ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 499 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/12015, με την επωνυμία «…………» [……………..] και τον διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της ………., με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. …………. και Α.Φ.Μ. ………. Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας, εν προκειμένω, με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξουσίας των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «…………», με έδρα το ………. Ιρλανδίας (με αριθμό μητρώου ………. και διεύθυνση ………….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………., με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. … και ΑΦΜ …. Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, δυνάμει μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Φλώρου, με δήλωση (άρθρο242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……….. και 2) ……………., οι οποίες παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Καλτσά, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Οι εφεσίβλητες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εκκαλούσας, την από 6-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024 ανακοπή και τους από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025 πρόσθετους λόγους της, που συνεκδικάσθηκαν και εξεδόθη επ’ αυτών, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 946/2025 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο κήρυξε εαυτόν κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εν συνεχεία, η ως άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της εισήχθησαν, προς συζήτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 8-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../8-4-2025 κλήση και εξεδόθη επ’ αυτών, η υπ’ αριθμ. 2303/2025 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της έγιναν δεκτοί. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Kατά τη συζήτηση της εφέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, προκατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της εκκαλούσας, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 2303/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε, στην καθ’ ης η ανακοπή, στις 20-6-2025 (βλ. τη σχετική από 20-6-2025 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………….., επί του σώματος του προσκομιζομένου από την εκκαλούσα αντιγράφου της εκκαλουμένης), η δε ως άνω έφεση είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 17-6-2025, ήτοι, πριν ακόμη από την έναρξη προβλεπομένης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 144 παρ. 2, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ) Επομένως, δοθείσης και της καταβολής του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ σχετικού παραβόλου εφέσεως (βλ. το υπ’ αριθμ. …………../2025 e – παράβολo), η τελευταία τυγχάνει παραδεκτή (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ) και, αφού γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση.
Οι ανακόπτουσες, ήδη εφεσίβλητες, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της καθ’ ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσας, την από 6-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024 ανακοπή και τους από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../6-3-2025 πρόσθετους λόγους, ζητώντας την ακύρωση: α) της από 9-10-2024 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α΄ εκτελεστού με αριθμ. …../2021 της υπ’ αριθμ. ……/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 22-4-2021 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α΄ εκτελεστού με αριθμ. 2238/2021 της υπ’ αριθμ. ……/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της υπ’ αριθμ. …../30-10-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………., δυνάμει της οποίας επεσπεύδετο, σε βάρος τους, αναγκαστική εκτέλεση, με ορισθέντα ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, για τις 11-6-2025, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, και την καταδίκη της καθ’ ης στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της ως άνω ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 946/2025 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο κήρυξε εαυτόν κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εν συνεχεία, η ως άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της εισήχθησαν, προς συζήτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 8-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/8-4-2025 κλήση και εξεδόθη επ’ αυτών, η υπ’ αριθμ. 