ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 529/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……….», όπως μετονομάσθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….» (………….) και τον διακριτικό τίτλο «………….» (…………….), κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της (με κωδ. αριθ. καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. ……./10-6-2020), η οποία εδρεύει στο …… Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.3.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)], ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» (………) με έδρα το ……. Ιρλανδίας επί της οδού …………..όροφος, με αριθμό μητρώου …., …, …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «…………» που εδρεύει στην Αθήνα (………….) με ΑΦΜ ……….., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών (Γ.Ε.ΜΗ., με αριθμό ……….), νόμιμα εκπροσωπούμενη, ως καθολική διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» (ΑΦΜ …………), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Πατριαρχέα.
Των εφεσίβλητων: 1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), μετονομασθέντος σε «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e-ΕΦΚΑ),υπό την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ Μισθωτών ΙΚΑ – ΕΤΑΜ», εδρεύοντος στην Αθήνα, οδός …….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενου, εν προκειμένω από το Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πελοποννήσου – Τοπική Διεύθυνση Αρκαδίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Νίκη Βασιλοπούλου, 2) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….». εδρεύουσας στην …… Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Ζαννιά.
Β) Του εκκαλούντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τoν Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικώς εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου Κορίνθου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευάγγελο Σαλαμάρα.
Του εφεσίβλητου: Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), μετονομασθέντος σε «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e- Ε.Φ.Κ.Α.), υπό την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛ1ΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΙΚΑ – ΕΤΑΜ», εδρεύοντας στην Αθήνα οδός ……….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενου, εν προκειμένω από το Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πελοποννήσου – Τοπική Διεύθυνση Αρκαδίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Νίκη Βασιλοπούλου.
Το ως άνω εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, με την από 25/5/2022 με αριθμό κατάθεσης …………../2022 ανακοπή του κατά του ανωτέρω αναφερόμενου εφεσίβλητου στην δεύτερη ως άνω έφεση και του υπ’ αριθμ. …………../2022 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ………., υπαλλήλου του πλειστηριασμού, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτά αναφέρονται. Η εν λόγω ανακοπή συνεκδικάσθηκε με την από 25/5/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2022 ανακοπή του ν.π.δ.δ.δ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (Ε.Φ.Κ.Α.), μετονομασθέντος σε «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e- Ε.Φ.Κ.Α.) κατά των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», β) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», γ) της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», με έδρα στο ………….. Ιρλανδίας, ………… Επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3585/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία α) απέρριψε την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2022 ανακοπή και καταδίκασε το ανακόπτον στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η ανακοπή, β) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2022 ανακοπή, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε α) το εκκαλούν με την υπό κρίση από 8/11/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ………/2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με τη με αριθμό κατάθεσης ………/2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, β) η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 29/10/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………./2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με τη με αριθμό κατάθεσης ………../2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους και στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 8/11/2024 έφεση (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2024) και η από 29/10/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2023) έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους (άρθρα 246 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 