σύζυγό του κατέλειπε την επικαρπία επί του ½ εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του …. και ….., στον πρώτο την πλήρη κυριότητα κατά το ½ εξ αδιαιρέτου και στον δεύτερο την ψιλή κυριότητα κατά το ½ εξ αδιαιρέτου όλης της εδαφικής έκτασης 400 στρεμμάτων που είχε αποκτήσει, συμπεριλαμβανομένης εντός αυτής και των 80 στρεμμάτων στη θέση «…..» που είχε αγοράσει με το ως άνω (…../1919) συμβόλαιο. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν οι ως άνω κληρονόμοι του με την υπ’ αριθμ. …./23.6.1964 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας ……….., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος … α/α ….), ενώ στη συνέχεια το έτος 1966 οι ίδιοι ως άνω κληρονόμοι με το με αριθμ. …/30.9.1966 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος …. α/α ……) μεταβίβασαν λόγω πώλησης στην άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων  ……….., την κυριότητα επί τμήματος εδαφικής έκτασης εκ των ως άνω κληρονομηθέντων στρεμμάτων στη θέση «……………», επιφάνειας τούτου, κατά τον τίτλο κτήσης 192,00 τ.μ., κείμενο στον αριθμό … του ……..ου  Ο.Τ., όπως φαίνεται στο από Ιουλίου 1966 ρυμοτομικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …………,  το οποίο συνορεύει ανατολικά με το με αριθμό τέσσερα (4) αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 16,50, δυτικά με το με αριθμό …. (….) αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 16,50, βόρεια με ιδιωτική οδό πλάτους πέντε μέτρων (5) μέτρων επί  προσώπου 12 μέτρων και νότια με το με αριθμό … (…) αγροτεμάχιο επί πλευράς 12 μέτρων, υπό την προϋπόθεση της εξοφλήσεως του τιμήματος, το οποίο και η αγοράστρια εξόφλησε συνταχθείσας της υπ’ αριθμ. …………/1.4.1970 πράξης εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος …. α/α ….). Ακολούθως η ………, δυνάμει του με αριθμό …………../18.1.1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος … α/α …) σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. …/2.12.1983 πράξη εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος … α/α ….) μεταβίβασε λόγω πώλησης στους ενάγοντες την κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα του ως άνω επίδικου ακινήτου. Οι ενάγοντες από το έτος 1983 οπότε και απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής σε αυτό και ειδικότερα ανήγειραν χωρίς άδεια ισόγεια οικία, την οποία κατόπιν της με αριθμ. πρωτ. …../4305.28.7.1983 αίτησής τους, νομιμοποίησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1337/1983 ενώ κατά το έτος 2010 κατασκεύασαν προσθήκη κατ’ έκταση του αρχικού κτίσματος επιφάνειας 17,75τμ, η οποία το έτος 2019 κατόπιν της από 3/3/2018 αίτησης τους υπήχθη σε τακτοποίηση κατά τις διατάξεις του Ν.4495/2017. Επίσης οι ενάγοντες οριοθέτησαν το επίδικο με την κατασκευή τοιχίου από τσιμεντόλιθους και μπετόν γύρωθεν του αγροτεμαχίου χρησιμοποιώντας συνεχώς από το έτος 1983 χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανένα το ακίνητο μετά του ανωτέρω κτίσματος ως εξοχική κατοικία των ίδιων και της οικογένειας τους. Εξάλλου, κατά τα προαναφερόμενα μερίμνησαν για τη νομιμοποίηση και τακτοποίηση της οικοδομής και την εν γένει συντήρησή της ενώ δήλωναν τόσο το ακίνητο όσο και το κτίσμα στις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Ήδη το επίδικο εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ και εμβαδού 201τμ στο από Φεβρουάριο 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ………….., το οποίο έχει συνταχθεί με προβολικό σύστημα ΕΓΣΑ ‘87 σύμφωνα με το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ ………., βρίσκεται στη θέση «…….» της Δημοτικής Κοινότητας Αιαντείου του Δήμου Σαλαμίνας, δεν είναι άρτιο ούτε οικοδομήσιμο, βρίσκεται εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΑΒ μήκους 11,73 μέτρων με την οδό ……., ανατολικά σε πλευρά ΒΓ μήκους 16,62 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια σε πλευρά ΓΔ μήκους 12,34 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά ΔΑ μήκους 16,81 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου ενώ εντός αυτού αποτυπώνονται δύο κτίσματα. Το εν λόγω ακίνητο, μολονότι φέρεται ότι εμπίπτει εντός των ορίων του καταγεγραμμένου ΑΒΚ ….. Δημοσίου Κτήματος (βλ. την από 20-1-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμ. 2078/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς πραγματογνώμονα ……………., Αγρονόμου – Τοπογράφου Μηχανικού), δεν αποδείχθηκε, ως κάτωθι ειδικότερα αναφέρεται, ότι ανήκε, καθ’ οιονδήποτε χρόνο, στην ακίνητη περιουσία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ότι περιήλθε σε αυτό με τις οικείες, κατ’ επικουρική σώρευση παρατιθέμενες από το τελευταίο, αιτίες κτήσης. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των εναγόντων με παράγωγο τρόπο δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………/1983 συμβολαίου του  του συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., δεδομένου ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους αλλά και με έκτακτη χρησικτησία ως εκ της εκ μέρους τους, από το έτος 1983, οπότε εγκαταστάθηκαν στη νομή αυτού και εντεύθεν, αδιάλειπτης και αδιακώλυτης άσκησης επ’ αυτού, διανοία συγκυρίων, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, συνεπώς και κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη Σαλαμίνα (13.1.2006), χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο ή από οποιονδήποτε τρίτο, όλων των προσιδιάζουσων στη φύση και στον προορισμό του επιδίκου διακατοχικών πράξεων. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο  άσκησε ποτέ πράξεις νομής επί του ως άνω ακινήτου από τότε που το παραχώρησε (1898) και μετέπειτα. Έτσι οι ενάγοντες  απέκτησαν κυριότητα με παράγωγο τρόπο συνεπεία όλων των ανωτέρω διαδοχικών μεταβιβάσεων από αληθινούς κυρίους για νόμιμες αιτίες που έγιναν με νόμιμα μεταγραμμένα συμβόλαια με απώτατο δικαιοπάροχο το εκκαλούν εναγόμενο (παραχωρητήριο ……./1898), απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας βάσει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι το επίδικο γεωτεμάχιο περιλαμβανόμενο στους τίτλους κτήσης κυριότητας των εναγόντων και  των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1898 μέχρι και σήμερα τυγχάνει ένα ιδιωτικό ακίνητο που οι ενάγοντες απέκτησαν κατά κυριότητα λόγω πώλησης με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο από την αληθή κύρια αυτού και ότι ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα. Ειδικότερα το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του: α) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου καθώς ήταν δημόσια γαία κατά το οθωμανικό δίκαιο, άλλως β)  διότι κατά το χρόνο υπογραφής των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων του Λονδίνου είχε εγκαταλειφθεί από τους έως τότε κυρίους του Οθωμανούς και δεν είχε καταληφθεί από άλλους, άλλως γ)  βάσει των διατάξεων του β.δ. της 3/15.12.1833, διότι αποτελούσε δάσος από το έτος 1820 μέχρι σήμερα χωρίς ποτέ μέσα στις νόμιμες προθεσμίες να αναγνωρισθεί οποιοσσδήποτε ιδιώτης κύριος αυτού κατά την από το νόμο προβλεπόμενη διαδικασία, άλλως δ)  με τακτική και επικουρικότερα με έκτακτη χρησικτησία διότι το νεμόταν από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα διανοία κυρίου και με καλή πίστη ενεργώντας σε αυτό δια των αρμοδίων οργάνων του τις αναφερόμενες πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του, άλλως ε) με την κατάληψή του ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21.6/10.7.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, 2παρ.1 του ΑΝ 1539/1938 και 972ΑΚ.  Οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλήτου, ως προτεινόμενα γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος  αποτελούν ενστάσεις (ΑΠ 148/2016). Όμως εξ αυτών των ενστάσεων, η υπό στοιχεία α) ένσταση  τυγχάνει  απορριπτέα  ως απαράδεκτη  λόγω αοριστίας, καθώς το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο δεν επικαλείται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ήτοι δεν εξειδικεύει πώς το επίδικο ακίνητο συνιστούσε δημόσια γαία κατά το οθωμανικό δίκαιο, ούτε προσδιορίζει τον Οθωμανό κύριο αυτού που το εγκατέλειψε, ούτε περαιτέρω αναφέρει πότε έλαβε χώρα η εγκατάλειψη της νομής του με πρόθεση παραιτήσεως από την κυριότητά του ώστε αυτό να καταστεί αδέσποτο (βλ. ΕφΠειρ 121/2021). Επιπλέον, και οι υπό στοιχείο β και ε ισχυρισμοί του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλητου  τυγχάνουν απορριπτέοι ως αόριστοι, καθώς το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο επαναλαμβάνει το πραγματικό των ως άνω διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω, ισχυρισμών του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, αφού από το προδιαληφθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο άνηκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ή σε Οθωμανούς ιδιώτες και εγκαταλείφθηκε από τους τελευταίους, ούτε ότι μετά την απελευθέρωση δεν καταλήφθηκε από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6./10.