Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 511/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   511/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας :  Της εταιρίας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……….», Α.Φ.Μ. : …………., που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………. νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κουτσούλη (ΑΜΔΣ Καλαμάτας : …………).

Των εφεσίβλητων : 1) Της ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..» («……….»), Α.Φ.Μ.: ……….., που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού …………., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2) Του …………. ατομικά και ως νόμιμου εκπροσώπου της ως άνω ναυτικής εταιρίας «………………» («………..»), που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού …….., 3) Του …………….. και 4) Του …………., από τους οποίους ο τρίτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (ΑΜΔΣΠ : …………) και η πρώτη, ο δεύτερος και ο τέταρτος των εφεσίβλητων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παυλή (ΑΜΔΣΠ : ………).

Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-1-2017 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2017 αγωγή της κατά των εναγόμενων, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 2764/2021 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, αφενός κηρύχθηκε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και αφετέρου παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατόπιν κλήσης της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η υπόθεση συζητήθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και εκδόθηκε επ’ αυτής η με αριθμό 3173/2022 μη οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ανεστάλη η συζήτηση της αγωγής και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να παράσχει εγγυοδοσία για την καταβολή των δικαστικών εξόδων της δίκης αυτής, με κατάθεση χρηματικού ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εντός ορισμένης προθεσμίας. Στη συνέχεια και κατόπιν νέας κλήσης της ενάγουσας και μετά από επανασυζήτηση της υπόθεσης κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων εκδόθηκε η με αριθμό 683/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από  5-4-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8ης Μαΐου 2025, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αφενός και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης, του δεύτερου και του τέταρτου των εφεσίβλητων αφετέρου, παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ ο τρίτος εφεσίβλητος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 5-4-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων και κατά της με αριθμό 683/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την τακτική διαδικασία, επί της ασκηθείσας σε βάρος των εφεσίβλητων – εναγόμενων από 26-1-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./2017 αγωγής της εκκαλούσας – ενάγουσας, διώκουσας με αυτήν την επιδίκαση χρηματικής απαίτησής της σε βάρος των εναγόμενων, συνολικού ποσού 119.662,59 ευρώ, απορρέουσας από επικαλούμενες αδικοπρακτικές συμπεριφορές των εναγόμενων συνιστάμενες σε α) τετελεσμένη απάτη στο δικαστήριο και β) συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή της εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά το μέρος που κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 5-4-2024 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./5-4-2024 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του δικηγόρου Γεωργίου Παυλή (ΑΜΔΣΠ : …..) για τον εαυτό του ατομικά ως τρίτου εναγόμενου και ως πληρεξούσιου δικηγόρου των λοιπών εναγόμενων, στην ενάγουσα την 6-3-2024, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία (6-3-2024) επισημείωση του δικαστικού επιμελητή …… . στο κοινοποιηθέν στην ενάγουσα ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο η τελευταία (ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα) προσκομίζει μετ’ επικλήσεως στο παρόν Δικαστήριο, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./5-4-2024 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό …………../2024 e-παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 26-1-2017 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2017 αγωγή της η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών (……………..) εξέθετε ότι η πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρία (…………), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος της ο τρίτος εναγόμενος και καπετάνιος – προστηθείς της ο τέταρτος εναγόμενος, εκμεταλλεύεται το δεξαμενόπλοιο «Τ» και άσκησε εναντίον της (ενάγουσας) την από 21-6-2013 (αρ. κατ. δικ. …../2013) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία – Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), ότι με την αγωγή αυτή η πρώτη εναγόμενη ζήτησε να υποχρεωθεί η ίδια (ενάγουσα) να καταβάλει σε αυτήν (πρώτη εναγόμενη) το ποσό των 85.162,59 ευρώ νομιμοτόκως, για μεταφορές καυσίμων από Ασπρόπυργο και Ελευσίνα στην Καλαμάτα, επικαλούμενη τις αναφερόμενες στην αγωγή αυτή φορτωτικές και τη δήθεν εκπλήρωση εκ μέρους της στο ακέραιο των συμβατικών της υποχρεώσεων, καθώς και ότι επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε ερήμην της ενάγουσας η με αριθμό 1511/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία την έκανε δεκτή. Ακολούθως, ιστορούσε ότι την εξαφάνιση της απόφασης αυτής ζήτησε η ενάγουσα με την από 4-6-2015 με αριθμό κατάθεσης ……./2015 έφεσή της, καθώς και με τους από 14-12-2015 πρόσθετους λόγους, με το δικόγραφο των οποίων (πρόσθετων λόγων) πρότεινε επικουρικά ανταπαίτησή της προς συμψηφισμό, απορρέουσα από την αναλυτικώς εκτιθέμενη στο δικόγραφο αυτό των πρόσθετων λόγων αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, η οποία συνίστατο στην υπαίτια πρόκληση σε αυτήν (ενάγουσα) περιουσιακής ζημίας ύψους 88.595,18 ευρώ λόγω του υφιστάμενου ελλείμματος στις φορτωθείσες και παραδοθείσες σε αυτήν ποσότητες υγρών καυσίμων κατά τους μήνες Μάρτιο έως Αύγουστο 2012. Στη συνέχεια, ισχυριζόταν ότι η πρώτη εναγόμενη διέλαβε εν γνώσει του δεύτερου εναγόμενου ως νόμιμου εκπροσώπου αυτής στις από 21-9-2016 έγγραφες προτάσεις της και στην από 27-9-2016 προσθήκη – αντίκρουση της, που κατέθεσε η τελευταία στα πλαίσια της δίκης επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης και υπογράφονται από τον τρίτο εναγόμενο – πληρεξούσιο δικηγόρο της, ψευδείς και συκοφαντικούς για τη φήμη και το κύρος της ενάγουσας ισχυρισμούς, καθώς και ότι τους ισχυρισμούς αυτούς ανέπτυξε και προφορικά ο τρίτος εναγόμενος – πληρεξούσιος δικηγόρος της στη δικάσιμο της 22ης-9-2016 ενώπιον του δικάζοντος Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, και, μετά από πειθώ και φορτικότητα, επιβεβαίωσε ενόρκως κατά την ίδια ημέρα (22-9-2016) ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και ο τέταρτος εναγόμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας με επιμέλεια της πρώτης εναγόμενης, οι δε ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί συνίστανται στο ότι δήθεν δεν υπήρχαν ελλειμματικές φορτώσεις και παραδόσεις καυσίμων και ότι η ενάγουσα, η οποία δεν είχε διαμαρτυρηθεί σχετικά, ισχυριζόμενη το αντίθετο, ψευδόταν. Ακόμα, υποστήριζε ότι, μολονότι η ενάγουσα απέδειξε την αναλήθεια των ως άνω ισχυρισμών της πρώτης εναγόμενης και την αλήθεια των δικών της ισχυρισμών, εντούτοις η πρώτη εναγόμενη, εμμένοντας στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας και στα ως άνω ψεύδη της, πέτυχε ευνοϊκή γι’ αυτήν απόφαση, προκαλώντας στην ενάγουσα περιουσιακή βλάβη συνολικού ύψους 89.662,59 ευρώ, όπως αυτή αναλύεται ειδικότερα στην υπό κρίση αγωγή, αλλά και ηθική βλάβη, αφού, δια των ψευδών και συκοφαντικών αυτών ισχυρισμών της, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση δικαστών, γραμματέων των δικαστηρίων, άλλων πετρελαϊκών εταιριών και πρατηριούχων, προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και η φήμη της. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων της σε αναγνωριστικά, ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 89.662,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ασκήσεως της από 21-6-2013 αγωγής της πρώτης εναγόμενης εναντίον της, πλέον των εξόδων λήψεως απογράφου, σύνταξης επιταγής προς πληρωμή και επίδοσης αυτής, β) να αναγνωριστεί ότι έκαστος των εναγόμενων οφείλει να της καταβάλει, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ποσό των 30.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προκληθείσας εξαιτίας της προσβολής της φήμης και του κύρους της, γ) να απαγορευτεί στους εναγόμενους κάθε μελλοντική προσβολή της ενάγουσας, με την απειλή χρηματικής ποινής εναντίον τους, για κάθε παράβαση της απόφασης, ύψους 40.000,00 ευρώ και απαγγελία προσωπικής κράτησης, δ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και ε) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 2764/2021 οριστική απόφαση του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφενός κηρύχθηκε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και αφετέρου παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατόπιν της από 5-5-2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./2021 κλήσης της ενάγουσας η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) και συζητήθηκε την 11-1-2022 κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3173/2022 μη οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ανεστάλη η συζήτηση της αγωγής και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να παράσχει εγγυοδοσία για την καταβολή των δικαστικών εξόδων της δίκης αυτής με κατάθεση του χρηματικού ποσού των 9.573,00 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη νόμιμη κοινοποίηση της ανωτέρω απόφασης. Στη συνέχεια, μετά την κατάθεση του σχετικού γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατόπιν της από 24-3-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2023 κλήσης της ενάγουσας η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) κατά τη δικάσιμο της 13ης-6-2023 κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και επ’ αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 683/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δυνάμει αυτής, αφού απορρίφθηκε η αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας α) κατά το αίτημά της περί επιδίκασης ποσών για έξοδα λήψης απογράφου, σύνταξης επιταγής προς πληρωμή και επίδοσης αυτής, β) κατά το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και γ) κατά το αίτημά της περί απαγόρευσης κάθε μελλοντικής προσβολής της ενάγουσας, και εν μέρει ως μη νόμιμη ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα για απειλή χρηματικής ποινής και απαγγελία προσωπικής κράτησης και περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, απορρίφθηκε, κατά το μέρος που κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης (683/2024) παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της.

ΙΙΙ. Τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 730/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Για να γεννηθεί δε η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ, όπως το άρθρο 362 ΠΚ ίσχυε μέχρι την κατάργησή του (1-5-2024) δυνάμει των άρθρων 136 περ. α και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024. Από τις τελευταίες διατάξεις, με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα κατά της τιμής διαπραττόμενα αδικήματα, με τη βασική τριπλή διάκριση της εξύβρισης, δυσφήμησης (μέχρι την κατάργησή της) και συκοφαντικής δυσφήμησης, συνάγεται ότι με αυτές προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής, που θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπόληψης που θεμελιώνεται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα, που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψή τους. Ειδικά όμως, προκειμένου περί εταιριών, που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ο προϊσχύσας Ποινικός Κώδικας (μέχρι την κατάργησή του με το Ν. 4619/2019 με έναρξη ισχύος από την 1-7-2019) με το άρθρο 364 έκρινε άξιες προστασίας μόνο τις ανώνυμες εταιρίες, αλλά και η προστασία αυτή είναι περιορισμένη, αφού παρέχεται μόνο όταν προσβάλλεται η οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της και η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή (ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 718/2017, ΕφΠειρ 352/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 και 3 ΠΚ (καταργηθείσα ήδη με το Ν. 4619/2019), όποιος ισχυρίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά τις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, ενώ αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά συνέπεια, θεσπιζόταν ως ιδιαίτερο έγκλημα η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, που προστάτευε την οικονομική πίστη και εμπιστοσύνη της (ΑΠ 1558/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

