ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Δ΄ΤΜΗΜΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 489/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τoν Δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από την Γραμματέα Σ.Φ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: …………., ο οποίος παραστάθηκε μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ του Δ.Σ.Α. με Α.Μ. ……………
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ΤΗΣ ανώνυμης εταιρίας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις με την επωνυμία …………. και το διακριτικό τίτλο …………. η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής, (οδός ………..) με Α.Φ.Μ……… της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδας ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού …………., (…………) που εδρεύει στο ………. Ιρλανδίας, οδός ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία κατέστη δικαιούχος της απαίτησης που απορρέει από σύμβαση δανείου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …………. και ήδη …………… και τον διακριτικό τίτλο ……… που εδρεύει στην Αθήνα στην οδό …….., με Α.Φ.Μ. ………… της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα ΓΙΑΝΝΙΟΥ τη Δ.Ε. (Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ).
Ο εκκαλών άσκησε κατά της νυν εφεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 11-8-2025 (με Γ.Α.Κ. ….. και Ε.Α.Κ. ……/2025) ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ, επί της οποίας, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 5414/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που απέρριψε αυτήν.
Ο ανακόπτονων προσέβαλε την ανωτέρω οριστική απόφαση με την από 29-12-2025 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 29-12-2025 με Γ.Α.Κ …../2025 και Ε.Α.Κ. …../2025.
Επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με Γ.Α.Κ …../2025 και Ε.Α.Κ……/2025 και δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από την Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε αίτηση αναστολής εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής και αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο η έφεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Κατά, τη συζήτησή της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η από 29-12-2025 και με αριθμό έκθεσης δικογράφου ……../2025 έφεση προς εξαφάνιση της 5414/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 11-8-2025 με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου ………./2025 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ που άσκησε ο εκκαλών κατά της εφεσίβλητης, απέρριψε αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ.2 του ίδιου Κώδικα και πριν παρέλθουν δύο έτη από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς αυτή δημοσιεύτηκε στις 24-11-2025 και η έφεση ασκήθηκε στις 29-12-2025 όπως προκύπτει από την παρά πόδας του εφετήριου δικογράφου υπ` αριθ. …………../2025 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα. Επομένως, η ως άνω έφεση στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠΟΛΔ, όπως εισάγεται ενώπιον του αρμόδιου κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠΟΛΔ παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠΟΛΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ` άρθρο 533 παρ.1 ΚΠΟΛΔ. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό του ένδικου μέσου έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο κατ’ άρθρο 495 παρ.3Α στοιχ. β’ με κωδικό παράβολου …………… ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο.
Με την ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων εκθέτει ότι η καθ’ ης επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του για το ποσό των 77.000 πλέον τόκων και εξόδων σε εκτέλεση της με αριθμό ……./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απορρέει από σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταξύ του ανακόπτοντος και της …………… δικαιοπάροχου της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία …………….., των απαιτήσεων της οποίας διαχειρίστρια είναι η καθ’ ης. Ζητεί για τους σε αυτή περιλαμβανόμενους λόγους την ακύρωση της με αριθμό ……/2023 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 88.568,51 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, της από 13-6-2025 επιταγής προς πληρωμή που συντάχτηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής βάσει της οποίας επισπεύδεται σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, της με αριθμό ………../6/2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………… με την οποία κατασχέθηκε το αναλυτικά περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή ακίνητο και δη το με στοιχεία Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 33,30 τ.