ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 510/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος – εφεσίβλητου : Του …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κοζώνη (ΑΜΔΣΠ : ………..).
Των καθ’ ων η κλήση – εκκαλουσών : 1) Της …………….., 2) Της ……………., 3) Της …………….. και 4) Της ………………, ως κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος την 15-5-2022 ……………., κατοίκου εν ζωή …………. Αττικής, οι οποίες άπασες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τράκα (ΑΜΔΣΑ : …………….).
Ο ενάγων …………… άσκησε κατά του ……………. α) την από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………………/2015 αγωγή του και β) την από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../2015 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί των οποίων, αφού συνεκδικάστηκαν κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η με αριθμό 3461/2015 μη οριστική απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας και κατόπιν κλήσεων για την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, η με αριθμό 613/2022 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 1173/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν αμφότερες οι αγωγές, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην τελευταία αυτή απόφαση (613/2022).
Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και εκκαλών ………………… με την από 28-3-2022 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2022 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2022 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 2ης-6-2022, πρόσβαλε την ανωτέρω οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πλην όμως, ο ενάγων …………. απεβίωσε την 15-5-2022, οπότε στη δικάσιμο αυτή (2-6-2022) επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 23-1-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2024 αίτησης – κλήσης προς επανάληψη διακοπείσας δίκης, που άσκησε ο εφεσίβλητος – εναγόμενος …………….. κατά των καθ’ ων η κλήση ως καθολικών διαδόχων του άνω αποβιώσαντος αρχικώς εκκαλούντος, ορίστηκε δικάσιμος η 9η-1-2025 προς επανάληψη της δίκης επί της έφεσης, που είχε διακοπεί, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20ης-2-2025, κατά την οποία συζητήθηκε, πλην όμως, επακολούθησε δήλωση εξαίρεσης της ορισθείσας ως Εισηγήτριας Εφέτη Γεωργίας Παναγιωτοπούλου, που έγινε δεκτή με τη με αριθμό 402/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (σε Συμβούλιο). Ήδη δυνάμει της με αριθμό 25/19-6-2025 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2025) Πράξης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς Φεβρωνίας Τσερκέζογλου, Προέδρου Εφετών, έγινε αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός προς συζήτηση της ανωτέρω κλήσης και ορίστηκε ημερομηνία συζήτησης η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της από 23-1-2024 κλήσης, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 28-3-2022 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../2022 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2022 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Δυνάμει της με αριθμό ……/19-6-2025 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2025) Πράξης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς Φεβρωνίας Τσερκέζογλου, Προέδρου Εφετών, με την οποία έγινε αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός προς συζήτηση της υπόθεσης και ορίστηκε ημερομηνία συζήτησης η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετά την έκδοση της με αριθμό 402/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (σε Συμβούλιο), με την οποία έγινε δεκτή δήλωση εξαίρεσης της ορισθείσας ως Εισηγήτριας Εφέτη Γεωργίας Παναγιωτοπούλου, νόμιμα (άρθρο 307 ΚΠολΔ) επαναφέρεται οίκοθεν προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 23-1-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2024 αίτηση – κλήση προς επανάληψη διακοπείσας δίκης, που άσκησε ο εφεσίβλητος – εναγόμενος …………….. κατά των καθ’ ων η κλήση ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος την 15-5-2022 αρχικώς εκκαλούντος ………………, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών καθ’ ων η κλήση, με την οποία (αίτηση – κλήση) νόμιμα (άρθρο 291 ΚΠολΔ) επαναλαμβάνεται η δίκη επί της από 28-3-2022 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2022 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2022 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσης, ασκηθείσας από τον ήδη αποβιώσαντα αρχικώς εκκαλούντα …………….., η οποία (δίκη) είχε διακοπεί βιαίως λόγω του θανάτου του τελευταίου, ο οποίος (θάνατος) νόμιμα (άρθρο 287 παρ. 2 ΚΠολΔ) γνωστοποιήθηκε στον αντίδικο του αποβιώσαντος και ήδη εφεσίβλητο …………….. από τον υπογράφοντα το δικόγραφο της έφεσης πληρεξούσιο δικηγόρο του αποβιώσαντος ………. (ΑΜΔΣΑ : ……..) και δη με προφορική δήλωση του τελευταίου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης της 2ης Ιουνίου 2022 (σχετ. τα με αριθμό ………/2-6-2022 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και το με αριθμό πρωτ. ……/18-5-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξίαρχου του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης). Οι δε καθ’ ων η κλήση, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις τους, ρητά συνομολογούν την ιδιότητά τους ως εκ διαθήκης κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ………………., κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστη, δυνάμει της από 1-12-2013 ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου, που δημοσιεύτηκε από το Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του στις 12-12-2022, με αριθμό πρακτικού …../2022 και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ……, ενώ έχουν ήδη προβεί και σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτές κληρονομίας (σχετ. το πιο πάνω πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το με αριθμό …../20-1-2025 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Γραμματέα του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, το με αριθμό ……./21-1-2025 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το αριθμό ……/15-1-2025 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η με αριθμό …./2-1-2025 δήλωση φόρου κληρονομίας προς τη Δ.Ο.Υ. ΚΕ.ΦΟ.Κ. Αττικής περί της δήλωσης στις αρμόδιες φορολογικές αρχές των επίδικων αξιώσεων που κληρονόμησαν κατά του αντιδίκου τους). Επομένως, στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς εκκαλούντος υπεισήλθαν οι καθ’ ων η κλήση ως μόνες εκ διαθήκης κληρονόμοι του και καθολικοί διάδοχοί του κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστη, την ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί ο αντίδικός τους. Συνεπώς, τη διακοπείσα ως άνω δίκη ως προς τον αποβιώσαντα αρχικώς εκκαλούντα, παραδεκτά και νόμιμα οι καθ’ ων η κλήση δηλώνουν ότι συνεχίζουν ως μόνες καθολικοί διάδοχοι του εν λόγω αποβιώσαντος, υπεισερχόμενες αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς εκκαλούντος και ως εκ τούτου, νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τις παριστάμενες προσηκόντως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μόνες εκ διαθήκης κληρονόμους και καθολικούς διαδόχους του αποβιώσαντος, καθ’ ων η κλήση και ήδη πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εκκαλουσών.
ΙΙ. Η κρινόμενη από 28-3-2022 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2022 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2022 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό αρχικώς ενάγοντος – εκκαλούντος, ήδη αποβιώσαντος, …………………, κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 613/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 1173/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την τακτική διαδικασία, επί των ασκηθεισών σε βάρος του εφεσίβλητου – εναγόμενου α) από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2015 αγωγής και β) από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2015 αγωγής του αρχικώς ενάγοντος- εκκαλούντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διώκοντος με αυτές την επιδίκαση χρηματικής απαίτησής του σε βάρος του εναγόμενου, συνολικού ποσού 946.853,94 ευρώ και 1.282.826,20 ευρώ, αντίστοιχα, απορρέουσας από επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκαν, μετά τη συνεκδίκασή τους, αμφότερες οι αγωγές του, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 28-3-2022 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./28-3-2022 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), πριν από επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 23-2-2022, καθότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από