Άλλωστε, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 845/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρο 536 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Τέλος, κατά το άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος, ως  απαράδεκτης, όταν η αγωγή αυτού είχε απορριφθεί πρωτοδίκως για τυπικό λόγο, το δε εφετείο κρίνει αυτή απορριπτέα για άλλο, τυπικό επίσης, λόγο, με  αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η αντικαθιστώσα αιτιολογία δεν επάγεται δυσμενέστερες για τον εκκαλούντα συνέπειες. Στην περίπτωση αυτή το εφετείο πρέπει να εξαφανίσει  προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση. Συνεπώς, αν από το αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης, με το οποίο αντικαθίσταται εκείνο της πρωτόδικης, μπορεί να προκύψει δεδικασμένο, όπως όταν συνίσταται σε κρίση για την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, ενώ τέτοια δυσμενή γι’ αυτόν συνέπεια, δεν επάγεται η αιτιολογία της πρωτοβάθμιας απόφασης, όπως όταν η αγωγή είχε κριθεί ως αόριστη, οπότε δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο και ο ενάγων δύναται να επανέλθει με νέα αγωγή που δεν έχει την ίδια ατέλεια, το εφετείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία και να απορρίψει την έφεση ως  απαράδεκτη, χωρίς προηγούμενη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης. Αν, παρά ταύτα, πράξει τούτο, καθιστά την απόφασή του αναιρετέα, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη του πράγματα  μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), αλλά και γιατί παρά το νόμο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) [ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1279/2004, ΑΠ 1566/1998 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

IV. Με την ένδικη αγωγή της, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, η ενάγουσα εξέθετε ότι η πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος της ο τρίτος εναγόμενος και καπετάνιος – προστηθείς της ο τέταρτος εναγόμενος, στις από 21-9-2016 προτάσεις της και στην από 27-9-2016 προσθήκη της στη δίκη επί της έφεσης της ίδιας (ενάγουσας) κατά της με αριθμό 1511/2015 ερήμην απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διέλαβε ψευδή γεγονότα και συκοφαντικούς για την ίδια (ενάγουσα) ισχυρισμούς, των οποίων έλαβαν γνώση τρίτοι, όπως δικαστές και γραμματείς των δικαστηρίων, άλλες πετρελαϊκές εταιρίες και πρατηριούχοι, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι τους αναληθείς και συκοφαντικούς αυτούς ισχυρισμούς ανέπτυξε και προφορικά ο τρίτος εναγόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης και του δεύτερου των εναγόμενων κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του δικάζοντος Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 22ης-9-2016, στην οποία επιπλέον εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας με επιμέλεια της πρώτης εναγόμενης ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος επανέλαβε και επιβεβαίωσε τους προειρημένους ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς της πρώτης εναγόμενης σε βάρος της ίδιας (ενάγουσας) και ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι, που ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων και διέδωσαν εν γνώσει τους γεγονότα ψευδή, τα οποία αφορούσαν στις επιχειρήσεις της ενάγουσας και μπορούσαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά τις επιχειρήσεις της ενάγουσας, έχουν διαπράξει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης της τελευταίας ως ανώνυμης εταιρίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την περιουσιακή και μη ζημία της, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, αντιστοίχως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (683/2024), η οποία έκρινε, κατά το μέρος αυτό, νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί αδικοπραξία συνιστάμενη σε συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, είναι μη νόμιμη, διότι μετά την κατάργηση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 364 ΠΚ με το Ν. 4619/2019 δεν υφίστανται τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας ως βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγόμενων, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ενώ ήταν μη νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου. Πρέπει συνακόλουθα, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλούσα – ενάγουσα παραπονείται για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως χωρίς ειδικό προς τούτο παράπονο τη νομιμότητα αυτής, να την απορρίψει κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη, αφού πρώτα εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, διότι δεν επιτρέπεται αντικατάσταση αιτιολογίας, δεδομένου ότι άγει σε διάφορο κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και δικαστεί, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί κατά το μέρος που στηρίζεται σε αδικοπραξία συνιστάμενη σε συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας ως νόμω αβάσιμη, γιατί η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη από την εκκαλουμένη απόφαση και οι συνέπειες από την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό είναι διαφορετικές. Και τούτο διότι η απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, σε σχέση με την απόρριψή της ως απαράδεκτης ή ως μη νόμιμης, δημιουργεί διαφορά ως προς την εμβέλεια των αντικειμενικών ορίων του παραγόμενου δεδικασμένου και επιπλέον πρόκειται για επιτρεπτή εντός των ορίων της έφεσης έρευνα του παραδεκτού και της νομιμότητας της αγωγής, χωρίς να χειροτερεύει η θέση της εκκαλούσας (ΑΠ 12/1992, ΕφΑθ 5209/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη.

V. Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, ως ίσχυε πριν καταργηθεί με το Ν. 4619/2019, “όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο 386 παρ. 1 του ισχύοντος από 01-07-2019 νέου ΠΚ, “Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή…..”. Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 386 ΠΚ, τόσο του προγενέστερου όσο και του ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (Ολ ΑΠ 3/19) και η οποία βλάβη υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (“υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση”) και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. Περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του ιδίου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οποιουδήποτε εξ αυτών και είναι παράνομο το όφελος, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντα. Περαιτέρω, απάτη μπορεί να τελεστεί και με την παραπλάνηση του Δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται ενώπιόν του ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσκομιδή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το Δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσκομιδή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ είναι σε απόπειρα, όταν, παρά την προσκόμιση των απατηλών στοιχείων, το Δικαστήριο απορρίπτει αυτά ως μη αληθινά ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση (ΑΠ 354/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 1071/2021, ΑΠ 126/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

VI. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρία με την επωνυμία «……………..» άσκησε κατά της ενάγουσας την από 21-6-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία εξέθετε ότι δραστηριοποιείται στο χώρο των θαλάσσιων μεταφορών καύσιμης ύλης με το υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο «Τ», με αριθμό νηολογίου Πειραιά …………., πλοιοκτησίας της, η δε εναγόμενη (νυν ενάγουσα) έχει αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία πετρελαιοειδών, καυσίμων και λιπαντικών, διαθέτοντας δικές της εγκαταστάσεις στην …….. Επίσης, η πρώτη εναγόμενη εξέθετε στην αγωγή της αυτή ότι κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2012 συνήψε με την ενάγουσα εταιρία πετρελαιοειδών συμβάσεις ναύλωσης, δυνάμει των οποίων ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη την υποχρέωση να μεταφέρει δια του ως άνω πλοίου της τις εκτιθέμενες στην αγωγή ποσότητες πετρελαιοειδών από τα διυλιστήρια των ΕΛΠΕ στον Ασπρόπυργο και την Ελευσίνα στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην …….., έναντι συνολικού ναύλου, ποσού 85.162,59 ευρώ, εξέδωσε δε για τις εν λόγω μεταφορές τις με αριθμό …/2-6-2012, …../14-7-2012 και ……/6-8-2012 φορτωτικές και, παρότι εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις της, η ενάγουσα – ναυλώτρια δεν της κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό του ναύλου, το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει, πλέον τόκων και εξόδων. Η ως άνω αγωγή συζητήθηκε την 17-2-2015, ερήμην της (εναγόμενης και) νυν ενάγουσας και εκδόθηκε επ’ αυτής η με αριθμό 1511/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η ενάγουσα (………….) να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη (………………) το ποσό των 85.162,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε την από 4-6-2015 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2015 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………/2015 ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έφεσή της, καθώς και τους από 14-12-2015 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2015 πρόσθετους λόγους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης (1511/2015), ώστε να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή. Επί της έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων εκδόθηκε η με αριθμό 518/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), δυνάμει της οποίας, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ, έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή και υποχρεώθηκε η ενάγουσα (…………….) να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη (…………..) το ποσό των 85.162,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ καταδικάστηκε και στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της πρώτης εναγόμενης, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ύψους 4.500,00 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι οι ποσότητες, για τις οποίες εκδόθηκαν οι ένδικες φορτωτικές, ήταν ελλειμματικές και ότι οι αναγραφόμενες σε κάθε φορτωτική ποσότητες δεν ήταν αληθινές, γεγονός που γνώριζε η πρώτη εναγόμενη δια των εκπροσώπων της και του πλοιάρχου του πλοίου της, οι οποίοι κατ’ αυτό τον τρόπο συγκάλυπταν την παράνομη σε βάρος της (ενάγουσας) συμπεριφορά των εκπροσώπων της εταιρίας ……………, με αποτέλεσμα από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης και του πλοιάρχου της να ζημιωθεί η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2012 έως και τον Αύγουστο του αυτού έτους, έναντι της ……………. και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου κατά το συνολικό ποσό των 88.595,18 ευρώ, από το οποίο ποσό 62.784,14 ευρώ αφορά την αξία τράνζιτ και ποσό 25.811,04 ευρώ την αξία ελλείμματος δασμού, την εν λόγω ανταπαίτησή της δε, πρότεινε επικουρικά σε συμψηφισμό. Επιπλέον, με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο έφεσης ιστορούσε ότι κατά των εκπροσώπων των …. και κατά παντός υπευθύνου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 120.000,00 ευρώ, που εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, κατόπιν άσκησης από αυτήν της από 30-12-2013 (ΑΒΜ : ………………) μηνυτήριας αναφοράς της, σχετικής με τα ανωτέρω γεγονότα. Το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προαναφερόμενη με αριθμό 518/2016 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού της ενάγουσας με το παρακάτω σκεπτικό : «Η (μη προσκομιζόμενη) μήνυση, στην οποία αναφέρεται η εναγόμενη για να στηρίξει την από αυτή επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εκπροσώπων της ενάγουσας, δεν στρέφεται, κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, ρητά κατ’ αυτών ούτε κατά του πλοιάρχου ούτε απαγγέλθηκε εναντίον τους κατηγορία για το ανωτέρω αδίκημα (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. ……/30-1-2015 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), ούτε εξάλλου η εναγόμενη ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Για τις μεταφερθείσες ποσότητες καυσίμων τους μήνες