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, με αποτέλεσμα να καταστεί αδέσποτο και να  δημευθεί, όπως προβλέπεται στην ανωτέρω Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα, προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν δάσος, δυνάμει των διατάξεων του β.δ. 3/15-12-1833 εμπίπτουσα ολόκληρη στο με ΑΒΚ …….  δημόσιο κτήμα, καθόσον αφενός το επίδικο έχει καταγραφεί στο βιβλίο κτημάτων της Εφορίας Σαλαμίνας ως αγρός και ειδικότερα στο φύλλο Γενικών Στοιχείων του με ΑΒΚ ……. κτήματος, στο πεδίο Πολεοδομικά Στοιχεία αναφέρεται «είδος κτήματος: αγροτεμάχιο» αφετέρου στο με αριθ.πρωτ. ……../01.04.2019 έγγραφο του Δασάρχη Πειραιά αναφέρεται ρητώς ότι το επίδικο εμπίπτει σε ευρύτερη έκταση 345 στρεμμάτων, η οποία έχει χαρακτηριστεί τελεσίδικα  ως αγροτική του άρθρου 3παρ.6α Ν998/79, ήτοι ως ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση. Περαιτέρω,  μη νόμιμη τυγχάνει η  ένσταση του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ως προς την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία είναι, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ουδέποτε το εναγόμενο χρησιδέσποσε αυτό, αφού ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επ’ αυτού. Μόνη δε η καταγραφή του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος και δη ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 1.000 στρεμμάτων για πρώτη φορά το έτος 1985 από την Οικονομική Εφορία Σαλαμίνας δεν μπορεί από μόνη της ως εμφανής υλική διακατοχική πράξη να θεμελιώσει κυριότητα στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ασκούνταν επί του επιδίκου οι επικαλούμενες από το εναγόμενο διακατοχικές πράξεις, ήτοι δημοπρασίες για την εκμίσθωση του ΑΒΚ ….. δημοσίου κτήματος,  ταμειακές βεβαιώσεις μισθωμάτων, πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της μισθωτικής αξίας του εν λόγω δημόσιου κτήματος,  δηλώσεις ιδιοκτησίας καθώς και η εκμίσθωση από το έτος 1926 του ανωτέρω δημοσίου κτήματος στο …., κτηνοτρόφο της περιοχής με τις βεβαιώσεις εισπραττόμενων μισθωμάτων καθώς και την παράδοση κατά χρήση και μόνον αυτού με το από 15/12/1934 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής του ΑΒΚ  …. στο Δήμο Αιαντείου Σαλαμίνας. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην ευρύτερη έκταση που ήταν κύριος ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ευάγγελος Βασιλείου, στον οποίο είχαν περιέλθει εκτάσεις 242.794 τμ, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί από το Δημόσιο. Το γεγονός δε ότι στην από 10/3/1939 έκθεση του  τοπογράφου μηχανικού ….. και στο συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα έτους 1939 του ίδιου ως άνω μηχανικού, το επίδικο εντοπίζεται σε θέση που βρίσκεται οριακά εντός τμήματος που αναφέρεται  ως «χέρσο δημοσίου» και οριακά εκτός των αγρών που καλλιεργούσε ο …………. οφείλεται σε εκ παραδρομής λανθασμένη αποτύπωση, διότι αφενός οι αγροί που περιήλθαν στον ………….. στην τοποθεσία «…………..» είχαν έκταση 40 στρεμμάτων και όχι 10.560τμ όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό αφετέρου στον ιστορικό ορθοφωτοχάρτη κτηματολογίου έτους 1945 το επίδικο ακίνητο εντοπίζεται ορθώς εκτός χέρσου τμήματος δημοσίου και εντός του καλλιεργούμενου από τον …………… τμήματος, ήτοι περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπάροχων των εναγόντων (βλ. την από 20/1/2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου-μηχανικού  ……………..). Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας, κατά τον κρίσιμο αγωγικό χρόνο και δεν αποτελούσε δημόσιο κτήμα, ώστε να απαιτείται να έχει συμπληρωθεί τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915, ως αβασίμως διατείνεται το εναγόμενο  και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο ενώ το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στους ενάγοντες  κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείο Σαλαμίνας με ΚΑΕΚ …………..  