Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 504/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης   504/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ……………., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Κωνσταντίνου Σπανορρήγα, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσίβλητου: ………….., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Ελένης Βυτογιάννη, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων-εφεσίβλητος με την από την από 19/4/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2023) αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2865/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 25/10/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………./2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………./2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκαν  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 25/10/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2024) έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 2865/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 25/10/2024 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης), κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30/8/2024, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατ’ άρθρ.591-592 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το υπ’ αριθμ. …………/2024 e-παράβολο, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ.

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2023) αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων (νυν εφεσίβλητος) εκθέτει ότι στις 25/6/2000 τέλεσε νόμιμο γάμο, στη Δραπετσώνα Αττικής, με την εναγόμενη, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, ήδη ενήλικα, την ……. και τον …….. Ότι ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα στις 3/5/2021. Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, η εναγόμενη στερούταν παντελώς περιουσίας, ενώ κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και συγκεκριμένα το έτος 2014 απέκτησε λόγω δωρεάς εν ζωή την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος ισογείου, επιφάνειας 81,56 τ.μ., που βρίσκεται στον Πειραιά Αττικής και επί της οδού …………., από τον θείο της ………….., ο οποίος απεβίωσε στις 18/6/2014 και έτσι αυτή κατέστη πλήρη κυρία του ακινήτου. ΄Οτι η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού, κατά, το χρόνο κτήσης του από την εναγομένη, ανερχόταν στο ποσό των 60.000 ευρώ, δεδομένου ότι επρόκειτο για ακίνητο, που κατασκευάστηκε το έτος 1970 και που δεν είχε ποτέ ανακαινιστεί. ΄Οτι, ο ενάγων από τις αρχές του έτους 2016 έως το τέλος του έτους αυτού, προέβη, προκειμένου το ακίνητο αυτό να καταστεί κατάλληλο για να αξιοποιηθεί, είτε μέσω πώλησης, είτε μέσω μίσθωσης, στις αναφερόμενες σε αυτή (αγωγή) εργασίες επισκευής, για τις οποίες δαπάνησε, συμπεριλαμβανομένης της αξίας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, το συνολικό ποσό των 38.843,76 ευρώ, όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. ΄Οτι το ποσό αυτό καταβλήθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο, με χρήματα προερχόμενα από την εργασία του, καθώς και με χρήματα που είχε αποταμιεύσει όλα τα χρόνια που εργαζόταν. Ότι κατόπιν των επισκευών αυτών και της πλήρους ανακαίνισης του ανωτέρω ακινήτου, η αξία του, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, όσο και άσκησης της αγωγής επαυξήθηκε κατά το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και ανήλθε στο ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων (160.000) ευρώ. Ότι η εναγομένη δυνάμει του υπ’ αριθ. ……../16-8-2021 συμβολαίου, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, μεταβίβασε λόγω πώλησης το ακίνητο αυτό έναντι του ποσού των εκατόν εξήντα χιλιάδων (160.000) ευρώ. Ότι η εν λόγω επαύξηση (100.000 ευρώ) οφείλεται αποκλειστικά στη δική του συμβολή, αφού αυτός χρηματοδότησε αποκλειστικά τις ανωτέρω επισκευές. Ότι η εναγομένη, δαπανούσε τα χρήματα που αποκέρδαινε από την προσωπική της εργασία εν μέρει για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών και εν μέρει για την κάλυψη των προσωπικών της εξόδων. Ότι ο ίδιος με τα χρήματα, που αποκόμιζε από την εργασία του κάλυπτε την υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες, ενώ επιπλέον με τα χρήματα αυτά, καθώς και με τις αποταμιεύσεις όλων των ετών εργασίας του προέβη στην ανακαίνιση του διαμερίσματος της εναγόμενης, στην οποία η τελευταία είχε μηδενική συμβολή. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητεί, κατόπιν παραδεκτής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό, που έλαβε χώρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι η συμβολή του στην, διαρκούντος του γάμου, επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, ανέρχεται σε ποσοστό 100%, ήτοι στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό αυτό, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, επικουρικά δε, να αναγνωριστεί ότι η συμβολή του στην διαρκούντος του γάμου επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης ανέρχεται στο τεκμαρτό ποσοστό 1/3 αυτής, ήτοι στο ποσό των 33.333 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό αυτό, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, καθώς επίσης να επιβληθούν σε βάρος του εναγόμενου τα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση, α) αναγνώρισε ότι η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης ανέρχεται σε ποσοστό 1/3, β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση και γ) καταδίκασε την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να απορριφθεί η αγωγή του εφεσίβλητου και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες». Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου, κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου. Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση, είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Δηλαδή, η αξίωση αυτή είναι ενοχική, ακόμη και αν έχει ως περιεχόμενο την απόδοση ακινήτου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 2060/2009, ΑΠ 1658/ 2001). Εξάλλου, ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Έτσι, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, πρέπει να έχει γίνει κατά τη διάρκεια του γάμου και μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα. Ειδικότερα, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, παροχή κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, όπως αυτές που παρέχονται στην εργασία του άλλου συζύγου, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου απαιτείται όταν η αγωγή για αξίωση από αποκτήματα στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 2120/2017). Στην περίπτωση αυτή, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 804/2020). Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1059/2014). Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/ 2014, ΑΠ 566/2014). Έτσι, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β` του ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσής της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας του που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγόμενου, β) να αποτιμά τις παροχές του, προς τον εναγόμενο, καθ` όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει το πέραν της, από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσό της συμβολής αυτού (ενάγοντος) στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου, μη απαιτουμένης για το ορισμένο της αγωγής ούτε της αναφοράς του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ούτε του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων, ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς του πέραν εκείνης στην οποία υποχρεούται κατά την ως άνω διάταξη (ΑΠ 648/2026 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 587/2023, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 1499/2021, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 825/ 2015, ΑΠ 43/2015). Όταν, όμως, η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, ήτοι σε καταβολή ποσοστού ίσου με το τεκμαιρόμενο κατά το άρθρο 1400 παρ.1 εδ. β ΑΚ, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου κατά τη διάρκεια του γόμου, την οποία και μόνο ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ’ εαυτής, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγόμενου, επομένως, δε, ούτε, του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 3/2003 ΤΝΠ Nomos). Σε. περίπτωση δε απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, αρκεί, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιοριστεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρέωσης συνεισφοράς του δικαιούχου συζύγου στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και στην επιβαλλόμενη από κοινού συνεισφορά στην αντιμετώπισή τους (ΑΠ 336/2010 ΤΝΠ Nomos).

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ως άνω αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς, κατά το μέρος που η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, αναφέρονται τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για το ορισμένο της, ήτοι α) η λύση του γάμου, καθώς και τα γεγονότα, που κατά νόμο, οδηγούν στην αμετάκλητη λύση του γάμου, ήτοι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ο αριθμός της απόφασης και ο τρόπος, με τον οποίο αυτή έγινε αμετάκλητη (ΑΠ 1030/1993 ΕλλΔνη 1994,1571), β) η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτής με χρηματικές εισφορές και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης συζύγου (ΑΠ 492/2017 δημ. στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Κατά δε τη βάση αυτής, που η αγωγή στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή του ενάγοντος, ήτοι σε καταβολή ποσοστού ίσου με το τεκμαιρόμενο κατά το άρθρο 1400 παρ.1 εδ. β ΑΚ, αναφέρεται στην αγωγή η αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία μόνο οφείλει ο δικαιούχος να επικαλεστεί και να αποδείξει, ενώ η αναφορά, στην υπό κρίση περίπτωση, του χρόνου, κατά τον οποίο έλαβε χώρα κάθε μια από τις εργασίες που έγιναν στο ακίνητο και αγοράστηκαν τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, η λεπτομερής περιγραφή του κόστους των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και των εργασιών που εκτελέστηκαν, ο αριθμός των μονάδων τοποθέτησης (πλακιδίων, φύλλων αλουμινίου κτλ), τα τιμολόγια αγοράς των υλικών, ο χρόνος πληρωμής των δαπανών ή ο χρόνος ανάληψης χρημάτων για τις πληρωμές, οι τυχόν συμφωνίες, μεταξύ των διαδίκων, για τον τρόπο πληρωμής, ο τρόπος υπολογισμού της αξίας του ακινήτου, μετά τις επισκευές, καθώς και η πηγή πληροφοριών σχετικά με το τίμημα πώληση του επιδίκου ακινήτου, αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικής απόδειξης και δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αγωγής του άρθρου 1400 ΑΚ, απορριπτομένου συνεπώς του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης, ως αβάσιμου. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι, εφόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης συνίστατο στη διάθεση ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου, αρκεί, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, ενώ δεν απαιτείται να προσδιοριστεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρέωσης συνεισφοράς του στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και στην επιβαλλόμενη από κοινού συνεισφορά στην αντιμετώπισή τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην νομική σκέψη της παρούσας.

