ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 516/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :
Α) Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα οδός ……….. με ΑΦΜ …… και ήδη από 1/1/2017 από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ ….) και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Α΄ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Λαμπρινή Μήττα (ΑΜ ….) και κατέθεσε προτάσεις.
Των εφεσίβλητων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «………» πρώην «…………» και το διακριτικό τίτλο «…………….», η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, οδός …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β) Του εκκαλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)» και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του με ΑΦΜ ………… στην προκείμενη δε περίπτωση από το Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ……………, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ανδριάννα Στίγκα (ΔΣΠ ………..) και κατέθεσε προτάσεις.
Των εφεσίβλητων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………….» πρώην «…………….», η οποία εδρεύει στο ….. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω α) ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………»,η οποία εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και β) ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στο …….. και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……………..», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………………», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία έχει καταστεί α) ειδική διάδοχος της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «………, που εδρεύει στη ……. Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……….. », καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», β) οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», 5) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα οδός ……….. με ΑΦΜ …… και ήδη από 1/1/2017 από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ …..) και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Α΄ Πειραιά και ήδη από τον Προϊστάμενο του ΚΕ.Β.ΕΙΣ. Αττικής που εδρεύει στην Αθήνα, ……………, 6) Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) με ΑΦΜ ……….. ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή της, 7) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «……..» πρώην «…………», η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……. η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………»,η οποία εδρεύει στο Δουβλίνο και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» με ΑΦΜ ………., ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στο ……. και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία αλλοδαπή εταιρεία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» με ΑΦΜ ……., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία είχε καταστεί προγενέστερα καθολική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» με ΑΦΜ ……., εκ των οποίων οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και έβδομη δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευμορφία Βεργή (ΔΣΑ ………) μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ ΧΑΛΑΚΑΤΕΒΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ … και ΑΦΜ …. και το πέμπτο και έκτη των εφεσίβλητων από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Λαμπρινή Μήττα (ΑΜ……….) και κατέθεσαν προτάσεις
Γ) Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «…………..» πρώην «………..» και το διακριτικό τίτλο «…………..», η οποία εδρεύει στο ……. Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» (ΑΦΜ …), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ ….) μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ …. και ΑΦΜ …. και κατέθεσε προτάσεις.
ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΚΑΘ ΌΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….., πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)» και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του με ΑΦΜ …… ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ» (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκείμενη δε περίπτωση από το Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πειραιά, και ήδη Περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΑΟ Πειραιώς, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ……………, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ανδριάννα Στίγκα (ΔΣΠ ….) και κατέθεσε προτάσεις.
Δ) Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «…………» πρώην «………….» και το διακριτικό τίτλο «………..», η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» (ΑΦΜ ….), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Ζαννιά (ΔΣΑ …..) μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ….. και ΑΦΜ …. και κατέθεσε προτάσεις.
ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΚΑΘ ΌΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα οδός ……… με ΑΦΜ …. και ήδη από 1/1/2017 από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ …..) και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Α΄ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Λαμπρινή Μήττα (ΑΜ ….) και κατέθεσε προτάσεις.
Τα εκκαλούντα Ελληνικό Δημόσιο και ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)» άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 11.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2021) ανακοπή και την από 12/5/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2021) ανακοπή αντίστοιχα κατά πίνακα κατάταξης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τις ασκηθείσες από 1/12/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2021) και από 1/12/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021) αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» ως μη δικαιούχου-διαδίκου διαχειρίστριας απαιτήσεων κατά του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου και κατά του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ αντίστοιχα και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2006/23.6.2022 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω ανακοπές.
Οι ανακόπτοντες ήδη εκκαλούντες Ελληνικό Δημόσιο και ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)» προσβάλλουν την απόφαση αυτή με την από 22/5/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/22.5.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……../23.5.2024) έφεση και από 25/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/25.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……../27.6.2024) αντίστοιχα, οι οποίες προσδιορίστηκαν για την αρχική δικάσιμο της 3/4/2025 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κι εγγράφηκαν στο πινάκιο με αριθμούς 11 και 12 αντίστοιχα ζητώντας να γίνουν δεκτές για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές.
Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………» υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………. άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για την εκκρεμή δίκη α) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και β) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, για τη συζήτηση των οποίων ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο με αριθμούς …. και ……. αντίστοιχα.
