Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 494/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης   494/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος-εφεσίβλητου: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δήμητρα Βισκαδουράκη.

Της καθ’ ης η κλήση-εκκαλούσας: …………, ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του αβάπτιστου άρρενος τέκνου της, κατοίκου Κερατσινίου Αττικής, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Νεφέλης Παγίδα, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα- εκκαλούσα με την από 30/7/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024) ) αγωγή της απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από 12/9/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024) αγωγή του περί διαζυγίου, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και επί αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1025/5025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις ως άνω αγωγές. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα-εκκαλούσα με την υπό κρίση από 8/4/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ……./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 2/4/2026, ενώ με την από 2/5/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025) κλήση του εφεσίβλητου η συζήτηση της έφεσης προσδιορίσθηκε εκ νέου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξουσία δικηγόρος του εφεσίβλητου, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της, η δε πληρεξουσία δικηγόρος της εκκαλούσας, κατόπιν δήλωσής της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκε  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσε προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 8/4/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2025 έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 1025/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 9/4/2025 και εμπρόθεσμα, εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στην εκκαλούσα της εκκαλουμένης απόφασης στις 11/3/2025 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………./11-3-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρ. 591, 592 παρ. 3β, 593-602, 610-613 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα-εκκαλούσα με την από 30/7/2024 αγωγή της εκθέτει ότι συνήψε ερωτική σχέση με τον εναγόμενο, η οποία διήρκησε από τον Ιανουάριο του έτους 2020 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2023. Όχι κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2022 διαπίστωσε ότι κυοφορούσε το τέκνο τους, ενώ πριν από τη γέννηση του τέκνου αυτού, ο εναγόμενος προέβη με τη συναίνεση της ενάγουσας σε εκούσια αναγνώριση ως γνήσιο τέκνο του, συνταχθείσης της συμβολαιογραφικής πράξης αναγνωρίσεως, το δε τέκνο των διαδίκων γεννήθηκε στις 11/02/2023. Ότι για λόγους που ανάγονται στη συμπεριφορά του εναγόμενου οι διάδικοι, οι οποίοι δεν έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο, βρίσκονται σε διάσταση. Ότι μεταξύ της ιδίας και του εναγόμενου υφίσταται διαφωνία για την ονοματοδοσία, τον τόπο βάπτισης και τον ανάδοχο (νονό) του ως άνω τέκνου. Κατόπιν των ανωτέρω, ζητεί: α) να ανατεθεί αποκλειστικά σε εκείνη η επιμέλεια του ως άνω ανήλικου τέκνου τους, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως μηνιαία διατροφή το ποσό των 600 ευρώ, για λογαριασμό του τέκνου τους για χρονικό διάσημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, γ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή αναφορικά με το με υπό στοιχείο β αίτημα, δ) να της χορηγηθεί άδεια προκειμένου να προβεί αποκλειστικά εκείνη χωρίς τη σύμπραξη του εναγόμενου στην βάπτιση του ανήλικου άρρενος τέκνου τους, με το όνομα «…….» κατά το δόγμα της Αναβολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και να ορίσει ανάδοχο αυτού την ………… και, σε περίπτωση αδυναμίας ή κωλύματος της, να της επιτραπεί να επιλέξει ανάδοχο ή αναδόχους για το τέκνο τους οιοδήποτε πρόσωπο της δικής της επιλογής από το οικογενειακό ή φιλικό της περιβάλλον και ε) να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην εν γένει δικαστική της δαπάνη. Ο ενάγων-εφεσίβλητος, με την από 12/9/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024) αγωγή του, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, επικαλούμενος γεγονότα που στοιχειοθετούν υπαιτιότητα της εναγόμενης για τη διάσπαση της συμβίωσης των διαδίκων, εκθέτει ότι έχει τα προσόντα προκειμένου να του ανατεθεί η συνεπιμέλεια του ως άνω ανηλίκου τέκνου του από κοινού με την εναγόμενη, έχοντας διαμορφώσει ειδικό χώρο στην οικία, όπου διαμένει από κοινού με τον πατέρα του, ότι εργάζεται σε καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης και έχει εισόδημα, ότι το συμφέρον του τέκνου επιτάσσει να του δοθεί το όνομα «…..» και η βάπτιση αυτού να γίνει κατά το ανατολικό ορθόδοξο δόγμα στην εκκλησία του ιερού ναού της …………, στην ……… Αττικής, με ανάδοχο την …………. Για τους λόγους αυτούς ζητεί: α) να ανατεθεί σε αμφότερους τους διαδίκους η άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους, β) να ρυθμιστεί η επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του κατά τον αιτούμενο στην αγωγή του τρόπο, γ) να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων περί της ονοματοδοσίας του άρρενος ανηλίκου τέκνου τους με την απόδοση σε αυτό του κυρίου ονόματος «………» και να του επιτραπεί σε περίπτωση άρνησης της εναγόμενης να συμπράξει να προβεί μόνος του σε σχετική δήλωση στο αρμόδιο ληξιαρχείο εντός δέκα ημερών από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου και να του επιτραπεί η βάπτιση του τέκνου του κατά το ανατολικό ορθόδοξο δόγμα στην εκκλησία του ιερού ναού της …………, στην ………….Αττικής, με ανάδοχο την ……….., άλλως σε περίπτωση κωλύματος αυτής, το δικαίωμα επιλογής αναδόχου ή αναδόχων αποκλειστικά στον ενάγοντα, δ) να απαγγελθεί σε βάρος της ενάγουσας προσωπική κράτηση ενός μηνός και χρηματική ποινή ποσού 1.500 ευρώ για κάθε παραβίαση της απόφασης που θα εκδοθεί, ε) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και στ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1025/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις ως άνω αγωγές και α) ανέθεσε την επιμέλεια του ανήλικου άρρενος τέκνου των διαδίκων, οριστικά στην ενάγουσα-μητέρα του, β) υποχρέωσε τον εναγόμενο να προκαταβάλλει μηνιαίως στην ενάγουσα, ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια του ως άνω άρρενος τέκνου τους και για διατροφή αυτού, το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, γ) κήρυξε την απόφαση ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή, δ) ρύθμισε το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος με το ως άνω άρρεν ανήλικο τέκνο του και υποχρέωσε αντίστοιχα την εναγόμενη μητέρα του να ανέχεται την επικοινωνία αυτή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της εκκαλουμένης, ε) απείλησε σε βάρος της εναγόμενης και υπέρ του ενάγοντος χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δέκα (10) ημερών, για κάθε περίπτωση που η εναγόμενη ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανωτέρω ανήλικο τέκνο, παραβιάζοντας τους προδιαληφθέντες όρους αυτής, στ) ήρε τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, και όρισε ως όνομα αυτού το «………….» και περαιτέρω όρισε η βάπτιση αυτού να πραγματοποιηθεί σε ναό επιλογής του εναγόμενου και δη στον Ιερό Ναό της …….. στην ……….. Αττικής με ανάδοχο (νονά) την ………….., άλλως σε περίπτωση κωλύματος αυτής, το δικαίωμα επιλογής αναδόχου ή αναδοχών να απονεμηθεί αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου, ζ) επέτρεψε είτε στον πατέρα, είτε στη μητέρα του ανηλίκου, σε περίπτωση άρνησης του ενάγοντος ή της εναγόμενης αντίστοιχα, να συμπράξει στην ονοματοδοσία του τέκνου, να προβεί μόνος του ή μόνη της του σε σχετική δήλωση στο αρμόδιο ληξιαρχείο εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η αγωγή της, να απορριφθεί η αγωγή του εφεσίβλητου και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα από αυτά {πλην α) των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τον εφεσίβλητο αντιγράφων λογαριασμών από το κοινωνικό δίκτυο facebook, καθόσον δεν προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιους λογαριασμούς στον οποίο έχουν ελεύθερη πρόσβαση τρίτα άτομα, και δεν υπάρχει συναίνεση των τρίτων, μη διαδίκων, για την επεξεργασία τους (ΕφΑνΚρ 100/2024, ΕφΠειρ 150/2020 ΤΝΠ Nomos) και β) των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τον εφεσίβλητο μηνυμάτων κινητού τηλεφώνου (sms) που αντάλλαξαν η μητέρα του εφεσίβλητου και η εκκαλούσα, καθώς τούτο επιτρέπεται όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω sms ή email, στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 28/2021, ΕφΑιγ 39/2021, ΕφΠειρ 576/2020, ΕφΠειρ 55/2020 ΤΝΠ Nomos) και όχι μεταξύ αυτών και τρίτων}, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ.γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ), τις υπ’ αριθμ. …./2024 και …../2024 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ….., τις οποίες προσκομίζει μετά επικλήσεως η ενάγουσα, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη κλήση του εναγόμενου (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../23-10-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, ……………..) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εκκαλούσα σύνηψε με τον εφεσίβλητο συναισθηματική και ερωτική σχέση, τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2020, χρόνο κατά τον οποίο ο τελευταίος ήταν 16 ετών (γεννηθείς στις 17/6/2004) και μαθητής Λυκείου, ενώ η εκκαλούσα ήταν 15 ετών (γεννηθείσα στις 2/9/2005) και μαθήτρια Γυμνασίου, σχέση η οποία ήταν γνωστή στις οικογένειες των διαδίκων. Η εκκαλούσα-ενάγουσα τον μήνα Σεπτέμβριο του 2022 ανακοίνωσε στον εναγόμενο την εγκυμοσύνη της, η οποία ήταν απόρροια των ερωτικών σχέσεων που διατηρούσαν, ο οποίος προ του τοκετού και συγκεκριμένα στις 31/1/2023, καθ’ ον χρόνο ήταν ακόμη μαθητής της Γ’ Λυκείου στο ΕΠΑΛ Κορυδαλλού, προέβη στην εκουσία αναγνώριση του κυοφορούμενου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../2023 πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνου της συμβολαιογράφου Πειραιά …………, δηλώνοντας ότι είναι ο βιολογικός πατέρας του κυοφορούμενου τέκνου της εναγόμενης, ……………, η οποία, κατά τον ανωτέρω χρόνο, βρισκόταν στον ένατο μήνα της κυήσεως της. Ακολούθως, το τέκνο των διαδίκων γεννήθηκε στις 11 Φεβρουάριου 2023, ημέρα Σάββατο, στο Μαιευτήριο ……. στο Μαρούσι, με φυσιολογικό τοκετό, κατά δε την γέννησή του έφερε το επώνυμο «…….» και παρέμεινε τέσσερις (4) μέρες στο εν λόγω μαιευτήριο, πριν η εναγόμενη αποχωρήσει και αποπληρωθεί η δαπάνη του τοκετού και των λοιπών εξόδων. Μάλιστα στην αποπληρωμή των εν λόγω εξόδων συνέδραμε η γιαγιά του  ενάγοντος, ……….., η οποία κατέβαλε στις 13/2/2023, στον πατέρα της ενάγουσας, ………….., το ποσό των 1.750 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο μερίδιό του εναγόμενου στις δαπάνες τοκετού, σύμφωνα με συνεννόηση που είχε γίνει μεταξύ των οικογενειών των διαδίκων. Ο ενάγων συνόδευσε την εναγομένη στο μαιευτήριο, παραβρέθηκε κατά τη γέννηση του γιου τους εντός της αίθουσας του τοκετού, έκοψε τον ομφάλιο λώρο του τέκνου του και συνόδευσε την ενάγουσα κατά την έξοδο της από το μαιευτήριο στην πατρική της οικία, όπου διέμεναν οι γονείς της και άλλα δύο αδέλφια της ενάγουσας και όπου εγκατασταθήκανε και οι διάδικοι με το τέκνο τους. Μάλιστα οι διάδικοι πριν την εγκατάσταση τους στην πατρική οικία της εκκαλούσας, την ημέρα της εξόδου της από το μαιευτήριο, πέρασαν από την πατρική οικία του εφεσίβλητου, που βρίσκεται στην ………….., προκειμένου η οικογένεια του να γνωρίσει το νεογέννητο μωρό και να του προσφέρει δώρα. Η σχέση των διαδίκων διήρκεσε έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2023, όταν για λόγους, που ανάγονται σε υπαιτιότητα αμφότερων των διαδίκων, ο εφεσίβλητος αποχώρησε από την οικία της οικογένειας της εκκαλούσας στο Κερατσίνι, στο οποίο συνοικούσανε όλοι μαζί προσωρινά, εωσότου τελειώσει το Λύκειο ο ενάγων.  Με την εκκαλουμένη απόφαση ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην εκκαλούσα, απορρίπτοντας το αίτημα της αγωγής του εφεσίβλητου περί συνεπιμέλειας, καθώς δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι αδυνατούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους, εξαιτίας των μεταξύ τους συνεχόμενων διαφωνιών και αντεγκλήσεων, αφού οι σχέσεις τους δεν διαπνέονται από πνεύμα συνεννόησης και συνεργασίας αντιθέτως, και παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την οριστική διάσπαση της συμβίωσής τους, εμφορούνται από αντιπαράθεση και αντεγκλήσεις, η δε κρίση αυτή της εκκαλουμένης δεν πλήττεται με σχετικό λόγο έφεσης, ούτε με αντίθετη έφεση ή αντέφεση.