Από την επανεκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάσθηκε νομίμως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τέλος δε από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας κατ’ άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, πρώτο και για τους δύο, στις 25/6/2000 στον Ιερό Ναό …….., στη ………., από τον οποίο απέκτησαν δύο (2) τέκνα, ήδη ενήλικα, ήτοι την …. και τον ….., κατά δε τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους οι διάδικοι διέμεναν με τα ανωτέρω τέκνα τους σε ισόγειο διαμέρισμα, στη Δραπετσώνα, επί της οδού …………., το οποίο ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στην εναγόμενη. Εντούτοις, η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά το καλοκαίρι του 2016, οπότε διέκοψαν κάθε ψυχική και σωματική επαφή, διαβιούντες υπό την ίδια στέγη, αλλά χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία (για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα δίκη), λόγος για τον οποίο, αφενός η εναγόμενη κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8/9/2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2017) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε τη μετοίκησή του ενάγοντος από την οικογενειακή στέγη, αφετέρου ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 25/9/2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2017) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησε τη μετοίκησή της ιδίας από τη συζυγική εστία και την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τότε τέκνων του. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 7/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της εναγόμενης, διατάχθηκε η μετοίκηση του ενάγοντος από την οικογενειακή στέγη και ανατέθηκε προσωρινά στην εναγόμενη η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τέκνων τους. Η δε μετοίκηση του ενάγοντος από τη συζυγική εστία έλαβε χώρα στις 11/1/2018 και εν συνεχεία εξεδόθη η υπ’ αριθ. 5412/2018 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, μεταξύ άλλων, απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων θρησκευτικού γάμου. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής (όχι όμως κατά του κεφαλαίου αυτής περί απαγγελίας της λύσης του γάμου των διαδίκων) και επ’ αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 714/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η δε απόφαση διαζυγίου κατέστη αμετάκλητη στις 3/5/2021, ήτοι μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την επίδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης (συνυπολογιζομένων όλων των σχετικών αναστολών των προθεσμιών που δόθηκαν λόγω διακοπής της λειτουργίας των δικαστηρίων μετά τη λήψη μέτρων για την αποφυγή της εξάπλωσης του ιού covid – 19), η οποία έλαβε χώρα στις 13/3/2020, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητεί ειδικά η εκκαλούσα-εναγόμενη.