τον αρχικώς εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/28-3-2022 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό ………../2022 e-παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την πρώτη από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2015 αγωγή του, ο αρχικώς ενάγων, ήδη αποβιώσας …………, εξέθετε ότι το έτος 1990 πείστηκε από τον εναγόμενο να επεκτείνουν την κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα και έτσι συμμετείχε σε συσταθείσα κατά το ίδιο έτος εταιρία, που αντιστοιχεί προς την ελληνική ανώνυμη εταιρία, χωρίς όμως, να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας του Ν. 2190/1920, με την επωνυμία «……………», με καταστατική έδρα στη Λιβερία και πραγματική στον Πειραιά επί της οδού ………………. αποκτώντας ο ίδιος (ενάγων) το 20% των μετοχών αυτής, ενώ ο εναγόμενος κατείχε το 80% του μετοχικού κεφαλαίου και ήταν και παραμένει διαχειριστής αυτής, καθώς και ότι δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας ήταν η αγορά και κατοχή του 50% των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία «…………..», η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της μεσιτείας ναυτιλιακών ασφαλειών, έχει καταστατική έδρα στον Παναμά και έλαβε άδεια εγκατάστασης γραφείου της στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 378/1968 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3122.1/2024/45/22286/12.2.2005 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας. Ακολούθως, υποστήριζε ότι ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος τη στενή φιλική τους σχέση, αλλά και τον εργασιακό φόρτο του ενάγοντος, δεν του επέτρεπε να έχει άμεση εποπτεία των υποθέσεων της εταιρίας, ενώ περαιτέρω ισχυριζόταν ψευδώς ότι η εταιρία δεν εμφάνιζε κέρδη, μολονότι στην πραγματικότητα υπήρχαν σημαντικά οφέλη, προκειμένου να καρπώνεται ο ίδιος (εναγόμενος) αποκλειστικά το κέρδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας. Επίσης, ανέφερε ότι περί τα τέλη του έτους 2007 και αρχές 2008 πληροφορήθηκε ότι, αντίθετα από όσα ψευδώς δήλωνε επί σειρά ετών ο εναγόμενος ακόμη κι εγγράφως, περί δήθεν κακής οικονομικής πορείας των εταιριών, αυτές εμφάνιζαν σημαντικά κέρδη, τα οποία ενθυλάκωνε ο ίδιος (εναγόμενος), και μάλιστα η εταιρία «………………» είχε προβεί σε διανομή μερισμάτων προς τους μετόχους της κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990 – 2007 και συγκεκριμένα το 50% του συνολικού ύψους μερισμάτων 3.407.000,00 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι 1.703.500,00 δολάρια ΗΠΑ, διανεμήθηκε προς την εταιρία «………………», χωρίς όμως, να διανεμηθεί από την εταιρία αυτή στον ενάγοντα μέτοχο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την αιτία αυτή κατά το αναλογούν ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία, με αποτέλεσμα να υποβάλει την από 12-3-2010 μήνυση για τα αδικήματα της απάτης, της απιστίας και της υπεξαίρεσης, για τα οποία διατάχθηκε κύρια ανάκριση, στο πλαίσιο της οποίας διενεργήθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Μετέπειτα, διατεινόταν ότι σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στο δικόγραφο συμπεράσματα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, από 1-10-1990 έως 31-12-2008 τα συνολικά καθαρά κέρδη της εταιρίας «…………….», τα οποία παρακρατεί παρανόμως ο εναγόμενος, ανέρχονται σε 1.557.979,20 ευρώ, ότι στον ίδιο (ενάγοντα) ως εταίρο της ανωτέρω εταιρίας κατά ποσοστό 20% οφείλεται το ποσό των 311.595,84 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχεται η θετική περιουσιακή ζημία του, που προκλήθηκε αιτιωδώς από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου εναντίον του, καθώς και ότι επιπρόσθετα έχει υποστεί και αποθετική ζημία, που αφορά την απόδοση που θα είχε το ανωτέρω κεφάλαιο για το χρονικό διάστημα των ετών 1991 – 2013, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το σύνολο των χρημάτων, που υπεξαίρεσε ο εναγόμενος, θα το είχε επενδύσει σε τραπεζικό πρόγραμμα προθεσμιακών καταθέσεων στην «…………» και ήδη «…………» με εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο, όπως σταθερά και αδιάλειπτα έκανε για το σύνολο των μερισμάτων που εισέπραττε από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, ανερχόμενη σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς στο ποσό των 335.278,10 ευρώ, το οποίο μετά βεβαιότητας θα είχε αποκομίσει. Ακόμα, ισχυριζόταν ότι εξαιτίας της αναλυτικά περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου συνιστάμενης στην παράνομη ιδιοποίηση των μερισμάτων που αναλογούσαν στον ενάγοντα από τα κέρδη που εισέπραττε κατ’ εντολή και για λογαριασμό των ως άνω εταιριών, ενθυλακώνοντας τα και ενσωματώνοντας τα στη δική του προσωπική περιουσία, υπέστη ο ίδιος (ενάγων) ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 300.045,00 ευρώ, επιφυλασσόμενος να επιδιώξει την καταβολή ποσού 45,00 ευρώ ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος επιπλέον ότι η εταιρία με την επωνυμία «……………..» ως ακύρως συσταθείσα κατά το ελληνικό δίκαιο κεφαλαιουχική εταιρία, λογίζεται κατά μετατροπή ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, καθώς και ότι έλαβε πλήρη γνώση της ζημίας, που προκλήθηκε στην περιουσία του από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, με την από 12-2-2013 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού πραγματογνώμονα ………….. και παραιτούμενος από την από 22-7-2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2014 προγενέστερη αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 946.853,94 ευρώ (311.575,84 + 335.278,10 + 300.000,00), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, πλην του κεφαλαίου που αναφέρεται στην απαγγελία προσωπικής κράτησης, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη. Περαιτέρω, με τη δεύτερη από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./2015 συνεκδικαζόμενη αγωγή του, ο αρχικώς ενάγων, ήδη αποβιώσας …………., εξέθετε ότι κατόπιν παρότρυνσης του εναγόμενου, στις 23-2-1981 συστάθηκε η εταιρία με την επωνυμία «…………..» κατά το δίκαιο των Βερμούδων, με αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας το διακανονισμό αβαριών έναντι αμοιβής, δηλαδή τον έλεγχο, την κατανομή και τον επιμερισμό των καταβλητέων ποσών στους εκάστοτε φορείς αποζημιώσεων σε περιπτώσεις ζημιών πλοίων, η οποία είχε καταστατική έδρα στις Βερμούδες και έλαβε άδεια εγκατάστασης γραφείου στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 378/1968 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1241.1755/70/21935/9.9.1998 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας βρισκόταν αρχικά, έως το έτος 2001, στον Πειραιά επί της οδού ………….., στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην οδό ……..…. έως το έτος 2005 ομοίως στον Πειραιά κι έκτοτε βρίσκεται στη …….. Αττικής επί της οδού ……….., καθώς και ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανήλθε στο ολοσχερώς καταβληθέν ποσό των 10.000,00 δολαρίων ΗΠΑ, διαιρεμένο σε 100 μετοχές, οι οποίες ανήκουν από το χρόνο σύστασης της εταιρίας έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής εξ ολοκλήρου στην εταιρία με την επωνυμία «…………………», η οποία δημιουργήθηκε για λόγους διακριτικότητας, με αποκλειστικό λόγο ύπαρξης την κατοχή των μετοχών της εταιρίας «………….», ήτοι προκειμένου να μην γίνεται αντιληπτή από τους τρίτους η μετοχική σχέση των μετόχων με την εταιρία «………….». Ειδικότερα, ιστορούσε ότι στην εταιρία «……………» διαχειριστής ήταν και παραμένει έως το χρόνο άσκησης της αγωγής ο εναγόμενος και μέτοχοι, ο τελευταίος κατά ποσοστό 30%, ο ………… κατά ποσοστό 25%, ο ενάγων και ο …….. κατά ποσοστό 20% έκαστος, και ήδη από το έτος 1995, λόγω μεταβίβασης σε αυτόν των μετοχών του ………….., ο ενάγων σε ποσοστό 40% και ο ……… σε ποσοστό 5%, ενώ στην πραγματικότητα με την ίδια μετοχική σύνθεση συμμετείχαν και στην εταιρία «……….». Ακόμα, ανέφερε ότι, παρά τη φανερά εντυπωσιακή επιχειρηματική εξέλιξη της εταιρίας «…………………», ο εναγόμενος μέχρι και το έτος 1990 επικαλείτο ότι αυτή εμφάνιζε μηδενικά κέρδη και δεν διένειμε μερίσματα στους μετόχους, ενώ εκμεταλλευόμενος τη στενή φιλική τους σχέση, αλλά και τον εργασιακό φόρτο του ενάγοντος, δεν του επέτρεπε να έχει άμεση εποπτεία των υποθέσεων της εταιρίας, ότι τον ενημέρωνε για την οικονομική της πορεία πρόχειρα, ελλιπώς και ανακριβώς με χαρακτηριστική καθυστέρηση, προκειμένου να καρπώνεται ο ίδιος (εναγόμενος) τα οφέλη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας, πλην όμως, κατόπιν διαμαρτυριών και πίεσης προέβη ο εναγόμενος σε διανομή μερισμάτων ύψους 378.742,00 δολαρίων ΗΠΑ στους μετόχους για τα έτη 1992 έως 1996, ενώ από το έτος 1997 επανήλθε στην