ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 498/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα ΕΔ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……….., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευαγγελίας Σαλίχου.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……………, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ζωής Κοτσώνη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ο εκκαλών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης, την από 12-1-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2023 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 479/2025 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 28-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Kατά τη συζήτηση της εφέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 28-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση του εκκαλούντος, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 479/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, στις 4-4-2025 (βλ. την από 4-4-2025 σχετική σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου …………., επί του σώματος, προσκομιζομένου από τον εκκαλούντα, ακριβούς αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης, σε συνδυασμό με την από 3-4-2025 παρά πόδας αυτού εντολή προς επίδοσή του στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος), η δε ως άνω έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 28-4-2024, ήτοι, εντός της, προβλεπομένης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 144 παρ. 2, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ), που τρέχει για αμφότερους τους διαδίκους, ενώ κατατέθηκε και το αντίστοιχο απαραίτητο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση αυτής, υπ’ αριθμ. ……………./2025 παράβολο. Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.
Ο εκκαλών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης, την από 12-1-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2023 αγωγή, με την οποία εκτίθετο ότι, δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου, υπ’ αριθμ. ……../1998 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου …………, η γιαγιά του ενάγοντος, ….. ….., μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, στον υιό της και θείο του, …….., την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, εμβαδού 212,27 τ.μ., κειμένου στη θέση ….. του Δήμου ….. Αττικής, παρακρατήσασα την επικαρπία αυτού εφ’ όρου ζωής της. Ότι στο ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε ειδικά ότι, σε περίπτωση που ο υιός της …………. δεν αποκτούσε τέκνα από νόμιμο γάμο, μέχρι το θάνατό του, το ως άνω οικόπεδο θα περιερχόταν, μετά το θάνατό του, και δη, κατά πλήρη κυριότητα, στον ανήλικο, κατά το χρόνο εκείνο, ενάγοντα εγγονό της, αιτία δωρεάς. Ότι η επικαρπώτρια …………. απεβίωσε, στις 20-7-2020, και ότι, από το θάνατό της, ο υιός της ……….., κατέστη πλήρης κύριος του ως άνω οικοπέδου. Ότι, κατόπιν συμφωνίας, μεταξύ του ενάγοντος, εκπροσωπούμενου από τους ασκούντες τη γονική του μέριμνα, γονείς του, και του θείου αυτού, ……., προκειμένου να αντιμετωπισθούν οικονομικές ανάγκες του ενάγοντος και του τελευταίου, αποφασίσθηκε από αυτούς, η πώληση του εν λόγω οικοπέδου, υπό την προϋπόθεση ότι ο …….. θα απέδιδε στον ενάγοντα το 1/3 του τιμήματος. Ότι, προς τούτο και εξαιτίας της, κατά τον χρόνο εκείνο, ανηλικότητας του ενάγοντος, παρασχέθηκε στους γονείς του, …………. και ………., υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα αυτών, άδεια εκποιήσεως του ως άνω οικοπέδου, δια της υπ’ αριθμ. 456/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, υποχρεώθηκε ο θείος του ενάγοντος, ………., να καταθέσει το 1/3 του τιμήματος της επικείμενης αγοραπωλησίας σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος. Ότι, δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου, υπ’ αριθμ. ………./2005 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου ……., το επίδικο οικόπεδο πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε από τον …….. και με τη συναίνεση του ενάγοντος, νομίμως εκπροσωπουμένου, ως ανωτέρω, στον …….. και ……………., αντί του πραγματικού τιμήματος των 150.000 ευρώ (και όχι του αναγραφέντος στο εν λόγω συμβόλαιο τιμήματος των 63.871,83 ευρώ), το οποίο και εισέπραξε αποκλειστικά ο ………. Ότι ο τελευταίος, όμως, έκτοτε και μέχρι τον επισυμβάντα, στις 2-10-2018, θάνατό του, δεν έχει αποδώσει, ως όφειλε, στον ενάγοντα, το ποσό των 50.000 ευρώ που του αναλογούσε, ως το συμφωνηθέν μερίδιο του τελευταίου στο ως άνω πραγματικό τίμημα των 150.000 ευρώ (150.000 ευρώ Χ1/3), παρακρατώντας το. Ότι τον ως