2303/2025 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της έγιναν δεκτοί, ακυρώθηκαν οι ως άνω από 9-10-2024 και από 22-4-2021 επιταγές προς πληρωμή και η υπ’ αριθμ. ……/30-10-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και συμψηφίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κατά της αποφάσεως αυτής, η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενη σφάλματα της εκκαλουμένης, σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4055/12 «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Με την ως άνω διάταξη καθιερώθηκε για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ το σύστημα συγκέντρωσης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την άσκησή της γεννημένοι λόγοι ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή, αλλά υποχρεωτικά σταδιακή. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη η οποία αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εντεύθεν στην ασφάλεια των συναλλαγών, θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται στη συνέχεια με νέα ανακοπή προς ακύρωση, άλλης, επόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης από αυτή κατά της οποίας είχε ασκηθεί η προηγούμενη ανακοπή. Ειδικότερα, για την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει εάν αυτή εκκρεμεί ή περατώθηκε τελεσίδικα (ΕΠειρ 720/22 efeteio-peir.gr., ΕΠειρ 740/22 ΕπιθΑκινήτων 2023, 480), β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν. Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει. Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς (ΑΠ 1130/94 ΕλλΔικ 1996. 644). Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/05 ΕλλΔικ 2006. 80, ΟλΑΠ 10/93 Δ 1994. 562, ΑΠ 1711/14, ΑΠ 1284/08, ΑΠ 1660/06 ΕλλΔικ 2008. 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία, που είχε επικρατήσει μέχρι την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ με το άρθρο 19 § 2 Ν. 4055/2012, το ως άνω απαράδεκτο ανέκυπτε, όταν επρόκειτο για μεταγενέστερη προβολή λόγων ακύρωσης της ίδιας πράξης εκτέλεσης. Μετά όμως την αντικατάσταση της ως άνω διάταξης με το άρθρο 19 § 2 Ν. 4055/12, κατέστη ήδη υποχρεωτική η σώρευση στο δικόγραφο της ανακοπής όχι μόνο των γεννημένων κατά την άσκησή της λόγων που αφορούν στην προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη εκτέλεσης, αλλά και επιπρόσθετα και όλων των γεννημένων λόγων που αφορούν σε όσες άλλες πράξεις εκτέλεσης προηγήθηκαν, ανεξάρτητα δηλαδή αν προσβάλλεται με την ανακοπή η ίδια ή άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας (ΕΑ 1724/23, ΕΑ 2472/22, ΕΑιγ 1/20 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Το απαράδεκτο αυτό ισχύει μόνο όταν πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 933 και εφόσον έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως μια τέτοια ανακοπή από αυτόν τον ίδιο, που ασκεί (απαράδεκτα) την επόμενη, ανεξάρτητα δε από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγούμενη, αν δηλαδή εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης ή αν αυτή εκδόθηκε [ΕΑ 2472/22 ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς, Νίκας, Κονδύλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ Αναγκαστική Εκτέλεση άρθρο 935 σελ. 247 επ. εκδ. 2021 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία]. Δεν εφαρμόζεται δε, όταν η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 παρ. 1 δ΄ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/01, ΕΠειρ 330/24, ΜονΕΠειρ 473/24 και ΜονΕΠειρ 512/24 στην efeteio-peir.gr, ΕΑ 3124/24, ΕΚρ 182/24, ΕΑ 1724/23, ΕΚρητ 127/23, ΕΑ 2472/22 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 740/22 στην efeteio-peir.gr, Μάζης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ, άρθρο 935 αρ. 2, 3 σελ. 247 επ., Γέσιου – Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223, ΜονΕΘ 48/26 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, δεν εφαρμόζεται, όταν η ανακοπή κατά της εκτέλεσης ασκήθηκε, αλλά ακολούθησε παραίτηση από το δικόγραφό της, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 297 ΚΠολΔ, καθώς, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 299 ΚΠολΔ, και στις ανακοπές, η παραίτηση από το δικόγραφο της ανακοπής έχει ως αποτέλεσμα η τελευταία να θεωρείται, ως μη ασκηθείσα.
Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του, και όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……………/7-7-2008 σύμβασης στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα (CHF), που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας, ως οφειλέτριας, και της δεύτερης ανακόπτουσας, ως εγγυήτριας, η ανωτέρω Τράπεζα χορήγησε στην πρώτη ανακόπτουσα, με την ανεπιφύλακτη εγγύηση της δεύτερης, έντοκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ποσού 113.720,95 CHF, διάρκειας 288 μηνών από την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης ή, σε περίπτωση τμηματικών εκταμιεύσεων, από την πρώτη εκταμίευση, με σκοπό την ανέγερση/αποπεράτωση κατοικίας, με σταθερό επιτόκιο κατά τη διάρκεια του πρώτου 24μήνου από την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης ή, σε περίπτωση τμηματικών εκταμιεύσεων, από την πρώτη εκταμίευση του ποσού του δανείου και, μετά την παρέλευση της ως άνω χρονικής περιόδου, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ακολούθως, δυνάμει της από 8-5-2012 πρόσθετης πράξης σύμβασης στεγαστικού δανείου, που σηνήφθη, μεταξύ της ως άνω Τράπεζας και των ανακοπτουσών, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, η αρχική ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται σε αυτήν, αφού οι ανακόπτουσες αναγνώρισαν ότι, στις 8-5-2012, το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 100.063,49 ευρώ, πλέον τόκων από 28-4-2012, και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δανείου, εκ κεφαλαίου, συμβατικών τόκων και ασφαλίστρων ανέρχονταν στο ποσό των 491,67 ευρώ, ήτοι η συνολικά ανεξόφλητη οφειλή, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ανερχόταν στο ποσό των 100.555,16 ευρώ, πλέον των τόκων του αλήκτου κεφαλαίου, από 28-4-2012. Προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης δανείου, τηρήθηκε ο υπ’ αριθμ. ……………. λογαριασμός, από την εκταμίευση του δανείου στις 28-7-2008 έως τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου, ύψους 79.934,52 CHF (ισόποσου σε ευρώ ύψους 70.989,80 ευρώ, με βάση την ισχύουσα ισοτιμία την 14η-5-2019), σε οριστική καθυστέρηση στις 14-5-2019. Με την από 9-12-2019 εξώδικη δήλωση – καταγγελία – πρόσκληση της καθ’ ης η ανακοπή, -εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», ενεργούσας, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «………..», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….»-, που επιδόθηκε στις ανακόπτουσες, δυνάμει των υπ’ αριθμ. ………/4-2-2020 και ……./4-2-2020 αντιστοίχων εκθέσεων επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………., γνωστοποιήθηκε σε αυτές ότι η ως άνω δανείστρια Τράπεζα προέβη, στις 14-5-2019, στην καταγγελία της σύμβασης, μετά της πρόσθετης πράξης αυτής, και στο κλείσιμο του λογαριασμού εξυπηρέτησης, καθιστώντας το χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 79.934,52 CHF, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μεταφέροντάς το, κατόπιν αυθημερόν μετατροπής του, στο ισόποσο της αξίας του σε ευρώ (70.989,80 ευρώ), στον υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, καλώντας τες, όπως το καταβάλουν, εκάστη εις ολόκληρον, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της εξώδικης καταγγελίας μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ο ανωτέρω υπ’ αριθμ. ………… λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης εμφάνισε, στις 30-6-2020 (ημερομηνία που λογίστηκαν οι τελευταίοι τόκοι), χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 77.015,77 ευρώ, το οποίο ανήλθε, στις 13-7-2020, κατόπιν πίστωσης ποσού 200 ευρώ, στο ποσό των 76.815,77 ευρώ, στις 11-9-2020, κατόπιν πίστωσης ποσού 500 ευρώ, στο ποσό των 76.315,77 ευρώ και, στις 9-10-2020, κατόπιν πίστωσης ποσού 200 ευρώ, στο ποσό των 76.115,77 ευρώ. Ακολούθως, η καθ’ ης η ανακοπή, ενεργούσα υπό την ως άνω ιδιότητα της διαχειρίστριας, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «……………», με σχετική αίτησή της, ζήτησε και επέτυχε την έκδοση, σε βάρος των ανακοπτουσών, της υπ’ αριθμ. …………./2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι τελευταίες διετάχθησαν να καταβάλουν στην εταιρία με την επωνυμία «……….», εις ολόκληρον εκάστη, εκ της συνολικής οφειλής, ποσού 76.315,77 ευρώ, μόνον το ποσό των 68.162,12 ευρώ, νομιμοτόκως από την 1η-7-2020, ήτοι από την τελευταία ημέρα λογισμού τόκων, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο πλέον 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων (σύμφωνα με τον όρο 8.1 της σύμβασης και το νόμο) και μέχρι την οριστική εξόφληση, καθώς και ποσό 2.084 ευρώ, για δικαστική δαπάνη. Αντίγραφο πρώτου (α΄) απογράφου εκτελεστού της εν λόγω διαταγής πληρωμής, με την παρά πόδας αυτής από 22-4-2021 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε, στις 13-5-2021, στις ανακόπτουσες (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……..