Κατά τη δικάσιμο αυτή οι ως άνω εφέσεις και αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν. Κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι όσων διαδίκων νομίμως εκπροσωπήθηκαν κατά τα ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται μετ’ αναβολή από το πινάκιο προς συζήτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.4 και 498 παρ.2 ΚΠολΔ: 1) α) η από 22/5/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/22.5.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……./23.5.2024) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και β) η από 25/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./25.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………./27.6.2024) έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)» προς εξαφάνιση της 2006/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), το οποίο συνεκδικάζοντας την από 11.5.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021) ανακοπή του ως άνω ΝΠΔΔ, την από 12/5/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2021) ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου προς μεταρρύθμιση του υπ’ αριθ. …………../2020 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ……………. και τις από 1/12/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2021) και από 1/12/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2021) αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις της εταιρείας με την επωνυμία «……………….» ως μη δικαιούχου-διαδίκου διαχειρίστριας απαιτήσεων κατά του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου και κατά του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ ερήμην της δεύτερης και τέταρτης των καθ’ ων της από 11.5.2021 ανακοπής, ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των καθ’ ων της από 12.5.2021 ανακοπής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων απέρριψε τις ασκηθείσες ανακοπές και 2) οι ασκηθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………» υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………. α) από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……… και κατά του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και β) από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………… κατά του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Οι ως άνω εφέσεις και οι αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που εφαρμόσθηκε πρωτοδίκως από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο, χωρίς για το παραδεκτό της έφεσης να απαιτείται η κατάθεση παραβόλου από τα εκκαλούντα Δημόσιο και ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)», αφού αυτά απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του ως άνω Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».
Οι ανωτέρω εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [23/6/2022] μέχρι την άσκηση των ενδίκων εφέσεων στις 22/5/2024 και 25/6/2024 δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015 με τη σημείωση ότι όσον αφορά την από 25/6/2024 έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 ΚΠολΔ την πρώτη μη εξαιρετέα ημέρα από τη λήξη της διετούς προθεσμίας, δεδομένου ότι η 23/6/2024 ήταν ημέρα Κυριακή και η 24/6/2024 ημέρα Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος]. Επομένως οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ και δη Α) η από 22/5/2024 έφεση ερήμην των εφεσίβλητων καθώς όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ……/31.5.2024, …./28.5.2024, …/27.5.2024, …/28.5.2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ….., που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 3/4/2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτές, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο τούτη, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, να δικασθούν ερήμην, αλλά η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες [άρθρο 524 παρ.4 εδαφ.α΄ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν.3994/2011 και η συγκεκριμένη παράγραφος εξακολουθεί να ισχύει υπό τον Ν.4335/2015, που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από 1.1.2016 ένδικα μέσα, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν.4335/2015 – ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015) και τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ.1 α΄ ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015), που εφαρμόζονται στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, κατ’εφαρμογή του άρθρου 524 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015)], δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ.4, 524 παρ.4 εδ.α ΚΠολΔ). Όσον αφορά όμως την πρώτη εφεσίβλητη δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής, θα πρέπει να ερευνηθεί αν η πρώτη εφεσίβλητη ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και Β) η από 25/6/2024 έφεση ερήμην της πρώτης, δεύτερης, τέταρτης και έβδομης των εφεσίβλητων, καθόσον, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ……../15.7.2024, …../15.7.2024, …./16.7.2024 και …../15.7.2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………….., που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 3/4/2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτές, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο τούτη, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, να δικασθούν ερήμην, αλλά η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες [άρθρο 524 παρ.4 εδαφ.α΄ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν.3994/2011 και η συγκεκριμένη παράγραφος εξακολουθεί να ισχύει υπό τον Ν.4335/2015, που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από 1.1.2016 ένδικα μέσα, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν.4335/2015 – ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015) και τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ.1 α΄ ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015), που εφαρμόζονται στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, κατ’εφαρμογή του άρθρου 524 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015)], δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ.4, 524 παρ.4 εδ.