με καταμετρημένη επιφάνεια 199,00 τ.μ. ως ανήκον κατά πλήρη κυριότητα στο εκκαλούν, με την αιτιολογία ότι εμπίπτει εντός του καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος με ΑΒΚ ………. Η καταχώριση αυτή, ως προς τον ιδιοκτήτη, ελέγχεται ως ανακριβής, αφού το εν λόγω γαιόκτημα δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω δημόσιο κτήμα αλλά εντός της έκτασης που παραχωρήθηκε από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο  το έτος 1898 με το υπ’ αρ. …………/1898 παραχωρητήριο στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων ……….  και το οποίο κατόπιν των ως άνω διαδοχικών νόμιμων μεταβιβάσεων περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, εκ των οποίων στη θέση της δεύτερης, η οποία απεβίωσε υπεισήλθε η καλούσα νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της όπως αποδεικνύεται  από το σύνολο των ως άνω αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς η ως  αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων  οι οποίοι  όπως αποδείχθηκε και ανωτέρω ήταν αποκλειστικοί συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επίδικου αγροτεμαχίου κατά τον χρόνο των πρώτων εγγραφών. Κατόπιν των ανωτέρω, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στη Σαλαμίνα (12.2.2007), ήταν αποκλειστικοί συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επίδικου ακινήτου με τίτλο κτήσης το με αριθμό …/18.1.1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …………… το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος …. α/α ….) σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. …../2.12.1983 πράξη εξόφλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος …. α/α …..)  και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ως προς την κυριότητα αυτού. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Κατά, τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕΑ 3808/2014, ΕφΠειρ 24/2016 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο εφέσεως το εκκαλούν παραπονείται για το λόγο ότι του επιβλήθηκε  δικαστική δαπάνη ύψους 1.000 ευρώ κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 22παρ.1 του Ν.3693/1957, 5παρ.12 του ν.1738/1987, της παρ.2 της υπ’ αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 173 ΚΠολΔ.  Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι παραδεκτός αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης  και νόμιμος στηριζόμενος στις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, εν όψει του ότι το εναγόμενο ήδη εκκαλούν εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο του ΝΣΚ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως και  κατ’ ουσία βάσιμη η υπό κρίση έφεση,  να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση 3427/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μόνο ως προς τη διάταξη που αφορά στη δικαστική δαπάνη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 §1 του Κ.Πολ.Δ.) κατά το κεφάλαιο αυτό, να καταδικαστεί το εναγόμενο  στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων – εκκαλούντων  για αμφότερους του βαθμούς δικαιοδοσίας, μειωμένη, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. (βλ. σχετ.ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 7/2019 , ΑΠ 8/2019 , ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 1023/2018 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 26/2/2024  με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./26.2.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/27.2.2024) έφεση και την από 26/8/2025  (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./26.8.2025) κλήση-δήλωση συνέχισης δίκης.

Δέχεται την ως άνω κλήση – δήλωση συνέχισης και διατάσσει τη νόμιμη επανάληψη και συνέχιση της δίκης που είχε διακοπεί βιαίως λόγω του θανάτου στις 25/6/2024 της αρχικής δεύτερης εφεσίβλητης ….……………, από τη νόμιμη εκ διαθήκης καθολική της διάδοχο ………….

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση 3427/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, μόνο ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Kρατεί την υπόθεση και δικάζει επί του αιτήματος αυτού.

Δέχεται  αυτό.

Καταδικάζει το εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις  30.7.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