Ακολούθως, οι διάδικοι κατά τη σύναψη του γάμου τους, δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, η δε εναγομένη κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου δεν είχε στην κυριότητά της ακίνητη περιουσία και δεν εργαζόταν. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του γάμου απέκτησε: α) δυνάμει του υπ’ αριθ. …………/2007 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς με αριθμό ……. την 16/5/2007, τη ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος ισογείου, επιφάνειας 86.26 τ.μ., που βρίσκεται στη Δραπετσώνα Αττικής και επί της οδού ………… Το εν λόγω ακίνητο πριν το αποκτήσει η εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή από τη μητέρα της το χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι ως οικογενειακή τους στέγη και β) δυνάμει του υπ’ αριθ. …./2014 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Πειραιά …………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο …. και με αριθμό ……, την 11/6/2014, τη ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος ισογείου, με στοιχεία 1-1, επιφάνειας 81,56 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 124/1000 εξ αδιαιρέτου, πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο επιφάνειας 174,38 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Πειραιά, επί της οδού ……………, αξίας τότε 59.897,66 ευρώ κατ’ αντικειμενική εκτίμηση της Δ.Ο.Υ., δωρητής δε του εν λόγω ακινήτου ήταν ο θείος της εκκαλούσας (αδελφός της μητέρας της) ……………, ο οποίος απεβίωσε στις 18/6/2014 και έτσι η εναγομένη απέκτησε την πλήρη κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Περαιτέρω, η εναγομένη ξεκίνησε να εργάζεται στη γραμματεία της νομικής υπηρεσίας του Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας από το έτος 2000 και έπειτα. Από την πρόσληψη της και εντεύθεν διέθετε μόνο τα εισοδήματα από τον μηνιαίο μισθό της κατ’ ειδικότερα οι ετήσιες απολαβές της, ανά έτος, ανέρχονταν στα κάτωθι ποσά: 1) το έτος 1999 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2000), στο ποσό των 1.770.863 δρχ, 2) το έτος            2000 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2001), στο ποσό των 1.480.680 δρχ. 3) το έτος 2001   (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2002), στο ποσό των 2.203.722 δρχ, 4) το έτος 2002  (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2003), στο ποσό των 5.405 ευρώ, 5) το έτος    2003    (βάσει δηλώσεως  εισοδήματος οικονομικού έτους 2004), στο ποσό των 8.336,59 ευρώ, 6) το έτος 2004 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2005), στο ποσό των 5.806,07 ευρώ, 7) το έτος 2005  (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2006),    στο ποσό των 8.002,25 ευρώ, 8) το έτος        2006            (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2007), στο ποσό των 10.672,85 ευρώ, 9) το έτος 2007 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2008), στο ποσό των 10.525,64 ευρώ, 10) το έτος 2008 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2009), στο ποσό των 11.457,83 ευρώ. 11) το έτος 2009 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2010), στο ποσό των 12.885,35 ευρώ, 12) το έτος 2010 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2011), στο ποσό των 10.719,86 ευρώ, 13) το έτος 2011 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2012), στο ποσό των 13.303,11 ευρώ και 14) το έτος 2012 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2013), στο ποσό των 11.409.14 ευρώ. Ο ενάγων, κατά την ίδια χρονική περίοδο, εργαζόταν ως υπάλληλος του Ο.Τ.Ε., διέθετε μόνο τα εισοδήματα από τον μηνιαίο μισθό του και ειδικότερα οι ετήσιες απολαβές του, ανά έτος, ανέρχονταν στα κάτωθι ποσά: 1) το έτος 1999 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2000), στο ποσό των 1.809.257 δρχ. 2) το έτος 2000 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2001), στο ποσό των 4.152.857 δρχ. 3) το έτος 2001 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2002), στο ποσό των 4.835.057 δρχ. 4) το έτος 2002 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2003), στο ποσό των 19.523 ευρώ, 5) το έτος 2003 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2004). στο ποσό των 22.642,58 ευρώ, 6) το έτος 2004 