Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 536/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης  536/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο ««………….», πρώην με την επωνυμία «…………..» και διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στο ………. Αττικής, επί της οδού …………, με Α.Φ.Μ. ………. Δ.ΟΎ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» (…………………), που εδρεύει στο ……… της Ιρλανδίας (οδός ………….) με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (εταιρεία ειδικού σκοπού), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «…………..» (………… και τον διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …………, με Α.Φ.Μ. ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Μεταγενέστερα, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….., με Α.Φ.Μ. ……….., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, όπως νομίμως εκπροσωπείται, κατέστη καθολική διάδοχος της παραπάνω πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «……………» λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59- 74 του ν. 4601/2019- υπ’ αριθ. 31907 και 31909/20.3.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ.), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μελίνα Χατζηνούσκα.

Της εφεσίβλητης: ……………. η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Αικατερίνης Φραγκάκη, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

Η εφεσίβλητη με την από την από 1/4/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2024) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2696/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 14/10/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης ……………/2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ………../2024  πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 6/11/2025 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος, κατόπιν δήλωσής της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του  άρθρου  242  παρ.  2  του  ΚΠολΔ,  δεν  παραστάθηκε  στο  ακροατήριο του  Δικαστηρίου,  αλλά προκατέθεσε προτάσεις, η δε πληρεξουσία δικηγόρος των εφεσίβλητων, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 14/10/2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……………/2024 έφεση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 2696/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 14/10/2024 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6/8/2024, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2024 e-παράβολο).

Με την από 1/4/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2024) ανακοπή η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, την ακύρωση της με αριθμό …………/11-3-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………., δυνάμει της οποίας επισπευδόταν δημόσιος αναγκαστικός (ηλεκτρονικός) πλειστηριασμός προγραμματισμένος να διενεργηθεί στις 16/10/2024, ενώπιον της πιστοποιημένης για διενέργεια ηλεκτρονικών πλειστηριασμών συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………. ή αν αυτή κωλύεται ενώπιον κάθε νόμιμου αναπληρωτή της, σύμφωνα με το με αριθμό ……./2011 α’ απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό …/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά της από 28/2/2024 συνταχθείσας επιταγής προς πληρωμή, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 32.373,15 ευρώ και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και επέβαλλε τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσα σε βάρος της καθ’ ης ανακοπής. Ήδη με την υπό κρίση έφεση του η εκκαλούσας παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκανε δεκτή την ως άνω ανακοπή και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της.

Κατά το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Κατά δε το άρθρο 995 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα (ως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία σύνταξης της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάσχεσης), απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην έκθεση κατασχέσεως, η οποία αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων της εκτελεστικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων και ο υπερθεματιστής, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει να περιγράφεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, όχι μόνο την «τοπική», αλλά ακόμη και την «οικονομική». Στο δε απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, το οποίο απευθύνεται προς εκείνους που επιθυμούν να πλειοδοτήσουν, πρέπει να περιέχεται συνοπτική περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, δηλαδή να περιέχονται σε αυτό όλα τα απαραίτητα για την πληροφόρησή τους στοιχεία, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να κάνουν τις προσφορές τους. Συγκεκριμένα πρέπει να περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία επιδρούν στο ύψος των πλειοδοσιών και του πλειστηριάσματος. Ειδικότερα οι οικοδομές και οι όροφοι, οι οποίοι υπάγονται στα συστατικά του εδάφους (άρθρο 954 παρ.1 αριθμ.1 Α.