΄/13-5-2021 και ……΄/13-5-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….), επιτασσόμενες, με αυτήν, να καταβάλουν, αλληλευγγύως και εις ολόκληρον, εκάστη, στην καθ’ ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 75.728,41 ευρώ, ως τούτο αναλύετο, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή, νομιμοτόκως (πλην του κονδυλίου των τόκων), από της κοινοποιήσεώς της. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, οι ανακόπτουσες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 17-5-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2021 ανακοπή, που συνεκδικάσθηκε με τους από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./6-3-2025 πρόσθετους λόγους ανακοπής και εξεδόθη, επ’ αυτών, η υπ’ αριθμ. 5184/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, η ως άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της έγιναν δεκτοί και ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. ………../2021 διαταγή πληρωμής, εκκρεμούσης κατά της αποφάσεως αυτής, εφέσεως. Ακολούθως, στις 16-12-2021, η καθ’ ης η ανακοπή επέδωσε στις ανακόπτουσες αντίγραφο πρώτου (α΄) απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγή πληρωμής, με την παρά πόδας αυτής από 14-12-2021 επιταγή προς πληρωμή (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……………΄/16-12-2021 και ………..΄/16-12-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………), με την οποία οι τελευταίες επετάσσοντο να καταβάλουν, αλληλευγγύως και εις ολόκληρον, εκάστη, στην καθ’ ης η ανακοπή, το συνολικό ποσό των 76.134,24 ευρώ, επιμεριζόμενο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή, με το νόμιμο τόκο (πλην του κονδυλίου των τόκων), από της κοινοποιήσεώς της. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της παρά πόδας αυτής επιταγής προς εκτέλεση, οι ανακόπτουσες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-1-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2022 ανακοπή. Ενόσω δε εκκρεμούσε η εκδίκαση των προαναφερομένων ανακοπών, η καθ’ ης η ανακοπή κοινοποίησε στις ανακόπτουσες, την 1η-3-2022, την υπ’ αριθμ. ……../2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………., με την οποία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2021 πρώτου (α΄) απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ’ αριθμ. ……/2021 διαταγής πληρωμής και της από 14-12-2021 επιταγής προς πληρωμή, επέβαλε, για την ως άνω απαίτηση των 68.162,12 ευρώ, κατάσχεση σε ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με την επ’ αυτού ισόγεια με υπόγειο οικοδομή, κείμενο στη Δημοτική Ενότητα Κερατσινίου, στο Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας Αττικής, στη θέση ……, επί της οδού ………, όπως αυτό κατά τα λοιπά στοιχεία του, αναλυτικώς περιγράφεται στην ανωτέρω κατασχετήρια έκθεση, πλήρους κυριότητας, σε ποσοστό 43,75% εξ αδιαιρέτου, και ψιλής κυριότητας, κατά ποσοστό 56,25% εξ αδιαιρέτου, της πρώτης ανακόπτουσας, και επικαρπίας, κατά ποσοστό 56,25% εξ αδιαιρέτου, της δεύτερης ανακόπτουσας, με ορισθείσα ημερομηνία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού την 5η-10-2022, κατά την οποία ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε. Ακολούθως, στις 14-10-2024, η καθ’ ης η ανακοπή κοινοποίησε στις ανακόπτουσες αντίγραφο πρώτου (α΄) απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, με την παρά πόδας αυτής από 9-10-2024 επιταγή προς πληρωμή (βλ. τις υπ’ αριθμ. …..