μ., με ΚΑΕΚ ………… το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία στην Δραπετσώνα Αττικής στην οδό ………….. και πρόκειται να εκτεθεί στις 28-1-2026 σε πλειστηριασμό, το απόσπασμα της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και η δυνάμει αυτών διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος ζητεί την καταδίκη της καθ’ ης στην δικαστική του δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση εκδικάζοντας την παραπάνω ανακοπή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε αυτή στο σύνολό της και επικύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή του, ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά την απόρριψη των λόγων της ανακοπής του, αιτούμενος να εξαφανιστεί η αμέσως παραπάνω απόφαση, να γίνουν δεκτοί στο σύνολό τους οι λόγοι που περιέχονται στην ανακοπή του, να ακυρωθεί η με αριθμό ………./6/2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….., να ακυρωθεί η από 13-6-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντίγραφου εξ’ απογράφου με αριθμό …../2023 της με αριθμό ……./2023 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πειραιώς. Σημειώνεται ότι στις 14-1-2026 έγινε δεκτό από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης που σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο της έφεσης, κατόπιν πιθανολόγησης ευδοκίμησης των λόγων της έφεσης οπότε διατάχθηκε η αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που είχε προγραμματιστεί για τις 28-1-2026 μέχρι την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναστολής ή έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης του ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής περί ακυρότητας της κατάσχεσης λόγω παραβίασης του υποχρεωτικού εκ του νόμου ελάχιστου ορίου διενέργειας του επισπευδόμενου πλειστηριασμού ήτοι της επτάμηνης προθεσμίας από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης υπολογίζοντας στην παραπάνω προθεσμία και τον μήνα Αύγουστο που δεν θα έπρεπε κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 147 παρ.2 ΚΠΟΛΔ διότι τον μήνα αυτό δεν γίνεται καμία πράξη εκτέλεσης (άρθρο 940 Α ΚΠΟΛΔ).
Ως προς αυτόν τον λόγο έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ.2 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α` 190/13.10.2021) και ισχύει από 01.01.2022, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 120 παρ. 2 του ως άνω νομοθετήματος, ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού ακινήτων “ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας”. Με τον τρόπο αυτό ο πλειστηριασμός ακινήτων συνεχίζει, όπως ίσχυε σύμφωνα με το Ν. 4335/2015, να ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά έως οκτώ μήνες από την περάτωση της κατάσχεσης – ως ημέρα της οποίας (περάτωσης) πρέπει να νοηθεί εκείνη κατά την οποία υπογράφεται η κατασχετήρια έκθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 3 και 993 παρ. 2 εδ. α` ΚΠολΔ, ενώ επιλύεται το ζήτημα που είχε ανακύψει νομολογιακά ως προς το εάν ο Αύγουστος θα έπρεπε να προσμετρηθεί ή όχι στη συγκεκριμένη προθεσμία. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζονται δύο δικονομικές προθεσμίες, και ειδικότερα μία προπαρασκευαστική και μία προθεσμία ενέργειας, καθώς, αφενός, καθίσταται υποχρεωτική η επτάμηνη αναμονή για τη διενέργεια του πλειστηριασμού μετά την κατάσχεση (η οποία συνιστά κατ` ουσίαν ex lege αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας) και αφετέρου, προσδιορίζεται το απώτατο χρονικό όριο για τη διενέργειά του. Οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες δεν αναστέλλονται, μη εφαρμοζομένης συνεπώς, της διάταξης του άρθρου 940 Α ΚΠολΔ, για την απαγόρευση διενέργειας πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης από 1ης έως 31ης Αυγούστου, ώστε η σχετική πρόβλεψη συνεπάγεται πως ο Αύγουστος συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό της προθεσμίας των επτά μηνών του άρθρου 954 παρ. 2 εδ. ε` ΚΠολΔ. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένη, μηνιαία προθεσμία μέσα στην οποία δύναται να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός ακινήτου, η οποία ξεκινάει μετά την πάροδο επταμήνου από την περάτωση της κατάσχεσης και συμπληρώνεται με την πάροδο οκταμήνου από την περάτωση της κατάσχεσης, από το γράμμα της διάταξης του ισχύοντος άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ καθίσταται σαφές πως, μόνο αν το καταληκτικό σημείο της, ήτοι η πάροδος του οκταμήνου από την περάτωση της κατάσχεσης, επέρχεται κατά το μήνα Αύγουστο, αυτή παρατείνεται μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία του επόμενου μήνα, ήτοι του μήνα Σεπτεμβρίου. Κατά τα λοιπά, η επιτακτική διατύπωση του παραπάνω άρθρου για τον υποχρεωτικό καθορισμό του χρόνου του πλειστηριασμού στα όρια που αυτή ορίζει πρέπει να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με ρητή απειλή ακυρότητας.(ΑΠ1028/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επομένως σε κάθε άλλη περίπτωση o μήνας Αύγουστος προσμετράται στην προθεσμία των επτά μηνών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου του ανακόπτοντος έχει οριστεί για τις 28-1-2026. Λαμβανόμενου υπόψη ότι ο καθ’ ου έχει την δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα του σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της διενέργειας του πλειστηριασμού (π.χ. την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ) μέσα σε 45 ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης, την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 εδ.α ΚΠΟΛΔ και την αναστολή του άρθρου 1000 ΚΠΟΛΔ 15 ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα καταστρατήγησης των δικαιωμάτων του, αλλά και του γεγονότος ότι ο νομοθέτης κατά την τροποποίηση του κώδικα πολιτικής δικονομίας με το ν. 4335/2015 δεν επέλεξε να εντάξει την προθεσμία του άρθρου 954 παρ.2 εδ. ε ΚΠΟΛΔ στο άρθρο 147 παρ.2 ΚΠΟΛΔ προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ακούσιο κενό, ώστε να γίνεται λόγος για αναλογική εφαρμογή του άρθρου 147 παρ.2 ΚΠΟΛΔ. Επομένως με βάση τα παραπάνω ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος ανακοπής του και δη ότι η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι ακυρωτέα διότι ο περιορισμός της απαίτησης της καθ’ ης από το ποσό της φερόμενης απαίτησης 90.468,51 ευρώ στο ποσό των 77.00 ευρώ έλαβε χώρα αορίστως χωρίς να εξειδικεύεται σε τι αφορά ο περιορισμός με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι ο ανωτέρω προσδιορισμός της κατάσχεσης ο οποίος αποτελεί δικαίωμα της επισπεύδουσας (Π. Γέσιου-Φαλτσή: Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Β΄έκδοση σ. 221) δεν αποτελεί αναγκαίο κατ’ άρθρο 954 παρ.2 ΚΠΟΛΔ στοιχείο της κατατασχετήριας έκθεσης, ούτε η παράλειψη του μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση αυτής, ούτε το γεγονός ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο μεταβάλει την απαίτηση σε ανεκκαθάριστη, αφού η κατάσχεση επιβλήθηκε για τμήμα του επιτασσόμενου κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση ο επικαλούμενος περιορισμός δεν πλήττει το δικαίωμα του ανακόπτοντος αφού γίνεται με σκοπό περιορισμού των εξόδων που τελικά τον βαρύνουν αφετέρου δεν συνεπάγεται παραίτηση της καθ’ ης από την ικανοποίηση της συνολικής απαίτησης της όπως αυτή επιδικάστηκε με την παραπάνω διαταγή πληρωμής η οποία μνημονεύεται στην προαναφερόμενη έκθεση κατάσχεσης (βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Β., ΕρμΚΠΟΛΔ τόμ. Ε, άρθρο 954 αρ.11). Εξάλλου από την αρχή της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠΟΛΔ) όπως ειδικότερα αυτή εκδηλώνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, συνάγεται ο ειδικότερος κανόνας πως ο επισπεύδων δανειστής διατηρεί πλήρη την εξουσία να προσδιορίζει ελεύθερα το ποσό της απαίτησης την ικανοποίηση της οποίας θα επιδιώξει με αναγκαστική εκτέλεση (π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γενικό Μέρος σελ.195). Περαιτέρω αν η επιταγή προς εκτέλεση αφορά την απαίτηση αποτελούμενη από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, όπως εν προκειμένω και η κατάσχεση επιβληθεί για μέρος της απαίτησης, δίχως κατά τον περιορισμό να αναφέρεται αν το ποσό αυτό αφορά έξοδα, τόκους ή κεφάλαιο, ο περιορισμός αυτός δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση (ΑΠ 1773/2001, ΑΠ 1512/2006, ΜΟΝ. ΕΦ. ΑΘ. 3262/2022, ΜΟΝ. ΕΦ. ΠΕΙΡ.585/2022, ΜΟΝ.