άνω αποβιώσαντα ………….. κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, η εναγομένη, εν ζωή σύζυγός του, με την οποία είχε τελέσει νόμιμο γάμο, στις 29-8-2001, δίχως να αποκτήσουν τέκνα, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ο αδελφός του και πατέρας του ενάγοντος, …………., και, κατά ποσοστό 12,5 % εξ αδιαιρέτου, εκάστη των δύο ανιψιών του, ………… και …….., τέκνα του προαποβιώσαντος, στις 29-8-1998, αδελφού του, ………., και εξαδέλφες του ενάγοντος. Ότι, ακολούθως, ούτε η εναγομένη απέδωσε το ανωτέρω ποσό των 50.000 ευρώ στον ενάγοντα, αλλά αυτή, μετά το θάνατο του συζύγου της, ………., το ανέλαβε από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και παρανόμως το παρακρατεί, έκτοτε, καθιστάμενη, έτσι, κατά τούτο, αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητείτο να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως έχουσα αποδεχθεί την επαχθείσα σε αυτή κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 2-10-2018, συζύγου της, . ……., να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, άλλως το ποσό των 25.000 ευρώ, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του ενάγοντος δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, εξεδόθη, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ’ αριθμ. 479/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, -αφού απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμες: α) οι βάσεις της αγωγής που στηρίζονταν στις διατάξεις της αδικοπραξίας και του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) η βάση της, αναφορικά με την υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει στον ενάγοντα το αναλογούν σε αυτόν τίμημα της επίδικης πώλησης, που αποτελεί βάρος της επαχθείσας σε αυτήν κληρονομίας του συζύγου της, κατά το κυρίως αιτούμενο ποσό των 50.000 ευρώ, δοθέντος ότι η εναγομένη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ………….., κατ’ αδιαίρετο ποσοστό 50%, ενέχετο μόνον, κατά το ποσό των 25.000 (50.000 Χ 50%) ευρώ-, εν συνεχεία, απορρίφθηκε, καθ’ ο μέρος κρίθηκε νόμιμη, η αγωγή, στην ουσία της, και καταδικάσθηκε ο ενάγων και ήδη εκκαλών στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 28-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενος σφάλματα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή.
Ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο εφέσεώς του (η έρευνα του οποίου προτάσσεται, δοθέντος ότι αφορά στο νόμιμο της υπό κρίση αγωγής, που, σε κάθε περίπτωση, εξετάζεται, από το παρόν Δικαστήριο, και αυτεπαγγέλτως), ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε το κύριο αίτημα της αγωγής του, με το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει το ποσό των 50.000 ευρώ που είχε λάβει, το έτος 2006, και παρακρατήσει ο σύζυγός της, …………, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, εξετάζοντας, ακολούθως, μόνο το επικουρικό αγωγικό αίτημα, ήτοι της υποχρέωσης αυτής για καταβολή του ως άνω ποσού, ως κληρονόμου του συζύγου της, κατά το ποσοστό της αντίστοιχης κληρονομικής της μερίδας. Συγκεκριμένα, με τον ως άνω λόγο εφέσεως, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, παρέλειψε να εξετάσει και να αποφανθεί, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επί του ως άνω κυρίου αιτήματός του, περαιτέρω δε, παρέλειψε να εξετάσει εάν η εναγομένη συνήργησε στην παρακράτηση του ως άνω ποσού των 50.000 ευρώ, ήτοι σε αδικοπραξία, δεδομένου ότι, κατά το έτος 2006, η εναγομένη ήταν ήδη παντρεμένη με τον …………, ήταν ενήμερη για τις διαπραγματεύσεις για την πώληση του ακινήτου, γνώριζε τη συμφωνία του συζύγου της να αποδώσει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, καθώς και τη μεταγενέστερη μη απόδοσή του, γεγονότα από τα οποία σαφώς συνάγεται ότι η ίδια συμμετείχε ενεργά στο να μην αποδοθούν τα χρήματα σε αυτόν, ώστε να καθίσταται συνυπεύθυνη για τη μη απόδοση και παρακράτηση του ως άνω ποσού από τον ……. ., δίχως νόμιμο δικαίωμα, ως και μόνη υπόχρεη στην καταβολή του ποσού, λόγω αδικοπραξίας, ιδίως ενόψει ότι τα χρήματα διαχειριζόταν μαζί με το σύζυγό της και τα διατήρησε στην κατοχή της μετά το θάνατό του, ενώ γνώριζε την υποχρέωση του εν ζωή συζύγου της, προς καταβολή του ανωτέρω ποσού των 50.000 ευρώ στον ενάγοντα, το οποίο, επιπροσθέτως, η εναγομένη εξακολουθεί να κατέχει, έχοντας, έτσι, καταστεί παρανόμως πλουσιότερη, κατά τούτο, και ωφεληθεί από αυτό, δοθέντος ότι έχει στην κατοχή της το σύνολο των μετρητών και καταθέσεων του αποβιώσαντος …………, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ως άνω ποσό των 50.000 ευρώ. Επί του ως άνω λόγου εφέσεως, λεκτέα είναι τα