Περαιτέρω, προκειμένου να αναπτυχθεί, να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο συγγενικός και ψυχικός δεσμός του ανήλικου με τον πατέρα του και να μην αποξενωθεί ο πατέρας του από αυτό, που δεν είναι ούτε προς το συμφέρον του τέκνου, καθόσον η φυσική παρουσία και ουσιαστική επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ομαλής ψυχοσωματικής ανάπτυξης του ανηλίκου, πρέπει να ρυθμισθεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος – εναγομένου – εφεσίβλητου με το ανήλικο. Η εκκαλουμένη απόφαση ρύθμισε το σχετικό δικαίωμα του εφεσίβλητου, με τον αναφερόμενο στο διατακτικό της τρόπο, για τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη: α) το σκοπό του δικαιώματος του εφεσίβλητου προς επικοινωνία με το τέκνο του, που έγκειται στη λελογισμένη ανάγκη διατηρήσεως του, μεταξύ αυτού και του τέκνου του, φυσικού δεσμού, καθώς και στην αποτροπή της αμοιβαίας αποξενώσεώς τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του ανηλίκου, β) την ηλικία (3,5 ετών) και το καθημερινό πρόγραμμα του τέκνου των διαδίκων, γ) ειδικά το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος, όπως ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έχει να επικοινωνήσει με το τέκνο του από τον Μάρτιο 2023, ήτοι επί 3 και πλέον έτη, κρίνει ότι προς το παρόν η επικοινωνία του αιτούντος με το ανήλικο τέκνο του δε θα πρέπει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να περιλαμβάνει διανυκτερεύσεις. Ειδικότερα, εν προκειμένω, ο πατέρας έχει απολέσει κάθε ουσιαστική και συστηματική επαφή με το ανήλικο τέκνο του επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Η μακροχρόνια αυτή απουσία είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τη διακοπή του συναισθηματικού δεσμού μεταξύ πατέρα και τέκνου, με αποτέλεσμα το τελευταίο, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να μην τον αναγνωρίζει ως πρόσωπο με το οποίο διατηρεί σχέση οικειότητας και εμπιστοσύνης ούτε να αισθάνεται την απαιτούμενη συναισθηματική ασφάλεια κατά την επαφή μαζί του. Υπό τα δεδομένα αυτά, η άμεση καθιέρωση επικοινωνίας που περιλαμβάνει διανυκτέρευση στην κατοικία του πατέρα δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ανηλίκου. Αντιθέτως, η αιφνίδια απομάκρυνσή του από το οικείο και ασφαλές περιβάλλον του προς διανυκτέρευση με πρόσωπο το οποίο, λόγω της πολυετούς απουσίας του, του είναι ουσιαστικά ξένο, ενδέχεται να προκαλέσει αισθήματα ανασφάλειας, φόβου και έντονης ψυχικής αναστάτωσης, γεγονός που δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Κατά συνέπεια, προς διασφάλιση του υπέρτερου συμφέροντος του ανηλίκου, επιβάλλεται η σταδιακή και προοδευτική αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ πατέρα και τέκνου, μέσω ενός εύλογου μεταβατικού σταδίου προσαρμογής. Η επικοινωνία θα πρέπει να εξελίσσεται κλιμακωτά, αρχικά με σύντομες και τακτικές συναντήσεις, ώστε να δοθεί στο τέκνο ο αναγκαίος χρόνος να επαναναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης και συναισθηματικής ασφάλειας με τον πατέρα του. Η προσέγγιση αυτή δεν αποσκοπεί στον περιορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα, αλλά στη διαμόρφωση των αναγκαίων προϋποθέσεων ώστε η άσκησή του να πραγματοποιείται κατά τρόπο συμβατό με την ηλικία, τις ιδιαίτερες ανάγκες και την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ανηλίκου, υπηρετώντας αποκλειστικά το βέλτιστο συμφέρον αυτού. Συνεπώς, κρίνεται ότι η επικοινωνία του ενάγοντος-εναγομένου πατέρα με το ανήλικο τέκνο του, πρέπει να ρυθμιστεί ως εξής:

Α) Για το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 2026, α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 18:00 μ.μ. της ιδίας ημέρας, ήτοι χωρίς διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα,

Β) Για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2026 μέχρι τις 30 Απριλίου 2027: α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 18:00 μ.μ. της Κυριακής, με διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα,

Γ) Από την 1η Μαΐου του 2027 και εφεξής: α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 20:00 μ.μ. της Κυριακής, με διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα, γ) Στις εορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους, εναλλάξ κάθε έτος, τα μονά έτη από την 23η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00) έως την 30η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00), τα ζυγά έτη από την 30η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00) έως την 6η Ιανουαρίου (ώρα 11.00), αρχής γενομένης από το έτος 2027, δ) Στις εορτές του Πάσχα, εναλλάξ κάθε έτος, τα μονά έτη από την Κυριακή των Βαΐων (ώρα 10.00) έως το Μεγάλο Σάββατο  (ώρα 17.00), τα ζυγά έτη από την Κυριακή του Πάσχα (ώρα 10.00) έως την Κυριακή του Θωμά (ώρα 17.00), αρχής γενομένης από το έτος 2027, ε) κατά τις θερινές