προηγούμενη τακτική και τελικώς το μήνα Οκτώβριο 2008, μετά την αποτυχημένη απόπειρα εξαγοράς του συνόλου των μετοχών του ενάγοντος, ιδρύθηκε φανερά από τον ……………. και κρυφά, σε συνεργασία με τον εναγόμενο, η εταιρία με την επωνυμία «……………..», με έδρα στη …………… Αττικής και ταυτόσημο επιχειρηματικό αντικείμενο με την προαναφερόμενη εταιρία «…………», με αποτέλεσμα μονομερώς ο εναγόμενος να εκχωρήσει την 4-11-2008, άνευ ανταλλάγματος, το σύνολο σχεδόν του χαρτοφυλακίου της εταιρίας «……………….» στην ανταγωνιστική αυτής εταιρία «……………», οπότε και ανακλήθηκε η άδεια νόμιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα της εταιρίας «……………….» με τη με αριθμό 3122.1/1755/125/21935/15-9-2009 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας. Έπειτα, υποστήριζε ότι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008 αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας «……………», όταν περιήλθαν στην κατοχή του αναλυτικές οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας για την περίοδο από 1-10-1997 έως 31-12-2008, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρία εμφάνιζε συσσωρευμένα κέρδη εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία είχε αποκρύψει ο εναγόμενος, οπότε και υπέβαλε την από 12-3-2010 μήνυσή του (ΑΒΜ : …………..) για τα αδικήματα της απάτης, της απιστίας και της υπεξαίρεσης και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Στη συνέχεια, διατεινόταν ότι σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στο δικόγραφο συμπεράσματα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και τον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα, από το έτος 1997 έως το έτος 2008 υπήρχαν συσσωρευμένα αδιανέμητα κέρδη ύψους 2.918.788,00 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία ο εναγόμενος ως διαχειριστής της εταιρίας «……………..» παρανόμως δεν διένειμε, αλλά τα ιδιοποιήθηκε, ότι στον ίδιο (ενάγοντα) ως εταίρο της ανωτέρω εταιρίας κατά ποσοστό 40% οφείλεται, με βάση την ισοτιμία δολαρίου – ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, το ποσό των 841.998,50 ευρώ (40% των κερδών), ποσό στο οποίο ανέρχεται η θετική περιουσιακή ζημία του, που προκλήθηκε αιτιωδώς από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου εναντίον του, καθώς και ότι επιπρόσθετα έχει υποστεί και αποθετική ζημία, που αφορά την απόδοση που θα είχε το ανωτέρω κεφάλαιο για το χρονικό διάστημα των ετών 2008 – 2013, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το σύνολο των χρημάτων, που υπεξαίρεσε ο εναγόμενος, θα το είχε επενδύσει σε τραπεζικό πρόγραμμα προθεσμιακών καταθέσεων στην «……….» και ήδη «……….» με εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο, όπως σταθερά και αδιάλειπτα έκανε για το σύνολο των μερισμάτων που εισέπραττε από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, ανερχόμενη σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς στο ποσό των 140.827,70 ευρώ, το οποίο μετά βεβαιότητας θα είχε αποκομίσει. Ακόμα, ισχυριζόταν ότι εξαιτίας της αναλυτικά περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου συνιστάμενης στην παράνομη ιδιοποίηση των μερισμάτων που αναλογούσαν στον ενάγοντα από τα κέρδη που εισέπραττε κατ’ εντολή και για λογαριασμό των ως άνω εταιριών, ενθυλακώνοντας τα και ενσωματώνοντας τα στη δική του προσωπική περιουσία, υπέστη ο ίδιος (ενάγων) ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 300.045,00 ευρώ, επιφυλασσόμενος να επιδιώξει την καταβολή ποσού 45,00 ευρώ ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος επιπλέον ότι η εταιρία με την επωνυμία «………….», μετά την ανάκληση της άδειας νόμιμης εγκατάστασής της στην Ελλάδα, λογίζεται πλέον ως ανωμάλως συσταθείσα ανώνυμη εταιρία, που ισοδυναμεί με εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, καθώς και ότι έλαβε πλήρη γνώση της ζημίας, που προκλήθηκε στην περιουσία του από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, με την από 12-2-2013 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού πραγματογνώμονα ………….. και παραιτούμενος από την από 22-7-2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2014 προγενέστερη αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 1.282.826,20 ευρώ (841.998,50 + 140.827,70 + 300.000,00), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, πλην του κεφαλαίου που αναφέρεται στην απαγγελία προσωπικής κράτησης, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη. Επί των ανωτέρω αγωγών και μετά τη συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 3461/2015 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής κατηγορίας εναντίον του εναγόμενου κατόπιν της από 12-3-2010 έγκλησης του ενάγοντος, επί της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ήταν τότε εκκρεμής στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς. Ακολούθως και μετά την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής κατηγορίας σε βάρος του εναγόμενου και δυνάμει της από 29-1-2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2021 κλήσης και της από 29-1-2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./2021 κλήσης του αρχικώς ενάγοντος, επανεισήχθησαν προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η πιο πάνω από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2015 αγωγή του και η από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./2015 αγωγή του αντίστοιχα, επί των οποίων, μετά τη συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 613/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες αμφότερες οι αγωγές. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης (613/2022) παραπονείται ο αρχικώς ενάγων – εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του, στη δικονομική θέση του οποίου παραδεκτά και νόμιμα ήδη υπεισήλθαν οι καθ’ ων η κλήση – εκκαλούσες, συνεχίζοντας τη δίκη, κατά τα προεκτεθέντα, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, με σκοπό να γίνουν δεκτές οι ένδικες αγωγές του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους, ………………. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης και αναφορικά με την πρώτη αγωγή, προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 Δ του Ν. 3816/2010 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ακυρότητα της εταιρίας «………………» ως εταιρίας του αντίστοιχου εταιρικού τύπου (ΑΕ) και ως λειτουργούσας στην Ελλάδα ως ομόρρυθμης εταιρίας εν τοις πράγμασι, μολονότι η επικαλούμενη αδικοπραξία προηγείται χρονικά της θέσπισης του νόμου αυτού. Επίσης, με το δεύτερο λόγο έφεσης και αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή, προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ακυρότητα της εταιρίας «………………..» ως εταιρίας του αντίστοιχου εταιρικού τύπου (ΑΕ) και ως λειτουργούσας στην Ελλάδα ως ομόρρυθμης εταιρίας εν τοις πράγμασι, μολονότι την 15-9-2009 η άδεια νόμιμης εγκατάστασης της στην Ελλάδα ανακλήθηκε.
IV. Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η έδρα του νομικού προσώπου προσδιορίζει το δίκαιο, που διέπει την ικανότητά του. Το ίδιο αυτό δίκαιο ρυθμίζει μεταξύ άλλων τις προϋποθέσεις συστάσεως του νομικού προσώπου, την έναρξη και την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση του, την επωνυμία, τη διαχείριση, την αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως συνδετικό στοιχείο στον κανόνα του άρθρου 10 ΑΚ νοείται η πραγματική έδρα διοικήσεως του νομικού προσώπου και όχι η καταστατική. Η έδρα του επομένως βρίσκεται στον τόπο, στον οποίο είναι εγκατεστημένα τα όργανα, που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου και από τον οποίο εκπορεύονται οι εντολές τους, καθώς και εκείνος, στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεως του νομικού προσώπου, όπου δηλαδή ασκείται πραγματικά η διοίκησή του, λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις και διαμορφώνεται η επιχειρηματική του πολιτική (Ολ ΑΠ 461/1978 ΝοΒ 1979/211, ΑΠ 1699/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ [ποινική απόφαση], ΑΠ 201/2014 ΕΕμπΔ 2014/627, ΤριμΕφΠειρ 701/2013 ΕΝαυτΔ 2013/100, ΜονΕφΠειρ 149/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Λ. Αθανασίου, σημείωμα κάτω από την ΕφΑθ 3865/1998 ΔΕΕ 1999/729, βλ. και Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η έδρα των νομικών προσώπων κατά τα άρθρα 60 § 1 Καν. 44/2001, 10 ΑΚ και 25 ΚΠολΔ – Υποκειμενικά όρια δεδικασμένου και εκτελεστότητας ενδοκοινοτικής αποφάσεως κατά «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμης εταιρίας με πραγματική έδρα στην Ελλάδα, γνμδ σε ΕΠολΔ 2012/36 επομ. [39], την ίδια, Υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας των αλλοδαπών αποφάσεων κατά εταιριών που στο ελληνικό δίκαιο