Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 521/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης    521/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – εναγόμενου: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καραχάλιου (ΑΜ ……… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Του εφεσίβλητου – ενάγοντος: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χασιώτη (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 19.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2021 και ειδικό …../2021 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3255/2023 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκανε δεκτή την αγωγή. Ο εκκαλών – εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 14.11.2023 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ……/14.11.2023 και ειδικό …../14.11.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./14.01.2026 και ειδικό …./14.01.2026, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος – εναγόμενου αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – ενάγοντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3255/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε δεκτή η από 19.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2021 και ειδικό ……./2021 αγωγή του εφεσίβλητου – ενάγοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 14.11.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 14.11.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../14.11.2023 και ειδικό ………/14.11.2023 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 29.09.2023. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα – εναγόμενο το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Ο ενάγων στην από 19.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../2021 και ειδικό …./2021 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. ………../05.01.2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ωρωπού, πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο, αντί τιμήματος 39.021,88 ευρώ, την κυριότητα μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του δευτέρου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ………….. Αττικής, επί της διασταύρωσης των οδών ……… και ……….., η οποία έχει επιφάνεια 58,99 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 124/1000 εξ αδιαιρέτου, ότι ο εναγόμενος εξόφλησε το ανωτέρω τίμημα της αγοραπωλησίας και ακολούθως συντάχθηκε η υπ’ αριθ. ……../03.06.2011 πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών . ……, πλην όμως ο ενάγων του επέστρεψε το καταβληθέν ποσό των 39.021,88 ευρώ και ακολούθως συντάχθηκε μεταξύ τους το από 04.06.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του προερχόμενη από το ανωτέρω τίμημα της αγοραπωλησίας, με σκοπό να γεννηθεί ενοχή και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους, και ταυτόχρονα ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 66 άτοκες μηνιαίες δόσεις, ποσού 591,20 ευρώ η καθεμία, της πρώτης καταβλητέας τον Φεβρουάριο του έτους 2011 και της τελευταίας καταβλητέας τον Ιούνιο του έτους 2016, ότι προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής του, ο εναγόμενος εξέδωσε στην Αθήνα, σε διαταγή του ενάγοντος, την υπ’ αριθ. …………. επιταγή, ποσού 39.021,88 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ……, η οποία, όμως, σφραγίστηκε ελλείψει υπολοίπου κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της προς πληρωμή την 06.11.2012, ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες ως άνω δόσεις και εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 39.021,88 ευρώ, το οποίο αρνείται να εξοφλήσει, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής από την καταρτισθείσα μεταξύ τους από 04.06.2011 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατά δε την επικουρική βάση αυτής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η από 04.06.2011 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, το ανωτέρω ποσό των 39.021,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κάθε μηνιαία δόση, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3255/2023 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια και την επικουρική βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 345, 346, 361, 873 και 904 του ΑΚ και 62, 68, 176, 218, 219 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, που κρίθηκε μη νόμιμο μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και του παρεπόμενου αιτήματος καταβολής τόκων από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κάθε μηνιαία δόση, που κρίθηκε νόμιμο μόνο μετά την επίδοση της αγωγής, στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 39.021,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος ύψους 1.200,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – εναγόμενος με την κρινόμενη από 14.11.2023 έφεσή του για τον περιεχόμενο σε αυτήν λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή.

Κατά το άρθρο 873 του ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ’ αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β’ του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (ΟλΑΠ 2088/1986 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 654/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 114/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/2011 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει κατ’ ένσταση το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (ΑΠ 843/2012 Αρμ 2013. 285). Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1424/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 678/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 21/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7105/2002 ΝΟΜΟΣ), αλλά να ζητήσει την ακύρωση της όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 140, 147, 150 του ΑΚ (ΜονΕφΑθ 5907/2013 ΕλλΔνη 2014. 162). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ’ αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 του ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. άρθρα 272 παρ. 2 εδ. β’, 437, 156 του ΑΚ). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται όπως προαναφέρθηκε έγγραφος τύπος (ΑΠ 49/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1259/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 51/2020 ΝΟΜΟΣ). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 847/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 51/2020 ΝΟΜΟΣ). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ’ αρχήν να είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 437 του ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1259/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 51/2020 ΝΟΜΟΣ). Για την πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος, αρκεί παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι’ αυτήν (ΑΠ 759/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 408/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1086/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1424/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1279/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 123/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 247/2022 ΝΟΜΟΣ) Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνο, που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση, είναι το εφεξής οφειλόμενο (ΑΠ 424/2013 ιστοσελίδα areiospagos.gr, ΑΠ 232/2009 ΧρΙΔ 2010. 258). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία (ΕφΑθ 3168/2023 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 128/2020 ιστοσελίδα efeteio-peir.gr). Τέλος, η σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους κατ’ άρθρο 873 του ΑΚ, και η δημιουργία εντεύθεν νέας, αυτοτελούς και ανεξάρτητης της αιτίας ενοχής, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ (ΑΠ 2063/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1796/2017 ΝΟΜΟΣ).

Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθ. ……./23.02.2022 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς του μάρτυρος …………., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του εναγόμενου, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθ. ……………/18.02.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 48/2009 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ’ αριθ. ………./05.01.2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ωρωπού, ο ενάγων πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο, αντί τιμήματος 39.021,88 ευρώ, την κυριότητα μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) με αριθμό ….. του δευτέρου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου …… Αττικής, εντός του με αριθμό …. Οικοδομικού Τετραγώνου, στο οποίο φέρει τον αριθμό 30, επί της διασταύρωσης των οδών ……. και …….., η οποία έχει επιφάνεια 58,99 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 124/1000 εξ αδιαιρέτου. Αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εξόφλησε το ανωτέρω τίμημα της αγοραπωλησίας την 15.04.2011, λαμβάνοντας ισόποσο δάνειο, κατόπιν σύμβασης στεγαστικού δανείου που συνήψε με την Τράπεζα ………….., και ακολούθως συντάχθηκε η προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …………./03.06.2011 πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. Την επόμενη ημέρα από τη σύναψη της ανωτέρω πράξης εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας, ήτοι την 04.06.2011, ο ενάγων επέστρεψε στον εναγόμενο το καταβληθέν ως άνω ποσό των 39.021,88 ευρώ του τιμήματος της μεταξύ τους αγοραπωλησίας, και ακολούθως συντάχθηκε μεταξύ τους το προσκομιζόμενο από 04.06.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του προερχόμενη από το ανωτέρω τίμημα της αγοραπωλησίας και ταυτόχρονα ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 66 συνεχόμενες άτοκες μηνιαίες δόσεις, ποσού 591,20 ευρώ η καθεμία, της πρώτης καταβλητέας τον Φεβρουάριο του έτους 2011 και της τελευταίας καταβλητέας τον Ιούνιο του έτους 2016. Επιπλέον, με σχετικό όρο του από 04.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης του ενάγοντος, ο εναγόμενος, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», εξέδωσε στην Αθήνα, σε διαταγή του ενάγοντος, την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ………. επιταγή, ποσού 39.021,88 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ………., η οποία δεν έφερε ημερομηνία έκδοσης. Από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου από 04.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος αφενός αναγνώρισε την οφειλή του, προερχόμενη από το τίμημα της μεταξύ τους σύμβασης πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) με το υπ’ αριθ. ……………/05.01.2011 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., και ανερχόμενη στο ποσό των 39.021,88 ευρώ, αφετέρου ανέλαβε την υποχρέωση να την καταβάλει σε 66 συνεχόμενες άτοκες μηνιαίες δόσεις, προκύπτει ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 361 του ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατά τη σαφή βούλησή τους, αυτοτελή βάση ενοχής. Το αιτιώδες εξάγεται από την αναφορά της αιτίας στο κείμενο της από 04.06.2011 σύμβασης, αφού γίνεται ρητή αναφορά στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος). Η βούληση αυτή των συμβαλλομένων η από 04.06.2011 σύμβαση να μην αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προϋπάρχουσας ενοχής ή εξώδικη ομολογία οφειλής, αλλά να ιδρυθεί νέα ενοχική σχέση, συνάγεται, αναμφίβολα, από το ως άνω περιεχόμενο του από 04.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η διαμόρφωση του οποίου δεν θα ήταν απαραίτητη σε διαφορετική περίπτωση, αλλά και από τη συνομολόγηση του ανωτέρω όρου, με τον οποίο συμφωνήθηκε η έκδοση της ισόποσης υπ’ αριθ. ………….. τραπεζικής επιταγής, από τον εναγόμενο, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», σε διαταγή του ενάγοντος, προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησής του. Συνεπώς, δεν εξετάζεται, πλέον, η παλαιά ενοχή (σύμβαση πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος)), από την οποία ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλλει ενστάσεις, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη. Εφόσον δε σκοπός της από 04.06.2011 σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους ήταν και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής του εναγόμενου (39.021,88 ευρώ), δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος αυτής, αφού το ύψος που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες, δυνάμει από 04.