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2005), στο ποσό των 25.501,05 ευρώ, 7) το έτος 2005 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2006), στο ποσό των 25.811,61 ευρώ, 8) το έτος 2006 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2007), στο ποσό των 28.360,46 ευρώ, 9) το έτος 2007 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2008), στο ποσό των 29.926,98 ευρώ, 10) το έτος 2008 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2009), στο ποσό των 32.424,54 ευρώ, 11) το έτος 2009 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2010), στο ποσό των 35.379,14 ευρώ, 12) το έτος 2010 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2011) στο ποσό των 35.138,74 ευρώ, 13) το έτος 2011 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2012), στο ποσό των 29.681,45 ευρώ και 14) το έτος 2012 (βάσει δηλώσεως εισοδήματος οικονομικού έτους 2013), στο ποσό των 28.487,69 ευρώ. Από την παράθεση των ανωτέρω δηλώσεων φόρου εισοδήματος προκύπτει ότι το οικογενειακό εισόδημα, προερχόμενο αποκλειστικά από την εργασία των διαδίκων υπήρξε σταθερό επί σειρά ετών, μη διαφοροποιούμενο, συνεπώς, ουσιωδώς κατά τα ανωτέρω έτη, ενώ από τα ανωτέρω οικονομικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η εναγομένη αποκόμιζε κατά μέσο όρο από την εργασία της, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα, το ποσό των 850 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο ενάγων αποκόμιζε κατά μέσο όρο από την εργασία του, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής του με την εναγόμενη, το ποσό των 2.200 ευρώ μηνιαίως.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του έτους 2016 μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους, οπότε και η σχέση των διαδίκων κλονίστηκε σοβαρά και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, έλαβαν χώρα εργασίες για την ανακαίνιση του ανωτέρω αναφερόμενου διαμερίσματος της εναγομένης, επί της οδού ………….. στον Πειραιά. Ειδικότερα, τοποθετήθηκαν καινούργια κουφώματα αλουμινίου, αφαιρέθηκε το πάτωμα ολόκληρου του διαμερίσματος, περάστηκε τσιμεντοκονία και τοποθετήθηκαν καινούργια πλακάκια, τοποθετήθηκε νέα υδραυλική εγκατάσταση, καθώς και αυτόνομη εγκατάσταση θέρμανσης φυσικού αερίου με ατομικό λέβητα (βλ. την από άνευ ημερομηνίας δήλωση του …………., ο οποίος διατηρεί επιχείρηση κατασκευής και τοποθέτησης κουφωμάτων αλουμινίου στο ………. Αττικής, την από 1/12/2023 δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «………….», η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την πώληση, μεταξύ άλλων, συστημάτων θέρμανσης, την από 6/5/2016 απόδειξη αγοράς μέρους πλακιδίων από την εταιρεία «…… ……..» σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε λάβει προσφορές για την τοποθέτηση πορτών ασφαλείας, ντουλαπών και κουζίνας (όπως προκύπτει από την από 16/10/2016 προσφορά της εταιρείας …….), καθώς και για τη αγορά πλακιδίων μπάνιου (βλ. την άνευ ημερομηνίας προσφορά της εταιρείας ………..), πλην όμως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται αν αυτά αγοράστηκαν και τοποθετήθηκαν. Η εμπορική αξία του εν λόγω διαμερίσματος, μετά τις εργασίες επισκευής του και την ανακαίνισή του, λαμβανομένου υπόψη α) της προαναφερθείσας αντικειμενικής του αξίας, β) των χαρακτηριστικών του ακινήτου, του εμβαδού και του έτους κατασκευής του (1977), γ) της περιοχής που βρίσκεται, δ) της εμπορικής του αξίας, βάσει της προσκομιζόμενης από τον ενάγοντα εκτύπωσης από την εφαρμογή ……., σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο έχει τιμή πώλησης από 128.415 ευρώ έως 150.646 ευρώ, ε) της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που γνωρίζει την περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο, ανήλθε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 120.000 ευρώ. Η εναγόμενη δυνάμει του υπ’ αριθ. …./2021 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Πειραιά …………., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, με αριθμό 9218, στις 17/8/2021, μεταβίβασε λόγω πώλησης την πλήρη κυριότητα του ακινήτου αυτού στην ………….. Στην αύξηση αυτή της περιουσίας της εναγόμενης, ήτοι στην αύξηση της αξίας του εν λόγω διαμερίσματος από το ποσό των 60.000 ευρώ, που αυτό αγοράστηκε στο ποσό των 120.000 ευρώ, που αυτό