εξομοιώνονται με ομόρρυθμες σε ΕΑ 2012/1035 επομ. [1038]). Κατά την έννοια αυτή η νομική προσωπικότητα μιας εταιρίας αναγνωρίζεται από την ελληνική έννομη τάξη, όταν η διοίκησή της λειτουργεί μέσα στα τοπικά όρια της καταστατικής της έδρας (Γ. Σωμαράκης, Η μέθοδος αναγνώρισης νομικών καταστάσεων στο Ιδιωτικό Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2015, αρ. 661, σελ. 326). Εάν αντίθετα μια εταιρία δεν συστήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου της πραγματικής της έδρας ή μετά τη σύστασή της οι βασικές για τη λειτουργία της αποφάσεις λαμβάνονται πλέον σε άλλη επικράτεια, υπάγεται στο εξής στις ρυθμίσεις του εταιρικού δικαίου, που ισχύουν στο κράτος της νέας εγκατάστασής της, το οποίο και προσδιορίζει έκτοτε αν η εταιρία μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα με τη νομική μορφή, που απέκτησε με την έγκυρη κατά το δίκαιο του τόπου της καταστατικής της έδρας σύστασή της, δηλαδή, εάν η νομική της προσωπικότητα αναγνωρίζεται και εάν εξακολουθεί υφιστάμενη. Κατά συνέπεια, η εξ υπαρχής λειτουργία της διοίκησης της εταιρίας σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της έδρας, που αναφέρεται στο καταστατικό της ή η μεταγενέστερη μεταφορά της πραγματικής έδρας της σε άλλο κράτος, στο δικαιϊκό σύστημα του οποίου ισχύει και εφαρμόζεται η θεωρία της πραγματικής έδρας, συνεπάγεται την απώλεια της ικανότητας δικαίου της αλλοδαπής εταιρίας και σε κάθε περίπτωση την απώλεια του εταιρικού τύπου, που έχει επιλεγεί από τους ιδρυτές της στο κράτος ίδρυσης, με αποτέλεσμα η διαφοροποίηση της πραγματικής από την καταστατική έδρα να αποτελεί λόγο λύσης της εταιρίας κατά το δίκαιο του κράτους υποδοχής, που είτε δεν της αναγνωρίζει νομική προσωπικότητα εάν δεν λυθεί και επανασυσταθεί κατά τους όρους της δικής του εμπορικής (εταιρικής) νομοθεσίας είτε, εάν έχουν τηρηθεί οι όροι σύστασης μόνο του δικαίου της καταστατικής έδρας αλλά η εταιρία έχει λειτουργήσει εμφανιζόμενη στις εμπορικές συναλλαγές της με τους τρίτους, ως εταιρικό μόρφωμα (ΑΠ 794/2008 ΧρΙΔ 2009/75 = Αρμ. 2009/1713 = Δνη 2010/739), την αντιμετωπίζει ως εν τοις πράγμασι εταιρία (I. Παπαδημόπουλος, Το τέλος της θεωρίας της έδρας και η επικράτηση της θεωρίας της ίδρυσης στο κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ 2003/393 επομ., Β. Τουντόπουλος, Ελευθερία εγκατάστασης νομικών προσώπων στο κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ 1999/1118 επομ. [1122]). Έτσι, εάν διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα μιας κατά μετοχές εταιρίας, που έχει καταστατική έδρα σε άλλο κράτος, βρίσκεται στην Ελλάδα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας), που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, τότε η ανώνυμη αυτή εταιρία είναι άκυρη (ΑΠ 335/2001 ΕΕμπΔ 2001/279= ΕπισκΕΔ 2001/397, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη) και, εάν λειτούργησε, θεωρείται (κατά μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ) ως «εν τοις πράγμασι» προσωπική (ομόρρυθμη) εμπορική εταιρία (ΑΠ 975/1997 ΔΕΕ 1997/1083, Ηλ. Χαρίση – Στάμου, Οι ναυτιλιακές «Εταιρίες ευκαιρίας» σαν εταιρίες «εν τοις πράγμασι», σε Δνη 1985/1106 επομ.), διεπόμενη από το δίκαιο της πραγματικής έδρας της, δηλαδή το ελληνικό, το οποίο εφαρμόζεται σε όλη του την έκταση (ΕφΠειρ 549/2006 ΔΕΕ 2006/1027) και ρυθμίζει όχι μόνο την ικανότητα δικαίου της εταιρίας αλλά το σύνολο των σχέσεων της και ειδικότερα τη διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της, καθώς και την ευθύνη των εταίρων της (ΤριμΕφΠειρ 355/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 269/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 85/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και των διαχειριστών της (ΤριμΕφΠειρ 151/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η αποδοχή της πραγματικής έδρας, ως στοιχείου προσδιοριστικού του εφαρμοστέου δικαίου, διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα τη δυνατότητα κρατικού ελέγχου της δραστηριότητας του νομικού προσώπου και παρέχει εχέγγυα πληρέστερης προστασίας των μετόχων της μειοψηφίας αλλά και των τρίτων (δανειστών της εταιρίας και εργαζομένων της). Πλην των περιπτώσεων του άρθρου 24 § 3 εδαφ. β της κυρωθείσας με το Ν. 2893/1954 (ΦΕΚ A 149/10.7.1954) Συνθήκης Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας της 3ης.8.1951 μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΑΠ 1835/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), καθώς και των άρθρων 43, 48 και 293 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, αφού κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 945/1979 (ΦΕΚ A 170/27.7.1979), μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε, που αφορούν εταιρίες συσταθείσες σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εντός του εδάφους του οποίου έχουν την καταστατική έδρα τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πλέον τόσο οι νορβηγικές όσο και οι κυπριακές εταιρίες, για τις οποίες ίσχυαν παλαιότερα διμερείς συμβάσεις εμπορικής και νομικής συνεργασίας συναφθείσες με την Ελλάδα, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ο ισχύων στο ελληνικό δίκαιο κανόνας της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου κάμπτεται, μόνον όταν με διάταξη νόμου καθορίζεται διαφορετικά από ότι στο άρθρο 10 ΑΚ η έννοια της έδρας του, ως συνδετικού στοιχείου για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, που θα διέπει το ζήτημα της αναγνώρισης και της κατάστασής του, ως αλλοδαπού εταιρικού μορφώματος. Τέτοια διάταξη (κανόνα συγκρούσεως) αποτελεί πράγματι το άρθρο 1 του Ν. 791/1978 (ΦΕΚ A 109/6.7.1978), που αναφέρεται σε ναυτιλιακές εταιρίες συσταθείσες κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας και ορίζει ότι αυτές, υπό προϋποθέσεις, διέπονται ως προς τη σύσταση και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται η καταστατική τους έδρα, ανεξάρτητα από τον τόπο, από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν στο παρελθόν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Οι διατάξεις του Ν. 791/1978 αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ’ απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε ανωτέρω, αφού με αυτές συνδέεται ρητά η αναγνώριση της νομικής προσωπικότητας και η ικανότητα δικαίου στην Ελλάδα των συγκεκριμένων ναυτιλιακών εταιριών με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους, έστω και αν εκεί ουδέποτε λειτούργησε πραγματικά η διοίκησή τους, η οποία στην πραγματικότητα συνήθως ασκείται από την ημεδαπή επικράτεια (Ολ ΑΠ 2/2003 ΕΕμπΔ 2003/60 = ΧρΙΔ 2003/240 = ΔΕΕ 2003/525, με σημείωμα Λ. Αθανασίου και Σπ. Αλεξανδρή = ΕΝαυτΔ 2003/35, με σημείωση Α. Μαρκάκη = ΝοΒ 2003/1392 = ΕπισκΕμπΔ 2003/117, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη = Δνη 2003/388, όπου και η σχετική σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέως του ΑΠ, Ολ ΑΠ 2/1999 ΑρχΝ 1999/351 = Δνη 1999/271 = Δ 2000/210 = ΕΕμπΔ 1999/364 = ΕπισκΕμπΔ 1999/451 = ΕΝαυτΔ 1999/81 = ΝοΒ 1999/1113, X. Παμπούκης, ΑΝ 89/67 και ΑΚ 10, γνμδ σε ΔΕΕ 2002/369 επομ.). Η ψήφιση του Ν. 791/1978 επακολούθησε αμέσως μετά την έκδοση της Ολ ΑΠ 461/1978 (ο.π.), με την οποία παγιώθηκε στη νομολογία η θεωρία της πραγματικής έδρας και υπήρξε απόρροια της αναγκαιότητας να περισωθεί το κύρος πολυάριθμων εταιριών, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στο χώρο της εμπορικής ναυτιλίας με πλοία υπό ελληνική σημαία ή με εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια, που είχαν συσταθεί κατ’ αλλοδαπό δίκαιο χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ελληνικού δικαίου σχετικά με τη σύσταση κεφαλαιουχικών εταιριών (ΕφΠειρ 159/2004 ΠειρΝ 2004/197 = ΕΝαυτΔ 2004/190 = ΕΕμπΔ 2004/319, Π. Τζίφρας, παρατηρήσεις κάτω από την Ολ ΑΠ 461/1978, σε Δνη 1978/348, Γ. Σπαρτιώτης, Ναυτιλιακές Εταιρίες ΑΝ 89/1967, σελ. 78), αποσκοπούσε δε στην προστασία της ναυτιλιακής δραστηριότητας στην Ελλάδα και στην περαιτέρω ανάπτυξή της δια της παροχής νομικών κινήτρων στις εταιρίες αυτές και δια της διατηρήσεως του ευνοϊκού νομικού καθεστώτος, που τους εξασφάλιζαν τα αλλοδαπά δίκαια, κατά τους όρους των οποίων είχαν κατά το παρελθόν ιδρυθεί ή επρόκειτο στο εξής να συσταθούν (X. Παμπούκης, Οι Υπεράκτιες [Offshore] εταιρίες στο ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΔΕΕ 2001/965 επομ. [970]). Κατ’ ουσίαν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 791/1978 οι εν λόγω ναυτιλιακές εταιρίες δεν διατρέχουν πλέον κίνδυνο να θεωρηθούν ως ανωμάλως ιδρυθείσες (X. Παμπούκης/Ε. Βασιλακάκης, σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, Γενικές Αρχές, τόμος ΙΑ, 2016, άρθρο 