ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 514/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ελένη Μπαγιονέτα (ΔΣΠ ………..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.
Του εφεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με έδρα την Αθήνα οδός ………….. με ΑΦΜ ………….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Παρασκευή Καραγιάννη (ΑΜ …..) βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου την από 22/4/2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2020) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 2449/2022 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την αγωγή. Ο ενάγων ήδη εκκαλών, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 26/3/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../11.4.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………./16.4.2024) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 6/2/2025 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κι εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό …… ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και ειδικότερα οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2449/29.7.2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 22/4/2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2020) αγωγή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [29/7/2022] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 11/4/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2024 παράβολο σε συνδυασμό με την ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με την υπό κρίση έφεση στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ’ αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 490/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015). Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. “περί διακρίσεως κτημάτων”, ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. “περί ιδιωτικών δασών”, ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 123/2018, ΑΠ 193/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών αυτών (ενστάσεων) πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 321/2021, ΑΠ 1182/2018). Για τον ίδιο λόγο αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 368/2015). Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον ή κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 847/2013), στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 321/2021, ΑΠ 1182/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής πάνω σ’ αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφ’ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του. Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι “ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις”. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφ’ όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22-4/26-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου, δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης, για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 178/2019, ΑΠ 152/2016). Προϋπόθεση δηλαδή, της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). [ΑΠ 764/2023]
Στην υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι είναι αποκλειστικός κύριος ενός αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 344,84τμ, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας Σαλαμίνας του Δήμου Σαλαμίνας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε σε αυτόν το έτος 1999 με άτυπη δωρεά κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγο του πατέρα του ……………, η οποία κατέστη κυρία αυτού δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………../1979 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Πειραιά ………….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον πατέρα του ………….., ο οποίος, όπως και η προαναφερόμενη συγκυρία αυτού, το νέμονταν από το έτος 1978 και από το έτος 1999 ο ίδιος ο ενάγων αδιαλείπτως με καλή πίστη και διανοία κυρίων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής όπως εποπτεία, οριοθέτηση, καθαρισμό και συντήρηση, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ότι κατά την κτηματογράφηση της Δημοτικής Κοινότητας Σαλαμίνας, το ανωτέρω αγροτεμάχιο, το οποίο κατά τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου του είχε επιφάνεια 242τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 344,84τμ, αξίας 20.000 ευρώ, έλαβε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας τον ΚΑΕΚ ……………. καταχωρίστηκε ωστόσο εσφαλμένα στα ανωτέρω κτηματολογικά βιβλία ως αγνώστου ιδιοκτήτη προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε ο ενάγων α) να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, β) να διορθωθεί η εσφαλμένη πρώτη εγγραφή με την καταχώριση του ιδίου ως δικαιούχου κυριότητας του επίδικου γεωτεμαχίου και γ) να διαταχθεί ο προϊστάμενος του οικείου κτηματολογικού γραφείου να καταχωρίσει την απόφαση που θα εκδοθεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, καθώς τηρήθηκε η απαιτούμενη από τον νόμο προδικασία και ασκήθηκε εμπροθέσμως, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει ταύτιση του ακινήτου που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με ΚΑΕΚ …………… με το ακίνητο που περιγράφεται στην αγωγή, την κυριότητα του οποίου έχει αποκτήσει ο ενάγων με έκτακτη χρησικτησία, ενώ απέρριψε αυτοτελώς ως μη νόμιμο και το αίτημα να διαταχθεί ο προϊστάμενος του οικείου κτηματολογικού γραφείου να καταχωρίσει την εκδοθησόμενη απόφαση. Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται ο ενάγων – ήδη εκκαλών, με την κρινόμενη έφεσή του, για τους λόγους που εκθέτει σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ζητεί δε την εξαφάνισή της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά τα αιτήματα της αναγνώρισης της κυριότητας αυτού επί του επιδίκου και της διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης έγγραφης.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ως προς τα δύο πρώτα αιτήματα αυτής είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045,1051 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, 6 παρ.2 και 3 του Ν. 2664/1998 δεδομένου ότι αντικείμενο της αγωγής είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και η διόρθωση της πρώτης εγγραφής εκτίθεται δε στο αγωγικό δικόγραφο ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού ασκούσαν διανοία κυρίου αδιάλειπτα και αδιατάρακτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του επίδικου ακινήτου επιφάνειας κατά νεότερη καταμέτρηση 344,84τμ πράξεις νομής από το έτος 1978 μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, συνεπώς και κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη Σαλαμίνα (13.11.2006) και ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με ΚΑΕΚ …………….. με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη 2449/2022 οριστική απόφαση του απέρριψε την αγωγή κατά τα ανωτέρω αιτήματά της ως μη νόμιμη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την επανεκτίμηση των υπ’αριθμ. …../23.11.2020 και ……/23.11.2020 ενόρκων βεβαιώσεων των ……………… και …………… αντίστοιχα, που δόθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. ……../18.11.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/1979 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ………….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στις 19.12.1979 ( τόμος …… αριθμός ……) περιήλθε στην κυριότητα της ………… κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης, από τον αληθή κύριο αυτού ……………. ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 242τμ κείμενο στη θέση «……………..» της περιφέρειας του Δήμου Σαλαμίνας, εμφαινόμενο με τον αριθμό …… στο από Ιουλίου 1964 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ……………., το οποίο προσαρτήθηκε στο υπ’ αριθμ. ………./1978 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, απαρτιζόμενο εκ δύο τμημάτων …. και …. συνορευόμενο βόρεια με κορυφογραμμή επί πλευράς μέτρων 24, νότια με το υπ’ αριθμ. …… αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 23,30, ανατολικά με ιδιοκτησία …………… επί πλευράς μέτρων 10,50 και δυτικά με ιδιωτική οδό επί προσώπου μέτρων 10,00. Το ακίνητο εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2020 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Τ.Ε. …………., που έχει συνταχθεί σύμφωνα με σύστημα συντεταγμένων κορυφών Ε.Γ.Σ.Α.87 με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, έχει επιφάνεια 344,84τμ και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Α-Β μήκους 28,52 μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων με ΚΑΕΚ ……, νότια σε πλευρά Γ-Δ μήκους 23,66 μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων με ΚΑΕΚ ….., ανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 12 μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων με ΚΑΕΚ ………………. και δυτικά σε πλευρά Δ-Α μήκους 15,35 μέτρων με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων με ΚΑΕΚ ………………….. Περαιτέρω, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από την από 8/2/2024 τεχνική έκθεση-βεβαίωση του τοπογράφου μηχανικού ΤΕ …………. το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ …………. επιφάνειας 344,84τμ ταυτίζεται σε θέση με την υπ’ αριθμ. … και …… ιδιοκτησία, όπως αυτή εμφαίνεται στο ως άνω από Ιουλίου 1964 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ………………. ενώ η διαφορά εμβαδού 100τμ περίπου προκύπτει από την αλλαγή των σημείων Α και Β τα οποία είχαν εξαρχής τοποθετηθεί το μεν σημείο Α βορειοδυτικότερα το δε σημείο Β βορειότερα με αποτέλεσμα η ιδιοκτησία από την αρχική της οριοθέτηση να είναι μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο εκ 242τμ, ήτοι με εμβαδόν 344,84τμ και κατά το κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου 350τμ. Εξάλλου, κατά το χρόνο της αγοράς του ως άνω ποσοστού 50% επί του επιδίκου, ήτοι από το έτος 1979 ο ……………. ξεκίνησε να νέμεται διανοία κυρίου το επίδικο κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα από κοινού με τη σύζυγό του ………….., το περιέφραξαν, το επισκέπτονταν και το καθάριζαν από ξερά χόρτα ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες παραθέριζαν με σκηνές εντός αυτού χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα με αποτέλεσμα το έτος 1999 να καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Ακολούθως, οι ως άνω συγκύριοι του επιδίκου με άτυπη δωρεά παραχώρησαν το επίδικο στον ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να ασκεί διανοία κυρίου όλες τις ανωτέρω προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα όσα ενόρκως βεβαιώνουν η …………. και η …………. και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων από το έτος 1999 επισκεπτόταν το επίδικο σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο και περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές σε σκηνή εντός αυτού, το καθάριζε από ξερά χόρτα και το επόπτευε χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων το ανωτέρω ακίνητο καταχωρίστηκε στο ΚΑΕΚ …………… επιφάνειας 350τμ ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του: α) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 σχετικών πρωτοκόλλων του Λονδίνου «δικαιώματι πολέμου» ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του, στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821, άλλως β) διότι κατά το χρόνο υπογραφής των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων του Λονδίνου είχε εγκαταλειφθεί από τους έως τότε κυρίους του Οθωμανούς και δεν είχε καταληφθεί από άλλους, άλλως γ) βάσει των διατάξεων 1,2 και 3 του από 17/29-11-1836 ΒΔ (νόμου) «περί ιδιωτικών δασών» ως δάσος και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, άλλως δ) βάσει των διατάξεων του β.