εκτιμάται από το Δικαστήριο ότι πωλήθηκε, συνέβαλε ο εναγόμενος με καταβολή χρηματικών ποσών από τα εισοδήματα του. Το γεγονός ότι ήδη δύο χρόνια πριν από το καλοκαίρι του 2016, οπότε επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, όπως ήδη αναφέρθηκε και συνεπώς καθ’ όλο το χρόνο που λάμβαναν χώρα οι επισκευές υπήρχαν στη μεταξύ των διαδίκων σχέση εντάσεις, διαπληκτισμοί, ακόμη και βιαιοπραγίες, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε χρηματικά ποσά για τις εν λόγω επισκευές, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο ενάγων επιθυμούσε το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο να περιέλθει στην κόρη του (όπως κατέθεσε και ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε το κόστος το οποίο απαιτήθηκε για την ανακαίνιση που έγινε στο εν λόγω ακίνητο, ενώ επιπλέον δεν αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την εν λόγω ανακαίνιση προέρχονταν αποκλειστικά από τα εισοδήματα και τις αποταμιεύσεις του ενάγοντος, οι οποίες (αποταμιεύσεις) σε κάθε περίπτωση ούτε προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε υποδεικνύονται. Το γεγονός δε ότι ο ενάγων είχε υψηλότερα εισοδήματα από την ενάγουσα δεν αρκεί από μόνο του, προκειμένου να αποδειχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η εναγομένη δεν είχε οποιαδήποτε, έστω και μικρότερη από αυτή του ενάγοντος, συμβολή στις δαπάνες για την ανακαίνιση του διαμερίσματος, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται ότι το εν λόγω διαμέρισμα ανακαινίστηκε αποκλειστικά και μόνο με δικές του δαπάνες και ότι, κατά συνέπεια, η επαύξηση της αξίας του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου της εναγόμενης οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη δική του συμβολή. Συνεπώς, αφού κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι υπάρχει συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, πλην δεν αποδείχθηκε ότι αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 100%, η συμβολή αυτή, κατά το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, καθορίζεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας της εναγομένης, ήτοι στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ {120.000 (αξία διαμερίσματος μετά την ανακαίνισή του) – 60.000 (αρχική αξία διαμερίσματος) = 60.000: 3 = 20.000}. Και τούτο γιατί η εναγόμενη δεν απέδειξε, ως όφειλε, μηδενική συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της, ήτοι δεν απέδειξε ότι η αύξηση της περιουσίας της οφείλεται μόνο στην ίδια, επειδή ο ενάγων δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων ή δεν ήθελε να συμβάλει στην αύξηση αυτή, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της με την παροχή χρηματικών ποσών, προερχόμενων από την εργασία του. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του για συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας της, ενάμιση περίπου έτος μετά την υπογραφή του από 12/10/2021 πρακτικού διαμεσολάβησης, η υπογραφή του οποίου, σε συνδυασμό με την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής της δημιούργησε την πεποίθηση ότι η μεταξύ τους αντιδικία είχε τελειώσει σε όλα ανεξαιρέτως τα μεταξύ τους ζητήματα (281 Α.Κ.), τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι το εν λόγοι συμφωνητικό αφορά αποκλειστικά και μόνο τη ρύθμιση του δικαιώματος διατροφής των τέκνων των διαδίκων και συναφή με αυτό ζητήματα (ρύθμιση οφειλής από επιταγή προς εκτέλεση, άρση κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, παραίτηση της εναγομένης από έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3468/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου) και δεν κάνει λόγο για παραίτηση του ενάγοντος από τις λοιπές τυχόν αξιώσεις του κατά της εναγομένης, προκειμένου να δημιουργηθεί σε αυτήν η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει την αξίωσή του για συμμετοχή στα αποκτήματά της. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος δε, λόγω της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του ως άνω καταβληθέντος παράβολου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του e- παράβολου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 27 Ιουλιου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