10, αρ. 133, σελ. 284), δηλαδή, ως de facto προσωπικές εταιρίες και αποκλείστηκε το ενδεχόμενο της υπεγγυότητας της προσωπικής περιουσίας των μετόχων τους για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εταιρικών δανειστών. Στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ο Ν. 791/1978 καταλαμβάνει εταιρίες, για τις οποίες συντρέχουν αθροιστικά δύο [2] προϋποθέσεις και συγκεκριμένα αφενός μεν να έχουν συσταθεί κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας (όχι δε κατ’ ανάγκη εκείνης, στην επικράτεια της οποίας βρίσκεται η καταστατική τους έδρα), αφετέρου δε να είναι πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων (με εξαίρεση τα σκάφη αναψυχής) με ελληνική σημαία ή να είναι εγκατεστημένες ή να πρόκειται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ A 77/22.4.1975), όπως αυτό ισχύει αφού αντικατασταθέν με το άρθρο 28 του Ν. 814/1978 (ΦΕΚ A 144/13.9.1978) και τροποποιηθέν με το άρθρο 77 § 5 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ A 101/31.7.1990), αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 4 του Ν. 2234/1994 (ΦΕΚ A 142/31.8.1994) ή των ΑΝ 89/1967 (ΦΕΚ A 132/1.8.1967) και 378/1968 (ΦΕΚ A 82/17.4.1968). Κατά την εισαγωγή του Ν. 791/1978 αλλοδαπές εταιρίες μπορούσαν να είναι πλοιοκτήτριες πλοίων με ελληνική σημαία μόνον εάν αυτά είχαν νηολογηθεί, ως κεφάλαια εξωτερικού, σύμφωνα με το άρθρο 13 του αυξημένης τυπικής ισχύος ΝΔ 2687/1953, εάν δηλαδή τα πλοία ανήκαν σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, τα οποία με τη σειρά τους ανήκαν κατά ποσοστό ανώτερο του 50% σε Έλληνες πολίτες (I. Ρόκας/Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 50, σελ. 29, για τα ήδη ισχύοντα βλ. άρθρο 5 ΚΔΝΔ, όπως ισχύει μετά το ΠΔ 11/2000 και Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2003, § 13 σελ. 66 επ., πρβλ. I. Μαρκιανό – Δανιόλο, Η νομική αξιολόγηση των εγκριτικών πράξεων νηολόγησης πλοίων κατά το άρθρο 13 του ΝΔ 2687/53, σε ΕΝαυτΔ 2013/161 επ.), ενώ οι αλλοδαπές μη πλοιοκτήτριες εταιρίες, οι οποίες απλά διαχειρίζονται πλοία ελληνικής σημαίας, δεν είναι αναγκαίο να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 27/1975 και των Α.Ν. 89/1967 και 378/1968, όπως αντιθέτως επιβάλλεται, για την υπαγωγή τους στο ευνοϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο του Ν. 791/1978, να συμβαίνει με τις λοιπές ναυτιλιακές εταιρίες, που δεν δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στον τομέα της διαχείρισης πλοίων, αλλά ασχολούνται με εργασίες σχετικές με την εκμετάλλευση, τη ναύλωση, την ασφάλιση, το διακανονισμό αβαριών, τη μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 § 1 του Ν. 27/1975. Οι εταιρίες αυτές, μολονότι δεν συνδέονται αμέσως ή εμμέσως, όπως οι προηγούμενες, με ελληνόκτητα (ή και κοινοτικά πλέον) επιχειρηματικά κεφάλαια, απολαμβάνουν της προστασίας του νόμου με την εγκατάστασή τους στην ημεδαπή, επειδή με αυτήν αποκτούν έναν οικονομικό δεσμό με την ελληνική έννομη τάξη μονιμότερο από εκείνον, που παράγεται από μόνη την άσκηση της διοίκησής τους από την ημεδαπή επικράτεια. Το πνεύμα εύνοιας υπέρ της εγκυρότητας της σύστασης των ναυτιλιακών εταιριών, που διέπει το Ν. 791/1978, είχε, ως αποτέλεσμα την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του τόσο ως προς τα χρονικά όσο και ως προς τα υποκειμενικά όριά του. Έτσι, rationae temporis, η νομολογία προσέδωσε αναδρομική ισχύ στις ρυθμίσεις του και δέχθηκε ότι εφαρμόζονται και σε εταιρίες, που είχαν ήδη κατά την εισαγωγή του Ν. 791/1978 ιδρυθεί, εφόσον δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί (ΕφΠειρ 938 και 939/1980 ΕΝαυτΔ 1981/139 επομ., ΕφΠειρ 423/1980 ΕΝαυτΔ 1980/497). Παράλληλα, ration aerersonae, με τη διάταξη του άρθρου 25 § 7 του Ν. 27/1975, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 2234/1994 (ΦΕΚ A 142/1994), η εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες, πλοιοκτήτριες πλοίων με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους τα διαχειρίζονται γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, όπως ισχύει. Η ανάγκη υπαγωγής και των εταιριών αυτών σε καθεστώς προστασίας καταδεικνύει ότι διέτρεχαν τον ίδιο κίνδυνο (ακυρότητας λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων δημοσιότητας του ελληνικού δικαίου), επειδή ακριβώς η πραγματική τους έδρα, που διέφερε από την καταστατική, εντοπιζόταν εντός της ελληνικής επικράτειας. Η διοίκηση των εταιριών αυτών κυρίως από τον Πειραιά υποδήλωνε ότι τα υπό διαχείριση πλοία ανήκαν σε Έλληνες πλοιοκτήτες και ότι οι εταιρίες τους, μολονότι δεν είχαν αναρτήσει την ελληνική σημαία, είχαν μονιμότερο οικονομικό δεσμό με την ελληνική έννομη τάξη, επειδή είχαν αναθέσει τη διαχείρισή τους σε διαχειρίστριες εταιρίες, που είχαν εγκαταστήσει γραφεία ή υποκαταστήματα στην Ελλάδα λειτουργούντα υπό το ίδιο προστατευτικό καθεστώς. Η δεύτερη επέκταση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής του Ν. 791/1978 έγινε με το άρθρο 11Δ του Ν. 3816/2010 (ΦΕΚ A 6/26.01.2010), με το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 δεύτερο εδάφιο και ορίστηκε ότι «Τα αυτά ισχύουν και για τις εταιρίες χαρτοφυλακίου των παραπάνω εταιριών». Σχετικά με το σκοπό αυτής της νομοθετικής ρύθμισης δεν γίνεται αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3816/2010, δεδομένου ότι η διάταξη δεν είχε περιληφθεί στο προς ψήφιση νομοσχέδιο αλλά αποτέλεσε περιεχόμενο υπουργικής τροπολογίας. Από τα πρακτικά της συζητήσεώς της στο Κοινοβούλιο (περί των οποίων βλ. σχετική ανάρτηση στο διαδικτυακό Ιστότοπο της Βουλής των Ελλήνων) προκύπτει ότι προς υποστήριξή της η τότε Υπουργός Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ανέφερε ότι «… ως προς την παράγραφο, που αφορά τις εταιρίες χαρτοφυλακίου, θα ήθελα να πω ότι αυτό είναι για να στηριχθεί η ελληνική σημαία … Από το 1978 έχουν επέλθει πολλές αλλαγές. Μία από τις αλλαγές αυτές είναι ότι οι χρήστες των εταιριών αυτών, εάν δεν κάναμε αυτήν την επέκταση, δε θα μπορούσαν να τις χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα να μην είναι πλοιοκτήτριες πλοίων με ελληνική σημαία ούτε να διαχειρίζονται πλοία με ελληνική σημαία, πράγμα που θα ήταν πολύ επιζήμιο για την ελληνική οικονομία…». Από όλα όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται πρώτον ότι οι περί ων ο λόγος εταιρίες χαρτοφυλακίου είναι κεφαλαιουχικές εταιρίες, που κατέχουν τίτλους συμμετοχής στις εταιρίες του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 (holding companies), δραστηριοποιούμενες μόνο στην επενδυτική διαχείριση των τίτλων αυτών, χωρίς καταρχήν να έχουν άλλη επιχειρηματική (παραγωγική ή εμπορική) δραστηριότητα (X. Παμπούκης, σε του ιδίου Δίκαιο Διεθνών Συναλλαγών, 2009, αρ. 273, σελ. 128), δεύτερον, ότι οι ίδιες εταιρίες συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο είτε των πλοιοκτητριών εταιριών πλοίων υπό ελληνική και ξένη σημαία, εφόσον αυτά τα τελευταία τελούν υπό τη διαχείριση εγκατεστημένων στην Ελλάδα διαχειριστριών είτε των εταιριών, που διαχειρίζονται πλοία, οι οποίες, εάν τα πλοία φέρουν την ελληνική σημαία, δεν χρειάζεται να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ενώ, εάν φέρουν αλλοδαπή, πρέπει να έχουν εδώ γραφείο ή υποκατάστημα είτε των λοιπών ναυτιλιακών εταιριών του άρθρου 25 § 1 του Ν. 27/1975, όπως ισχύει, που έχουν νόμιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή και τρίτο ότι η ανάγκη υπαγωγής και των εταιριών αυτών (holding) σε καθεστώς προστασίας υποδηλώνει ότι είναι αλλοδαπές, έχουν δηλαδή καταστατική έδρα σε άλλο κράτος και πραγματική έδρα στην Ελλάδα. Σε όλες τις εταιρίες αυτές ο Ν. 3816/2010 επεκτείνει την έννομη συνέπεια του Ν. 791/1978, τις υπάγει δηλαδή στο δίκαιο της καταστατικής τους έδρας, προκειμένου να κριθεί εάν αναγνωρίζονται και από την ελληνική έννομη τάξη, ως νομικά πρόσωπα του εταιρικού είδους, που επέλεξαν κατά τη σύστασή τους, εάν δηλαδή θα αντιμετωπίζονται στην Ελλάδα, ως κεφαλαιουχικές ή ως προσωπικές εταιρίες. Ζήτημα όμως ανακύπτει σχετικά με τις προϋποθέσεις παραγωγής της έννομης συνέπειας και ειδικότερα σχετικά με το αν οι όροι του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 αρκεί να συντρέχουν, μόνον όσον αφορά τις εταιρίες, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ή αν πρέπει να συντρέχουν και γι’ αυτές τις ίδιες τις εταιρίες χαρτοφυλακίου των εταιριών αυτών (του δευτέρου εδαφίου). Με δεδομένο ότι κατά τα προαναφερθέντα οι πλοιοκτήτριες και διαχειρίστριες πλοίων εταιρίες του Ν. 791/1978 δεν απαιτείται να είναι εγκατεστημένες στην ημεδαπή, με αποτέλεσμα τούτο να μην καθίσταται αναγκαίο ούτε για τις εταιρίες χαρτοφυλακίου αυτών, το ζήτημα εντοπίζεται στο αν οι