Μάρτιο 2012 και Απρίλιο 2012, από τις οποίες ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι λόγω των ελλειμματικών τους παραδόσεων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 19.844,93 και 20.553,06 ευρώ, αντιστοίχως, ποσό το οποίο περιλαμβάνει στον υπολογισμό του ποσού των 88.595,18 ευρώ που προτείνει σε συμψηφισμό, αυτή (εναγόμενη) εντούτοις κατέβαλε στην ενάγουσα τον αντίστοιχο ναύλο (βλ. την υπ’ αριθ. ……/8-6-2012 απόδειξη είσπραξης ποσού 26.478,78 εκδοθείσα για τη φορτωτική με αριθμό ……./8-3-2012 και την υπ’ αριθ. …./6-7-2012 απόδειξη είσπραξης ποσού 28.650,34 ευρώ εκδοθείσα για τη φορτωτική με αριθμό ……/22-4-2012, δηλαδή για τις μεταφορές Μαρτίου 2012 και Απριλίου 2012). Επιπροσθέτως, μετά από διαμαρτυρία της εναγόμενης για ελλειμματικές παραδόσεις, η οποία έλαβε χώρα τον Αύγουστο του έτους 2011, σε απάντηση προτάσεως της ενάγουσας για αναπροσαρμογή του ναύλου, από το ποσό των 7,50 ευρώ ανά κυβικό μέτρο στο ποσό των 9,50 ευρώ, η ενάγουσα, αφού κατηγορηματικά αρνήθηκε τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της (ενάγουσας), κάλεσε την εναγόμενη να συμπράξει στη μέτρηση των ποσοτήτων καυσίμων επί του ανωτέρω πλοίου αποστέλλοντας επιθεωρητή ή εκπρόσωπό της τόσο κατά τη φόρτωση όσο και κατά την εκφόρτωση αυτών (βλ. την από 25-8-2011 τηλεομοιοτυπική επιστολή – ώρα 16.27- του εκπροσώπου της ενάγουσας …………….. προς τον εκπρόσωπο της εναγόμενης . …………..). Όμως, η εναγόμενη όχι μόνο αρνήθηκε να συμπράξει σε τέτοια καταμέτρηση θεωρώντας ότι αποτελούσε αλλαγή στη μέχρι τότε συνεργασία τους (βλ. την από 25-8-2011 ώρα 20.28 τηλεομοιοτυπική επιστολή του ………….. προς την ενάγουσα), αλλά συνέχισε τη συνεργασία της με την ενάγουσα χρησιμοποιώντας για τη μεταφορά πετρελαιοειδών το ίδιο πλοίο για ένα ακόμα έτος (έως τον Αύγουστο του 2012), καταβάλλοντας η ίδια, μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012, εξ ολοκλήρου τον ναύλο. Επιπροσθέτως, ενώ η εναγόμενη είχε ισχυρισμούς περί ελλειμματικής παραδόσεως των μεταφερομένων προϊόντων, δεν άσκησε κατά της ενάγουσας τα από το άρθρο 148 ΚΙΝΔ δικαιώματά της, αφού δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικές αγωγές αποζημιώσεως. Όπως ανωτέρω αναφέρεται, μετά τη φόρτωση του ένδικου πλοίου με τα μεταφερόμενα καύσιμα γινόταν σφράγιση των δεξαμενών και βανών αυτού από την αρμόδια τελωνειακή αρχή και συντασσόταν το σχετικό πρωτόκολλο, σε όλα δε τα πρωτόκολλα, που αφορούν στις ένδικες φορτωτικές, αναγραφόταν η ίδια ποσότητα καυσίμων, που αναφέρεται και στις φορτωτικές. Πριν δε την εκφόρτωση του πλοίου συντασσόταν από την αρμόδια τελωνειακή αρχή πρωτόκολλο σφραγίσεως και καταμετρήσεως των δεξαμενών της εναγόμενης και μετά την εκφόρτωση γινόταν καταμέτρηση των ποσοτήτων μέσα στις δεξαμενές της εναγόμενης, ώστε να καθορισθεί η παραληφθείσα ποσότητα καυσίμων, μετρήσεις κατά τις οποίες, όπως προαναφέρεται, ευρέθησαν οι ανωτέρω αποκλίσεις. Επιπροσθέτως, όπως ανωτέρω αναλύεται, στα συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα (ΣΔΕ) που αφορούν στις ένδικες φορτωτικές, οι ποσότητες των καυσίμων που αναγράφονται ως φορτωθείσες είναι οι ίδιες με τις αναφερόμενες σε κάθε ένδικη φορτωτική. Περαιτέρω, δεν εξηγεί η εναγόμενη γιατί, ενώ γνώριζε τις προαναφερόμενες αποκλίσεις κατά τις παραδόσεις των καυσίμων, εντούτοις κατέβαλε, όπως ισχυρίζεται, στο Ελληνικό Δημόσιο τους ανάλογους δασμούς, ενώ δεν ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στα ……….. το αντίστοιχο τίμημα (δεν αποδεικνύεται δηλαδή ισόποση μείωση της περιουσίας της) παρά μόνο ότι χρεώθηκε με το αντίστοιχο τίμημα από την …………., η οποία εξέδωσε τα σχετικά τιμολόγια. Η οποιαδήποτε δε διαφορά ως προς το ύψος του οφειλομένου τιμήματος αναφορικά με τις προαναφερόμενες ποσότητες καυσίμων αφορά στις σχέσεις μεταξύ της προμηθεύτριας-πωλήτριας, δηλαδή της, μη διαδίκου εν προκειμένω, …………., που εξέδωσε τα σχετικά τιμολόγια και της αγοράστριας, δηλαδή της εναγόμενης. Ενόψει τούτων, δεν αποδεικνύεται ούτε η επικαλούμενη από την εναγόμενη ζημία σε βάρος της περιουσίας της ποσού 88.595,18 ευρώ αλλά ούτε παράνομη και υπαίτια πράξη των εκπροσώπων της ενάγουσας ή του πλοιάρχου του ανωτέρω δεξαμενόπλοιου. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος του ανωτέρω δεξαμενόπλοιου ……………. 9,431 κυβικών μέτρων, στην οποία ωστόσο αναφέρεται ως αναγραφόμενη ποσότητα στη φορτωτική, 2.591,382 κυβικά μέτρα, ενώ η αναγραφόμενη στην ένδικη υπ’ αριθ. ……/14-7-2012 φορτωτική αλλά και στα ΣΔΕ (βλ. προαναφερόμενα) ποσότητα ήταν (συνολικά) 2.691,382 κυβικά μέτρα, ενώ άλλες παρόμοιες επιστολές διαμαρτυρίας που επικαλείται η εναγόμενη αφορούν στα έτη 2007 και 2009 και τον Ιανουάριο 2012, δηλαδή όχι τις ένδικες μεταφορές. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη διατηρεί κατά της ενάγουσας απαίτηση ύψους 88.595,18 και η προταθείσα ένσταση συμψηφισμού είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη». Σημειωτέον ότι η παραπάνω απόφαση (518/2016) έχει καταστεί αμετάκλητη, καθώς δυνάμει της με αριθμό 1963/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 16-1-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../2017 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας κατά της απόφασης αυτής. Επομένως, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, προκύπτουν εναργώς οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε (αμετάκλητα ήδη) ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η ζημία της ενάγουσας, ούτε παράνομη και υπαίτια πράξη των εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης ή του πλοιάρχου της και συνακόλουθα, απορρίφθηκε η προταθείσα ένσταση συμψηφισμού, οι οποίοι συνοπτικά συνίστανται στο ότι : α) η ενάγουσα δεν υπέβαλε μήνυση κατά αυτών για την αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης, σε αντίθεση με την ……………., β) για τις μεταφερθείσες ποσότητες καυσίμων των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2012 η ενάγουσα κατέβαλε τους ναύλους στην πρώτη εναγόμενη, παρά τους ισχυρισμούς της για ελλειμματικές παραδόσεις, γ) παρά τις διαμαρτυρίες της ενάγουσας για ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμων τον Αύγουστο του έτους 2011 προς την πρώτη εναγόμενη, αυτή (ενάγουσα) αρνήθηκε, στη συνέχεια, μετά από πρόσκλησή της από την τελευταία, να συμπράττει με δικό της εκπρόσωπο