ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 492/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στον Πειραιά, επί της συμβολής των οδών …………, με ΑΦΜ ………….. όπως νόμιμα εκπροσωπείται και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Αλεξοπούλου, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1) …………., 2) …………, 3) ……………. και 4) …………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Λιαπάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 16-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2021 αγωγή τους, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 742/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο με την από 3-4-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………/2024 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………../2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό εναγόμενου, κατά της υπ’ αριθμ. 742/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, εντός διετίας από την έκδοση της εκκαλουμένης, δοθέντος δεν προκύπτει επίδοση αυτής, παρότι το εκκαλούν αναφέρει ότι η εκκαλουμένη του κοινοποιήθηκε στις 5-3-2024 (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 περ. β, 514, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, και 524 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, βάσει του ν. 5041/2023 Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι φαρμακοποιοί και μέλη του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. που έχει τους αναφερόμενους στην αγωγή σκοπούς και ότι ειδικά οι 1η και 2ος εξ αυτών είναι και μέλη του Δ.Σ.. Ότι στις 24-7-2018 διεξήχθη Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών του εναγομένου, όπου, μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε ο ισολογισμός για την οικονομική χρήση του έτους 2017 και εκλέχθηκε εξελεγκτική επιτροπή για τον έλεγχο της χρήσης του έτους 2018. Ότι οι εν λόγω, όμως, αποφάσεις πρέπει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, να ακυρωθούν, διότι ελήφθησαν κατόπιν παραβίασης των αναφερόμενων στην αγωγή διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου. Ότι ειδικότερα, σύμφωνα και με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή: α) η πρόσκληση για τη σύγκληση της ως άνω Τακτικής Γενικής Συνέλευσης δεν δημοσιεύθηκε, όπως ορίζει ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του εναγομένου, σε μία ημερήσια εφημερίδα της επιλογής του διοικητικού συμβουλίου του στον Πειραιά ή σε μία μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα των Αθηνών, β) οι ως άνω αποφάσεις ελήφθησαν χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του εναγομένου απαρτία (ήτοι, απαιτείτο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απαρτία του 1/12 των μελών του εναγομένου), αφού, άλλωστε, δεν έγινε καταμέτρηση των μελών του εναγομένου που παρευρέθηκαν στην εν λόγω Τακτική Γενική Συνέλευσή του, γ) η έγκριση του ισολογισμού του εναγομένου για τη χρήση 2017 έγινε χωρίς να έχει διενεργηθεί ο απαιτούμενος έλεγχος από τα μέλη της αντίστοιχης εξελεγκτικής επιτροπής και από ορκωτούς λογιστές, αλλά και χωρίς να διαβαστούν, πριν την έγκρισή του, οι σχετικές με αυτόν δύο αντίθετες εκθέσεις της εξελεγκτικής επιτροπής και δ) η εξελεγκτική επιτροπή για τον έλεγχο της χρήσης του 2018 εξελέγη όχι με μυστική ψηφοφορία, και δη δια ψηφοδελτίων, όπως ορίζει ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του εναγομένου, αλλά δια ανατάσεως της χειρός, παρά την αντίρρηση των εναγόντων, αλλά και άλλων παρόντων μελών του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να ακυρωθεί η από 24-7-2018 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου, καθώς και κάθε μεταγενέστερη απόφαση που ερείδεται σε αυτήν, καθώς επίσης να καταδικασθεί το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 742/2024 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς τους υπό στοιχεία α), β) και γ) λόγους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, συγκεκριμένα, διότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην ιστορική βάση της αγωγής τους, ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της φερόμενης ως παράβασης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου για τη λήψη της προμνησθείσας απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης και της απόφασης, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της Τακτική Γενική Συνέλευση του εναγομένου στις 24-7-2018, ως προς τα ως άνω υπό στοιχεία α), β) και γ) θέματα. Περαιτέρω, με την ως άνω απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή ως προς τον υπό στοιχεία δ) λόγο και ακυρώθηκε η από 24-7-2018 