εταιρίες χαρτοφυλακίου των λοιπών (μη πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων) ναυτιλιακών εταιριών πρέπει να είναι και αυτές εγκατεστημένες στην Ελλάδα, όπως και οι εταιρίες τις μετοχές των οποίων κατέχουν. Όμως, τέτοια εγκατάσταση δεν απαιτείται, αφού αυτή δεν τίθεται ως προϋπόθεση στο άρθρο 11Δ του Ν. 3816/2010. Άλλωστε, οι εταιρίες χαρτοφυλακίου δεν μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης γραφείου ή υποκαταστήματος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 § 1 του Ν. 27/1975 και 1 του ΑΝ 378/1968, επειδή δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής τους, δεδομένου ότι με το Ν. 3816/2010 δεν τροποποιήθηκαν οι νόμοι αυτοί αλλά συμπληρώθηκε απλά ο Ν. 791/1978. Πάντως, η διάταξη του άρθρου 11Δ του Ν. 3816/2010, εντασσόμενη στο πλέγμα των προστατευτικών ρυθμίσεων του Ν. 791/1978, έχει και αυτή αναδρομική δύναμη και καταλαμβάνει και τις εταιρίες χαρτοφυλακίου, που είχαν συσταθεί κατ’ αλλοδαπό δίκαιο πριν την εισαγωγή της και δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί. Περαιτέρω, ως προς το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1 § 1 του Ν. 791/1978 (ration aemateriae) έχει υποστηριχθεί ότι για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρίες το δίκαιο της καταστατικής τους έδρας ρυθμίζει όλα τα ζητήματα (ουσιαστικά και δικονομικά), που άλλως, αν δηλαδή η διάταξη αυτή έλλειπε, θα τα ρύθμιζε η διάταξη του άρθρου 10 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διεθνής δικαιοδοσία του ελληνικού forum και οι σχέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, του νομικού προσώπου (ΑΠ 1627/1986 ΕΕμπΔ 1988/98 = ΕΝαυτΔ 1988/ 35 = ΝοΒ 1987/1050, Σπ. Βρέλλης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 155, Ελ. Μουσταΐρα, παρατηρήσεις κάτω από την ΟλΑΠ 2/1999, σε Κοινοδίκιον 2001/19 επομ., Α. Βενάρδος, Το νομικόν καθεστώς των κατά τον Ν. 791/1978 αλλοδαπών ναυτικών εταιριών, ΠειρΝ 1979/375 επομ., Δ. – Π. Τζάκας, παρατηρήσεις κάτω από την ΠΠΠειρ 4525/2014, σε ΕΕμπΔ 2014/983 επομ. [985]). Μετά όμως την Ολ ΑΠ 2/1999 (ο.π.), με την οποία το Ακυρωτικό, κρίνοντας την έννοια της έδρας για τους σκοπούς του διεθνούς δικονομικού δικαίου με την έννοια της δωσιδικίας των Δικαστηρίων της έδρας της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 1 § 1 του Ν. 791/1978 ως εξαιρετική πρόβλεψη καλεί σε εφαρμογή το δίκαιο του τόπου ίδρυσης του νομικού προσώπου μόνο για τα ρητώς και αποκλειστικώς σε αυτό απαριθμούμενα θέματα της σύστασης και της ικανότητας δικαίου, έχει επικρατήσει η άποψη ότι τα λοιπά, πλην του κύρους της ίδρυσης, της αναγνώρισης της νομικής προσωπικότητας και της ικανότητας δικαίου της αλλοδαπής εταιρίας, ζητήματα εταιρικής φύσεως, όπως η αντιπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της, η ευθύνη των διαχειριστών της και των εκπροσώπων της και ο δικαστικός έλεγχος της διαχειρίσεώς της μετά από αίτημα της μειοψηφίας, κρίνονται κατά το δίκαιο της πραγματικής έδρας της, δηλαδή το ελληνικό (ΑΠ 803/2010, ΑΠ 812/2008, ΑΠ 186/2008 όλες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 601/2011 ΔΕΕ 2012/30, ΤριμΕφΠειρ 12/2011 ΕΝαυτΔ 2011/406 = ΕΕμπΔ 2012/365, ΕφΠειρ 40/2010 ΕΝαυτΔ 2010/149, ΕφΠειρ 618/2004 ΠειρΝ 2004/343 = ΕΝαυτΔ 2005/32, ΕφΠειρ 403/2004 ΠειρΝ 2004/213 = ΕΝαυτΔ 2004/177, ΕφΠειρ 159/2004 ο.π., Ε. Βασιλακάκης, σε Α. Γραμματικάκη – Αλεξίου/Ζ. Παπασιώπη – Πασιά/Ε. Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2017, σελ. 139, Ε. Τζίβα, Η διενέργεια έκτακτου ελέγχου με βάση τους κανόνες του ελληνικού δικαίου σε ανώνυμη εταιρία, που έχει την καταστατική της έδρα στην αλλοδαπή, πραγματική όμως εγκατάσταση στην Ελλάδα, σε ΕΕμπΔ 1994/176 επομ. [180], βλ. και Α. Μεταλληνό, σε X. Παμπούκη, Δίκαιο Διεθνών Συναλλαγών, 2009, αρ. 159, σελ. 86 – 87). Η δεύτερη αυτή άποψη είναι ορθότερη, δεδομένου ότι ο Ν. 791/1978 αποσκοπούσε αποκλειστικά στη διασφάλιση της υπόστασης των αλλοδαπών ναυτιλιακών κεφαλαιουχικών εταιριών ελληνικών συμφερόντων, που πριν την εισαγωγή του θεωρούνταν άκυρες ή ανυπόστατες και όχι στην εν γένει ρύθμιση του εφαρμοστέου δικαίου και την ανατροπή ειδικά ως προς τις εταιρίες αυτές, της θεμελιώδους επιλογής του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υπέρ του δικαίου της καταστατικής έδρας, που θα είχε ως αποτέλεσμα να απομονώσει τις εταιρίες αυτές από το δικαιϊκό καθεστώς, εντός του οποίου λειτουργούν (Χ. Παμπούκης, Νομικά Πρόσωπα και ιδίως Εταιρίες στις Συγκρούσεις Νόμων, 2004, σελ. 140 επ.) [ΤριμΕφΠειρ 294/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΤριμΕφΠειρ 355/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα για συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (ΑΠ 75/2018 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της (ΑΠ 1617/2011 ΝοΒ 2012/890). Η νομιμοποίηση συμπίπτει καταρχήν με την ιδιότητα του υποκειμένου του επίδικου δικαιώματος ή της υπό κρίση έννομης σχέσης, όπως αυτή ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της καθορίζεται από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που καλείται σε εφαρμογή (Ολ ΑΠ 18/2005 Δνη 2005/706 = Δ 2005/703). Για το λόγο αυτό τα γεγονότα, στα οποία θεμελιώνεται η (κατά κανόνα ή συνήθης) νομιμοποίηση, ταυτίζονται με τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και της ιστορικής βάσης της αγωγής (Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 68). Επομένως, νομιμοποιείται καταρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ως δικαιούχος ή υπόχρεος αντίστοιχα (ΑΠ 82/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στο στάδιο της έρευνας του παραδεκτού της αγωγής η κατά κανόνα νομιμοποίηση έχει χαρακτήρα τυπικό (Λ. Κιτσαράς, Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων, 2007, σελ. 22) ή υποθετικό (Κ. Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος, 2016, § 38, σελ. 912, σημ. 1087), με την έννοια ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, αρκεί για τη νομιμοποίηση αμφοτέρων (ΑΠ 380/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), χωρίς να ασκεί καταρχήν επιρροή η αλήθεια ή η αναλήθεια αυτού, έστω δηλαδή και αν το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα δεν υφίσταται στην πραγματικότητα ή είναι ξένο ως προς τους διαδίκους. Η επίκληση περιστατικών θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως καθιστά δυνατή την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της διαφοράς (Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, 2014, σελ. 24), ενώ η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1736/2017, ΤριμΕφΠειρ 224/2013 αμφότερες σε Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 112/2006 ΕπισκΕΔ 2006/520 = ΑχΝομ 2007/443, ΕφΠειρ 455/2005 ΠειρΝ 2005/361, ΕφΑθ 5685/1999 Δνη 2000/528, ΜονΕφΘεσ 1221/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), χωρίς περαιτέρω έρευνα από το δικαστήριο. Η απόρριψη γίνεται τότε για λόγους τυπικούς και αποτελεί την κύρωση του απαραδέκτου που προκαλείται όταν, υπό τα επικαλούμενα, κάποιος από τους διαδίκους (ή και αμφότεροι) δεν έχει εξουσία διεξαγωγής της δίκης, επειδή δεν μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση, δεν είναι δηλαδή φορέας του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης (ΤριμΕφΠειρ 294/2026 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Έτι περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 “περί ανωνύμων εταιριών”, προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της. Είναι επομένως, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει δε ίδια περιουσία, ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της. Οι τελευταίοι έχουν, ως μέτοχοι, μόνο τα παρεχόμενα σ’ αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση που τους συνδέει με την εταιρία. Στα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης εταιρίας (Ολ ΑΠ 14/1999 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, σε περίπτωση που τρίτος προκαλέσει ζημία στο νομικό πρόσωπο, μόνο νομιμοποιούμενο προς έγερση αγωγής αποζημιώσεως τυγχάνει το ίδιο το νομικό πρόσωπο (Ολ ΑΠ 1/1994 (ποιν) Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22 α και 22 β του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ, προκύπτει ότι, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρίας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρίας, για την προξενούμενη στην εταιρία ζημία συνεπεία πταίσματος τους, η δε ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τα άρθρα 914 και 919 του ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη τους, αποτελεί και αδικοπραξία που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρίας, το οποίο και νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή, κατά των μελών της διοικήσεως, κατά τους όρους του άρθρου 22 β του Ν. 2190/1920. Οι κατ’ ιδίαν μέτοχοι της εταιρίας, που τυχόν υφίστανται έμμεση ζημία, είτε από πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών, είτε από μείωση της εσωτερικής αξίας αυτών, είτε ένεκα της διανομής μικρότερου μερίσματος, δεν έχουν και αυτοί παράλληλη αξίωση αποζημιώσεως για τη ζημία αυτή, γιατί, ως τρίτοι, δεν συνδέονται με τα μέλη της διοικήσεως και γιατί πρόκειται για έμμεση ζημία τους, που δεν ανορθώνεται έναντι αυτών, κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, δεδομένου ότι από τα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό προς το άρθρο 914 του ιδίου Κώδικα, δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι ο αμέσως εκ της αδικοπραξίας ζημιωθείς, ο οποίος και νομιμοποιείται να στραφεί κατά του υπαιτίου, όχι δε και οι εμμέσως, εκ της αδικοπραξίας, ζημιωθέντες (εκτός των ρητών εξαιρέσεων των άρθρων 928 και 929 παρ. 2 ΑΚ). Οι εν λόγω διατάξεις, άλλωστε, συμπορεύονται προς τα οριζόμενα με τα άρθρα 22 α και 22 β του Ν. 2190/1920, με τα οποία ρυθμίζονται τα της ευθύνης των μελών της διοικήσεως της ανωνύμου εταιρίας έναντι της εταιρίας και τα της ασκήσεως της σχετικής αγωγής από το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ή αιτήσεως μετόχων, εκπροσωπούντων το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 22 β του Ν. 2190/1920 ίσχυε κατά την ένδικη περίοδο κατόπιν της τροποποίησης αυτού με τις διατάξεις του άρθρου 31 Ν.3604/2007 (ΦΕΚ Α 189/8.8.2007), εκ των οποίων συνάγεται ότι δεν δημιουργείται ευθύνη των μελών της διοικήσεως έναντι των κατ’ ιδίαν μετόχων και δεν παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα ατομικής αγωγής προς αποκατάσταση της έμμεσης ζημίας τους, η οποία αποκαθίσταται με την άσκηση από το νομικό πρόσωπο της εταιρίας της σχετικής αγωγής [ΑΠ 1847/2023, ΑΠ 1489/2017 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1285/1980 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 14/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς]. Επιπλέον, το δικαίωμα του μετόχου επί του μερίσματος είναι η εξουσία που παρέχεται στον μέτοχο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ζητήσει από την εταιρία να του καταβάλει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων (μέρισμα) ανάλογο με το ποσοστό συμμετοχής του στο κεφάλαιο της εταιρίας. Το μέρισμα αυτό κρατείται από τα καθαρά κέρδη της εταιρίας (άρθρο 45 Ν. 2190/1920), αφορά δε συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο που ονομάζεται εταιρική χρήση και που δεν μπορεί συνήθως να διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο (άρθρο 42 Ν. 2190/1920). Το δικαίωμα του μετόχου επί του μερίσματος βασίζει την ύπαρξη του στην ειδική έννομη σχέση που συνδέει την ανώνυμη εταιρία και τους μετόχους, η οποία ονομάζεται εταιρική σχέση, είναι δικαίωμα ατομικό και ασκείται από μέτοχο, οσηδήποτε συμμετοχή και αν έχει στην εταιρία και επιπλέον είναι από εκείνα τα εταιρικά δικαιώματα που δεν μπορούν να αποκλεισθούν με αντίθετη διάταξη του καταστατικού. Γεννάται αμέσως μόλις ο εταίρος συνδεθεί με την ανώνυμη εταιρία με την μετοχή, ενώ η απαίτηση του μετόχου επί του συγκεκριμένου μερίσματος, του οποίου ψηφίστηκε η διανομή, είναι δικαίωμα ενοχικό, υποκείμενο στις διατάξεις του κοινού δικαίου και ο μέτοχος γίνεται πιστωτής της εταιρίας αμέσως μόλις καταρτιστεί ο ισολογισμός συγκεκριμένης χρήσης και εγκριθεί από τη γενική συνέλευση (ΕφΑθ 1478/2001 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Το προαναφερόμενο δικαίωμα πληρωμής μερίσματος ως ενοχικό πλέον, συντρέχει μετά των λοιπών αξιώσεων κατά της εταιρίας και αντιμετωπίζεται δ’ ενστάσεων όπως κάθε δικαίωμα (βλ. Λ. Γεωργακόπουλος, Το Δίκαιο των εταιριών, τόμος δεύτερος έκδοση 1975 σελ. 551 παρ.11 και 3 και σημείωση) [ΕφΠατρ 691/2009 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Για δε την είσπραξη του μερίσματος ο μέτοχος μπορεί να στραφεί δικαστικώς κατά της εταιρίας, όπως συμβαίνει σε κάθε απαίτηση του ενοχικού δικαίου. Η απαίτησή του εξαρτάται από την ύπαρξη κέρδους, τελεί δηλαδή υπό νομική αναβλητική αίρεση (ΕφΘεσσαλ 694/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η απαίτηση των μετόχων για καταβολή μερίσματος έναντι της ΑΕ προϋποθέτει για τη γέννησή της σύννομη απόφαση της τακτικής ΓΣ, που εγκρίνει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και την καταβολή μερίσματος και γίνεται ληξιπρόθεσμη μετά παρέλευση δύο μηνών από τη λήψη της σχετικής εγκριτικής απόφασης (ΑΠ 1445/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, σχετ. ΑΠ 1755/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την πρώτη αγωγή, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό κρίση πρώτη αγωγή, όπως προεκτέθηκαν, η εταιρία «…………….» έχει καταστατική έδρα στον ……. και έχει εγκαταστήσει γραφείο στον Πειραιά σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 378/1968, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της μεσιτείας ναυτιλιακών ασφαλειών. Η εταιρία «…………..» με καταστατική έδρα στη Λιβερία και πραγματική στον Πειραιά, που κατέχει ποσοστό 50% των μετοχών της ως άνω εταιρίας («………..»), αποτελεί εταιρία χαρτοφυλακίου της τελευταίας, με συνέπεια για το κύρος της συστάσεως, αλλά και για την ικανότητα δικαίου της εταιρίας «………….» ως κεφαλαιουχικής εταιρίας να εφαρμόζεται το δίκαιο της Λιβερίας, δηλαδή το δίκαιο της καταστατικής της έδρας και όχι το δίκαιο της Ελλάδας. Όμως, κατά τα λοιπά, λόγω της πραγματικής έδρας της εταιρίας «…………….», εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο για την ανώνυμη εταιρία, προς το νομοθετικά ρυθμισμένο τύπο της οποίας αντιστοιχεί κάθε Λιβεριανή εταιρία τύπου incorporated [INC.]. Επίσης, προκειμένου να υπαχθεί η εταιρία χαρτοφυλακίου «………………..» στο προστατευτικό καθεστώς του Ν. 791/1978, δεν απαιτείται εγκατάσταση αυτής στην Ελλάδα, καθώς τέτοια προϋπόθεση δεν προβλέπεται στο άρθρο 11 Δ του Ν. 3816/2010, διάταξη η οποία εντάσσεται στο πλέγμα των προστατευτικών ρυθμίσεων του Ν. 791/1978, έχει δε η διάταξη αυτή αναδρομική δύναμη και καταλαμβάνει και τις εταιρίες χαρτοφυλακίου, που είχαν συσταθεί, κατ’ αλλοδαπό δίκαιο πριν την εισαγωγή του Ν. 3816/2010 και δεν είχαν μέχρι τότε λυθεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, όπως εν προκειμένω την επικαλούμενη εταιρία «……………» με έτος σύστασης, κατά την αγωγή, το έτος 1990 (βλ. σχετ. και τη με αριθμό 355/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και του εναγόμενου επί αγωγής με αντικείμενο τη λογοδοσία του τελευταίου για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και με την οποία κρίθηκε ως εφαρμοστέος ο Ν. 2190/1920). Επομένως, επί των εσωτερικών ζητημάτων (=«interna corporis») της εταιρίας «………..», όπως του καθορισμού του μερίσματος και της διανομής αυτού στους μετόχους και εν προκειμένω επί του ζητήματος εάν υφίσταται αξίωση αποζημίωσης του μετόχου …………. λόγω της μη διανομής σε αυτόν μερισμάτων της εταιρίας «………..» από τον εναγόμενο, που ως διαχειριστής της τελευταίας («………………») κατείχε τα κέρδη της εταιρίας και παράνομα ιδιοποιήθηκε αυτά, τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο των ανωνύμων εταιριών και ειδικότερα ο Ν. 2190/1920, για το επίδικο χρονικό διάστημα, αναφορικά με την ευθύνη του διοικητικού οργάνου-συμβουλίου της εταιρίας ως προς τη σύνταξη εταιρικών λογαριασμών, τη σύγκληση των Γενικών Συνελεύσεων, τη λήψη αποφάσεων επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων για την εταιρική χρήση, τον καθορισμό του διανεμητέου μερίσματος στους μετόχους, τη λήψη απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για τη διανομή του μερίσματος, τον καθορισμό των προσώπων – η εταιρία ή οι μέτοχοι – που νομιμοποιούνται να αξιώσουν αποζημίωση σε βάρος του οργάνου που ιδιοποιήθηκε τα ποσά του μερίσματος. Στην ένδικη πρώτη αγωγή δεν γίνεται μνεία περί λήψης απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων για τη διανομή μερίσματος σε αυτούς, καθώς έκτοτε και μόνο αποκτούν οι μέτοχοι την αξίωση καταβολής του αναλογούντος σε αυτούς μερίσματος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν. Συνεπώς, αναφορικά με την ένδικη αγωγική αξίωση, αυτή ασκείται κατά τους όρους και τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 και ως εκ τούτου μόνο νομιμοποιούμενο προς άσκηση αυτής τυγχάνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας «……………….» και όχι ατομικά ο αρχικώς ενάγων …………., ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τυγχάνει μέτοχος και λόγω της ιδιότητας του αυτής θεωρείται έμμεσα ζημιωμένος από την εκτιθέμενη στην πρώτη αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστάμενη σε παράνομη ιδιοποίηση των κερδών της εταιρίας. Κατ’ ακολουθίαν, μόνον η εταιρία «………………..» μπορεί να ασκήσει τη σχετική αγωγή, νομιμοποιούμενη ενεργητικά ως φορέας του έννομου αγαθού της περιουσίας, που υπέστη προσβολή από την εκτιθέμενη στην πρώτη αγωγή αδικοπρακτική ενέργεια του εναγόμενου και όχι ατομικά ο αρχικώς ενάγων (σχετ. ΕφΑθ 5864/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Με την αποκατάσταση της ζημίας του νομικού προσώπου της εταιρίας αποκαθίσταται και η ζημία των μετόχων, που υπέστησαν από την κακή διαχείριση της εταιρικής περιουσίας εκ μέρους των μελών της διοίκησης (Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, 1996, παρ. 29, σελ. 227 και παραπομπές εκεί στη νομολογία, ΑΠ 1483/2010 ΔΕΕ 2011. 