3585/2023 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία ασκήθηκαν εμπροθέσμως (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς το εκκαλούν και την εκκαλούσα, από τη δημοσίευση, δε, αυτής μέχρι την άσκηση των υπό κρίση εφέσεών δεν έχει παρέλθει διετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ), ενώ α), όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο, δεν απαιτείται η κατάθεση, εκ μέρους του, του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-4/16-5-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», β) όσον αφορά την εκκαλούσα της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2024 έφεσης, αυτή έχει καταθέσει το απαιτούμενο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……../2024 e-παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, οι υπό κρίση εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος, που μεταβιβάζονται οι υποθέσεις, με τις εφέσεις, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Με την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2022 ανακοπή του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε ότι, με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», για την ικανοποίηση απαίτησής της εκ της υπ’ αριθμ. …………./2019 διαταγής πληρωμής τού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκπλειστηριάσθηκε, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, το αναλυτικά περιγραφόμενο στο δικόγραφο ακίνητο του καθ’ ου η εκτέλεση, οφειλέτη, ……………., ευρισκόμενο στο Κερατσίνι Αττικής. Ότι στον ως άνω πλειστηριασμό, από τον οποίο επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα συνολικού ποσού 49.000 ευρώ, είχε αναγγελθεί νόμιμα και το ίδιο α) δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή του συνολικού ύψους 37.085,77 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναγγελία του, και β) δια του Προϊσταμένου του Τελωνείου Κορίνθου, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή του συνολικού ύψους 88.264,50 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναγγελία του. Ότι η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο με αριθμό ……../2022 πίνακα κατάταξης δανειστών, τη μεταρρύθμιση του οποίου ζητεί, προκειμένου να αποβληθεί από αυτόν το καθ’ ου και να καταταγεί το ίδιο στον ως άνω πίνακα για μέρος του αντίστοιχου ποσού και συγκεκριμένα για το ποσό των 704,42 ευρώ, προς περαιτέρω ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί το καθ’ ου στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Η ανωτέρω ανακοπή συνεκδικάσθηκε με την από 25/5/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2022) ανακοπή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (e- Ε.Φ.Κ.Α.), με την οποία το ανακόπτον εξέθετε τα ανωτέρω που εκτίθενται και στην πρώτη ως άνω ανακοπή, ως προς την επίσπευση του πλειστηριασμού και ότι στον ως άνω πλειστηριασμό, από τον οποίο επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα συνολικού ποσού 49.000,10 ευρώ, είχε αναγγελθεί νόμιμα και το ίδιο, δια του Διευθυντή τού Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πελοποννήσου – Τοπική Διεύθυνση Αρκαδίας, για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του συνολικού ύψους 21.487,95 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναγγελία του. Ότι η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, τη μεταρρύθμιση του οποίου ζητεί, προκειμένου να αποβληθούν από αυτόν οι καθ’ ων και να καταταγεί το ίδιο στον ως άνω πίνακα για μέρος του αντίστοιχου ποσού, προς περαιτέρω ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του. Επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3585/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία α) απέρριψε την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2022 ανακοπή και καταδίκασε το ανακόπτον στα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η ανακοπή, β) δέχθηκε εν μέρει την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2022 ανακοπή, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο με αριθμό ………../29.04.2022 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ………………, ώστε να αποβληθεί η β’ των καθ’ ωνη ανακοπή, αλλοδαπή εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………..», από το ποσό των 2.135,23 ευρώ και στο ποσό αυτό να καταταγεί, οριστικά και προνομιακά, το ανακόπτον, πλέον του ποσού για το οποίο κατατάχθηκε και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται, αφενός το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή της ανακοπής στο σύνολό της και την καταδίκη του εφεσίβλητου στη δικαστική του δαπάνη, αφετέρου η εκκαλούσα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ανακοπή του ν.π.δ.δ. «e-ΕΦΚΑ» ως προς την ίδια, ώστε να απορριφθεί κατά το μέρος αυτό, να επικυρωθεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του.