ΕΦ. ΠΑΤΡ. 444/2022, ΜΟΝ. ΕΦ. ΛΑΜ. 80/2022, ΜΟΝ. ΕΦ. ΑΙΓ. 16/2022, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Με τον τρίτο λόγο της έφεσης του ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν από το Πρωτόδικο Δικαστήριο οι ισχυρισμοί του περί ακυρότητας της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης λόγω της έλλειψης της ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης λόγω του ότι αυτή δεν του συγκοινοποίησε τα απαιτούμενα κατ’ άρθρο 925 ΚΠΟΛΔ έγγραφα διαδοχής. Πιο συγκεκριμένα ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία ………….. καθώς και ότι η τελευταία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρίας με την οποία είχε συναφθεί η σύμβαση βάση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και νομιμοποιητικά έγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η εξουσία των προσώπων που υπέγραψαν την σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων με αριθμό …../25/5/2021, την σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων με αριθμό πρωτ. …./25/5/2021, το καταστατικό της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία ……………., τα σχετικά αποσπάσματα από τα οποία να προκύπτει ότι η επίδικη απαίτηση περιλαμβάνεται στις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις των οποίων η διαχείριση ανατέθηκε στην καθ’ ης. Σχετικά με αυτόν τον λόγο έφεσης λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 925 ΚΠΟΛΔ: «Ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμο ποιούν.». Ως δικαιούχος, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται το πρόσωπο που αναφέρεται στον τίτλο, δυνάμει του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση και στη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περίπτωση που επέλθει καθολική ή ειδική διαδοχή του κεκτημένου εκτελεστού τίτλου προσώπου, προκειμένου να αρχίσει ή να συνεχιστεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε αρχίσει ο τελευταίος πριν από την διαδοχή (Μ. Μαργαρίτη Ερμηνεία ΚΠΟΛΔ τόμος II, άρθρο 925, σελ. 568-569 με παραπομπές σε θεωρία και νομολογία και ΜΕΦ ΛΑΡΙΣΣΑΣ 544/2019 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς δεδομένου ότι η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της εφεσίβλητης η οποία είχε καταστεί διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της με αριθμό ……/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και δη δυνάμει της με αριθμό ……../5/2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία …………… κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρίας με την επωνυμία ………….. και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 925 ΚΠΟΛΔ διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε διαδοχή στο πρόσωπο του αναφερόμενου ως δικαιούχου της απαίτησης όπως απαιτεί το ανωτέρω άρθρο και σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσης. Επομένως ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Ακόμη ο εκκαλών εκθέτει στον σχετικό λόγο έφεσης του ότι η εφεσίβλητη και δη η πληρεξούσια δικηγόρος της δεν είχε την συμβολαιογραφικά ανατεθείσα εντολή ούτε για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά ούτε και για την διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεση τόσο κατά τον χρόνο αίτησης της διαταγής πληρωμής (5-5-2023), όσο και κατά τον χρόνο εντολής προς εκτέλεση (23-6-2025). Ειδικότερα αυτός εκθέτει ότι κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία της 27-10-2025 η εφεσίβλητη κατέθεσε το με αριθμό ……../11/7/2025 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………. στην σελίδα 5 του οποίου αναφέρονται ρητά οι προμνημονευθέντες δικηγόροι ………….. και ………… ως έχοντες τις ακόλουθες εντολές: α) Να δίνουν εντολές σε δικαστικούς επιμελητές να