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως του εναγομένου μόνο ως προς το σκέλος της εκείνο που αφορά στην εκλογή μελών της εξελεγκτικής επιτροπής του εναγομένου για τον έλεγχο της χρήσης 2018 και δη των …………………. Τέλος, το εναγόμενο καταδικάστηκε σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη το εναγόμενο και ζητεί με τους λόγους έφεσής του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε, εν τέλει, να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης σωματείου είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στον νόμο ή στο καταστατικό. Η ακυρότητα της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης κηρύσσεται από το δικαστήριο, κατόπιν αγωγής μέλους, που δεν συναίνεσε στην απόφαση ή κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή για ακύρωση αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την απόφαση, τούτο, δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον, κατ’ ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 279 – 280 ΑΚ (ΑΠ 548/2012 ΧρΙΔ 2012/655). Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται, κατά κυριολεξία, για ακυρώσιμη απόφαση, που παράγει τα έννομα αποτελέσματα αυτής, μέχρις ότου ανατραπεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής, εγειρόμενης εντός της βραχείας αποκλειστικής προθεσμίας, που η ως άνω διάταξη προβλέπει και απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του σωματείου, που δικάζει με την τακτική διαδικασία (ΕφΘεσ 1680/2011, ΕλλΔ/νη 2012/851). Επομένως, η ακυρότητα απόφασης της Γενικής Συνέλευσης σωματείου, κηρύσσεται από το δικαστήριο μόνον ύστερα από αυτοτελή αγωγή, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προβλεπόμενη σύντομη εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία. Αντιθέτως, δεν προβάλλεται ούτε κατ’ ένσταση ούτε παρεμπιπτόντως, κατά την υποβολή άλλου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1339/2014, ΧρΙΔ 2015/100). Περαιτέρω, η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης Σωματείου, καθώς και οι αποφάσεις των άλλων οργάνων τούτου (του Διοικητικού του Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου και της Εφορευτικής Επιτροπής), εφόσον αντιβαίνουν στον Νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες, η ακυρότητα όμως αυτή, ένεκα γενικότερων λόγων δημόσιας τάξεως και ασφαλείας των συναλλαγών, απαιτείται απαραιτήτως να κηρυχθεί από το Δικαστήριο ύστερα από αγωγή, η οποία έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, καθόσον με αυτήν επιδιώκεται η ανατροπή της με την ελαττωματική απόφαση δημιουργηθείσας κατάστασης και θεμελίωση νέας, με δικαστική απόφαση, με την οποία εξαφανίζεται (ακυρώνεται) αναδρομικά η απόφαση της Γ.Σ. ή του Δ.Σ. ή της Ε.Ε. Δεν ορίζεται, αν για την ακυρότητα της ληφθείσας απόφασης απαιτείται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του νόμου ή του καταστατικού και της απόφασης. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι για τη θεμελίωση του ακυρώσιμου της σχετικής απόφασης δεν αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου ή του καταστατικού, αλλά εξετάζεται αν η συγκεκριμένη παράβαση άσκησε επιρροή στη λήψη της αποφάσεως και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Η αποδοχή, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ακυροτήτων ανεξαρτήτως αιτιώδους συνάφειας, θα αποτελούσε αφόρητη τυπολατρεία και δεν θα εξυπηρετούσε τα αληθινά συμφέροντα των ιδίων των μελών αλλά και του σωματείου, θα έθετε δε τη λήψη των αποφάσεων υπό τον συνεχή κίνδυνο ανατροπής τους με δικαστική απόφαση. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι μόνον όταν παραβιάζονται κανόνες προβλεπόμενοι από τον Νόμο ή το καταστατικό, που εξασφαλίζουν τη νομιμότητα κατά τη θεσμική λειτουργία του συγκεκριμένου οργάνου του σωματείου (π.χ. παράβαση διάταξης σχετικά με τη μυστικότητα ψηφοφορίας, άσκηση εξουσιών από πρόσωπα άλλα από εκείνα που ορίζει ο Νόμος ή το καταστατικό κ.λπ.), δεν αναζητείται η αιτιώδης συνάφεια της παράβασης με την απόφαση που ελήφθη και το κατά πόσο η παράβαση αυτή την επηρέασε (κάτι άλλωστε δυσχερές), διότι οι κανόνες αυτοί έχουν θεσπισθεί για να προστατεύουν τα δικαιώματα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας των μελών του σωματείου. Στις λοιπές, όμως, περιπτώσεις παράβασης του Νόμου ή του καταστατικού Σωματείου (π.χ. ανεπίτρεπτη συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπων, ανεπίτρεπτος αποκλεισμός από αυτήν προσώπων, μη καταχώρηση ενστάσεως από την εφορευτική επιτροπή κ.λπ.), προσαπαιτείται η παράβαση να επέδρασε αιτιωδώς στο αποτέλεσμα της ληφθείσας απόφασης (ΕφΑθ 2206/2022, ΤΝΠ Νόμος).
Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν διαμαρτύρεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε, διότι δέχτηκε ότι αρκεί η παραβίαση του άρθρου 24 παρ. 1 περ. β του Εσωτερικού Κανονισμού λειτουργίας του ……… για την ακύρωση της απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης και δεν ασκεί επιρροή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης της ως άνω διάταξης του Εσωτερικού Κανονισμού και του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη παράβαση αφορά στη μυστικότητα της ψηφοφορίας για την εκλογή της εξελεγκτικής επιτροπής του εναγόμενου – εκκαλούντος και συνιστά παράβαση που οδηγεί σε ακύρωση της ληφθείσας απόφασης, ανεξαρτήτως αιτιώδους συνάφειας με το περιεχόμενο της. Συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο του αγωγικού δικογράφου να αναφέρεται το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας, καθώς, ουσιαστικά, πρόκειται για κανόνα δημοσίας τάξεως, η παραβίαση του οποίου οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα της απόφασης που λαμβάνεται. Επομένως, η εκκαλουμένη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Από τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις υπ’ αριθμ. …../5-11-2021 και …./5-11-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, ………… και …………., αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, ……….., με επιμέλεια των εναγόντων και μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου (βλ. την υπ’ αριθμ. …..΄/2-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………) αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το εναγόμενο είναι Ν.Π.Δ.Δ. σωματειακού χαρακτήρα, το οποίο συστάθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον ν. 3601/1928 (ιδρυτικός νόμος των φαρμακευτικών συλλόγων) και τον Εσωτερικό Κανονισμό του, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του προαναφερόμενου ν.3601/1928, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 8787/16-2-2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ΦΕΚ 596Β΄/21-5-2001). Σκοπός του είναι κυρίως η προαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης και των επαγγελματικών συμφερόντων των φαρμακοποιών – μελών του, η δημιουργία συναδελφικού πνεύματος και η τήρηση της σχετικής νομοθεσίας και δεοντολογίας (άρθρο 7 του ν.3601/1928 και άρθρο 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του εναγόμενου). Οι ενάγοντες είναι …………….. Στις 24-7-2018 συνήλθε η Τακτική Γενική Συνέλευση του εναγόμενου με παρόντα 63 μέλη του, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Σε αυτήν, εξελέγησαν δια ανατάσεως της χειρός και όχι με μυστική ψηφοφορία (δια ψηφοδελτίων) τα μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής του εναγόμενου για τον έλεγχο της χρήσης 2018, αντίθετα από τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 24.1 περ. β περ. Ι του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του εναγόμενου. Το τελευταίο αποδέχεται ότι, πράγματι, η ψηφοφορία διενεργήθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο, ήτοι δια ανατάσεως της χειρός, πλην όμως με τον δεύτερο λόγο έφεσης διαμαρτύρεται για κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ισχυριζόμενο ότι οι ενάγοντες συναίνεσαν εμπράκτως στη διαδικασία της ψηφοφορίας με ανάταση των χεριών. Ωστόσο, από τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της από 24-7-2018 Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του εναγόμενου προκύπτει ότι πράγματι οι ενάγοντες προέβαλαν αντίρρηση στον ως άνω τρόπο εκλογής της εξελεγκτικής επιτροπής. Το αυτό προκύπτει και από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μελών του εναγόμενου, οι οποίοι ήταν παρόντες στην επίδικη Τακτική Γενική Συνέλευση. Επομένως, και δοθέντος ότι δεν απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης και του αποτελέσματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, τυγχάνει απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος έφεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια, ορθά το ερμήνευσε και εφάρμοσε νόμο και τις εκτίμησε αποδείξεις. Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 3-4-2024 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στο εκκαλούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 21 Ιουλίου 2026.-
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