α ΚΠολΔ). Όσον αφορά όμως την πρώτη εφεσίβλητη δεδομένου ότι εκκρεμεί στο ίδιο Δικαστήριο η από 7/7/2025 ((ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025)) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής, θα πρέπει να ερευνηθεί αν η πρώτη εφεσίβλητη ως αναγκαίος ομόδικος, θα εκπροσωπηθεί από την προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 86/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 502/2011 στην ΤΝΠ Νόμος). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, στο πλαίσιο εκδίκασης έφεσης, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ο.α., ΑΠ 1143/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 396/2018 στην ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος, με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1553/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 883/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1188/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021, ο.α.). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμό 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.α., ΑΠ 1102/2022, ο.α., ΑΠ 1553/2022, ο.α., ΑΠ 783/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 784/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1088/2020, ΤΝΠ Νόμος). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΕφΑΘ 481/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 128/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 5-6, 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις» και 1 παρ. 1 περ. α`-δ`, 2 παρ. 1-3 και 4 και 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», όπως ισχύουν, συνάγεται, ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντίστροφα, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 168/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 982/2021, ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α’, άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης – Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους, για αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 1343/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 3572/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4499/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 49/2022, ο.α., ΜονΕφΛαρ 187/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΕφΑΘ 6399/2006, ΕλλΔνη 2008.551, ΕφΑΘ 12016/1995, ΕλλΔνη 1997.686, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 172/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019, ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στην επί της εφέσεως δίκη «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272…». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012, ΕλλΔνη 2012.1074, ΕφΑΘ 5267/2007, ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.α., ΕφΠειρ 381/2013, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν ( ΜονΕφΠειρ 187/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΤριμΕφΑθ 3663/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» υπό την ιδιότητα της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», η οποία εδρεύει στην Ιρλανδία όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ως καταταγείσας δανείστριας ως προς την επίδικη απαίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία άσκησε υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης αμφοτέρων των εφέσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και β) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Αμφότερες οι κρινόμενες πρόσθετες παρεμβάσεις έχουν ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, καθώς αντίγραφο αυτών με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής επιδόθηκε στην υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση και στο καθ’ ού αυτή, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. …../15.7.2025, ……/15.7.2025, …./15.7.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………., …/15.7.2025, …./15.7.2025, …./15.7.2025, …./15.7.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……., …./15.7.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………….. και …../16/7/2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….. όσον αφορά την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και από τις με αριθμ. …./15.7.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …. …, …../15.7.2025, …./15.7.2025, …./15.7.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………., …../15.7.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……… και ……./15.7.025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……………. όσον αφορά την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «……………» δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο βιβλίο του Ν.2844/2000, στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.12.2021, όπως αυτή επαναλήφθηκε ορθώς ως προς το παράρτημα αυτής, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 31/20.1.2022, μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», μεταξύ άλλων και τις απαιτήσεις που αφορούν τον μη διάδικο οφειλέτη της απαίτησης …….. ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης μεταβίβασης που έχει καταχωρηθεί με αριθμό πρωτοκόλλου ……/17.12.2021 στον τόμο …. με α.α. ….. και η ορθή επανάληψη αυτής με αριθμό πρωτοκόλλου …./20.1.2022 στον τόμο …., με α.α. …. στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Περαιτέρω η διαχείριση των απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού, ανατέθηκε δυνάμει της από …./4.2.2022 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, σύμβαση που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών την 4.2.2022, τόμος … α.α. ……. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον και παρεμβαίνει αυτοτελώς υπέρ της αρχικής διαδίκου τράπεζας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ της αρχικής δικαιούχου των απαιτήσεων εφεσίβλητης τράπεζας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με αποτέλεσμα, παριστάμενη η τελευταία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να αντιπροσωπεύει και την απούσα εφεσίβλητη τράπεζα κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, η οποία έτσι δεν δικάζεται ερήμην σε αμφότερες τις εφέσεις.