επιδίδουν έγγραφα που σχετίζονται με δάνεια και απαιτήσεις σε όλες τις αρχές με έμφαση τους οφειλέτες, β) να υποβάλλουν αιτήσεις για την έκδοση εκτελεστών τίτλων με εκτελεστήριο τύπο(απόγραφα), κατά οφειλετών, γ) να κοινοποιούν διαταγές πληρωμής, δ) να επιβάλλουν κατασχέσεις και να επισπεύδουν πλειστηριασμούς πλην όμως τις ειδικές αυτές εντολές οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης και καθ’ ης διαχειρίστριας εταιρίας τις απέκτησαν στις 11-7-2025, δηλαδή σε χρόνο που είχε εκδοθεί η με αριθμό ……/2023 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία είναι άκυρη ελλείψει ουσιώδους τύπου (ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος πληρεξουσίου δικηγόρου και την 23-6-2025 όταν δόθηκε η εντολή προς εκτέλεση σε βάρος της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος με συνεπακόλουθο την έκδοση της με αριθμό ………/23/6/2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Ως προς αυτόν τον ισχυρισμό λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 § 2, 104, 143 § 1, 544 § 4 ΚΠΟΛΔ και 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο της τυπικής δικαστικής πληρεξουσιότητας, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις τούτου, η έγκριση δε αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς (ΑΠ 835/2010, Δνη 2011/791 = ΝοΒ 2011/712). Τέτοια έγκριση συνάγεται ιδίως από τη νομότυπη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και από την εκ μέρους του εξ αυτής συναγόμενη παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών (ΕφΑθ. 836/1996, Δνη 37/1667). Έτσι, σε περίπτωση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, ναι μεν η χωρίς πληρεξουσιότητα υποβολή της έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠΟΛΔ, την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε, που προβάλλεται με λόγο ανακοπής κατ’ αυτής (ΕφΑθ. 6400/1996, ΕΕμπΔ 1998/969, Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 2016, σελ. 50, Χ. Παπαδάκης, Διαταγή πληρωμής. Θεωρία και Πράξη, 2012, 17, αρ. 5, σελ. 95), όμως ο διάδικος μπορεί να εγκρίνει σύμφωνα με τα παραπάνω την πράξη της υποβολής της αίτησης που προηγήθηκε, με τη νομότυπη πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που παρίσταται για λογαριασμό του στη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (Εφ. Λαρ. 164/2001, Δικογραφία 2002/95, ΕφΑθ. 8786.1979, ΝοΒ 1980/1176, Ν. Τριάντος, Διαταγή πληρωμής, πιστωτικοί τίτλοι και διαταγή απόδοσης μισθίου, 2016, αρ. 125, σελ. 48) ή στη δίκη που ανοίγεται στα πλαίσια της διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, εφόσον βέβαια αυτή δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 337/2006, Δνη 2006/779 = ΧρΙΔ 2007/237, ΑΠ 382/2002, Δνη 2003/438, βλ. και Π. Αρβανιτάκη, Η Διαταγή Πληρωμής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2012, σελ. 454 – 455). Μάλιστα, η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και μετά την πρόταση της ακυρότητας για έλλειψη πληρεξουσιότητας, εφόσον για την ακυρότητα αυτή δεν έχει εκδοθεί κατά το χρόνο της έγκρισης τελεσίδικη απόφαση (Ε. Τσαρούχη, σε Π. Κολοτούρου [επιμ.] Ενστάσεις κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2011, [7], αρ. 92, σελ. 251) και, επομένως, και στην κατ’ έφεση δίκη, με το διορισμό ως δικηγόρου είτε εκείνου που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε και άλλου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις που ενεργήθηκαν και όχι το πρόσωπο που τις ενήργησε (ΑΠ 602/2004, Δνη 2006/177 = ΧρΙΔ 2004/901, Εφ. Πειρ. 425/2021, νομολογία Εφετείου Πειραιά, ΕφΑιγ. 161/2011, Δνη 2012/215, Δ. Γιακουμής/Μ. Γεωργιάδου, σε Χ. Απαλαγάκη [επιμ.] Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2016, άρθρο 104, αρ. 8, σελ. 356).
Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος όσον αφορά την χωρίς δικαστική πληρεξουσιότητα παράσταση του δικηγόρου της εφεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής αλυσιτελώς προβάλλεται διότι η εφεσίβλητη με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της δεν αμφισβητεί την παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αλλά την εγκρίνει προσκομίζοντας μεταγενέστερα το προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου.
Ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητη και δη η πληρεξούσια δικηγόρος της δεν είχε την συμβολαιογραφικά ανατεθείσα εντολή για την διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης τόσο κατά τον χρόνο αίτησης της διαταγής πληρωμής (5-5-2023), όσο και κατά τον χρόνο εντολής προς εκτέλεση (23-6-2025) με συνεπακόλουθο την έκδοση της με αριθμό …../23/6/2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……….. λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 924 εδ. α KΠολΔ η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση, σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση. Η επιταγή είναι εξώδικη πράξη, αφού αυτή δεν απευθύνεται, ούτε γίνεται ενώπιον κάποιου δικαστηρίου, ενώ αποτελεί συγχρόνως και διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 759/2004 ΕλλΔνη 46 427). Μπορεί να υπογράφει από κάθε πρόσωπο, που έχει σχετική εντολή άρα και από δικηγόρο (ΕφΠειρ 62/1994 ΝοΒ 42 1025). Για την υπογραφή της επιταγής από δικηγόρο δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, αλλά μπορεί να υπογράφει από τον δικηγόρο που παρέστη στην δίκη, καθόσον αυτός έχει το δικαίωμα κίνησης της διαδικασίας της εκτέλεσης και από οποιοδήποτε άλλο που έχει γενική εντολή και πληρεξουσιότητα (ΕφΑθ 1281/2005, Β. Βαθρακοκοίλης, ο.π. υπό άρθρο 924 αρ. 5, Μάζης σε Κεραμέα/Κονδύλη, ερμηνεία KΠολΔ, εκδ. 2021, υπό άρθρο 924 αρ. 2). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 232 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης είναι άκυρη. Κατά δε το άρθρο 233 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον από αντιπρόσωπο, ο οποίος δεν έχει εξουσία, εφόσον ο άλλος δεν την απέκρουσε γι` αυτόν τον λόγο, είναι ισχυρή, αφότου την ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει ότι κατ` αρχήν η μονομερής δικαιοπραξία, όταν γίνεται από αντιπρόσωπο που στερείται πληρεξουσιότητας είναι άκυρη, ισχυροποιείται όμως εφόσον εγκριθεί από τον αντιπροσωπευόμενο. Ωστόσο η έγκριση πρέπει να γίνει πριν αποκρουσθεί η δικαιοπραξία από το άλλο μέρος, για τον λόγο ότι έγινε χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσωπεύσεως ο εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος (ΑΠ 321/1996 ΕλλΔνη 1996 1594, ΕφΑθ 465/2018, ΕφΠειρ 294/2010, αμφ δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2786/2009 ΕΔΠολ 2011 275). Και σε περίπτωση που αμφισβητηθεί το κύρος της επιχειρηθείσας μονομερούς δικαιοπραξίας δια αντιπροσώπου λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, εκείνος που την επικαλείται πρέπει να αποδείξει την πληρεξουσιότητα (πρβλ. ΑΠ 911/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και όταν η προς τρίτον απευθυνομένη μονομερής δικαιοπραξία περιέχεται σε εξώδικη δήλωση που υπογράφεται από δικηγόρο (ΑΠ 347/1990 ΝοΒ 1991 562), μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου, μπορεί να την αποκρούσει αμελλητί, δηλαδή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση (κατά το μεταγλωττισμένο κείμενο του ΑΚ), εκείνος προς τον οποίο γίνεται, αμφισβητώντας την εξουσία εκπροσωπήσεως του εμφανισθέντος ως αντιπροσώπου (ΕφΑθ 10345/1997ΕλλΔνη 1998 1394), για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως (ΑΠ 139/2016, ΑΠ 687/2008, Εφθεσ 1728/2019, Εφ Λαρ 18/2019, όλες δημ ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη του άρθρου 226 AΚ, σκοπεί στην προστασία του συμφέροντος του λήπτη της δηλώσεως να μην περιέρχεται με μονομερή ενέργεια άλλου προσώπου σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με έννομη σχέση που τον αφορά. Για αυτό η επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου πρέπει να είναι πραγματική. Το πρόσωπο, εξάλλου, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις (ΑΠ 139/2016 ο.π, ΑΠ 687/2008 ο π) .(ΕφΑθ 1406/2024 ΤΝΠ Νομος).