εξής: Ο ενάγων, στην κρινομένη αγωγή του, αναφορικά με τη θεμελίωση τής, έναντι τούτου, ευθύνης της εναγομένης για την απόδοση των αιτουμένων από αυτήν ποσών ανέφερε, επί λέξει, μόνο τα εξής: «Επειδή το ποσό που μου οφείλει ο θείος μου, δηλαδή το ποσό των 50.000 ευρώ, το οφείλει αποκλειστικά η εναγομένη, ως εκείνη που κατακρατεί παράνομα και υπαίτια τους τραπεζικούς λογαριασμούς του και ανέλαβε το ποσό αυτό μετά το θάνατο του θείου μου ……………, καταστάσα έτσι πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία μου, διαφορετικά ως επιζώσα σύζυγος που τον κληρονόμησε εξ αδιαθέτου κατά το ½ ή 50% κατ’ άρθρο 1820 ΑΚ, κληρονομία την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη νόμιμα έχουσα προς τούτο υποβάλει την από 11.07.2019 υπ. αριθ. πρωτ. 1078/2019 Δήλωση Φόρου Κληρονομίας στην Δ.Ο.Υ. Ε΄ Πειραιά, ευθύνεται για την απόδοση του ημίσεως του ποσού των 50.000 ευρώ ήτοι 25.000 ευρώ». Υπό τα ως άνω διαλαμβανόμενα, οι ανωτέρω αγωγικές βάσεις, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στις διατάξεις της αδικοπραξίας, αφενός, και του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφετέρου, τυγχάνουν απορριπτέες, ως νόμω αβάσιμες, δοθέντος ότι: α) ως προς την μεν πρώτη, η ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγομένης, συνισταμένη στην ανάληψη, εκ μέρους της, του ποσού των 50.000 ευρώ, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του εν ζωή συζύγου της, ………….., μετά το θάνατό του, δεν συνιστά αδικοπραξία (υπεξαίρεση), έναντι του ενάγοντος, καθώς ο ίδιος, υπό τα επικαλούμενα στην αγωγή, δεν φέρει την ιδιότητα του συνδικαιούχου στους λογαριασμούς του ως άνω αποβιώσαντος, και β) ως προς τη δεύτερη, παρότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί, μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ενδ. ΑΠ 215/26, ΑΠ 1450/17 ΝΟΜΟΣ), εν προκειμένω, η ως άνω βάση του άρθρου 904 ΑΚ στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά της αγωγικής βάσης περί αδικοπραξίας της εναγομένης, έναντι του ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, με την αυτή αιτιολογία, τις ως άνω βάσεις της αγωγής, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονταν, υπό τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα, στην αγωγή, ως μη νόμιμες, δεν έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου, κατά τούτο, του ανωτέρω λόγου εφέσεως, ως ουσία αβάσιμου. Περαιτέρω, αλυσιτελής και, συνακόλουθα, απορριπτέος τυγχάνει ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος του επιρρίπτει στην εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω βάσεων, σφάλμα, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, ως έχει ήδη προεκτεθεί, με την τελευταία, απορρίφθηκαν οι προαναφερόμενες αγωγικές βάσεις, ως νόμω αβάσιμες, δίχως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να προχωρήσει, ένεκα τούτου, και στην εξέταση της ουσιαστικής τους βασιμότητας, προβαίνοντας σε εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 323/89 ΕλλΔικ 31. 770, ΕΔωδ 49/14, ΜονΕΘεσ 60/26 ΝΟΜΟΣ, υπό X. Ευθυμίου «Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας», εκδ. 2022, τόμος 2, σελ. 1702). Στο σημείο δε αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, αναφορικά με την κριθείσα, με την εκκαλουμένη απόφαση, ως νόμιμη, αγωγική βάση, που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 361, 1710 και 1711 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 1820, 1846 και 1901 ΑΚ, ως ίσχυαν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά τους περί του αντιθέτου, πρωτοδίκως υποβληθέντες ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, οι οποίοι επαναφέρονται, εκ νέου, με τις, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προτάσεις της: α) η αγωγή τυγχάνει, επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι διαλαμβάνονται σε αυτήν όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο, πραγματικά περιστατικά, για τη θεμελίωση του σχετικού αγωγικού αιτήματος, β) η εναγομένη νομιμοποιείται παθητικά στην άσκησή της, καθώς, για την παθητική νομιμοποίηση αυτής, αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ίδια τυγχάνει καθολική διάδοχος του οφειλέτη του, και, ως εκ τούτου, υπόχρεη της επίδικης αξίωσης, κατά την κληρονομική της μερίδα [βλ. και ΑΠ 2102/07 Δ 2007. 428, ΑΠ 602/02 ΕλλΔικ 43. 1679, ΕΑ 33/19 ΝΟΜΟΣ, ΕΘεσ 1834/13 Αρμ 2017. 