στις μετρήσεις των καυσίμων τόσο κατά τη φόρτωση, όσο και κατά την εκφόρτωση, και συνέχισε τη συνεργασία της ως είχε μαζί της για ένα ακόμη έτος, καταβάλλοντας τους οφειλόμενους κάθε φορά ναύλους, και δ) η ενάγουσα δεν άσκησε αγωγές αποζημίωσης, παρότι ήταν ενήμερη για τις διαφορές, που προέκυπταν από τις μετρήσεις των καυσίμων κατά την εκφόρτωσή τους στις εγκαταστάσεις της. Την κρίση της δε αυτή επιβεβαίωσε από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου είχε αποστείλει στις 14-7-2012 προς τη (φορτώτρια) ……………… επιστολή διαμαρτυρίας για ελλειμματική φόρτωση, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι στις από 21-9-2016 προτάσεις της πρώτης εναγόμενης, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον …………., δεύτερο εναγόμενο, που υπέγραψε ο τρίτος εναγόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά τη δικάσιμο της 22ης-9-2016, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω ψευδείς κατά την ενάγουσα ισχυρισμοί : «Πλην όμως η εναγόμενη ουδόλως ισχυρίζεται ποιες ήταν οι κατ’ αυτή φορτωθείσες ποσότητες και πόσο υπολείπονταν των πραγματικών, πράγμα που αποδεικνύει όχι απλώς την αοριστία των ισχυρισμών της, αλλά και την παντελή αβασιμότητα αυτών… η εναγόμενη ομιλεί αορίστως για ελλείμματα από φορτώσεις και παραδόσεις καυσίμων, χωρίς να αμφισβητεί ότι παρέλαβε τις ποσότητες φορτίων που αναφέρονται στις ένδικες και προσκομιζόμενες φορτωτικές (Βλ. Σχετ. 2, 5 και 8), καθώς επίσης χωρίς να αναφέρει ποια ήταν τα δήθεν ελλείμματα …» (σελ. 14 των προτάσεων της πρώτης εναγόμενης). Ωσαύτως, στην από 27-9-2016 προσθήκη-αντίκρουση της πρώτης εναγόμενης, που ομοίως κατατέθηκε στην προαναφερόμενη εφετειακή δίκη, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω ψευδείς κατά την ενάγουσα ισχυρισμοί : «Όμως η αντίδικος επειδή ψεύδεται, αοριστολογεί και δεν προσδιορίζει μία φόρτωση, η οποία είχε έλλειμμα και πόσο ήταν αυτό το δήθεν έλλειμμα. … Η αντίδικος ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλείται ή προσκομίζει ότι κατά την εκφόρτωση του φορτίου υπήρξε οιοδήποτε έλλειμμα. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τη φόρτωση, ήτοι η αντίδικος ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλείται ή προσκομίζει σχετικά με τις ένδικες φορτωτικές και δη ότι φορτώθηκαν λιγότερες ποσότητες από τις αναγραφείσες σε αυτές.» (σελ. 33, 34 και 36 της προσθήκης – αντίκρουσης της πρώτης εναγόμενης). Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ……………., τέταρτος εναγόμενος, κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας με επιμέλεια της πρώτης εναγόμενης στο ακροατήριο του Εφετείου κατά την αυτή δικάσιμο (22-9-2016), μεταξύ άλλων, τα εξής αναληθή κατά την ενάγουσα περιστατικά : «…Δεν είχε διαπιστωθεί έλλειμμα. Στην στεριά δεν ξέρω τι γίνεται. Η φόρτωση γινόταν στην Ελευσίνα και παρέδιδα τα λίτρα που παραλάμβανα… Όσο φορτίο φορτώνουμε τόσο παραδίδουμε… Οι ποσότητες που μας δίνουν τα …….. μπορεί να έχουν μικρές αποκλίσεις. Στις τρεις τελευταίες δεν υπήρχαν διαφορές. Από το 2010 δεν υπήρχε έλλειμμα.». Η δε ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς, που η πρώτη εναγόμενη πρόβαλε στο Εφετείο με τις προτάσεις και την προσθήκη – αντίκρουση, υποστηριζόμενους από την ανωτέρω ψευδή μαρτυρική κατάθεση του τέταρτου εναγόμενου, παραπλανήθηκε το δικαστήριο και εξέδωσε ευνοϊκή για την πρώτη εναγόμενη απόφαση (518/2016), απορρίπτοντας την ένσταση συμψηφισμού, που παραδεκτώς και βασίμως πρόβαλε η ενάγουσα στο Εφετείο. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το Εφετείο κατέληξε στην απορριπτική της ένστασης κρίση του εξαιτίας των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών της πρώτης εναγόμενης, καθότι ουδεμία ειδική μνεία ή άλλου είδους αναφορά κάνει σε αυτούς στο αιτιολογικό της απόφασής του (518/2016) [αν και προφανώς τους συνεκτίμησε προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης]. Εξάλλου, το βάρος απόδειξης της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης φέρει ο ενιστάμενος και εν προκειμένω η ενάγουσα, η οποία, παρά τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, δεν έπεισε το δικαστήριο για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης συμψηφισμού, με αποτέλεσμα την απόρριψη αυτής και εκ τούτου παρέπεται ότι η απορριπτική της ένστασης κρίση του Εφετείου δεν δύναται να αποδοθεί σε παραπλάνηση του δικαστηρίου από τους αντιδίκους της, αλλά στο γεγονός ότι η ενάγουσα ως  ενιστάμενη δεν ανταποκρίθηκε επιτυχώς στο σχετικό βάρος απόδειξης. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω ισχυρισμοί της πρώτης εναγόμενης, που περιέχονται στις προτάσεις και στην προσθήκη της, προβλήθηκαν, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό τους, ως αρνητικοί της ένστασης συμψηφισμού ισχυρισμοί της, συνιστάμενοι α) σε ανυπαρξία ελλειμματικών φορτώσεων και ανυπαρξία σχετικών διαμαρτυριών εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία υποστήριζε τα αντίθετα, άλλως ως αμυντικοί ισχυρισμοί, συνιστάμενοι β) σε αοριστία των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπό εξέταση ένσταση, άλλως γ) σε ουσιαστική αβασιμότητα της ένστασης λόγω έλλειψης σχετικών αποδεικτικών μέσων εκ μέρους της ενιστάμενης, με προφανή σκοπό την αποδόμηση της ένστασης και τη συνακόλουθη απόρριψη αυτής από το δικαστήριο. Επιπλέον, από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο των ψευδών κατά την ενάγουσα ισχυρισμών της πρώτης εναγόμενης διαπιστώνεται ευκρινώς ότι αυτοί δεν συνδέονται με κάποιο γεγονός, δηλαδή περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρελθόν ή το παρόν, δεκτικό απόδειξης (πρβλ. ΑΠ 1017/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ώστε να μπορεί να διακριβωθεί ως ανταποκρινόμενο ή μη στην πραγματικότητα, διαφορετικό ή πρόσθετο σε σχέση με εκείνα που στηρίζουν την προβαλλόμενη ένσταση [ενδεχομένως στα πλαίσια μίας αντένστασης, που θα μπορούσε να προβάλει η πρώτη εναγόμενη], αλλά οι αρνητικοί και αμυντικοί της ένστασης ισχυρισμοί της πρώτης εναγόμενης κατατείνουν απλώς σε χαρακτηρισμούς και αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με τους θεμελιωτικούς της ένστασης ισχυρισμούς της αντιδίκου της, και συγκεκριμένα τους χαρακτηρίζουν περιφραστικά ως ανύπαρκτους, αόριστους και αναπόδεικτους και ως εκ τούτου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν μπορεί τέτοιοι ισχυρισμοί όπως οι ένδικοι ισχυρισμοί της πρώτης εναγόμενης, στο μέτρο που αποτελούν απλούς και συνήθεις στη νομική ορολογία χαρακτηρισμούς, να είναι ψευδείς ή αληθείς. Πέραν των ανωτέρω, όμως, και με δεδομένο ότι η ένορκη κατάθεση του τέταρτου εναγόμενου συνεκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο από το Εφετείο προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης κατά την έκδοση της απόφασής του, αποδεικνύεται ότι σε κάθε περίπτωση η κατάθεση αυτή δεν αποτελούσε ψευδές αποδεικτικό στοιχείο, που προσκομίστηκε από τους λοιπούς εναγόμενους προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, όπως αβασίμως διατείνεται η ενάγουσα. Και τούτο διότι το αληθές της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα ότι οι φορτωθείσες ποσότητες δεν ήταν ελλειμματικές σε σχέση με τις αναφερόμενες στις επίδικες φορτωτικές, προκύπτει από το γεγονός ότι μετά τη φόρτωση των αναφερόμενων στην από 21-6-2013 αγωγή πετρελαιοειδών στο δεξαμενόπλοιο της πρώτης εναγόμενης συντάχθηκαν τα από 2-5-2012 (προφανώς εκ παραδρομής αντί του ορθού 2-6-2012), 14-7-2012 και 6-8-2012 πρωτόκολλα σφράγισης δεξαμενών και βανών, τα οποία συνυπογράφηκαν από τον εκάστοτε επιτετραμμένο υπάλληλο του αρμόδιου κάθε φορά Τελωνείου, καθώς και από τον τέταρτο εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως πλοιάρχου του πλοίου, στα οποία αναγράφηκαν ως φορτωθείσες ποσότητες καυσίμων (α. 1.399,340 κυβικά μέτρα αμόλυβδης βενζίνης και 1.349,320 κυβικά μέτρα πετρελαίου κίνησης, β. 1.996,243 κυβικά μέτρα αμόλυβδης βενζίνης και 695,139 κυβικά μέτρα πετρελαίου κίνησης και γ. 1.366,46 κυβικά μέτρα αμόλυβδης βενζίνης και 1.339,130 κυβικά μέτρα πετρελαίου κίνησης, αντίστοιχα) οι αναφερόμενες στις επίδικες με αριθμό …/2-6-2012, …./14-7-2012 και …../6-8-2012 φορτωτικές αντίστοιχα. Τα δε πιο πάνω πρωτόκολλα σφράγισης δεξαμενών και βανών του Ζ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Πειραιά, του Δ΄ Τελωνείου Ε.Σ. Πειραιά και του Δ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Πειραιά, αντιστοίχως, είχε προσκομίσει μετ’ επικλήσεως η ίδια η ενάγουσα στη συζήτηση της έφεσής της, όπως προκύπτει άλλωστε από τις από 22-9-2016 προτάσεις (σελ. 29), που είχε καταθέσει στην ανωτέρω δίκη. Οι διαφορές δε, που επικαλείται η ενάγουσα, σε σχέση με τις παραδοθείσες ποσότητες και προκύπτουν από τα πρωτόκολλα σφράγισης και καταμέτρησης δεξαμενών, παρουσία ελεγκτή του Τελωνείου Καλαμάτας, εκπροσώπου της ενάγουσας και χημικού του Γενικού Χημείου του Κράτους, ουδόλως αναιρούν τα ανωτέρω εκτιθέμενα, καθώς οι μετρήσεις αυτές έγιναν μετά την εκφόρτωση και αφορούσαν τις ευρεθείσες ποσότητες καυσίμων εντός των δεξαμενών στις εγκαταστάσεις της ίδιας της ενάγουσας (στην ………). Σημειωτέον ότι η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή της, ισχυρίζεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία λόγω της απόρριψης της ένστασης συμψηφισμού, η οποία, εάν γινόταν δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, θα επέφερε την απόρριψη εν όλω της εναντίον της ασκηθείσας αγωγής και δεν την συνδέει με τους λοιπούς λόγους έφεσης, που πρότεινε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρνούμενη τη βάση της αγωγής, τους οποίους, άλλωστε, δεν επαναλαμβάνει. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω, η αποδιδόμενη με τους αγωγικούς ισχυρισμούς πράξη της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο εκ μέρους των εναγόμενων, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε το ψευδές των ισχυρισμών της πρώτης εναγόμενης ούτε το ψευδές του περιεχομένου της μαρτυρικής κατάθεσης του τέταρτου εναγόμενου ως αποδεικτικού μέσου, που επικαλέστηκαν οι λοιποί εναγόμενοι προς υποστήριξη των φερόμενων ως ψευδών ισχυρισμών τους, πολλώ δε μάλλον δεν προέκυψε τυχόν παραπλάνηση του δικαστηρίου (Εφετείου), εξαιτίας της οποίας εκδόθηκε η ευνοϊκή για την πρώτη εναγόμενη δικαστική απόφαση. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι από την απόρριψη από το Εφετείο της προταθείσας από την ενάγουσα ένστασης συμψηφισμού έχει παραχθεί δεδικασμένο, κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αλλά αυτό δεν εκτείνεται στην παρούσα δίκη, όπου το αντικείμενο της είναι η απάτη στο δικαστήριο ένεκα των ψευδών ισχυρισμών των εναγόμενων, απορριπτόμενης για το λόγο αυτό της ένστασης δεδικασμένου, που προτείνουν οι τελευταίοι με τις προτάσεις τους. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα κατηγορητήριο σε βάρος του τέταρτου εναγόμενου και του ……….., μη διάδικου προσώπου, ομοίως πλοιάρχου του δεξαμενόπλοιου Τ, για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης (Α.Β.Μ. : …………..), δεν έχει άμεση σχέση με την ένδικη υπόθεση, ούτε αποτελεί βάση της αγωγής, αλλά αφορά σε πράξη που φέρεται να έγινε σε προγενέστερο χρόνο και δη την 20-4-2016 και συγκεκριμένα, σε συναφείς (περί ελλειμματικών φορτώσεων) μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν ενώπιον της Ανακρίτριας του Ν. 4022/2011, προφανώς στο πλαίσιο της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης επί της προαναφερόμενης ποινικής δίωξης σε βάρος εκπροσώπων της …………… για την πράξη της κακουργηματικής απάτης. Σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος και ο προαναφερόμενος …………., αν και πρωτοδίκως κηρύχθηκαν κατά πλειοψηφία ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξης της ψευδούς κατάθεσης δυνάμει της με αριθμό ……./22-6-2022 απόφασης του Ι΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήδη σε δεύτερο βαθμό και μετά την άσκηση εφέσεων από εκείνους (κατηγορούμενους), κηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη αυτή, δυνάμει της με αριθμό Β΄ ΤΕΠ …../27-9-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Άλλωστε, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που μετ’ επικλήσεως προσκομίστηκαν στην παρούσα δίκη, δεν προέκυψε ποια ήταν η πορεία της προαναφερθείσας ποινικής δίωξης, καθότι προσκομίζεται μόνο από τους εναγόμενους το με αριθμό πρωτ. ……./30-1-2015 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι σχετικά με την ABM …………… μήνυση της ενάγουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία άνω των 120.000 ευρώ και της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας από κοινού, η οποία