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, δόσεις, αλλά εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 39.021,88 ευρώ, το οποίο αρνείται να εξοφλήσει, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του. Επομένως η εκκαλούμενη, η οποία, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η ένδικη σύμβαση έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από την οποία πηγάζει νέα αυτοτελής ενοχή και ότι ο εναγόμενος οφειλέτης δεν μπορεί να προτείνει ενστάσεις που πηγάζουν από την παλαιά ενοχική σχέση μεταξύ των διαδίκων, και συνακόλουθα ότι προβάλλονται απαραδέκτως όλες οι ενστάσεις του εναγόμενου που στηρίζονται σε προηγούμενη αιτία, καθώς και η ένσταση εξόφλησης της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος κατόπιν συμψηφισμού με ανταπαίτηση του εναγόμενου σε βάρος του, ύψους 50.000,00 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγόμενου περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος κατόπιν συμψηφισμού με ανταπαίτηση του εναγόμενου σε βάρος του, ύψους 50.000,00 ευρώ, προερχόμενη από ασφάλιστρα που ο ενάγων εισέπραξε για λογαριασμό του ασφαλιστικού πρακτορείου, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..» που εκπροσωπείται από τον εναγόμενο. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι σε εκτέλεση σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου που καταρτίσθηκε, το έτος 2000, μεταξύ του ασφαλιστικού πρακτορείου, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………………….» που εκπροσωπείται από τον εναγόμενο, και του ενάγοντος, ανατέθηκε στον τελευταίο η διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, έναντι προμήθειας επί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που εκδίδονταν με τη μεσολάβησή του και ότι ο ενάγων, αν και ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει στο ανωτέρω ασφαλιστικό πρακτορείο τα εισπραττόμενα για λογαριασμό του ασφάλιστρα, δεν τα απέδωσε, αλλά παρακράτησε τα εισπραχθέντα από τον ίδιο ασφάλιστρα των ετών 2008 έως 2010, συνολικού ποσού 50.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες χειρόγραφες σημειώσεις του εναγόμενου, στις οποίες αναγράφονται διάφορες ημερομηνίες, ονόματα και ποσά. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αφού αφενός δεν προσκομίσθηκε η επικαλούμενη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, με την οποία ανατέθηκε στον ενάγοντα η διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, έναντι συμφωνηθέντων ποσοστών προμήθειας επί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που εκδίδονταν με τη μεσολάβησή του, υπολογιζόμενων επί των εισπραττόμενων καθαρών ασφαλίστρων, αφετέρου δεν προσκομίσθηκαν έγγραφες εκκαθαρίσεις λογαριασμού ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, οι οποίες να έχουν εκδοθεί από το ασφαλιστικό πρακτορείο, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» και στις οποίες να αποτυπώνονται οι αριθμοί των ασφαλιστηρίων που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβηση του ενάγοντος, το αντικείμενο, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων, η χρονική διάρκεια καθεμιάς ασφάλισης, τα συμφωνηθέντα – εισπραχθέντα από κάθε ασφαλισμένο ποσά ασφαλίστρων (μικτά – καθαρά), η προμήθεια του ενάγοντος και τυχόν ακυρωθέντα συμβόλαια. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης ……………, συνεταίρου του εναγόμενου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», που περιέχεται στην υπ’ αριθ. ………./23.02.2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η οποία, όμως, δεν κρίνεται πειστική, αφού αφενός γίνεται αντιφατική αναφορά σε ανταπαίτηση του εναγόμενου σε βάρος του ενάγοντος, προερχόμενη από ασφάλιστρα που ο τελευταίος εισέπραξε για λογαριασμό του ασφαλιστικού πρακτορείου, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», ύψους άλλοτε 50.000,00 ευρώ και άλλοτε 47.000,00 ευρώ, αφετέρου δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο οι διάδικοι δεν συνήψαν εγγράφως την επικαλούμενη συμφωνία απόσβεσης των αμοιβαίων απαιτήσεών τους, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι αμφότεροι οι διάδικοι ήταν έμπειροι στις συναλλαγές, και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα προέβαιναν στην απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων τους χωρίς τη σύνταξη εγγράφου. Εξάλλου, απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει η ένσταση του εναγόμενου περί παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος – εμπόρου που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 250 του ΑΚ, αφού η αγωγική αξίωση του ενάγοντος, ως απορρέουσα από την έννομη σχέση της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 361 του ΑΚ, υπόκεινται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος – εναγόμενου που διαλαμβάνονται στο μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 14.11.2023 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του και κατόπιν σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών, λόγω της ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 14.11.2023 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3255/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. …………../2023, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε ο εκκαλών.

Επιβάλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 31.07.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