569, ΑΠ 1888/2005 ΔΕΕ 2006. 392, ΑΠ 725/2004 ΕλλΔνη 45. 1519, ΑΠ 1405/1998 ΔΕΕ 1998. 972, ΑΠ 1077/1995 ΕλλΔνη 36. 1641, ΑΠ 1074/1995 ΕλλΔνη 36. 1642, ΕφΑθ 3494/2007 ΔΕΕ 2007. 1191, ΕφΑθ 252/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007. 558, ΕφΑθ 4860/2006 ΕΕμπΔ 2007. 590, ΕφΑθ 1076/2006 ΕπισκΕμπΔ 2006. 248). Επιπρόσθετα, αναφορικά με τη συνεκδικαζόμενη δεύτερη αγωγή, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό κρίση δεύτερη αγωγή, όπως προεκτέθηκαν, η εταιρία «…………….» έχει καταστατική έδρα στις Βερμούδες και έχει εγκαταστήσει γραφείο στον Πειραιά σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 378/1968, δραστηριοποιούμενη στον τομέα του διακανονισμού αβαριών. Η εταιρία «……………», της οποίας δεν ορίζεται στην εν λόγω αγωγή η καταστατική και η πραγματική έδρα, που κατέχει κατά ποσοστό 100% των μετοχών της ως άνω εταιρίας («……………..»), αποτελεί εταιρία χαρτοφυλακίου της τελευταίας. Για το κύρος της συστάσεως, αλλά και για την ικανότητα δικαίου της εταιρίας «………..» ως κεφαλαιουχικής εταιρίας εφαρμόζεται το δίκαιο των Βερμούδων, δηλαδή το δίκαιο της καταστατικής της έδρας και όχι το δίκαιο της Ελλάδας. Όμως, κατά τα λοιπά, λόγω της πραγματικής έδρας της εταιρίας «…………….», εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο για την ανώνυμη εταιρία, προς το νομοθετικά ρυθμισμένο τύπο της οποίας αντιστοιχεί η συγκεκριμένη αλλοδαπή εταιρία, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνιστά κεφαλαιουχική εταιρία με μετοχικό κεφάλαιο διαιρεμένο σε μετοχές (αν και από την επωνυμία της θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με εφαρμοστέο το Ν. 3190/1955, με ανάλογη νομική συνέπεια ως προς τη νομιμοποίηση του ενάγοντος ως εμμέσως ζημιωθέντος). Επίσης, προκειμένου να υπαχθεί η εταιρία «……………..» στο προστατευτικό καθεστώς του Ν. 791/1978 απαιτείται εγκατάσταση αυτής στην Ελλάδα (ΑΝ 378/1968), η οποία υφίσταται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή για το επίδικο χρονικό διάστημα (1997-2008), μέχρι την ανάκληση της άδειας εγκατάστασής της (2009). Επομένως, επί των εσωτερικών ζητημάτων (=«interna corporis») της εταιρίας «………….», όπως του καθορισμού του μερίσματος και της διανομής αυτού στους μετόχους και εν προκειμένω επί του ζητήματος εάν υφίσταται αξίωση αποζημίωσης του μετόχου …………. λόγω της μη διανομής σε αυτόν μερισμάτων της εταιρίας «…………………» από τον εναγόμενο, που ως φερόμενος, κατά την εν λόγω αγωγή, διαχειριστής της τελευταίας («…………….»), κατείχε τα κέρδη της εταιρίας και παράνομα ιδιοποιήθηκε αυτά, τυγχάνει εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο των ανωνύμων εταιριών και ειδικότερα ο Ν. 2190/1920, για το επίδικο χρονικό διάστημα, αναφορικά με την ευθύνη του διοικητικού οργάνου-συμβουλίου της εταιρίας ως προς τη σύνταξη εταιρικών λογαριασμών, τη σύγκληση των Γενικών Συνελεύσεων, τη λήψη αποφάσεων επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων για την εταιρική χρήση, τον καθορισμό του διανεμητέου μερίσματος στους μετόχους, τη λήψη απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για τη διανομή του μερίσματος, τον καθορισμό των προσώπων – η εταιρία ή οι μέτοχοι – που νομιμοποιούνται να αξιώσουν αποζημίωση σε βάρος του οργάνου που ιδιοποιήθηκε τα ποσά του μερίσματος. Στην ένδικη δεύτερη αγωγή δεν γίνεται μνεία περί λήψης απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων για τη διανομή μερίσματος σε αυτούς, καθώς έκτοτε και μόνο αποκτούν οι μέτοχοι την αξίωση καταβολής του αναλογούντος σε αυτούς μερίσματος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν. Συνεπώς, αναφορικά με την ένδικη αγωγική αξίωση, αυτή ασκείται κατά τους όρους και τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 και ως εκ τούτου μόνο νομιμοποιούμενο προς άσκηση αυτής τυγχάνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας «………….» και όχι ατομικά ο αρχικώς ενάγων ……………., ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τυγχάνει μέτοχος και λόγω της ιδιότητας του αυτής θεωρείται έμμεσα ζημιωμένος από την εκτιθέμενη στη δεύτερη αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστάμενη σε παράνομη ιδιοποίηση των κερδών της εταιρίας. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται μετά την ανάκληση της άδειας νόμιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα της εταιρίας «………….» δυνάμει σχετικής ΚΥΑ, καθότι το επίδικο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά το επικαλούμενο δικαίωμα αποζημίωσης, είναι προγενέστερο της ανάκλησης και η ένδικη αγωγή ασκείται για δημιουργηθέν χρέος σε χρόνο προ της ανάκλησης της άδειας, κατά τον οποίο η εν λόγω ναυτιλιακή εταιρία είχε νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο της καταστατικής της έδρας ως υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του Ν. 791/1978 (ΑΠ 1439/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, σχετ. ΤριμΕφΠειρ 29/2024, ΤριμΕφΠειρ 701/2013, ΜονΕφΠειρ 149/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν, μόνον η εταιρία «……………..» μπορεί να ασκήσει τη σχετική αγωγή, νομιμοποιούμενη ενεργητικά ως φορέας του έννομου αγαθού της περιουσίας, που υπέστη προσβολή από την εκτιθέμενη στη δεύτερη αγωγή αδικοπρακτική ενέργεια του εναγόμενου και όχι ατομικά ο αρχικώς ενάγων (σχετ. ΕφΑθ 5864/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των προεκτεθέντων και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, ανεξαρτήτως του παραδεκτού και της βασιμότητας αμφοτέρων των λόγων της υπό κρίση εφέσεως, το Δικαστήριο αυτό στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ένδικης έφεσης κρίνει ότι οι ένδικες αγωγές σε βάρος του εναγόμενου με το προεκτεθέν περιεχόμενο τυγχάνουν ενεργητικά ανομιμοποίητες και συνεπώς, έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τις αγωγές ως παραδεκτώς ασκηθείσες αλλά τις απέρριψε ως νομικά αβάσιμες, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ, από το παρόν Δικαστήριο, γενομένης δεκτής της έφεσης ως βάσιμης κατ’ ουσίαν, η εκκαλουμένη απόφαση (613/2022) να εξαφανιστεί, διότι δεν επιτρέπεται αντικατάσταση αιτιολογίας, δεδομένου ότι άγει σε διάφορο κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό και, αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικαστεί κατ’ ουσίαν κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθούν οι αγωγές ως απαράδεκτες λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, γιατί η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη από την εκκαλουμένη απόφαση και οι συνέπειες από την απόρριψη των αγωγών για το λόγο αυτό είναι διαφορετικές, χωρίς να χειροτερεύει η θέση του αρχικώς εκκαλούντος (ΑΠ 12/1992, ΕφΑθ 5209/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), στην οποία υπεισήλθαν οι καθ’ ων η κλήση – εκκαλούσες. Τέλος, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ επίσης, πρέπει και να διαταχθεί η επιστροφή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αρχικώς εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./28-3-2022 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στις καθ’ ων η κλήση – εκκαλούσες, καθότι η ένδικη έφεσή τους έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 613/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 1173/2022 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 613/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό 1173/2022 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
ΚΡΑΤΕΙ και ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/2015 αγωγή και β) την από 22-3-2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../2015 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αγωγές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στις καθ’ ων η κλήση – εκκαλούσες.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 9 Ιουνίου 2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 29 Ιουλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