103, Μ. Μαργαρίτης – Ά. Μαργαρίτη, όπ. π., Τ. I, 2012, υπό το άρθρο 68, αριθ. 4 – 6, Κ. Μπέης, ΠολΔ, υπό το άρθρο 68 παρ. III 3 α` σ. 360, Β. Βαθρακοκοίλης, όπ. π., Τ. Α’, 1996, υπό το άρθρο 68, αριθ. 3, όπου για τη στοιχειοθέτηση της νομιμοποιήσεως (ενεργητικής και παθητικής) αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού κατ’ ουσίαν], ώστε, εάν, στη συνέχεια, αποδειχθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η αγωγή να μην απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, αλλά ως ουσία αβάσιμη (ενδ. ΕΑ 608/22, ΕΔωδ 34/17 ΝΟΜΟΣ, Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Τ. II, έκδ. 1986, παρ. 55, σελ. 108), και γ) δεν απαιτείται η υποχρεωτική εναγωγή των λοιπών κληρονόμων του ………… ή η προσεπίκληση αυτών στη δίκη, δοθέντος ότι η εναγομένη ουδόλως τελεί με αυτούς σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, ως προς την ένδικη διαφορά. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο εφέσεώς του, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 421, 422, 423 και 424 ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψιν του, κατά το σχηματισμό της κρίσης του, τη ληφθείσα, με επιμέλειά του, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ναυπλίου, υπ’ αριθμ. ……/2023 ένορκη βεβαίωση του ………, καθώς, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, προσκομίσθηκε με την προσθήκη – αντίκρουσή του, χωρίς να κατατείνει σε αντίκρουση ισχυρισμών της εναγομένης, που προτάθηκαν με τις προτάσεις της, αλλά στην απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του. Πλην όμως, από το άρθρο 520 παρ. 1 KΠολΔ, συνάγεται ότι οι λόγοι έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται, ως αποτέλεσμα, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Λόγος, όμως, έφεσης, ο οποίος, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή και, επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει, κατά νόμο, στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και, κατά τούτο, απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 122/14, ΕΠειρ 6/21, ΕΠειρ 425/21, ΕΑιγ 37/21 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει αυτού, η επικαλούμενη, με τον πρώτο λόγο εφέσεως, νομική πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει αποδεικτικά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης την ως άνω προσκομιζόμενη, μετ’ επικλήσεως, από τον εκκαλούντα ένορκη βεβαίωση, δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλουμένη απόφαση, εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης εφέσεως (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, θα επανεκτιμήσει από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της (άρθρο 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζομένων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, η δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θα επέλθει μόνον, εάν το Δικαστήριο τούτο, κατά τον έλεγχο του ανωτέρω λόγου, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζομένων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης (ΜονΕΔωδ 2/25 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο πρώτος ως άνω λόγος εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Από την εκτίμηση της υπ’ αριθμ. …../29-5-2023 ενόρκου βεβαιώσεως του ………….. που ελήφθη, με επιμέλεια του ενάγοντος, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ναυπλίου, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../23-5-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………), όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), πλην της προσκομιζομένης από την εναγομένη από 25-9-2023 βεβαίωσης του ……. …, η οποία δεν θα ληφθεί υπόψιν, καθώς αποτελεί βεβαίωση τρίτου που έχει συνταχθεί, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, καθώς και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαϊδαρίου, υπ’ αριθμ. ……………/1998 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου ………., η …………, γιαγιά του ενάγοντος, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής στον, υιό της και θείο του ενάγοντος, ……….. …., την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, εμβαδού 212,27 τ.μ., κειμένου στη θέση …. του Δήμου ….. Αττικής, παρακρατώντας, εφ’ όρου ζωής την επικαρπία, για την ίδια. Στο ως άνω συμβόλαιο τέθηκε η διαλυτική αίρεση ότι, σε περίπτωση που ο υιός της, ……., δεν αποκτούσε τέκνα από νόμιμο γάμο, μέχρι το θάνατό του, η σύμβαση αυτή γονικής παροχής θα ανατρεπόταν αυτοδικαίως και το ως άνω οικόπεδο θα περιερχόταν, μετά το θάνατο αυτού, κατά πλήρη κυριότητα, στον τότε ανήλικο (γεννηθέντα το έτος 1989), ενάγοντα εγγονό της, λόγω δωρεάς εν ζωή, την οποία αυτός αποδέχθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, νομίμως εκπροσωπούμενος, στο ως άνω συμβόλαιο από τους ασκούντες τη γονική του μέριμνα γονείς του, …….. και ……… Στις 20-7-2022, η ως άνω