κατ’ εκείνο το χρόνο εκκρεμούσε ενώπιον τακτικού ανακριτή για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, χωρίς να εισφέρεται στη δίκη κάποιο νεότερο πιστοποιητικό αναφορικά με τη μεταγενέστερη εξέλιξη της ποινικής αυτής υπόθεσης. Επιπλέον, όσον αφορά στην από 19-12-2016 μηνυτήρια αναφορά της ενάγουσας σε βάρος του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου των εναγόμενων για τις πράξεις α) της ψευδορκίας μάρτυρα, β) της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη, γ) της απάτης στο δικαστήριο και δ) της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας, που φέρεται ότι έλαβαν χώρα στον Πειραιά την 21-9-2016, την 22-9-2016 και την 27-9-2016, και σχετίζεται επακριβώς με την ένδικη υπόθεση, αυτή τέθηκε στο αρχείο ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω μη πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης των ανωτέρω αδικημάτων, δυνάμει της με αριθμό ……/22-8-2017 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά και κατόπιν ανάσυρσής της από το αρχείο που είχε τεθεί κατ’ άρθρο 47 του προϊσχύοντος ΚΠΔ, λόγω προσκόμισης νέων στοιχείων, εκδόθηκε η με αριθμό …../10-12-2018 διάταξη του ανωτέρω Εισαγγελέα, ομοίως απορριπτική, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις η εγκαλούσα (ενάγουσα) απαλλάχθηκε από την υποχρέωση καταβολής δικαστικών εξόδων. Οι ανωτέρω εισαγγελικές διατάξεις παράγουν περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο, που ισχύει μόνο στην προδιωκτική, την εισαγγελική διαδικασία (ΑΠ 672/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σε κάθε δε περίπτωση, καίτοι δεν δεσμεύουν το πολιτικό δικαστήριο με δύναμη δεδικασμένου, λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ως ισχυρά δικαστικά τεκμήρια (Ολ ΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και συγκεκριμένα ως προς την επικαλούμενη αδικοπρακτική ευθύνη απορρέουσα από τετελεσμένη απάτη στο δικαστήριο, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

VII. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (683/2024), απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στηρίζεται σε αδικοπρακτική ευθύνη από απάτη στο δικαστήριο, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθά κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

VIII. Μετά τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το κεφάλαιο που αφορά στην αγωγή από αδικοπραξία συνιστάμενη σε συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, όπως ανωτέρω στην παρούσα απόφαση εκτέθηκε, εξαφανίζεται και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 192/1998, ΕφΠειρ 319/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου, παρέλκει η έρευνα του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται για την επιδίκαση σε βάρος της εκκαλούσας υπέρογκου ποσού δικαστικών εξόδων. Επίσης, πρέπει τα δικαστικά έξοδα   των εφεσίβλητων – εναγόμενων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας, λόγω της ήττας της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρα 58, 63 παρ. 1 περ. i στοιχ. α, 68 παρ. 1, 69, 84 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ πρέπει και να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./5-4-2024 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στην τελευταία, καθότι η ένδικη έφεσή της έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της υποβάλλει και αυτοτελές αίτημα στο παρόν Δικαστήριο, κατά τη δέουσα εκτίμηση, για παύση της εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα, που κατέθεσε σε εκτέλεση της προαναφερθείσας με αριθμό 3173/2022 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και για απόδοση σε αυτήν του κατατεθέντος στο γραμματέα γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης. Πλην όμως, αν και το παρόν Δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, εφόσον αρμόδιο είναι κατ’ άρθρο 168 ΚΠολΔ το μονομελές πρωτοδικείο (δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), εντούτοις για λόγους οικονομίας της δίκης και εφόσον το παρόν Δικαστήριο ήθελε θεωρηθεί αρμόδιο ως δικαστήριο της κύριας υπόθεσης, το σχετικό αίτημα για παύση της εγγυοδοσίας τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, καθόσον στην εγγυοδοσία για κάλυψη δικαστικών εξόδων (άρθρο 169 ΚΠολΔ) η παύση επέρχεται με την τελεσίδικη αποδοχή της αγωγής, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής της εκκαλούσας- ενάγουσας και την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων- εναγόμενων, κατά τα προεκτεθέντα. Τέλος, και οι εφεσίβλητοι υποβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αίτημα για την υπέρ αυτών κατάπτωση της ίδιας ως άνω εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα, πλην όμως, αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω μη τήρησης της αρχής της επιβαλλόμενης προδικασίας με την άσκηση αυτοτελούς αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας κατά της αντιδίκου τους ενώπιον του αρμόδιου προς εκδίκασή της δικαστηρίου (άρθρα 111, 168 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 683/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 683/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην αγωγή από αδικοπραξία συνιστάμενη σε συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 26-1-2017 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2017 αγωγή εν μέρει.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το μέρος που αφορά σε αδικοπραξία συνιστάμενη σε συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στην εκκαλούσα.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας – ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων – εναγόμενων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.393,25 ευρώ για τον κάθε εναγόμενο – εφεσίβλητο και συνολικά στο ποσό των 9.573,00 ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα για παύση της εγγυοδοσίας για δικαστικά έξοδα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα για κατάπτωση της εγγυοδοσίας για δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά την 21 Μαΐου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, την 29η Ιουλίου 2026, με νέα σύνθεση, αποτελούμενη από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, λόγω προαγωγής της Εφέτη Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