διακοπές, αρχής γενομένης από το 2027, τα ζυγά έτη από ώρα 10.00 της 1ης Ιουλίου έως ώρα 16.00 της 15ης Ιουλίου και από ώρα 10.00 της 1ης Αυγούστου μέχρι ώρα 16.00 της 15ης Αυγούστου και τα μονά έτη από ώρα 10.00 της 15ης Ιουλίου μέχρι ώρα 16.00 της 1ης Αυγούστου και από ώρα 10.00 της 16ης Αυγούστου μέχρι ώρα 16.00 της 31ης Αυγούστου. Σε όλες δε τις ως άνω περιπτώσεις ο πατέρας του ανηλίκου θα το παραλαμβάνει από την οικία της μητέρας του κατά την έναρξη του εκάστοτε ανωτέρω χρονικού διαστήματος και θα το επιστρέφει στο ίδιο μέρος κατά τη λήξη του, στ) καθημερινά επί μισή ώρα τηλεφωνική επικοινωνία με βιντεοκλήση (είτε μέσω τηλεφώνου, είτε μέσω άλλων διαδικτυακών μέσων εφαρμογών επικοινωνίας) ή απλή τηλεφωνική κλήση, κατά τον χρόνο που το ανήλικο τέκνο βρίσκεται στην κατοικία της μητέρας του. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που όρισε διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας του εφεσίβλητου με το ανήλικο τέκνο του έσφαλε, γενόμενου δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν διαθέτει περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, ενώ προδήλως αδυνατεί λόγω της ηλικίας του να εξασφαλίσει τη διατροφή του με τις δικές του δυνάμεις. Επομένως, οι δύο γονείς τους έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ), οι δε ανάγκες του ανωτέρω ανηλίκου είναι οι τρέχουσες και συνήθεις δαπάνες των παιδιών της ηλικίας του για διατροφή, ένδυση, περίθαλψη, ψυχαγωγία, χωρίς να απαιτούνται άλλες πρόσθετες δαπάνες με βάση τις οικονομικές συνθήκες της ενάγουσας και του εναγόμενου και τις εγγενείς περιστάσεις και ανέρχονται στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ μηνιαίως. Ο ενάγων εργάζεται από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2023 ως ταμίας, με σύμβαση μερικής απασχόλησης στην εταιρεία εστίασης με τον διακριτικό τίτλο «……» στο Σύνταγμα και λαμβάνει μηνιαίες καθαρές απολαβές, οι οποίες ανέρχονται περίπου και κατά μέσο όρο, στο ποσό των 550 ευρώ, ενώ δεν διαθέτει ιδιόκτητο ακίνητο, ούτε μεταφορικό μέσο για τις μετακινήσεις του ή άλλους οικονομικούς πόρους, πέραν της εργασίας του. Εξάλλου, κατοικεί με τους γονείς του και δεν καταβάλλει μίσθωμα, ενώ επιβαρύνεται με τις αναλογούσες στο πρόσωπό του τρέχουσες δαπάνες λειτουργίας της κατοικίας του, λ.χ. οι λογαριασμοί παροχών κοινής ωφέλειας και με τις δαπάνες συντήρησης της. Η δε εναγόμενη, η οποία δεν εργάζεται, επίσης διαμένει με τους γονείς της και δεν καταβάλλει μίσθωμα, ενώ διαθέτει την ψιλή κυριότητα σε ακίνητο που της δωρήθηκε στην Νεάπολη Αττικής. Η εκκαλούσα-ενάγουσα, ηλικίας, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 19 ετών, είναι αρτιμελής και δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει από κάποια πάθηση που να την καθιστά ανίκανη ή περιορισμένα ικανή για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος. Με βάση τα προαναφερόμενα, λαμβάνοντας όμως υπόψη και την απασχόληση της ενάγουσας με την ανατροφή του ανηλίκου τέκνου της, η τελευταία μπορεί και οφείλει να εξεύρει θέση εργασίας μερικής απασχόλησης ανάλογη των προσόντων της, από την οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορεί να αποκερδαίνει μηνιαίως ποσό όχι κατώτερο των 300 ευρώ, ποσό που συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό του ποσού της διατροφής του ανήλικου τέκνου της, κατά την έννοια του άρθρου 1489 παρ. 2 ΑΚ, στις οικονομικές δυνάμεις αυτού, γενομένης δεκτής και ως ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης του εναγόμενου. Η δε κατά μήνα διατροφή για το ως άνω ανήλικο τέκνο των διαδίκων, η οποία θα επιβαρύνει τον εναγόμενο πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 200 ευρώ, το δε υπόλοιπο απαιτούμενο ποσό 200 ευρώ, καλύπτεται από την ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου και δη από την προσφορά των υπηρεσιών που συνδέονται με τη συνοίκηση μαζί του. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ακολούθως, με το ν. 4800/2021 «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις» επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, μετά την διακοπή της συμβίωσης των γονέων τους ή το διαζύγιο ή την ακύρωση του γάμου τους, με σκοπό, όπως αναφέρεται και στη σχετική εισηγητική έκθεση, την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου, με βάση την αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματα τους έναντι του τέκνου και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1515, 1518 και 1519 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 8, 9, 11 και 12 του ν. 4800/2021, ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 1510 παρ.1 ότι «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο. Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα», στο άρθρο 1511 ΑΚ ότι «1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της…. 