επικαρπώτρια απεβίωσε, με αποτέλεσμα ο …………. να καταστεί, κατόπιν συνενώσεως στο πρόσωπό του της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας, πλήρης κύριος επί του ως άνω ακινήτου. Ακολούθως, το έτος 2005, ο …….., έχοντας την πλήρη κυριότητα του εν λόγω ακινήτου και ο ενάγων, νομίμως εκπροσωπούμενος από τους γονείς αυτού, διατηρώντας δικαίωμα προσδοκίας αποκτήσεως του ανωτέρω ακινήτου, στο μέλλον, κατά την περίπτωση της πληρώσεως της τεθείσας, ως άνω, υπέρ αυτού, αιρέσεως, συμφώνησαν, με σκοπό την κάλυψη άμεσων οικονομικών αναγκών τους, όπως προβούν στην πώληση του ως άνω ακινήτου, από το τίμημα της οποίας ο ………….. θα ελάμβανε τα 2/3 και ο ενάγων το 1/3 αυτού. Προς τούτο, οι γονείς του ενάγοντος, υπό την ιδιότητα των συνασκούντων τη γονική του μέριμνα, με αίτησή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, ζήτησαν από το δικαστήριο σχετική άδεια, για την εκποίηση του ακινήτου. Επί της ως άνω αιτήσεως, εξεδόθη, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η υπ’ αριθμ. 456/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία παρασχέθηκε στους τελευταίους άδεια να συναινέσουν και να προβούν στην εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου, με συμφωνία το 1/3 του προϊόντος της εκποίησης να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του τότε ανήλικου υιού τους – ενάγοντος και με τον όρο το αντίστοιχο ποσό να αναληφθεί από τον ενάγοντα μετά την ενηλικίωσή του. Εν συνεχεία, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. ……../8-12-2005 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου ……, αφενός, ο ……., ως πλήρης κύριος, και, αφετέρου, ο ενάγων, ως έχων δικαίωμα προσδοκίας και υπό αίρεση αποκτών την πλήρη κυριότητα του ως άνω ακινήτου, μεταβίβασαν τούτο, αιτία πωλήσεως, στους ………. και …………….., και δη, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, σε έκαστο τούτων. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφηκε, ως τίμημα πώλησης, το ποσό των 63.871,83 ευρώ, εκ του οποίου, το ποσό των 42.581,22 ευρώ (63.871,83 ευρώ Χ 2/3), αντιστοιχούσε στο υπό διαλυτική αίρεση δικαίωμα πλήρους κυριότητας του ………… και το ποσό των 21.290,61 ευρώ (63.871,83 ευρώ Χ 1/3) στο δικαίωμα προσδοκίας του ενάγοντος. Πλην όμως, το πραγματικό συμφωνηθέν τίμημα ανήρχετο στο ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ, για την εξασφάλιση της καταβολής, από τους αγοραστές, της διαφοράς μεταξύ του πραγματικού και αναγραφομένου ως άνω τιμήματος, ύψους 86.128,17 (150.000 – 63.871,83) ευρώ, συνετάγη, στις 3-5-2005, μεταξύ του ……………. και των (μελλοντικών αγοραστών) ιδιωτικό συμφωνητικό δήθεν σύμβασης δανείου, δυνάμει του οποίου, οι τελευταίοι φέροντο να δανείζονται, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, από τον ……………., ποσό 86.128,17 ευρώ, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, για την επιστροφή του, ατόκως και, σε περίπτωση υπερημερίας, εντόκως, το αργότερο έως τις 20-1-2006, για το οποίο οι ως άνω οφειλέτες αποδέχθηκαν ισόποση συναλλαγματική, εις διαταγήν του δανειστή, με την πληρωμή της οποίας, θα επέρχετο η εξόφληση του ανωτέρω ποσού της οφειλής τους. Η ως άνω παραδοχή περί του ότι η ανωτέρω σύμβαση συνετάγη για την εξασφάλιση της καταβολής του τμήματος του συμφωνηθέντος τιμήματος που δεν αναγραφόταν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και δεν αφορούσε, στην πραγματικότητα, παροχή δανείου, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι αντίκειται στη λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας, πέντε ημέρες πριν από τη σύναψη της ανωτέρω αγοραπωλησίας, ο πωλητής να δανείζει ένα τόσο μεγάλο ποσό στους αγοραστές, πολλώ δε μάλλον, όταν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιασδήποτε άλλη στενή, μεταξύ τους, σχέση. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. ……/8-12-2005 συμβόλαιο πώλησης, το ποσό του αναγραφόμενου σε αυτό τιμήματος των 63.871,83 ευρώ, υποχρεούντο οι ως άνω αγοραστές να καταβάλουν στον …………… και τον, εκπροσωπούμενο κατά τα ανωτέρω, ενάγοντα, επιμεριζόμενο, ως άνω, για έκαστο αυτών, -μετά από δάνειο που θα ελάμβαναν από την Τράπεζα Κύπρου-, εντός προθεσμίας 40 ημερών από τη σύναψη του ανωτέρω συμβολαίου, ήτοι σε χρονικό διάστημα που συνέπιπτε με το διάστημα, εντός του οποίου θα έπρεπε να αποδοθεί και το ανωτέρω φερόμενο ως δανεισθέν ποσό των 86.128,17 ευρώ, γεγονός από το οποίο, σε συνδυασμό και με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, συνάγεται ότι το αληθώς συμφωνηθέν τίμημα συνίστατο στο άθροισμα των ανωτέρω ποσών, εξ 63.871,83 και 86.128,17 ευρώ, ανερχόμενο, έτσι, στο προαναφερόμενο ποσό