Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 530/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ                          

Αριθμός Απόφασης     530/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης: ……………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Σιμσίρογλου.

Της εφεσίβλητης- καλούσας-καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: Της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «………….» με δ.τ. «…………….», νόμιμα εκπροσωπούμενης, με έδρα στην Αθήνα, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας, τιτλοποιημένων απαιτήσεων και πληρεξούσιας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο ………… Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουκουζή.

Η εκκαλούσα με την από 17/9/2025 ανακοπή της (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2025), απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησε τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 875/2026 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 26/1/2026 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2026) έφεση και ορίστηκε δικάσιμος αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Επίσης, η εκκαλούσα άσκησε τους από 5/2/2026 πρόσθετους  λόγους  έφεσης,  το  δικόγραφο  των  οποίων  κατατέθηκε  στη  γραμματεία  του  Δικαστηρίου  αυτού  στις 5/2/2026 με αριθμ.εκθ.κατ. ………./2026, γράφτηκε στο  πινάκιο και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά  τη  συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση: α) η από 26/1/2026 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2026) έφεση και β) οι από 5/2/2026 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2026) πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, συνεπώς πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω προφανούς μεταξύ τους συναφείας και προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης και μείωσης των εξόδων  (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Η  υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 875/2026 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα  (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, από τη δημοσίευση, δε, αυτής μέχρι την άσκηση της υπό κρίση έφεσης δεν έχει παρέλθει ένα έτος (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε, με ισχύ από 1/1/2026, δυνάμει των άρθρων 43 και 168 παρ. 3 Ν. 5221/2025, ΦΕΚ Α 133/28.07.2025), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2026 e-παράβολο), σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Η εκκαλούσα-ανακόπτουσα, με την υπό κρίση ανακοπή της, εκθέτει ότι, η καθ’ ης, ενεργούσα ως διαχειρίστρια και μη δικαιούχος διάδικος, στο όνομα και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» (με την οποία τραπεζική εταιρεία η ανακόπτουσα είχε συμβληθεί στο πλαίσιο σύναψης δανειακής σύμβασης), της επέδωσε επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου, πρώτο εκτελεστό της υπ’ αριθμ. ……/2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά της από 10/6/2025 επιταγής προς πληρωμή, διά της οποίας επιτάχθηκε να καταβάλει στην ως άνω καθ’ ης, το συνολικό ποσό των 1.124.660,34 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, που προέρχεται από τη αναφερόμενη στην ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση. Ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../11-07-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας του διορισμένου στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, δικαστικού επιμελητή ……………, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 450.000 ευρώ, επί του δικαιώματος της πλήρους κυριότητος της ανακόπτουσας, επί τριών ακινήτων, ευρισκομένων στη νήσο …….., τα οποία εκτίθενται δυνάμει της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης σε αναγκαστικό πλειστηριασμό με ηλεκτρονικά μέσα στις 18/2/2026, από τον ορισθέντα προς τούτο υπάλληλο πλειστηριασμού, το Συμβολαιογράφο Πειραιά, ……………. Κατόπιν αυτών, ζητά, για τους εκτιθέμενους στην ανακοπή λόγους να ακυρωθεί α) υπ’ αριθ. …../11.7.2025 έκθεση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………… και β) η από 10/6/2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αριθ. ……./2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, ζητά να καταδικασθεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, α) ακύρωσε εν μέρει την από 10/6/2025 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αριθ. ……../2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κονδύλιο των τόκων, για το διάστημα από 6/3/2013 έως και την ημερομηνία σύνταξης της επιταγής (10/6/2025) και κατά ποσό 79.653,77 ευρώ, αφαιρουμένου αυτού εκ του επιτασσόμενου συνολικού ποσού των τόκων υπερημερίας ύψους 596.746,57 ευρώ, β) απέρριψε την ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. …../11-7-2025 έκθεση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή ……………. και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Με την ως άνω έφεσή του το εκκαλούν και με το μοναδικό λόγο αυτής, ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια να γίνει καθ’ ολοκληρία δεκτή η ανακοπή της και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στη δικαστική της δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, με την υπό κρίση έφεση η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση ακύρωσε εν μέρει την από 10/6/2025 επιταγή προς πληρωμή της καθ’ ης, όφειλε να ακυρώσει και την υπ’ αριθμ. ……/11-7-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή ………….., καθώς η ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση, συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες τις πράξεις εκτέλεσης που ακολούθησαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επιταγή προς εκτέλεση πρέπει να περιέχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη την απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η επιταγή προς πληρωμή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτελέσεως η αιτία της απαιτήσεως, η οποία άλλωστε θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον λοιπόν έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής (ΕφΠατρ 445/2005 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, αν η επιταγή αφορά ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο για το επιπλέον. Ως εκ τούτου, η μερική ακυρότητα της επιταγής, δεν επιφέρει ολική ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως της επιταγής, ούτε συνεπιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επακολουθεί, ως προς εκείνες τις χρηματικές απαιτήσεις, οι οποίες δεν πλήττονται από τη μερική ακυρότητα της επιταγής (ΑΠ 310/1992 δημ. Νόμος, ΕφΛαμ 32/2022 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 1839/2002, ΕλλΔ/νη 2004/852, ΕφΠειρ 911/1994, ΕλλΔ/νη 1995/672). Ειδικότερα, η  τυχόν μερική απόσβεση της απαιτήσεως δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιταγής για το πράγματι οφειλόμενο ποσό, καθόσον οι καταβολές του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι απόσβεσης της ενοχής, δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη. Επιπλέον, η γενόμενη κατάσχεση δεν πάσχει ακυρότητας, εάν επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το αναφερόμενο στην επιταγή, αρκεί η απαίτηση για την οποία γίνεται η κατάσχεση, να είναι και μετά τον περιορισμό της, βέβαιη και εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1773/2001,ΕφΑθ 292/2022 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠειρ86/2022, ΕφΑθ 3773/2021, ΕφΑθ 4901/2000  ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς, η μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως, οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελουμένου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη (ΑΠ 959/2019 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1445/1980, ΝοΒ 29. 7, ΕφΠειρ 328/2016, ΤΝΠ, ΕφΑΘ 1839/2002, ΕλλΔνη 2004. 852, ΕφΑθ 2535/1998, ΕλλΔνη 1999. 384, ΕΑ 2675/1993 ΕλλΔνη 1944.456, ΕΑ 805/1987 ΕλλΔνη 1988.306, ΕΑ 6720/1992 Δίκη 24.1313, ΕΠειρ. 911/1994 ΕλλΔνη 1995.672).

Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση ακύρωσε εν μέρει την από 10/6/2025 επιταγή προς πληρωμή της καθ’ ης, όφειλε να ακυρώσει και την υπ’ αριθμ. …./11-7-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή . …….., καθώς η ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση, συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες τις πράξεις εκτέλεσης που ακολούθησαν. Με αυτό το περιεχόμενο όμως ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι αόριστος, καθώς δεν εξειδικεύεται επαρκώς η συνέπεια που είχε η μερική ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση επί της κατασχετήριας έκθεσης. Ειδικότερα, ουδόλως εκτίθεται ότι η μερική ακύρωση της επιταγής είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εκκαθαρισμένη η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση ή να μην μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια το οφειλόμενο ποσό, ενώ ουδόλως εκτίθενται α) ποιο ακριβώς τμήμα της απαίτησης ακυρώθηκε, β) ποιο ποσό απέμεινε απαιτητό, γ) γιατί η κατάσχεση δεν μπορούσε να διατηρηθεί για το εναπομένον μέρος της απαίτησης, δ) ποια έννομη συνέπεια επήλθε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, από το γεγονός και μόνο ότι περιορίστηκε ή ακυρώθηκε μέρος της απαίτησης δεν προκύπτει αυτομάτως ακυρότητα της κατάσχεσης, καθώς στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, κρίσιμο είναι αν η απαίτηση που απομένει εξακολουθεί να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και αν η κατάσχεση μπορεί να στηριχθεί στο εναπομένον απαιτητό ποσό, η δε ολική ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να δικαιολογηθεί όταν, μετά τη μερική ακύρωση της επιταγής ή του εκτελεστού τίτλου, η απαίτηση καθίσταται ανεκκαθάριστη ή δεν είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της, περιστάσεις που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της έφεσης. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στην υπό κρίση έφεση εκτίθεται ότι το αποτέλεσμα της εκκαλουμένης απόφασης δημοσιεύθηκε μεν στην ηλεκτρονική σελίδα solon.gov.gr στις 26/1/2026, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να ληφθεί ηλεκτρονικά πλήρες αντίγραφο αυτής την ίδια ημέρα, λόγος για τον οποίο η εκκαλούσα άσκησε έφεση την ίδια ημέρα, γνωρίζοντας μόνο το διατακτικό της εκκαλουμένης, προκειμένου να μην απωλέσει την προθεσμία του άρθρου 938 ΚΠολΔ και να ασκήσει ταυτόχρονα με την έφεση και αίτηση αναστολής. Και τούτο, διότι ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, καθώς αφενός δεν μπορεί να θεραπεύσει την ως άνω αοριστία, αφετέρου ο επίδικος πλειστηριασμός, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης, είχε ορισθεί να διενεργηθεί στις 18/2/2026 και σύμφωνα με το άρθρο 938 ΚΠολΔ «Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού» {ως τούτο ίσχυε πριν την 1/1/2026, καθώς η εκτέλεση εν προκειμένω στηρίζεται στην από 10/6/2025 επιταγή προς πληρωμή, με συνέπεια να εφαρμόζεται το προϊσχύσαν 938 ΚΠολΔ, καθώς η νέα ρύθμιση του άρθρου 938 παρ. 4 ΚΠολΔ εφαρμόζεται σε όσες επιταγές προς εκτέλεση επιδοθούν από 1/1/2026 (βλ. παρ. 7 άρθρου 126 Ν. 5221/2025, ΦΕΚ Α 133, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 114 παρ. 1 Ν. 5264/2025, ΦΕΚ Α 239/19.12.2025: «7. Οι διατάξεις του παρόντος για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται για όσες επιταγές προς εκτέλεση επιδοθούν από την 1η.1.2026»}, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση η καταληκτική ημερομηνία για την άσκηση της αίτησης αναστολής ήταν η 10/2/2026, ήτοι 15 ημέρες μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης και δεν ετίθετο ζήτημα απώλειας της εν λόγω προθεσμίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά τον αυτοτελή χαρακτήρα τους από άποψη περιεχομένου, εξαρτώνται από την έφεση, φέρουν δε, σε σχέση με αυτήν, παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Τούτο προκύπτει από τα ακόλουθα: α) Προϋποθέτουν άσκηση έφεσης, συνεπώς χωρίς έφεση πρόσθετοι λόγοι δεν νοούνται. β) Για την κατ` ουσίαν έρευνα αυτών, απαιτείται η έφεση να έχει ασκηθεί παραδεκτά, εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. Οι πρόσθετοι λόγοι δεν συζητούνται, αλλά απορρίπτονται χωρίς έρευνα της ουσίας αυτών, αν η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή ως τυπικά άκυρη, επειδή δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο. γ) Δεν μπορούν να αναφέρονται σε οποιοδήποτε κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά μόνο στα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ή στα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά. Ακολούθως, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ, δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η για δεύτερη φορά συζήτηση της αυτής έφεσης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, όταν αυτή έχει ήδη κριθεί στην ουσία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή η χωριστή συζήτηση και εξέταση των πρόσθετων λόγων, όταν δεν εξετάζεται συγχρόνως και ένας τουλάχιστον λόγος της έφεσης (ΑΠ 1043/2025 ΤΝΠ Nomos,  Βαθρακοκοίλης, Β., Η έφεση, 2015, σελ. 289, πλαγιάρ. 1087). Συνεπώς, το απαράδεκτο της εφέσεως καταλαμβάνει και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση, έστω και αυτοί εμφανίζονται ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη (ΕφΑΘ 10716/1980 ΕλλΔνη 22.522, ΕφΛαρ 83/2002 Δικογραφία 2003.50). Ειδικότερα, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, μολονότι από άποψη περιεχομένου έχουν αυτοτελή χαρακτήρα και συνιστούν σε σχέση με την έφεση ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, που διέπεται από τις σχετικές με αυτή διατάξεις (ΚΠολΔ 520 παρ. 2, 654 παρ. 1, 674 παρ.1 κ.λ.π.), αποτελούν παρακολούθημα της εφέσεως, την οποία και συμπληρώνουν (ΟλΑΠ 33/1990 ΕλλΔνη 32.56, ΑΠ 771/1997 ΕΕΝ 1998 σελ. 736), συνέπεια δε αυτού είναι ότι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως δεν συζητούνται, αλλά απορρίπτονται χωρίς έρευνα της ουσίας αυτών, εάν η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 771/1997 ό.π., ΕφΑθ 8073/1990 ΕλλΔνη 33.897, ΕφΘεσ 32/2006 Αρμ 60, 91, ΕφΛαρ 83/2002 Δικογραφία 2003.50, Σαμουήλ, ό.π. σελ. 240).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 5/2/2026 ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2026), το οποίο επέδωσε στην εφεσίβλητη στις 13/2/2026, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ………./13-2-2026 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………., ενώ η έφεσή της είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7/5/2026). Η νέα ρύθμιση του άρθρου 520 ΚΠολΔ δεν καταλαμβάνει τις ειδικές διαδικασίες, για τις οποίες θα εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρ. 591 § 1 στοιχ. ζ΄ ΚΠολΔ, όπου ορίζεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Τούτο επιβεβαιώθηκε και με την προσθήκη στη διάταξη του άρθρ. 520 § 2 ΚΠολΔ, με το άρθρ. 19 ν. 5282/2026, της φράσης «αν δεν ορίζεται άλλως» (Α. Βαθρακοκοίλης, σε: Π. Αρβανιτάκης/Α. Βαθρακοκοίλης/Γ. Λαζαρίδης/Γ. Πλαγάκος, Η νέα δομή της πολιτικής δίκης, 2026, § 18, σ. 397 = sakkoulas-online). Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκήθηκαν μεν νομοτύπως και εμπροθέσμως, πλην όμως σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον η έφεση απορρίφθηκε ως αόριστη, πρέπει αυτοί να απορριφθούν, χωρίς έρευνα της ουσίας αυτών, ενώ κατόπιν αυτού απορριπτέα είναι και η σωρευόμενη στα ανωτέρω δικόγραφα αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εκκαλουμένης απόφασης.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω  η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όσο και οι επ` αυτής πρόσθετοι λόγοι και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, κατ’ άρθρο 179 τελ.εδαφ. ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 4.8.2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