Κ.), πρέπει να περιγράφονται στην έκθεση κατασχέσεως και στο απόσπασμα αυτής κατά τα παραπάνω, χωρίς όμως να απαιτείται να είναι η περιγραφή τους άκρως λεπτομερειακή και σχολαστική (ΑΠ 1497/2003 ΤΝΠ Nomos). Ως “έκταση” του ακινήτου νοείται η κατά το ισχύον μετρικό σύστημα επακριβής ή κατά προσέγγιση συνολική έκταση του ακινήτου. Εξάλλου, στην έκθεση κατασχέσεως η ατελής περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια οποιουδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ.2 εδ. β` (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον γεννά αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της έκθεσης, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, δηλαδή όταν η παράβαση της πιο πάνω διατάξεως, προκάλεσε στον καθ’ ου η εκτέλεση βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθμ.3 ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, η ελλιπής ή ανακριβής στην έκθεση κατάσχεσης περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος δικαιολογεί καταρχήν τη διόρθωση της έκθεσης με ανακοπή που ασκείται κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ. Όταν, όμως, η πλημμέλεια της περιγραφής είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του κατασχεμένου, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλή διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης, τότε, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 159 περ. 3 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκαλείται ακυρότητα της κατάσχεσης που κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, εφόσον η ακρίβεια της περιγραφής συνεπάγεται γι’ αυτόν που την προτείνει αναπότρεπτη αλλιώς βλάβη (ΑΠ 1898/2011, ΕΠολΔ 2012.525, ΑΠ 1074/2006, ΧρΙΔ 2006/984, ΑΠ 1687/2005, ΕλλΔ/νη 2008/1031, Εφ Δωδ 93/2020 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 3738/2011, ΕλλΔ/νη 2012/496, ΕφΠειρ 824/2004, ΕλλΔνη 2006.865, Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, Τόμος ΙΙ/α [2017], σελ. 292 επόμ. και ιδίως 298, αρ. 37 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία, Μ. Μαργαρίτη-Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ [2018], άρθρο 954, αρ.14-15 και άρθρο 993, αρ.9-12, Απαλαγάκη, ΚΠολΔ-Ερμηνεία κατ’ άρθρο [2016], άρθρο 954, αρ.13, Νίκας, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως II, Ειδικό Μέρος, 2012, σελ.185-187, Νικολόπουλος σε Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 954, αριθ. 3).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της η εφεσίβλητη ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης, αφενός λόγω του ότι δεν γίνεται καθόλου μνεία στο σύνολο των ορόφων του κτίσματος, στο οποίο βρίσκεται και η κατασχεθείσα ιδιοκτησία και δεν περιγράφεται αυτή με ακρίβεια ως προς τα συστατικά και τα παραρτήματά του, αφετέρου λόγω του ότι σε αυτή αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα διαθέτει επί της κατασχεθείσας ιδιοκτησίας δικαίωμα ψιλής κυριότητας και όχι πλήρους κυριότητας, ως είναι το ορθό, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφιβολίες εν γένει για την ταυτότητα, περιγραφή και αξία του κατασχεθέντος ακινήτου, οι δε ελλείψεις αυτές δεν συνιστούν απλή ατέλεια ή πλημμέλεια ως προς την περιγραφή του ακινήτου και την αξία αυτού, καθώς επιδρούν επί της ταυτότητας του κατασχεθέντος και κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης της ανακόπτουσας.  Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι πλήρως ορισμένος και ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 386/2015, ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1804/2012, ΧρΙΔ 2013/372) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με βάση το υπ’ αριθμ. …./2011 α’ εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ……./2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της κάτωθι αυτού συνταχθείσας από 28/2/2024 επιταγής προς πληρωμή επιτάχθηκε η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα να καταβάλει στην εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 31.527,15 ευρώ, έντοκα από τις 30/6/2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από 12/7/2011 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και το ποσό των 800 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη έκδοσης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της που απέρρεε από την με αριθμό ………………./11-11-2003 σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Στη συνέχεια, η εκκαλούσα, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρία με την επωνυμία «…………..», επέβαλε κατάσχεση σε ακίνητη περιουσία της εφεσίβλητης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………/11-3-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών,  ………, για το ποσό των 32.373,15 ευρώ, με οριζόμενη ημερομηνία πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα την 16/10/2024, ημέρα Τετάρτη και από ώρες 10:00 έως 12:00 ενώπιον της ειδικά πιστοποιημένης επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου ή σε περίπτωση κωλύματος της ενώπιον του νομίμου αναπληρωτή της. Από την επισκόπηση της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης αποδεικνύεται ότι με αυτή επιβλήθηκε κατάσχεση στην κάτωθι περιγραφόμενη ακίνητη ιδιοκτησία της ανακόπτουσας και συγκεκριμένα επί του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας σε ποσοστό 100% μίας αυτοτελούς, ανεξάρτητης, διακεκριμένης, οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος του δεύτερου (Β) πάνω από το ισόγειο ορόφου, το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο, επιφάνειας 101,71 τ.