Ο λόγος όμως αυτός της έφεσης, κατά τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθώς, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών ο δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή προς εκτέλεση δεν ενεργεί ενώπιον δικαστηρίου και δεν απαιτείται επομένως η παροχή έγγραφης πληρεξουσιότητας σε αυτόν κατ` άρθρο 96 KΠολΔ και δη ως συστατικός τύπος. Σημειωτέον δε επιπροσθέτους ότι ο εκκαλών ουδόλως ισχυρίστηκε ότι απέκρουσε κατά το χρόνο της επίδοσης σε αυτόν της επιταγής προς εκτέλεση ή αμέσως μετά (σε εύλογο χρονικό διάστημα) την εγκυρότητα αυτής λόγω μη επίδειξης πληρεξουσίου εγγράφου προς τον υπογράφοντα την επιταγή προς πληρωμή δικηγόρο.
Τέλος με σχετικό λόγο έφεσης ο εκκαλών εκθέτει ότι στην σελίδα 2 της εκκαλουμένης απόφασης το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιγράφει τις κατασχεμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες ως ακολούθως: …. Το με στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 33,40 τ.μ., με ΚΑΕΚ ……………. το οποίο βρίσκεται στην Δραπετσώνα Αττικής στην οδό …………. Όμως ως προεκτέθηκε το διαμέρισμα του εκκαλούντος βρίσκεται στο Κερατσίνι-Αττικής στην οδό ………….. Ότι εκ του λόγου αυτού η εκκαλούμενη απόφαση πάσχει από αοριστία κατά το σκέλος της μη ορθής ταυτοποίησης του ακινήτου καθισταμένης έτσι της εκκαλουμένης ακυρωτέας για την αιτία αυτή. Ακόμη ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠΟΛΔ ασκείται εκπροθέσμως λόγω της παρέλευσης της δικονομικής προθεσμίας των 15 εργάσιμων ημερών κατ’ άρθρο 632 παρ.2 ΚΠΟΛΔ. Όμως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των 45 ημερών και ως εκ τούτου το δικονομικώς παραδεκτό των λόγων ανακοπής εκτείνεται και στο δικονομικώς εμπρόθεσμο αυτού κατ’ άρθρο 632 ΚΠΟΛΔ διότι η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
Ως προς αυτούς τους ισχυρισμούς λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Ακολούθως, κατά το άρθρο 933 του KΠολΔ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του KΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997). Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 527 του KΠολΔ, γιατί έναντι της εν λόγω διατάξεως, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β` του KΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 1779/2001, ΑΠ 892/1990). Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 531/2022, 712/2022, 811/2022, 925/2020, 1298/2018, 1943/09, 1098/08, 1313/07, 339/06, 50/04 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως με βάση τα παραπάνω ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί το πρώτον προβάλλονται στο παρόν Δικαστήριο με το δικόγραφο της έφεσης και όχι με πρόσθετο δικόγραφο ως εκτίθεται ανωτέρω στην νομική σκέψη της παρούσης.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης που ως προελέχθη ανωτέρω συνίσταται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η ένδικη έφεση στο σύνολο της. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του με αριθμό …………. e-παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο (495 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα λόγω της δυσχέρειας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου(άρθρα 179, 183 ΚΠΟΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό …………/2025 έφεση κατά της με αριθμό 5414/2025 οριστικής απόφασης του του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και την σωρρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παράγραφο 2 ΚΠΟΛΔ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την με αριθμό ………./2025 έφεση κατά της με αριθμό 5414/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης (με αρ. …………… e-παράβολο) στο Δημόσιο Ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στον Πειραιά στις 17-7-2026 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