3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4….», στο άρθρο 1512 ΑΚ ότι «Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο», στο άρθρο 1513 ΑΚ ότι: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα….», στο άρθρο 1514 ΑΚ ότι «1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα…..2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β)…, γ)…. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για στην άσκηση της γονικής μέριμνας», στο άρθρο 1518 ΑΚ ότι «Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του…» και στο άρθρο 1519 ΑΚ ότι «Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 εφαρμόζονται αναλόγως». Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, ορίζεται πλέον ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και «εξίσου» (άρθρο 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (άρθρο 1513), ότι κατά παρέκκλιση της διάταξης αυτής του άρθρου 1513, που ορίζει την από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας, καθορίζονται οι προϋποθέσεις ρύθμισης με διαφορετικό τρόπο της γονικής μέριμνας με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας των γονέων, με προσφυγή από τον ένα γονέα στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εάν δεν καταστεί δυνατή τέτοια συμφωνία και, τελικά, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, για την λήψη της οποίας απόφασης ρητά ορίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς για την άσκηση της γονικής μέριμνας (άρθρο 1514). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου, περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση, δε που αυτοί διαφωνούν αποφασίζει το δικαστήριο. Μάλιστα, με τη νέα διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, επιδιώκεται η εξασφάλιση της συμμετοχής του γονέα, που δεν ασκεί την επιμέλεια, σε σημαντικές αποφάσεις για τον ανήλικο, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ονοματοδοσία. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου όπως και οι προϊσχύσασες και ο όρος «βέλτιστο συμφέρον» του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του ως άνω άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του «συμφέροντος» του τέκνου. Το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής του συμφέροντος του παιδιού συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει το παιδί, και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού. Οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στον βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στον σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της καταστάσεως αυτής η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτήν τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022 ΤΝΠ Nomos).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη προεκτέθηκε οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είναι τεταμένες και δεν υπάρχει πρόσφορο πεδίο συνεννόησης ως προς τα θέματα άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου, με αποτέλεσμα να διαφωνούν εν προκειμένω και ως προς την επιλογή του κύριου ονόματος που θα δοθεί στο τέκνο καθώς και ως προς τον τόπο τέλεσης της βάπτισης και επιλογής του αναδόχου, καθώς ο μεν πατέρας επιθυμεί να δοθεί το όνομα «…..», που είναι το όνομα του πατέρα του, η δε μητέρα το όνομα «….» που είναι το όνομα του δικού της πατέρα.  Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μητέρα από τη γέννηση του παιδιού μέχρι σήμερα το αποκαλεί «………» και το παιδί προσφωνείται με το όνομα αυτό από όλο το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον της εκκαλούσας. Επί διαφωνίας λοιπόν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Αναφορικά με το αν πράγματι είχε λάβει χώρα ή όχι, συμφωνία των διαδίκων, ως προς τον τρόπο άσκησης της συγκεκριμένης πράξης άσκησης της γονικής μέριμνας, δηλαδή της ονοματοδοσίας, κρίνεται πειστική η κατάθεση των εξετασθέντων με επιμέλεια της ενάγουσας μαρτύρων, σύμφωνα με τις οποίες ο εφεσίβλητος, κατά τη διάρκεια της συμβίωσής του με την εκκαλούσα στην πατρική οικία αυτής, είχε συμφωνήσει να δοθεί το όνομα του πατέρα της στο τέκνο τους. Επίσης, όπως προεξετέθη, το παιδί, ήδη 3,5 ετών, ποτέ δεν έπαυσε να αποκαλείται «……..». Με αυτά τα δεδομένα και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη, συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με την ονοματοδοσία του ανηλίκου, ως έκφανση της άσκησης της γονικής μέριμνας, εφόσον σήμερα οι διάδικοι διαφωνούν, αποφασιστική σημασία, αναφορικά με την κρίση του Δικαστηρίου θα διαδραματίσει το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Σημειωτέο ότι το συμφέρον του τέκνου δεν συναρτάται ούτε με την ικανοποίηση εκατέρωθεν των οικογενειών των διαδίκων, ούτε με την πικρία που ενδέχεται να βιώσει κάποιος από αυτούς από την έκβαση της δίκης, ούτε βέβαια, ανάλογα με τη ληφθησόμενη απόφαση, το τέκνο μακροπρόθεσμα πρόκειται να επιβαρυνθεί με τη σκέψη ότι η ονοματοδοσία του υπήρξε μια από τις αιτίες αντεγκλήσεων μεταξύ των γονέων καθόσον, αφενός, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αιτία της διάρρηξης της σχέσης των γονέων είναι οι σοβαρές μεταξύ τους συγκρούσεις, που μεταξύ άλλων οδήγησαν και στη διαφωνία τους ως προς την ονοματοδοσία, ούτε θα έπρεπε να υπάρξει σκέψη, ότι η σύγκρουση των γονέων, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα μακροπρόθεσμα θα χρεωθεί στο τέκνο, με τη μείωση, ενδεχομένως, απολαβών ή λοιπών παροχών, ένεκα της πικρίας που θα αισθανθεί η πλευρά που δεν θα δικαιωθεί. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, το παρόν συμφέρον του τέκνου δεν μπορεί να θυσιάζεται σε ένα αβέβαιο και άγνωστο μελλοντικό συμφέρον. Με αυτά τα δεδομένα και εφόσον αποδεικνύεται, κατόπιν των ανωτέρω, ότι από τη γέννησή του και μέχρι σήμερα, η μητέρα του ανηλίκου, οι συγγενείς και το φιλικό της περιβάλλον, αποκαλούν το τέκνο με το όνομα «………» και τούτο (το τέκνο) ανταποκρίνεται σ’ αυτό το όνομα, το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει όπως εξακολουθήσει να αποκαλείται με το όνομα αυτό και όπως προχωρήσει η ονοματοδοσία του με το όνομα αυτό. Σημειώνεται ότι το παιδί σήμερα 3,5 ετών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατ’ άρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, έχει αναπτύξει γλωσσική δομή και επικοινωνία, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του και το «εγώ», προσδιοριστικό στοιχείο του οποίου είναι το όνομα με το οποίο το αποκαλούν. Αν λοιπόν αίφνης το ανήλικο αρχίσει να αποκαλείται με άλλο όνομα και όχι αυτό που έχει συνηθίσει, αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής του υγείας και θα οδηγήσει σε κλονισμό της αντίληψης που έχει ήδη σχηματίσει για την προσωπικότητά του και σύγχυση. Επίσης τονίζεται ότι δεν κρίνεται σκόπιμο και προς το συμφέρον του τέκνου να λάβει αυτό και τα δύο προτεινόμενα από τους διαδίκους ονόματα, γιατί τούτο πάλι σε σύγχυση του ανηλίκου θα οδηγήσει, αφού το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον έκαστου των διαδίκων, απλώς θα αποκαλεί το ανήλικο με διαφορετικά ονόματα, γεγονός που θα έχει τα ίδια δυσμενή αποτελέσματα, όπως και αν μεταστραφεί ο τρόπος με τον οποίο ήδη αποκαλείται. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που όρισε ως δοτέο όνομα του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων το όνομα «….…..», έσφαλε, γενόμενου δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης. Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ της εναγούσης και του εναγόμενου αναφορικά με το θρήσκευμα του ανηλίκου τέκνου, ήτοι ότι δέον όπως βαπτιστεί σύμφωνα με το χριστιανικό ανατολικό ορθόδοξο δόγμα, ζήτημα το οποίο είναι σημαντικό ως προς την επιμέλεια αυτού, ενώ δέον όπως βαπτιστεί με ανάδοχο αυτού την προτεινόμενη από την ενάγουσα, ……………, η οποία γνωρίζει αμφότερους τους διαδίκους από δεκαετίας και τρέφει αισθήματα στοργής προς το ανήλικο τέκνο τους, η δε ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης δεν προσβάλλεται με σχετικό λόγο έφεσης. Επιπλέον, η βάπτιση του ανήλικου τέκνου δέον όπως πραγματοποιηθεί στον ναό επιλογής του εναγόμενου, και δη στον Ιερό Ναό της ………….. στην …………… Αττικής και συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμο.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, που αφορούν τη ρύθμιση της επικοινωνίας του εφεσίβλητου πατέρα με το ανήλικο τέκνο του και την ονοματοδοσία του τέκνου των διαδίκων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις αυτές, απορριπτομένης της έφεσης κατά λοιπά και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ως προς τα κεφάλαια αυτά (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) να δικασθούν και να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι αγωγές, ως προς τα κεφάλαια αυτά, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται ότι, χωρίς εν προκειμένω να χρειάζεται για το παραδεκτό της έφεσης, η κατάθεση παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως οικογενειακής (άρθρα 592 αρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.), η εκκαλούσα εξέδωσε, κατέβαλε το αντίτιμο και επισύναψε στην κριθείσα έφεση, το σχετικό e-παράβολο, του οποίου, πρέπει να διαταχθεί με την απόφαση αυτή, η απόδοση στην καταβάλλουσα εκκαλούσα, ανεξαρτήτως μάλιστα της εκβάσεως της δίκης, αφού καταβλήθηκε, χωρίς να υπάρχει προς τούτο νόμιμη υποχρέωση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, ενόψει της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Δέχεται αυτή κατ’ ουσίαν ως προς τα κεφάλαια περί ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντος-εναγόμενου πατέρα με το ανήλικο τέκνο του και ονοματοδοσίας του τέκνου των διαδίκων και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 1025/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια.

Κρατεί και συνεκδικάζει τις από 30/7/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024) και από 12/9/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2024) αγωγές ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια.

Δέχεται εν μέρει τις ανωτέρω αγωγές, όσον αφορά τα ανωτέρω κεφάλαια.

Ρυθμίζει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος με το άρρεν ανήλικο τέκνο του ως εξής:

Α) Για το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 2026, α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 18:00 μ.μ. της ιδίας ημέρας, ήτοι χωρίς διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα,

Β) Για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2026 μέχρι τις 30 Απριλίου 2027: α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 18:00 μ.μ. της Κυριακής, με διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα,

Γ) Από την 1η Μαΐου του 2027 και εφεξής: α) Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 18:00 μ.μ. έως 20:00, β) Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 11.00 Σαββάτου έως ώρα 20:00 μ.μ. της Κυριακής, με διανυκτέρευση του τέκνου στην κατοικία του πατέρα, γ) Στις εορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους, εναλλάξ κάθε έτος, τα μονά έτη από την 23η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00) έως την 30η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00), τα ζυγά έτη από την 30η Δεκεμβρίου (ώρα 11.00) έως την 6η Ιανουαρίου (ώρα 11.00), αρχής γενομένης από το έτος 2027, δ) Στις εορτές του Πάσχα, εναλλάξ κάθε έτος, τα μονά έτη από την Κυριακή των Βαΐων (ώρα 10.00) έως το Μεγάλο Σάββατο  (ώρα 17.00), τα ζυγά έτη από την Κυριακή του Πάσχα (ώρα 10.00) έως την Κυριακή του Θωμά (ώρα 17.00), αρχής γενομένης από το έτος 2027, ε) κατά τις θερινές διακοπές, αρχής γενομένης από το 2027, τα ζυγά έτη από ώρα 10.00 της 1ης Ιουλίου έως ώρα 16.00 της 15ης Ιουλίου και από ώρα 10.00 της 1ης Αυγούστου μέχρι ώρα 16.00 της 15ης Αυγούστου και τα μονά έτη από ώρα 10.00 της 15ης Ιουλίου μέχρι ώρα 16.00 της 1ης Αυγούστου και από ώρα 10.00 της 16ης Αυγούστου μέχρι ώρα 16.00 της 31ης Αυγούστου. Σε όλες δε τις ως άνω περιπτώσεις ο πατέρας του ανηλίκου θα το παραλαμβάνει από την οικία της μητέρας του κατά την έναρξη του εκάστοτε ανωτέρω χρονικού διαστήματος και θα το επιστρέφει στο ίδιο μέρος κατά τη λήξη του, στ) καθημερινά επί μισή ώρα τηλεφωνική επικοινωνία με βιντεοκλήση (είτε μέσω τηλεφώνου, είτε μέσω άλλων διαδικτυακών μέσων εφαρμογών επικοινωνίας) ή απλή τηλεφωνική κλήση, κατά τον χρόνο που το ανήλικο τέκνο βρίσκεται στην κατοικία της μητέρας του.

Απειλεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας δέκα (10) ημερών, για κάθε παράβαση της, αμέσως ανωτέρω, διατάξεως.

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 11/2/2023, και ορίζει α) ως όνομα αυτού το «………», β) τόπο βάπτισης, τον Ιερό Ναό της ………… στην …………. Αττικής με ανάδοχο (νονά) την ……….., άλλως σε περίπτωση κωλύματος αυτής, το δικαίωμα επιλογής αναδόχου ή αναδοχών απονέμεται αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου.

Επιτρέπει σε περίπτωση άρνησης του ενάγοντος ή της εναγόμενης να συμπράξει στην ονοματοδοσία του τέκνου, στον άλλο γονέα να προβεί μόνος του ή μόνη της σε σχετική δήλωση στο αρμόδιο ληξιαρχείο εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην καταβάλουσα -εκκαλούσα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 22 Ιουλιου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