Στην από 11/5/2021 ανακοπή του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε ότι ότι με την υπ’ αρ. ………./23.9.2020 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών ………, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά το σε αυτή περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του οφειλέτη ………., το οποίο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα δανείστρια τράπεζα με την επωνυμία «………….», πρώτη των καθ’ ων, αντί συνολικού πλειστηριάσματος 34.000 ευρώ. Ότι στο πλειστηρίασμα αυτό αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, το ανακόπτον με τη με αριθμ. πρωτ. ……………/./29.9.2020 αναγγελία για το ποσό των 10.177,55 ευρώ πλέον προσαυξήσεων, τόκων, προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, λοιπών συνεισπραττόμενων και επιβαρύνσεων μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης. Ότι από το ως άνω επιτευχθέν πλειστηρίασμα, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προαφαίρεσε ως έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 4.968,72 ευρώ, απέμεινε δε προς διανομή το ποσό των 29.031,28 ευρώ, το οποίο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών. Ότι για τον λόγο αυτό η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 61 ΚΕΔΕ, 31 του ν. 1454/1985 και των άρθρων 975, 976, 977 και 1007 ΚΠολΔ, ως οι τελευταίες αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ.2 του ν. 4335/2015 και το πλειστηρίασμα διαιρέθηκε σε ποσοστό 25% για τις απαιτήσεις του άρθρου 975, σε ποσοστό 65% για τις απαιτήσεις του άρθρου 976 και σε ποσοστό 10% για τις μη προνομιούχες απαιτήσεις, κατετάγησαν δε οι εξής: Α) Στο 25% του καθαρού πλειστηριάσματος προνομιακά και οριστικά: α) τη ΔΟΥ Α΄ Πειραιά στο ποσό των 413,72 ευρώ και β) το Περιφερειακό ΚΕΑΟ Πειραιά στο ποσό των 6.844,10 ευρώ, Β) Στο 65% του καθαρού πλειστηριάσματος προνομιακά και οριστικά την επισπεύδουσα τραπεζική εταιρεία πρώτη των καθ’ων ως ενυπόθηκη δανείστρια στο ποσό των 18.870,33 ευρώ και Γ) Στο 10% του καθαρού πλειστηριάσματος προνομιακά και οριστικά η πρώτη των καθ’ων για το ποσό των 946,34 ευρώ, η δεύτερη των καθ’ων για το ποσό των 79,15 ευρώ, η τρίτη των καθ’ ων για το ποσό των 278,22 ευρώ και η ΔΟΥ Α΄ Πειραιά για το ποσό των 38,79 ευρώ και μη προνομιακά και τυχαία η πρώτη των καθ’ων για το ποσό των 847,01 ευρώ, η δεύτερη των καθ’ων για το ποσό των 54,44 ευρώ, η τρίτη των καθ’ ων για το ποσό των 187,04 ευρώ και η τέταρτη των καθ’ων για το ποσό των 472,14 ευρώ και ότι όρισε ότι σε περίπτωση που δεν επιδικασθούν τελεσίδικα οι απαιτήσεις των ως άνω καταταγέντων δανειστών στο οποιοδήποτε εναπομένον υπόλοιπο θα εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 977 ΚΠολΔ. Ακολούθως, εξέθετε το ανακόπτων ότι σύμφωνα με το άρθρο 1007 παρ.1 εδ.γ ΚΠολΔ, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης κατατάσσεται τυχαίως, κατά δε το άρθρο 978 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και επί κατασχέσεων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 1007 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πώς θα κατανέμεται το ποσό που αναλογεί στην απαίτηση, αν αυτή πάψει να υπάρχει. Ότι με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται υποχρέωση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να περιλάβει στον πίνακα κατάταξης πρόβλεψη για την επικουρική κατανομή των ποσών που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις που έχουν καταταγεί τυχαίως, για την περίπτωση που ήθελε ματαιωθεί η αίρεση ή ο όρος της κατατάξεως, η δε διάταξη αυτή έχει εφαρμογή τόσο στις υπό αίρεση όσο και στις αμφίβολες ή ενδεχόμενες απαιτήσεις, που έχουν καταταγεί τυχαίως. Ότι η κατά τον τρόπο αυτό κατανομή αποτελεί επικουρική κατάταξη, η δε ικανοποίηση και πληρωμή των απαιτήσεων θα λάβει χώρα, εάν και εφόσον η τυχαία κατάταξη ματαιωθεί συνολικά ή κατά ένα μέρος. Ότι εν προκειμένω, αν και οι απαιτήσεις των καθ’ ων η ανακοπή κατατάχθηκαν τυχαία, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασής τους, η υπάλληλος του πλειστηριασμού παρορώντας την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 978 παρ.2 ΚΠολΔ, παρέλειψε να ορίσει την κατανομή των ποσών, σε περίπτωση ματαίωσης της ανωτέρω αίρεσης υπό την οποία η κατάταξη των καθ’ ων εξαρτήθηκε, ως είχε υποχρέωση κατά το ως άνω άρθρο. Ότι κατά τούτο ο ανακοπτόμενος πίνακας είναι πλημμελής και θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί, ώστε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο να καταταγεί επικουρικά στα ποσά που κατατάχθηκαν οι καθ’ ων η ανακοπή, για την περίπτωση που ματαιωθούν ή δεν καταστούν βέβαιες οι απαιτήσεις των ανωτέρω και να προβλεφθεί επικουρική κατάταξη του Δημοσίου προνομιακά και οριστικά και στο ποσό των 1.560,63 ευρώ επιπλέον του ποσού των 452,51 ευρώ στο οποίο κατατάχθηκε, σε περίπτωση που δεν επιδικασθούν τελεσίδικα οι απαιτήσεις των καθ’ ων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε το μοναδικό λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο.