δ. της 3/15.12.1833, ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως ε) με την κατάληψή του ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21.6/10.7.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, 2παρ.1 του ΑΝ 1539/1938 και 972ΑΚ, άλλως στ) με τακτική και επικουρικότερα με έκτακτη χρησικτησία διότι το νεμόταν από την Επανάσταση του 1821 έως σήμερα διανοία κυρίου και με καλή πίστη ενεργώντας σε αυτό δια των αρμοδίων οργάνων του τις αναφερόμενες πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλήτου, ως προτεινόμενα γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος αποτελούν ενστάσεις (ΑΠ 148/2016). Όμως εξ αυτών των ενστάσεων, η υπό στοιχεία α) ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη διότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 1354/2013). Επιπλέον, οι υπό στοιχείο β και ε ισχυρισμοί του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλητου τυγχάνουν απορριπτέοι ως αόριστοι, καθώς το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο επαναλαμβάνει το πραγματικό των ως άνω διατάξεων. Σε κάθε δε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω, ισχυρισμών του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, αφού από το προδιαληφθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο άνηκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ή σε Οθωμανούς ιδιώτες και εγκαταλείφθηκε από τους τελευταίους, ούτε ότι μετά την απελευθέρωση δεν καταλήφθηκε από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6./10.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, με αποτέλεσμα να καταστεί αδέσποτο και να δημευθεί, όπως προβλέπεται στην ανωτέρω Συνθήκη και τα Πρωτόκολλα, προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω, οι υπό στοιχεία γ και δ ενστάσεις του εναγόμενου τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας ουδόλως προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε κάποτε δάσος, λιβάδι ή βοσκοτόπι, δεδομένου ότι το εναγόμενο καθώς δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες στο οποίο να βεβαιώνεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα ή ότι έχει χαρακτηριστεί ως δασική ή χορτολιβαδική έκταση. Εξάλλου, μη νόμιμη τυγχάνει η ένσταση του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ως προς την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της. Ακολούθως, ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ουδέποτε το εναγόμενο χρησιδέσποσε αυτό, αφού ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επ’ αυτού δια των οργάνων του, ούτε εξέδωσε σε βάρος του ενάγοντος ή των δικαιοπαρόχων του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ούτε τον όχλησε με κάποιο άλλο τρόπο, ενώ δεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας ούτε επεδίωξε σε προηγούμενο χρόνο να καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία ως κύριος του επιδίκου. Επομένως, δεδομένου ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915. Έτσι ο ενάγων, ο οποίος ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως διανοία κυρίου τις προαναφερόμενες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του ήδη από το έτος 1979, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή το έτος 1999 χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα κατά την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή της Δημοτικής Κοινότητας Σαλαμίνας (13.11.2006) είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, πλην όμως το ανωτέρω ακίνητο καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Κατόπιν αυτών πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αφενός να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …………….. αφετέρου να διαταχθεί η διόρθωση των εσφαλμένων αρχικών εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ώστε να καταχωριστεί ο ενάγων ως κύριος του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ …………….. κατά ποσοστό 100% και με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Σημειωτέον ότι δεν θα επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος του εφεσίβλητου-εναγομένου ελλείψει σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος-ενάγοντος ( 191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 26/3/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./11.4.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………./16.4.2024) έφεση
Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2449/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία).
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει την από 22.4.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020) αγωγή.
Δέχεται την αγωγή.
Αναγνωρίζει τον ενάγοντα ως πλήρη και αποκλειστικό κύριο του γεωτεμαχίου, με Κ.Α.Ε.Κ ………….., εμβαδού 350 τ.μ., που βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης στην πόλη της Σαλαμίνας της κτηματικής περιφέρειας του Σαλαμίνας.
Διατάσσει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ώστε στο κτηματολογικά φύλλο με Κ.Α.Ε.Κ. ……………., που αντιστοιχεί στην παραπάνω αναφερόμενη ιδιοκτησία, να καταχωριστεί ο ενάγων ως αποκλειστικός κύριος αυτού αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστος ιδιοκτήτης», με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.
Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 30.7.2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