Από την διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι οι δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η αναγγελία πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική πράξη της κατάταξης και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα, της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου βαρύνονται να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.) ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης. Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι τα γενεσιουργά της απαίτησης σε βάρος του οφειλέτη πραγματικά περιστατικά και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερομένης σε αυτό απαίτησης, μόνον όταν η περιγραφή αυτής καθώς και του τυχόν υφιστάμενου προνομίου της, είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μη μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ. Δεν είναι, όμως, αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δ.), διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο έγγραφο. Ακολούθως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση. Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν α) είτε την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ’ ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για την θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ’ ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, γ) είτε σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ’ ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ’ ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ’ ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του. Όμως ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ’ επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 1860/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Nomos). Κατ’ ακολουθίαν όταν το Δημόσιο είναι ανακόπτον αυτό έχει υποχρέωση να προσδιορίζει με την ανακοπή το είδος της απαίτησής του, κατά τα βασικά στοιχεία της ιστορικής και νομικής της αιτίας, για να είναι δυνατή η προβολή κατ’ αυτών, από τον εκάστοτε αντίδικο, ενδεχόμενων ενστάσεων ή αντενστάσεων, όπως εξόφλησης, συμψηφισμού κ.λπ. Η υποχρέωση αυτή έχει την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζεται: α) επί οφειλών προστίμων, η φορολογική παράβαση, για την οποία αυτά επιβλήθηκαν, με αναφορά τουλάχιστον στη διάταξη του νόμου που προβλέπει αυτά, χωρίς να αρκεί απλή αναφορά στο σχετικό νόμο, όταν αυτός προβλέπει με περισσότερες διατάξεις περισσότερες διαφορετικές φορολογικές παραβάσεις, τιμωρούμενες με διαφορετικής βαρύτητας πρόστιμα, β) επί οφειλών εξόδων, η δικαστική ή διοικητική διαδικασία, για την οποία αυτά πραγματοποιήθηκαν, γ) επί οφειλών φόρων, η συγκεκριμένη φοροδοτική υποχρέωση του οφειλέτη, χωρίς να αρκεί η κωδικοποιημένη ονομασία της κατηγορίας των φορολογικών υποχρεώσεων, στην οποία εμπίπτουν, λχ. Κ.Β.Σ., Φ.Μ.Υ. κ.λπ. (ΕφΑθ. 4067/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Nomos).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ανακοπή του, το ανακόπτον εκθέτει ότι ο προϊστάμενος του Τελωνείου Κορίνθου αναγγέλθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο μεταξύ άλλων και για απαιτήσεις σε βάρος τού καθ’ ου η εκτέλεση προερχόμενες από ΦΠΑ, ποσού 6.671,70 ευρώ, τις οποίες όμως η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν προσμέτρησε στις κατατακτέες απαιτήσεις αυτού (του ανακόπτοντος) στην 3η τάξη των γενικών προνομίων και ζητεί να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, ώστε να αποβληθεί το καθ’ ου από το ποσό των 704,42 ευρώ, ώστε στο απελευθερούμενο μετά την αποβολή του ποσό να καταταγεί οριστικά το ίδιο (το ανακόπτον). Στο δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου ενσωματώνεται η αναγγελία του και πίνακας ληξιπρόθεσμων χρεών του οφειλέτη, όπου οι επιμέρους απαιτήσεις μνημονεύονται κωδικοποιημένες και ειδικότερα, όσον αφορά την επίδικη, μνημονεύεται οφειλή «ΒΟΟ ΦΠΑ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ», ποσού 6.671,70 ευρώ, παρατίθεται το αντίστοιχο χρηματικό ποσό με τις προσαυξήσεις, χωρίς όμως να γίνεται καμία περαιτέρω εξειδίκευση και επεξήγηση του ανωτέρω κωδικού και ειδικότερα η συγκεκριμένη φοροδοτική υποχρέωση του οφειλέτη, καθώς δεν αρκεί η κωδικοποιημένη ονομασία της κατηγορίας των φορολογικών υποχρεώσεων, στην οποία εμπίπτει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη. Συνεπώς, στο δικόγραφο της ανακοπής, με το περιεχόμενο που εκτέθηκε ανωτέρω, δεν προσδιορίζεται η εν λόγω απαίτηση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου και το είδος αυτής, για την οποία ζητείται η προνομιακή κατάταξη, αλλά περιγράφεται με στοιχεία κωδικοποίησης και συντομογραφίες, χωρίς να διευκρινίζεται και να επεξηγείται η σημασία των σχετικών στοιχείων. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι να μην παρέχεται δυνατότητα, αφενός μεν στο Δικαστήριο να κρίνει την βασιμότητα της απαίτησης του ανακόπτοντος και να εκτιμήσει τις αποδείξεις, αφετέρου δε στο καθού η ανακοπή να αμυνθεί. Επομένως, η ανακοπή με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε είναι αόριστη, και εντεύθεν, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς δεν προσδιορίζονται και δε διευκρινίζονται σε αυτήν επαρκώς το είδος της απαίτησης και η συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία αυτή πηγάζει, τα όσα δε αντίθετα διατείνεται με την έφεσή του το εκκαλούν τυγχάνουν αβάσιμα. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως και απέρριψε ως απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας της την ανακοπή, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο. Για την ταυτότητα του λόγου η αοριστία αυτή πλήττει και τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, η υπάλληλος του πλειστηριασμού παρέλειψε κατά την κατάταξη να υπολογίσει το ανωτέρω ποσό των 6.671,70 ευρώ. Επίσης, στο τέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής του το ανακόπτον, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτής αρνείται την ύπαρξη και το μέγεθος των καταταγεισών απαιτήσεων του καθ’ ου, ισχυρισμός όμως, ο οποίος προβάλλεται χωρίς να θεμελιώνει αντίστοιχο αίτημα μεταρρύθμισης του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης και συνεπώς, δεν συνιστά νομοτύπως υποβληθέντα λόγο ανακοπής, αφού δεν κατατείνει σε συγκεκριμένο αίτημα και, ως εκ του λόγου τούτου, τυγχάνει απορριπτέος. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 παρ. 1 τελ. εδαφ. ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει, προτού ακόμη εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον ο εκκαλών παραπονείται για άλλο λόγο (λ.χ. για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), διάφορα ζητήματα της αγωγής, όπως, ιδίως, τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, το παραδεκτό, το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς εκδίκασή της και, χωρίς ειδικό παράπονο, να την απορρίψει ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη, κ.λ.π., μετά την εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης, διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται αντικατάσταση αιτιολογίας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), καθόσον η απόφαση του ως Εφετείο δικάζοντος Δικαστηρίου οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα, ως προς το διατακτικό, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι και στην περίπτωση αυτή δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, εάν δεν έχει ασκηθεί ιδία έφεση ή αντίθετη έφεση από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 298/2010 ΝοΒ 2011/979, ΑΠ 1279/2004 ΕλλΔικ 46/143, ΕφΠειρ (Μον) 192/2020, ΕφΠειρ 14/2015, ΕφΠειρ 478/2015, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Nomos, Σαμουήλ Σαμουήλ, Η Έφεση, §§ 852, 858-864).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του Ν. 4354/2015, ο νομοθέτης προχώρησε στην ίδρυση της δευτερογενούς αγοράς τραπεζικών δανείων σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία με το Μνημόνιο Κατανόησης της 19/8/, ο δε νόμος 4354/2015 διαπνέεται από έναν ξεκάθαρο τελολογικό προσανατολισμό που συνίσταται στην αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο βαίνει διαρκώς επιδεινούμενο ένεκα της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και του πρότερου υπερδανεισμού, και, συνακόλουθα, στην άμβλυνση των ζημιών που αναπόδραστα επάγεται για τα πιστωτικά ιδρύματα ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων, γεγονός που απολήγει να τορπιλίζει την εν γένει σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Υπό τούτο το πρίσμα, η εν θέματι νομοθετική στόχευση απομόχλευσης των ισολογισμών των πιστωτικών ιδρυμάτων, βελτίωσης της κεφαλαιακής τους εικόνας και διαμόρφωσης μιας νέας κοίτης χρηματοδότησής τους επιδιώκεται να πραγματωθεί μέσω της δημιουργίας οργανωμένης δευτερογενούς αγοράς δανειακών απαιτήσεων, ήτοι μέσω της ενίσχυσης των συναλλαγών με αντικείμενο την πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων που πηγάζουν από συμβάσεις δανειακού χαρακτήρα ως αυτοτελούς στοιχείου ενεργητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος (βλ. Ν. Φράγκο, σε I. Βενιέρη ΔικΕμπΣυμβ, σ. 834). Οι διατάξεις του Ν. 4354/2015 που διέπουν την οργανωμένη δευτερογενή απόκτηση απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις καταστρώνονται σε δύο κύριους άξονες, ήτοι αυτόν της εκποίησης απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις και αυτόν της εξωτραπεζικής διαχείρισής τους. Με τις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου στην ισχύουσα εκδοχή τους καθιερώνονται δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, ήτοι δύο νέες μορφές ανωνύμων εταιρειών ειδικού σκοπού, για τις οποίες τίθενται ειδικές και αυξημένες προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας, ήτοι α) η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π. άρθρο 1 παρ. 1 στ. σ’ Ν, 4354/2015) και β) η Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π., άρθρο 1 παρ. 1 στ. β’ Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα δε, διαμορφώνονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, ήτοι, αφενός η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της οποίος το πιστωτικό ίδρυμα αποξενώνεται από τις απαιτήσεις, και αφετέρου η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η οποία δύναται να καταρτίζεται τόσο μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και εταιρείας διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. α’ Ν. 4354/2015), όταν δηλαδή το πιστωτικό ίδρυμα παραμένει κύριος και δικαιούχος των απαιτήσεων, ήτοι δεν μεταβιβάζει αυτές σε εταιρεία απόκτησης και κατ’ επέκταση διατηρεί την ιδιότητα του δανειστή έναντι των οφειλετών, πλην όμως αναθέτει απλώς τη διαχείριση τούτων σε εταιρεία διαχείρισης (Σπ. Ψυχομάνη, ΕμπΔικ3, αρ. 1133, σ. 333), η οποία και δύναται να διενεργεί εντεύθεν οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να πραγματοποιήσει και το πιστωτικό ίδρυμα, όσο και μεταξύ εταιρείας απόκτησης και εταιρείας διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. β’ και γ’ Ν. 4354/2015), οσάκις το πιστωτικό ίδρυμα μεταβιβάζει τις απαιτήσεις σε εταιρεία απόκτησης, η οποία υποχρεούται να αναθέσει τη διαχείριση των απαιτήσεων σε εταιρεία διαχείρισης (Πρβλ. Κ. Παπαχρήστου-Δημητρά, Η νομιμοποίηση, αρ. 182, σ. 109, ο οποίος αναφέρει ότι στην περίπτωση αυτή η ΕΑΑΔΠ αναθέτει υποχρεωτικά και μάλιστα εκ των προτέρων τη διαχείριση σε ΕΔΑΔΠ), κατά τις επιταγές της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 στ. γ΄ του Ν. 4354/2015. Ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή του Ν. 4354/2015 συνυφαίνεται με τη δικονομική λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων, καθώς οι ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου που συνθέτουν το κανονιστικό πλέγμα που διέπει το υπό εξέταση συμβατικό μόρφωμα της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των τραπεζικών απαιτήσεων έχουν σαφές δικονομικό αντίκτυπο. Ως μνημονεύθηκε ανωτέρω, οι εταιρείες διαχείρισης αποκτούν τις ρητώς προβλεπόμενες στη σύμβαση διαχειριστικές εξουσίες επί των επίσης ρητώς προσδιοριζόμενων συμβατικά απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η εξουσία είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και διεξαγωγής κάθε δικαστικής ενέργειας επί σκοπώ είσπραξης των απαιτήσεων. Στη θεωρία διακρίνεται η περίπτωση, κατά την οποία η εξουσία διαχείρισης των απαιτήσεων απονέμεται από πιστωτικό ίδρυμα, από εκείνη κατά την οποία έχει εμφιλοχωρήσει μεταβίβαση των απαιτήσεων σε εταιρεία απόκτησης, η οποία, εν συνεχεία, αναγκαστικά αναθέτει τη διαχείριση αυτών σε εταιρεία διαχείρισης. Κατά τη διάκριση αυτή, όταν η εταιρεία διαχείρισης αποκτά την εξουσία διαχείρισης από πιστωτικό ίδρυμα (άρθρο 2 παρ. 1, παρ. 2 στ. β’ και παρ. 4 Ν. 4354/2015), η νομιμοποίησή της θα στηρίζεται πάντοτε σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο, ενώ όταν αποκτά τη διαχειριστική εξουσία από εταιρεία απόκτησης (άρθρο 1 παρ.1 στ. β’ και γ’ Ν. 4354/2015), η νομιμοποίησή της θα εδράζεται ευθέως στο νόμο (βλ. Κ. Παπαχρήστου- Δημητρά, Η νομιμοποίηση, αρ. 199-200, σ. 115-116). Ισχυρό θεωρητικό προβληματισμό ήγειρε και ο χαρακτήρας της νομιμοποίησης των εταιρειών διαχείρισης ως συντρέχουσας ή αποκλειστικής. Κατά τα προλεχθέντα, η εξουσία διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων ανατίθεται σε μια εταιρεία διαχείρισης δυνητικά από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4354/2015) και, υποχρεωτικά, ήτοι κατά ρητή νομοθετική επιταγή (άρθρο 1 παρ. 1 στ. γ’ Ν. 4354/2015), από την εταιρεία απόκτησης και εκδοχέα των εκχωρούμενων λόγω πωλήσεως πιστωτικών απαιτήσεων, δίχως όμως η τελευταία να νομιμοποιείται προς έγερση ενδίκων βοηθημάτων και διεξαγωγή των δικών που σχετίζονται με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, ως δικαιούχος διάδικος, καθώς ο νόμος προβλέπει ρητά ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο από τις εταιρείες διαχείρισης (άρθρο 1 παρ. 1 στ. γ’ εδ. γ’ Ν. 4354/2015), οι οποίες μάλιστα νομιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση στις διεξαγόμενες για τις υπό διαχείριση απαιτήσεις δίκες, ως μη δικαιούχοι διάδικοι (άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015). Η νομιμοποίησή τους, δηλαδή, είναι εξαιρετική, ακριβώς λόγω της εξουσίας τους να προβούν στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων προς το σκοπό είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων ως μη δικαιούχοι διάδικοι. Τούτο είναι εύλογο, καθώς στις εταιρείες διαχείρισης χορηγείται, τόσο από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, όσο και από τις εταιρείες απόκτησης, μόνον η εξουσία διαχείρισης και είσπραξης των απαιτήσεων, ήτοι δεν αποκτούν την κυριότητα αυτών και συνεκδοχικά δεν καθίστανται ειδικοί διάδοχοι του εκάστοτε αναθέτοντος τη διαχείριση. Μάλιστα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις η εταιρεία διαχείρισης δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος της αναθέτουσας τράπεζας ή εταιρείας απόκτησης, αλλά «ιδίω ονόματι». Συγκεκριμένα, οι εταιρείες διαχείρισης στις οποίες ανατίθεται υποχρεωτικά από τις εταιρείες απόκτησης η διαχείριση των εξ αυτών αποκτηθεισών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δεν αποκτούν τις εν λόγω απαιτήσεις κατά κυριότητα και, συνεπώς, δεν καθίσταται ειδικοί -κατά το ουσιαστικό δίκαιο- διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων, νομιμοποιούνται δε όχι ως δικαιούχοι, αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι να διεξάγουν τις περί των διαχειριζόμενων απαιτήσεων δίκες για δικαίωμα τρίτου, αιτούμενες, ωστόσο, έννομη προστασία στο όνομά τους, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, όχι, όμως για ίδιο λογαριασμό. Ενεργούν, δηλαδή, ως δυνάμει λειτουργήματος μη δικαιούχοι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας, τη θέση τους δε αυτή ουδόλως διαφοροποιεί το γεγονός ότι η ανάθεση της διαχείρισης σε αυτές γίνεται συμβατικά. Συνεπώς, η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση αυτών αντλείται απευθείας από το νόμο, εφόσον έχει συναφθεί η προβλεπόμενη από το Ν. 4354/2015 σύμβαση. Η αυστηρή προσήλωση στο γράμμα του άρθρου 2 παρ. 2 στ. β’ και παρ. 4 του Ν. 4354/2015 πυροδότησε συζητήσεις στη θεωρία σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης, καθώς διά της γραμματικής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων διαφαίνεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης επί σκοπώ a fortiori είσπραξης των απαιτήσεων δεν παρέχει θεμελιωτικό έρεισμα για την παθητική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης σε σχέση με δίκες που διανοίγονται με πρωτοβουλία του οφειλέτη, υπό την έννοια ότι πρόκειται για πράξη που δεν συνυφαίνεται με την είσπραξη της απαίτησης. Όπως όμως συνάγεται ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, η νομιμοποίηση της εταιρείας είναι εξαιρετική, αφού αυτή νομιμοποιείται στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων προς το σκοπό είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος. Αναφορικά δε με την παθητική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης, ο Ν. 4354/2015 δεν περιλαμβάνει μεν σχετική ρύθμιση, παρά τη διαλαμβανόμενη στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ρητή πρόβλεψη περί ρύθμισης της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την εξωδικαστική και ενώπιον των δικαστηρίων παράσταση των εταιρειών διαχείρισης, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4, πλην όμως, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν δικαιολογείται (βλ. ΕφΑνΚρ 21/2026, ΕφΘρ 110/2026 ΤΝΠ Nomos), τυχόν δε άρνηση της σχετικής δικονομικής δυνατότητας -θα οδηγούσε σε ουσιώδη αναίρεση του οικονομικού σκοπού της εταιρείας διαχείρισης και σε ανασφάλεια δικαίου. Λαμβανομένου δε υπόψη και του σκοπού του Έλληνα νομοθέτη περί δημιουργίας μιας δευτερογενούς αγοράς τραπεζικών δανείων προς το σκοπό εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, ελλείψει ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, παρίσταται αναγκαία η τελολογική διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προκειμένου στην κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης να ενταχθεί και η παθητική νομιμοποίηση αυτών (βλ. ΕφΑνατΚρ 21/2026 ΤΝΠ Nomos, Πρβλ. Π. Γιαννόπουλο, Αρμ 2019.233-264, σ. 253). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται και τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν τόσο το έννομο συμφέρον και τη νομιμοποίηση του ενάγοντος όσο και ότι υφίσταται και παθητική νομιμοποίηση του εναγόμενου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα για συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (ΑΠ 75/2018 ΤΝΠ Nomos) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της (ΑΠ 1617/2011, ΝοΒ 2012/890). Η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν με την ιδιότητα του υποκειμένου του επίδικου δικαιώματος ή της υπό κρίση έννομης σχέσης, όπως αυτή ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της καθορίζεται από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που καλείται σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 18/2005, Δνη 2005/706, Δ 2005/703). Γιο το λόγο αυτό τα γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται η (κατά κανόνα ή συνήθης) νομιμοποίηση ταυτίζονται με τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και της ιστορικής βάσης της αγωγής (Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 68). Ωστόσο, νομιμοποιούμενοι διάδικοι δεν είναι πάντοτε τα υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε ορισμένα πρόσωπα, μολονότι αυτά δεν ισχυρίζονται ότι είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση). Πρόκειται για τις περιπτώσεις των μη δικαιούχων ή μη υποχρέων διαδίκων, που είναι μεταξύ άλλων ο πλαγιαστικώς ενάγων, η μητέρα όταν επιδιώκει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου (αρθ. 1479 ΑΚ), οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (Ν. Νίκα, σε Κ. Κεραμέα/Δ. Κονδύλη/Ν. Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ I, 2000, άρθρο 68, αρ. 4, σ. 143- 144, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία 12, §24 III, αρ. 5, σ. 363-364).
Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω ανακοπή του ν.π.δ.δ. «e-ΕΦΚΑ» απαραδέκτως στρέφεται κατά της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», με έδρα στο …………….. Ιρλανδίας, στην οποία μεταβιβάστηκε, δυνάμει της από 25/5/2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ άλλων, και η επίδικη απαίτηση, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο της ανακοπής, η ανωτέρω καθ’ ης, κατέστη μεν φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, παράλληλα, όμως, όπως άλλωστε ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη, ανέθεσε τη διαχείριση των εξ αυτής αποκτηθεισών πιστωτικών απαιτήσεων στην εκκαλούσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «……………», η οποία, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι η αποκλειστικά νομιμοποιούμενη – κατ’εξαίρεση – παθητικά στη διεξαγωγή της δίκης της ανακοπής, ως μη δικαιούχος διάδικος, με αποτέλεσμα η υπό κρίση ανακοπή να καθίσταται απορριπτέα ως προς την ανωτέρω καθ’ ης, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι α) στο δικόγραφο της ανακοπής η ως άνω καθ’ ης η ανακοπή εταιρεία φέρεται (στο δικόγραφο της ανακοπής) να εκπροσωπείται από την εκκαλούσα, διαχειρίστρια εταιρεία των απαιτήσεων, όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η εταιρεία διαχείρισης δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος της αναθέτουσας τράπεζας ή εταιρείας απόκτησης, αλλά «ιδίω ονόματι», β) η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ, όταν η διαχείριση των απαιτήσεων ανατίθεται από ΕΑΑΔΠ, ως εν προκειμένω, είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι μόνο η ΕΔΑΔΠ νομιμοποιείται προς δικαστική εκπροσώπηση της ΕΑΑΔΠ, ενώ όταν ανατίθεται ευθέως από το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, είναι συντρέχουσα (ΕφΘρ 110/2026 ΤΝΠ Nomos).
Πρέπει, συνεπώς, έστω και χωρίς την προβολή σχετικού παραπόνου, εφόσον με την έφεση της εκκαλούσας, η οποία νομιμοποιείται προς τούτο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, επιδιώκεται η απόρριψη της ανακοπής, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και ακολούθως να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω καθ’ ης εταιρείας, λόγω δε της αποδοχής της έφεσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024 έφεσης, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις με αρ. εκθ. καταθ. ……………/2024 και αρ. εκθ. καταθ. ………../2024 εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 3585/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Α) Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ουσίαν την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024 έφεση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Β) Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2024 έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3585/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει την υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2022 ανακοπή.
Απορρίπτει την ανακοπή ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..».
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4.8.2026, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