των 150.000 ευρώ. Ακολούθως, στις 2-10-2018, ο …………… απεβίωσε, αδιάθετος και χωρίς να αποκτήσει τέκνα, καταλείποντας, ως μοναδικούς κληρονόμους του, την εναγομένη, εν ζωή σύζυγό του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τον αδελφό του και πατέρα του ενάγοντος, ………., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, και τις ανιψιές του, ………. και …………., θυγατέρες του προαποβιώσαντος αδελφού του ……….., εκάστη, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου. Ο ενάγων, με την κρινομένη αγωγή του, ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω, αντιστοιχούν στο πραγματικό τίμημα της ως άνω πώλησης, ποσό των 150.000 ευρώ καταβλήθηκε, από τους αγοραστές, εξ ολοκλήρου στον ……………, ο οποίος ουδέποτε μέχρι τον ανωτέρω χρόνο του θανάτου του, απέδωσε σε αυτόν την αναλογία του, η οποία αντιστοιχούσε στο 1/3 του ως άνω ποσού και ανήρχετο, έτσι, στο ποσό των 50.000 ευρώ. Προς επιστήριξη του ως άνω ισχυρισμού του, προσκομίζει την υπ’ αριθμ. …………./2023 ένορκη βεβαίωση του πατρός του, . …….., σύμφωνα με την οποία, ενώ ο …….. εισέπραξε από την εκποίηση του ως άνω ακινήτου, σε μετρητά, συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, -εκ του οποίου το ποσό των 86.128,17 ευρώ έλαβε από τους αγοραστές, στις 3-12-2005, όπως προκύπτει από το με την ίδια ημερομηνία «ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου», που υπεγράφη από τον …………. και τους ως άνω αγοραστές-, ουδέποτε, παρά τις επανειλημμένες σχετικές οχλήσεις του, κατέβαλε το ποσό των 50.000 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος υιού του. Πλην όμως, τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αναφορικά με τη μη καταβολή, από το …….., στον ενάγοντα της αναλογίας αυτού στο, αναγραφόμενο στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, τίμημα των 63.871,83 ευρώ, ήτοι, του ποσού των 21.290,61 ευρώ, αντικρούονται από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη, η υπ’ αριθμ. ………./13-2-2006 συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου ……………., στην οποία, στις 13-2-2006, ο ίδιος ο ως άνω ενόρκως βεβαιώσας δήλωσε, μαζί με την ………….., σύζυγό του, ως από κοινού ασκούντες τη γονική μέριμνα του, ανηλίκου τότε, ενάγοντος, καθώς και ο ………., ότι πληρώθηκαν εμπρόθεσμα και άτοκα από τους αγοραστές ολόκληρο το τίμημα των 63.871,83 ευρώ, που πιστώθηκε στο υπ’ αριθμ. ……./28-12-2005 συμβόλαιο του ανωτέρω Συμβολαιογράφου, και έτσι εξοφλούνται ολότελα από αυτούς, έναντι των οποίων ουδεμία απαίτηση διατηρούν, για την ως άνω αιτία. Περαιτέρω, όσον αφορά στην είσπραξη, από τον ……….., για λογαριασμό του ενάγοντος, της αναλογίας αυτού, επί του εκτός του ως άνω συμβολαίου, τιμήματος, η οποία ανήρχετο στο ποσό των 28.709,39 (86.128,17 Χ 1/3) ευρώ, και στην περαιτέρω ιδιοποίησή του, ουδόλως δικαιολογείται πως οι εκπροσωπούντες αυτόν γονείς του, γνωρίζοντας ότι έχει καταβληθεί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση, από 3-12-2005, στον …………., μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος των 150.000 ευρώ, ύψους 86.128,17 ευρώ, και χωρίς να έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό ο ενάγων, για την ως άνω αιτία, και, μάλιστα, χωρίς τη δέσμευση, εκ μέρους του …………., αναφορικά με την καταβολή στον ενάγοντα της αναλογίας του, επί του ανωτέρω καταβληθέντος ποσού ελλείψει σχετικού ισχυρισμού του τελευταίου, συνέπραξαν, πέντε μόλις ημέρες αργότερα, και δη, στις 8-12-2025, στη σύναψη του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και, εν συνεχεία, πολύ περισσότερο, και στην κατάρτιση, στις 13-2-2006, της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης του τιμήματος της ως άνω πώλησης, στην οποία, ως προεκτέθηκε, δήλωσαν ρητώς ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση από τους αγοραστές, για την εν λόγω αιτία. Συνεπώς, από την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αλλά και από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο ………….. έλαβε το σύνολο του τιμήματος των 150.000 ευρώ, από την πώληση του ανωτέρω ακινήτου, παρακρατώντας και χωρίς να αποδώσει, στη συνέχεια και μέχρι το θάνατό του, στις 2-10-2018, στον ενάγοντα, την επ’ αυτού, σε ποσοστό 1/3, αναλογία του, δοθέντος και του ότι στη διεκδίκηση της επικαλουμένης ως άνω αξιώσεώς του, με άσκηση αγωγής, προβαίνει ο ενάγων, δεκαοκτώ περίπου έτη μετά τη γένεση και τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξής της, -παρότι η σχετική άδεια εκποιήσεως του ως άνω ακινήτου παρασχέθηκε, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 456/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, για την εξυπηρέτηση