Με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού επαναλαμβάνει όσα κατά τα ανωτέρω εκθέτει στο μοναδικό λόγο της ανακοπής του κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης περί υποχρεωτικότητας της πρόβλεψης επικουρικής κατάταξης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού όταν έχει γίνει τυχαία κατάταξη, υποστηρίζει επιπλέον σχετικά με τα όσα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ότι αφού η διαδικασία της κατάταξης είναι μεν ενιαία και όχι αδιαίρετη και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει τη θέση των άλλων δανειστών, το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται στα όρια του αιτήματός της και δεν έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως στην αναδιάρθρωση όλου του πίνακα κατάταξης. Ότι επομένως, εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή. Ζητεί, λοιπόν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να καταταγεί το Δημόσιο προνομιακά, οριστικά και επικουρικά, σε περίπτωση που δεν επιδικαστούν τελεσίδικα οι τυχαία καταταγείσες απαιτήσεις των καθ’ων, στο ποσό των 1.560.63 ευρώ επιπλέον του ποσού στο οποίο κατατάχθηκε (452,51 ευρώ).
Αναφορικά με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 978 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων, αν αυτή παύσει να υφίσταται. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται υποχρέωση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού να περιλάβει στον πίνακα κατάταξης πρόβλεψη για την επικουρική κατανομή των ποσών που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις που έχουν καταταγεί τυχαίως, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε ματαιωθεί η αίρεση ή ο όρος της κατάταξης. Ο τρόπος της ματαίωσης και γενικά ο χρόνος και οι όροι της εξόδου από την αβεβαιότητα, εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις και το περιεχόμενο του πίνακα. Με την επέλευση της ματαίωσης, ο επικουρικώς καταταγείς καταλαμβάνει τη θέση των κυρίως και τυχαίως καταταγέντων. Η κατάταξη αυτή μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα με την έκταση της ματαίωσης της τυχαίας κατάταξης, ώστε επί μερικής ματαίωσης ο επικουρικός καταταγείς θα κατατάσσεται μερικά για το αντίστοιχο ποσό της ματαίωσης. Στην περίπτωση δε που ο υπάλληλος του πλειστηριασμού παραλείψει να ορίσει επικουρική κατάταξη, αν και κατέταξε τυχαία κάποιον δανειστή, υφίσταται έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από αναγγελθέντα δανειστή, με αίτημα την επικουρική του κατάταξη. Η ανακοπή του, εφόσον δεν αμφισβητεί την κατάταξη του τυχαίως καταταγέντος, οπότε θα στραφεί και κατ’ αυτού, πρέπει να στραφεί κατά του οφειλέτη, στον οποίο θα περιέλθει το υπόλοιπο σε περίπτωση ματαίωσης της ικανοποίησης του τυχαίως καταταγέντος (Βαθρακοκοίλης/Πλαγάκος, Ο πίνακας κατάταξης και η ανακοπή κατ’ αυτού, 2020, σελ. 452-454, Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., Νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον στις ανακοπές κατά του πίνακα επί τυχαίας κατάταξης, ΕΠολΔ 2019, σελ. 297, όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 2671/2024 στην ΤΝΠ Νόμος). (ΜονΕφΠειρ 185/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς]. Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον δεν έστρεψε την ανακοπή του κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης κατά του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ……………., όπως θα έπρεπε, στον οποίο και θα περιέλθει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος σε περίπτωση ματαίωσης της ικανοποίησης των τυχαίως καταταγεισών εγχειρόγραφων δανειστριών τραπεζών στο ποσοστό του 10% αυτού (του πλειστηριάσματος), με αποτέλεσμα η ένδικη ανακοπή να τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής, πλην όμως ως μη νόμιμο και όχι ως απαράδεκτο. Όμως, αν και ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, η αιτιολογία της απόρριψης είναι εσφαλμένη. Το σφάλμα αυτό επιδρά στην έκταση του δεδικασμένου, που απορρέει από την απόφαση και επομένως δεν αρκεί η αντικατάσταση της αιτιολογίας με την ορθή (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) γιατί η ορθή αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικό κατ΄ αποτέλεσμα, διατακτικό, η θέση δε του εκκαλούντος καθίσταται ευνοϊκότερη και γι’ αυτό το εφετείο έχει την εξουσία να απορρίψει τον ως άνω λόγο ανακοπής ως απαράδεκτο ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης. Επομένως, αφού το δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το παραδεκτό του λόγου ανακοπής, μπορεί να τον απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των καθ’ ων η ανακοπή, έστω και αν το εκκαλούν παραπονείται, για την απόρριψή του ως νόμω αβάσιμου (πρβλ. ΕφΘεσ 1218/2017 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 123/2013, Δικογραφία 2013/505, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδοση Ε’ (2003) παρ.855, σελ. 333-334 και παρ. 902 σελ. 344). Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο η ανακοπή (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των καθ’ων (πρβλ. ΜονΕφΛαρ 187/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. Σ. Τσαντίνη σε Κυριάκου Οικονόμου Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη, έκδοση 2017, σελ. 380, παρ.26). Περαιτέρω, παράβολο ερημοδικίας για τις ερημοδικασθείσες εφεσίβλητες δεν ορίζεται, καθώς στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στις δίκες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ’ άρθρο 937 παρ.1 στοιχ.β’ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.7 ίδιου Κώδικα.
Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 21/1994, ΑΠ 1455/2021, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1404/2007). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ.3 του ν. 4335/2015 “Μεταβατικές και άλλες διατάξεις” ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 “Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ”, το οποίο φέρει τον τίτλο “Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις” ορίζεται στο εδ. α’ αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ. β’ ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω σαφής βούληση του νομοθέτη αναφέρεται μόνο στο πιο πάνω συγκεκριμένο ζήτημα και δεν αναιρεί τα πιο πάνω γενικώς ισχύοντα για τα προνόμια, ενόψει της απόλυτης ειδικότητας της σχετικής ρύθμισης. Περαιτέρω, ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρ. 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 342/2024, ΑΠ 2051/2022, ΑΠ 1820/2022, 224/2022, ΑΠ 1151/2021).
Στην από 12/5/2021 ανακοπή του, το ανακόπτον ΝΠΔΔ ζητούσε τη μεταρρύθμιση του ως άνω προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης ώστε να καταταχθεί αυτό και για το ποσό των 22.187,18 ευρώ πλέον του ποσού των 6.844,10 ευρώ στο οποίο έχει ήδη καταταχθεί και συνολικά στο ποσό των 29.031,28 για το λόγο ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 975 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παρ.2 του όγδοου άρθρου του άρθρου 1Ν.4335/2015 και όχι ως αυτό ως ίσχυε πριν από την ανωτέρω τροποποίηση του ως όφειλε καθώς η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση εκκίνησε δυνάμει της από 15/10/2014 επιταγής προς πληρωμή τεθείσας κάτωθι του αντιγράφου εκ του υπ’ αριθμ. …./2014 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …../14.10.2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε το πρώτον στον καθ’ ου η εκτέλεση στις 15/10/2014. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε την ανακοπή προεχόντως ως αόριστη διότι το ανακόπτον δεν εξέθετε στην ανακοπή εάν η επιταγή προς εκτέλεση δυνάμει της οποίας διενεργήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση επιδόθηκε μετά την 1.1.2016 ώστε το αποφανθεί για το εάν τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν ή μετά την αντικατάσταση του με το Ν.4335/2015 άλλως με επάλληλη αιτιολογία σε περίπτωση που το ανακόπτον εξειδίκευε ως χρόνο επίδοσης της επιστηρίζουσας τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επιταγής προς εκτέλεση την 2/5/2019 ως μη νόμιμη.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης το εκκαλούν ΝΠΔΔ, αφού επαναλαμβάνει όσα κατά τα ανωτέρω εκθέτει στο μοναδικό λόγο της ανακοπής του κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 975 ΚΠολΔ μετά την αντικατάσταση του με το Ν.4335/2015 ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή του, να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης και να καταταγεί αυτό και για το ποσό των 22.187,18 ευρώ πλέον του ποσού των 6.844,10 ευρώ στο οποίο έχει ήδη καταταχθεί και συνολικά στο ποσό των 29.031,28 ευρώ. Επί του λόγου αυτού σημειωτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφαρμόζονται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε μετά την 1.1.2016 με τη διευκρίνηση ότι ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων και όχι τυχόν προηγούμενες επιταγές κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως αφού στην υπό κρίση ανακοπή το ανακόπτον εξέθετε μόνο ότι ο εκτελεστός τίτλος επιδόθηκε το πρώτον στον καθ’ ου η εκτέλεση στις 15/10/2014 χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει ποια είναι η επιστηρίζουσα τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επιταγή και εάν αυτή επιδόθηκε πριν ή μετά την 1.1.2016 η ανακοπή είναι απορριπτέα ως αόριστη αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί για το εφαρμοστέο δίκαιο, ήτοι εάν στην προκείμενη περίπτωση θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τις διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 ή ως τούτο ισχύει μετά την 1/1/2016, ενώ στην περίπτωση που το ανακόπτον εξειδίκευε ως χρόνο επίδοσης της επιστηρίζουσας τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επιταγής την 2/5/2019, οπότε επιδόθηκε η από 19/4/2019 επιταγή προς πληρωμή με βάση την οποία επακολούθησε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/25.9.2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …………… , η υπό κρίση ανακοπή θα ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε την από 12/5/2021 ανακοπή ως αόριστη και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά, τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕΑ 3808/2014, ΕφΠειρ 24/2016 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο εφέσεως το εκκαλούν παραπονείται για το λόγο ότι του επιβλήθηκε δικαστική δαπάνη ύψους 1.000 ευρώ κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 22παρ.1 του Ν.3693/1957, 5παρ.12 του ν.1738/1987, της παρ.2 της υπ’ αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 173 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι παραδεκτός αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης και νόμιμος στηριζόμενος στις προπαρατεθείσες διατάξεις. Ωστόσο κι αυτός ο λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη μόνο όταν η εκπροσώπηση του διαδίκου ΝΠΔΔ διεξάγεται από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), και όχι από ιδιώτη δικηγόρο, όπως εν προκειμένω, που το ανακόπτον – εκκαλούν ΝΠΔΔ, δεν εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο – μέλος του ΝΣΚ, αλλά (εκπροσωπήθηκε) από ιδιώτη δικηγόρο – μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, οπότε δεν συντρέχει λόγος επιδίκασης μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων [(ΑΠ 1081/2023, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 18/2020 και άρθρα 30 παρ.1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α΄14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α` 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α΄ 208/ 27.9.2013)]. Συνεπώς, ορθά, κατ΄ αποτέλεσμα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν επέβαλε μειωμένα τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος – ανακόπτοντος, παρά την περί του αντιθέτου αιτιολογία του, την οποία παραδεκτά αντικαθιστά το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση από 25/6/2024 έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, παράβολο ερημοδικίας για τις ερημοδικασθείσες εφεσίβλητες δεν ορίζεται, καθώς στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στις δίκες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ’ άρθρο 937 παρ.1 στοιχ.β’ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.7 ίδιου Κώδικα.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα απάντων των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ((176, 179, 183 ΚΠολΔ) σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει Α) την από 22/5/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./22.5.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………./23.5.2024) έφεση, Β) την από 25/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../25.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………/27.6.2024) έφεση, Γ) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και Δ) την από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με απούσα στην από 22/5/2024 έφεση την πρώτη εφεσίβλητη- υπέρ ης στην από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που αντιπροσωπεύεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και ερήμην των λοιπών εφεσίβλητων, με απούσα στην από 25/6/2024 έφεση την πρώτη εφεσίβλητη-υπέρ ης στην από 7/7/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που αντιπροσωπεύεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, ερήμην της δεύτερης, τέταρτης και έβδομης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 22/5/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/22.5.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………/23.5.2024) έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση 2006/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά το μέρος που αφορά την από 11/5/2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../12.5.2021) ανακοπή.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 11/5/2021 ανακοπής .
Απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη.
Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 25/6/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/25.6.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ………../27.6.2024) έφεση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα απάντων των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30.7.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