μ., ευρισκόμενου σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, έκτασης 159,60 τ.μ., που βρίσκεται στη δημοτική κοινότητα και ενότητα Νίκαιας, δήμου Νίκαιας- Αγίου Ιωάννη Ρέντη Πειραιά, της περιφερειακής ενότητας Πειραιά, περιφέρειας Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του ομώνυμου δήμου, στη θέση «ΝΙΚΑΙΑ» και ειδικότερα επί της οδού ………….. Η ως άνω αυτοτελής, ανεξάρτητη, διακεκριμένη, οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα του δευτέρου (Β7) πάνω από το ισόγειο ορόφου καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο, αποτελείται από τέσσερα (4) δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, έχει επιφάνεια 101,71 τ.μ., όγκο 335,71 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 225/1000 και αναλογία οικοπέδου 35,91 τ.μ., αναλογία στις δαπάνες κοινοχρήστων, πλην ανελκυστήρα 250/1000, στην συντήρηση και λειτουργία του ανελκυστήρα 300/1000, έχει τα ίδια όρια με του όλου ακινήτου, πλην του κοινοχρήστου κλιμακοστασίου πλατύσκαλων που βγαίνει στην είσοδο, ακάλυπτων χώρων, πρασιών και φωταγωγών και εμφαίνεται στο σχετικό σχεδιάγραμμα και πίνακα ποσοστών, τα οποία είναι συνημμένα στο με αριθμό ……../1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νίκαιας …………, φέρει δε ΚΑΕΚ ……… Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην ανακόπτουσα από τον πατέρα της, κατά ψιλή κυριότητα ποσοστού 100%, δυνάμει της με αριθμό ……/1-8-1990 πράξης- συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ελευσίνας, ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στις 1/8/1991, στον τόμο …. και με αριθμό …… Ωστόσο, η ανακόπτουσα, κατά το χρόνο επιβολής της ως άνω κατάσχεσης, είχε το δικαίωμα πλήρους κυριότητας του ως άνω διαμερίσματος, αφού ο επικαρπωτής πατέρας της απεβίωσε στις 2/5/2013 (σχετ. η με αριθμό …, τόμος …., έτος 2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου από το ληξιαρχείο δήμου Νίκαιας Αγίου I. Ρέντη), οπότε συνενώθηκε το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας με την επικαρπία. Το εμπράγματο δικαίωμα της πλήρους κυριότητας της ανακόπτουσας επί της κατασχεθείσας περιουσίας της αποτυπώνεται και στις προσκομισθείσες από αυτή βεβαιώσεις δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης (Ε9) των ετών 2022-2024, ενώ με την υπ’ αριθμ. 13/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που αφορούσε στην ακύρωση προηγούμενης με αριθμό ………/31-7-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που αφορούσε στο ίδιο ακίνητο και στην ίδια απαίτηση, έγινε δεκτό ότι πράγματι η ανακόπτουσα διαθέτει το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας της ανωτέρω ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα την ακύρωση της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης. Επομένως, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, εσφαλμένα αναγράφεται στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση ότι κατάσχεται το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της ανακόπτουσας, αφού αυτή έχει πλήρη κυριότητα στο κατασχεθέν, με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα να υφίσταται βλάβη (άρθρο 159 ΚΠολΔ), διότι πλειστηριάζεται δικαίωμα το οποίο έχει μικρότερη εμπορική αξία από την πλήρη κυριότητα, ώστε υπάρχει εμφανής κίνδυνος αφενός μεν να μην προσέλθουν υποψήφιοι πλειοδότες, αφετέρου δε να μην ικανοποιηθούν οι αναγγελθέντες στον πλειστηριασμό πιστωτές της και να προβούν σε κατάσχεση και έτερων περιουσιακών της στοιχείων. Συνεπώς, είναι σαφές ότι η ανωτέρω εσφαλμένη αναγραφή σχετικά με το δικαίωμα της εφεσίβλητης επί του κατασχεθέντος, μπορεί να προξενήσει σύγχυση στον οποιονδήποτε αναφορικά με τη νομική κατάσταση του ακινήτου και ακολούθως, με την αξία αυτού, και ούτως εχόντων των πραγμάτων, η πλημμέλεια της περιγραφής του κατασχεθέντος, είναι στην ερευνώμενη περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρή, και δημιουργεί αμφιβολία ως προς την οικονομική ταυτότητα του κατασχεθέντος, για τους λόγους που προεκτέθηκαν και δεν μπορεί δε να αντιμετωπιστεί με απλή διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω προκαλείται ακυρότητα της κατάσχεσης, καθώς η ως άνω ελλιπής περιγραφή συνεπάγεται για την εφεσίβλητη-ανακόπτουσα βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποτραπεί με άλλο τρόπο, εκτός από την κήρυξη της ακυρότητας. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής της εφεσίβλητης, όσον αφορά το δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτής επί του κατασχεθέντος ακινήτου και ουδόλως υφίσταται κρίση επί του λόγου αυτού κατά το σκέλος που αφορά την ατελή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτό ουσία βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής της εφεσίβλητης, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου, λόγος της έφεσης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της εκκαλούσας ελλείψει σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης. Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης και της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της από αυτήν, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 7.8.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