οικονομικών αναγκών του για την ολοκλήρωση των επερχόμενων σπουδών του-, και, σε κάθε περίπτωση, πέντε περίπου έτη, μετά το θάνατο του θείου του, ……………… Στην αυτή δε, περί της μη αποδείξεως της οφειλής, στον ενάγοντα, του αιτουμένου με την αγωγή ποσού, εκ μέρους του ……………, κρίση ήχθη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά της οποίας, στρεφόμενος ο εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς του, επικαλείται ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, και δη, των διατάξεων των άρθρων 201, 202 και 1168 ΑΚ, καθώς και μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, παρερμηνεύοντας, ειδικότερα, το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. ……../13-11-1998 συμβολαίου γονικής παροχής εν ζωή του του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου ……….., έκρινε, με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι η τεθείσα στο ανωτέρω συμβόλαιο αίρεση περί μεταβίβασης της κυριότητας του ως άνω ακινήτου στον ………….., κατά την περίπτωση που εκείνος αποκτούσε τέκνα, ήταν διαλυτική, ενώ, στην πραγματικότητα, η αίρεση αυτή ήταν αναβλητική και, περαιτέρω, ότι μεταβιβάστηκε η ψιλή κυριότητα του ακινήτου στον …………, λίγο μετά το θάνατο της μητέρας του, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι, εφόσον δεν υπήρχε πρόβλεψη διατήρησης της γονικής παροχής μετά το θάνατό της ως άνω παρέχουσας και ο …………. δεν είχε αποκτήσει τέκνα, έως τότε, η κυριότητα του ακινήτου, μετά την επέλευση του θανάτου της, περιήλθε όχι στον …………., αλλά στους νόμιμους κληρονόμους της ως άνω παρέχουσας. Ο λόγος αυτός εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος, ως αλυσιτελής και, συνακόλουθα, απαράδεκτος, δοθέντος ότι οι ως άνω, προς επιστήριξη αυτού, αιτιάσεις, κατατείνουσες στην έλλειψη κυριότητας του ……………, επί του προαναφερομένου ακινήτου, ουδεμία επιρροή ασκούν στην κρινομένη υπόθεση, δοθέντος ότι η σχετική με αυτήν διαφορά έχει, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ενοχικό και όχι εμπράγματο χαρακτήρα. Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο τρίτος λόγος εφέσεως, καθ’ ο μέρος του ο εκκαλών επικαλείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι το αληθές τίμημα της πώλησης ανήρχετο στο ποσό των 63.871,83 ευρώ, καθώς ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι η εκκαλουμένη ουδόλως δέχθηκε ότι το αληθές τίμημα ανήλθε στο αναγραφόμενο στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ποσό των 63.871,83 ευρώ, αντιθέτως, κατά τα, επί λέξει, διαλαμβανόμενα στο οικείο χωρίο της, σύμφωνα με τα οποία «Μολονότι, όμως, στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 63.871,83 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 42.581,22 ευρώ (2/3 Χ 63.871,93 ευρώ = 42.581,22 ευρώ) αντιστοιχούσε στο υπό διαλυτική αίρεση δικαίωμα πλήρους κυριότητας του …………….. και το ποσό των 21.290,61 ευρώ (1/3 Χ 63.871,93 ευρώ = 21.290,61 ευρώ) αντιστοιχούσε στο δικαίωμα προσδοκίας του τότε ανηλίκου ενάγοντος, το πραγματικό τίμημα ανήλθε στο σποό των 150.000 ευρώ.», έγινε, με αυτήν, δεκτό ότι το αληθώς συμφωνηθέν τίμημα, για την ως άνω πώληση, ανήρχετο στο ποσό των 150.000 ευρώ. Επίσης, ο εκκαλών, με τον τέταρτο λόγο εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261, 338, 351 και 352 ΚΠολΔ, και εκτίμηση των αποδείξεων, αντιπαρήλθε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ότι το αληθές τίμημα πώλησης του ως άνω ακινήτου ανήλθε σε 150.000 ευρώ και όχι σε 63.871,83 ευρώ και ότι αυτό καταβλήθηκε, εξ ολοκλήρου, στον …………., ενώ, συγχρόνως, ουδένα ισχυρισμό προέβαλε, προς αντίκρουση του εγγράφου της, συναφθείσας μεταξύ του ………. και των …. και ………., συμβάσεως δανείου του ανωτέρω ποσού των 86.128,17 ευρώ, για το οποίο δεν έδωσε καμία εξήγηση, και δη, δεν ισχυρίσθηκε ούτε ότι, πράγματι, είχε συναφθεί, μεταξύ αυτών, σύμβαση δανείου, ούτε εάν το εν λόγω ποσό επεστράφη και πότε, από τους φερόμενους ως άνω οφειλέτες, στον φερόμενο δανειστή, ………., γεγονός που συνιστά δικαστική ομολογία της και παραδοχή της αγωγής του. Επί του ανωτέρω λόγου εφέσεως, λεκτέα είναι τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κατά την οποία κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του, εφόσον δε, η αλήθεια κάποιου ισχυρισμού δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, στο δικαστή απόκειται να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναχθεί ομολογία, παρά τη γενική άρνηση, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού (ΑΠ 357/99 ΕλλΔικ 40. 1567, ΑΠ 180/98 ΕλλΔικ 39. 