΄/14-10-2024 και ……΄/14-10-2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …..), με την οποία οι τελευταίες επετάσσοντο να καταβάλουν, αλληλευγγύως και εις ολόκληρον, εκάστη, στην καθ’ ης η ανακοπή, το συνολικό ποσό των 96.503,25 ευρώ, αναλυόμενο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή, νομιμότοκως (πλην του κονδυλίου των τόκων), από της κοινοποιήσεώς της. Επίσης, στις 31-10-2024, κοινοποίησε στις ανακόπτουσες την υπ’ αριθμ. …./2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …….., με την οποία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./2021 πρώτου (α΄) απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ’ αριθμ. …../2021 διαταγής πληρωμής και της από 9-10-2024 επιταγής προς πληρωμή, επέβαλε, για την ως άνω απαίτηση των 68.162,12 ευρώ, κατάσχεση στην ανωτέρω ακίνητη των ανακοπτουσών περιουσία. Κατά της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και των προαναφερομένων από 22-4-2021 και 9-10-2024 επιταγών προς πληρωμή, οι ανακόπτουσες άσκησαν την υπό κρίση ανακοπή τους και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ζητώντας την ακύρωσή τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτή την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της και ακύρωσε τις ανωτέρω επιταγές προς πληρωμή, καθώς και την ως άνω κατασχετήρια έκθεση, δεχόμενο, ως βάσιμο, στην ουσία του, τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, οι ανωτέρω πράξεις εκτέλεσης τυγχάνουν ακυρωτέες, διότι η επιδικασθείσα, δια της υπ’ αριθμ. ……./2021 διαταγής πληρωμής, σε βάρος των ανακοπτουσών, απαίτηση κατέστη αόριστη και, συνακόλουθα, ανεκκαθάριστη, μετά τον περιορισμό, από την καθ’ ης η ανακοπή, της αναφερόμενης στην αίτηση συνολικής απαίτησής της, καθώς, με αυτόν, ουδόλως διευκρινίζετο εάν το ανωτέρω, μερικότερο, αιτούμενο και, ακολούθως επιδικασθέν, με την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, ποσό αποτελείτο μόνο από κεφάλαιο ή εμπεριείχε τόκους και έξοδα. Η δε καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, προς αντίκρουση της ανωτέρω ανακοπής και των προσθέτων λόγων της, ισχυρίσθηκε ότι, τόσο οι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι της, τυγχάνουν απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 935 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι είχε προηγηθεί η άσκηση της από 1-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../5-11-2024 ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία θα μπορούσαν να είχαν αυτοί προταθεί, ισχυρισμό που νομίμως επαναφέρει, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της. Επί του ισχυρισμού αυτού, η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, κάνοντας δεκτό σχετικό ισχυρισμό των ανακοπτουσών, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ, εν προκειμένω, διότι οι τελευταίες, με τους ασκηθέντες από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/6-3-2025 πρόσθετους λόγους ανακοπής τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδικάσθηκαν, με την από 17-5-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2021 ανακοπή αυτών, είχαν παραιτηθεί από την από 1-11-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../5-11-2024 προγενέστερη ανακοπή τους. Πλην όμως, το δικόγραφο των ανωτέρω λόγων ανακοπής δεν προσκομίζεται, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να δύναται τούτο να αχθεί σε κρίση περί του σχετικού απαραδέκτου, το οποίο, ως προεκετέθηκε, λαμβάνεται υπόψιν και αυτεπαγγέλτως, δοθέντος ότι, ως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, το άρθρο 935 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που έχει χωρήσει παραίτηση από την προγενέστερη ανακοπή. Μετά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, για την πλήρη διακρίβωση και ορθή διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί, επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων, το δικόγραφο των από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../6-3-2025 προσθέτων λόγων ανακοπής των ανακοπτουσών κατά της καθ’ ης η ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, ενόψει του ότι η απόφαση, με την οποία αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης, είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ την από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ’ αριθμ. 2303/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων.-
–ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.–
-ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης, επί της ουσιαστικής βασιμότητας της ανωτέρω εφέσεως.-ΚΑΙ
–ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί, επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων, το δικόγραφο των από 4-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/6-3-2025 προσθέτων λόγων ανακοπής των ανακοπτουσών κατά της καθ’ ης η ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 22.7.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