850). Ομολογία (έμμεση) μπορεί να συναχθεί από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ, όταν ο διάδικος, κατά παράβαση της, από το άρθρο 261 ΚΠολΔ, υποχρεώσεως του να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του, οι οποίοι αποτελούν θέμα αποδείξεως, δεν αμφισβήτησε την αλήθεια τέτοιου ισχυρισμού και από τη γενική του άρνηση, σε συνδυασμό και με το σύνολο των λοιπών ισχυρισμών του, συνάγεται ομολογία (ΑΠ 885/02 ΕλλΔικ 44. 1347, ΑΠ 587/02 ΕλλΔικ 44. 482, ΑΠ 1537/97 ΕλλΔικ 39. 1321, ΕΠειρ 522/18 ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Εξάλλου, από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 261 εδ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση», προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, των προτάσεων (ΑΠ 1692/22, ΑΠ 176/18), ο τρόπος άσκησης της παρεχόμενης από τη διάταξη αυτή διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, γιατί αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 261/26, ΑΠ 1207/22, ΑΠ 308/20, ΑΠ 1259/18). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρωτοδίκως υποβληθέντων προτάσεων της εναγομένης, προκύπτει σαφής άρνηση του συνόλου της αγωγής, και δεν δύναται να συναχθεί, από αυτές, παρά τα ανωτέρω περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, οποιαδήποτε, άμεση ή έμμεση, ομολογία της. Ως εκ τούτου, ουδόλως έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη συνάγοντας ομολογία της εναγομένης, σχετικά με το αποδεικτέο γεγονός της επικαλουμένης στην αγωγή οφειλής του ……………, έναντι του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω λόγος εφέσεως να πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον, ως προεκτέθηκε, ουδόλως αποδείχθηκε η ένδικη οφειλή του ….., προς τον ενάγοντα, ουδεμία ευθύνη βαρύνει την εναγομένη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του ……., και δη, κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου κληρονομικής της μερίδα, προς καταβολή του αιτουμένου με την αγωγή ποσού. Επομένως, καθ’ ο μέρος κρίθηκε νόμιμη, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρελκούσης, για το λόγο τούτο, της έρευνας του ισχυρισμού της εναγομένης περί καταχρηστικής της ασκήσεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, απέρριψε, ομοίως, την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων, από τον εκκαλούντα, με τον τρίτο λόγο εφέσεως, ως ουσία αβάσιμων. Ο τελευταίος δε, με τον έκτο λόγο εφέσεώς του, ισχυρίζεται, επίσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως επεδίκασε, σε βάρος του, λόγω της ήττας του, για δικαστική δαπάνη της εναγομένης, το ποσό των 1.400 ευρώ, το οποίο κρίνεται υπερβολικό και, ως εκ τούτου, έπρεπε να επιδικασθεί μικρότερο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται, κατ’ άρθρο 193 ΚΠολΔ, αφού, με την ένδικη έφεση, προσβάλλεται, ταυτόχρονα, και η ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 555/17, ΕΠειρ 81/21, ΜονΕΠατρ 104/21, ΜονΕΑιγ 84/21, ΕΠειρ 83/19, ΜονΕΑ 46/19 ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά στο υπέρμετρο της επιδικασθείσας ως άνω δαπάνης, τυγχάνει απορριπτέος, ως αόριστος, καθώς ουδόλως διαλαμβάνεται σε αυτόν το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, και δη, αν ο καθορισμός τού, σε βάρος του εκκαλούντος, ποσού, για δικαστικά έξοδα, οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΑΠ 467/19, ΤριμΕΑνΚρ 21/26, ΜονΕΚερκ 23/26, ΜονΕΑ 456/25, ΜονΠειρ 525/25, ΜονΕΑ 331/24, ΜονΕΑιγ 84/21, ΕΠατρ 43/18, ΕΠειρ 24/16, ΕΑ 3808/14 ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, Η έφεση έκδ. 2015, σελ. 305). Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο ανωτέρω λόγος εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, δοθέντος ότι ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, κατ’ άρθρο 179 του ΚΠολΔ, είναι, σε κάθε περίπτωση, δυνητικός και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας (βλ. και ΑΠ 467/19, ΑΠ 85/19, ΑΠ 97/18, ΑΠ 1668/14, ΑΠ 19/14, ΑΠ 613/10, ΕΑ 594/22, ΜονΕΑιγ 84/21, ΕΠειρ 81/21 ΝΟΜΟΣ), το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή (ΕΑ 594/22, ΕΑ 161/22, ΕΔωδ 250/17 ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι εφέσεως προς έρευνα, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του ως άνω παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ την από 28-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.–
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.–
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ……/2025 παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.-ΚΑΙ
–ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 22.7.2027
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