Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 523/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης  523/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – εναγόμενης: της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χλώρο (ΑΜ ………. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο ……. Αττικής, ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελπίδα Καβαλλιεράτου (ΑΜ …………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 25.09.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό …../2023 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1868/2025 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Η εκκαλούσα – εναγόμενη προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 02.12.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ……/09.12.2025 και ειδικό …../09.12.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../09.12.2025 και ειδικό …../09.12.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – εναγόμενης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης – ενάγουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1868/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25.09.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2023 και ειδικό ……./2023 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – εναγόμενη την 11.11.2025 (βλ. τη σχετική από 11.11.2025 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 1868/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η δε κρινόμενη από 02.12.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/09.12.2025 και ειδικό ……./09.12.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – εναγόμενη το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο …….. Αττικής, στην από 25.09.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2023 και ειδικό ……../2023 αγωγή της, την οποία άσκησε, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία και την παροχή τεχνικής υποστήριξης στην Ελλάδα των προϊόντων …….. και εν γένει προϊόντων εξαερισμού, κλιματισμού ψύξης και θέρμανσης, συμπιεστών, καθώς και των ανταλλακτικών και των εξαρτημάτων αυτών, ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της συνήψε με την εναγόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στον ……………. Αττικής, διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, κατά το χρονικό διάστημα από την 13.04.2022 έως την 26.08.2022, ότι σε εκτέλεση αυτών των συμβάσεων πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη τα εμπορεύματα που ειδικότερα αναφέρονται στα τιμολόγια πώλησης που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, αντί των αναγραφόμενων στα εν λόγω παραστατικά τιμημάτων, που πιστώθηκαν και συμφωνήθηκε να καταβληθούν μετά την πάροδο ενενήντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, ότι η εναγόμενη καίτοι παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια πώλησης εμπορεύματα και παρήλθε ο συμφωνηθείς χρόνος πίστωσης των τιμημάτων, συνολικού ποσού 35.109,63 ευρώ, δεν προέβη στην ολοσχερή εξόφλησή τους, αλλά στην καταβολή του ποσού των 24.730,60 ευρώ, με το οποίο εξόφλησε τα τιμήματα προγενέστερων συμβάσεων πώλησης μεταξύ των διαδίκων συνολικού ύψους 18.619,87 ευρώ, καθώς και τα τιμήματα των πρώτων πέντε τιμολογίων πώλησης και μέρος του τιμήματος του έκτου τιμολογίου πώλησης συνολικού ύψους 6.110,73 ευρώ και εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 28.998,90 ευρώ (35.109,63 ευρώ – 6.110,73 ευρώ). Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί σύμβασης πώλησης, κατά δε την επικουρική βάση αυτής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ανωτέρω ποσό των 28.998,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο της προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1868/2025 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί σύμβασης πώλησης των άρθρων 513 επ., 330, 361, 341, 345, 346 του ΑΚ και 176, 189, 191, παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και αφού απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη κατά τη σωρευόμενη επικουρική βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, έκανε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, μετά τις γενόμενες καταβολές εκ μέρους της εναγόμενης, ποσού 1.000,00 ευρώ την 13.09.2023 και ποσού 1.000,00 ευρώ την 03.11.2023, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 26.998,90 ευρώ (28.998,90 ευρώ – 2.000,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την πάροδο της προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 9.000,00 ευρώ και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας ποσού 1.400,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα – εναγόμενη με την κρινόμενη από 02.12.2025 έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επιμέρους τιμές μονάδας κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 150/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 133/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 818/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο τρόπος της καταβολής του τιμήματος δεν είναι ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης πώλησης, ούτε είναι αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αγωγής περί καταβολής του τιμήματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 529 του ΑΚ, εάν δεν πιστώθηκε το τίμημα, ο αγοραστής οφείλει γι’ αυτό τόκους, αφότου παίρνει τα ωφελήματα του πράγματος. Η υποχρέωση τοκοδοσίας στην περίπτωση αυτή γεννάται άμεσα από το νόμο από τη στιγμή που τα ωφελήματα του πράγματος ανήκουν στον αγοραστή, δηλαδή από την παράδοση του πράγματος (άρθρα 522, 525 του ΑΚ), ανεξάρτητα από την υπερημερία του αγοραστή. Μόνο η πίστωση του τιμήματος εμποδίζει κατ’ εξαίρεση την τοκοδοσία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που είναι ενδοτικού δικαίου, συνάγεται ότι, αν πιστώθηκε το τίμημα, η τοκοδοσία (νόμιμος τόκος) αρχίζει να τρέχει από τότε που πέρασε η προθεσμία της πίστωσης και, κατ’ άρθρο 341 του ΑΚ, δεν απαιτείται για τον λόγο αυτό όχληση, όταν η λήξη της προθεσμίας είναι ορισμένη. Έτσι πίστωση του τιμήματος, μετά την πάροδο της οποίας αρχίζουν οι συνέπειες του άρθρου 529 του ΑΚ χωρίς να απαιτείται όχληση, υπάρχει και όταν συμφωνήθηκε, ως προθεσμία πληρωμής αυτού, ένας μήνας από την παράδοση του πράγματος, καθόσον και στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής γνωρίζει ότι η ακραία ημέρα πληρωμής του τιμήματος είναι ένας μήνας από την παράδοση σ’ αυτόν των πραγμάτων και από τότε έχει υποχρέωση, αν δεν προβεί στην καταβολή, να πληρώσει τόκους (ΑΠ 1635/2001 ΕλλΔνη 2002. 765, ΕφΠατρ 213/2006 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη κατά την κύρια βάση της, αφού διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, και δη η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, ο χρόνος κατάρτισης κάθε σύμβασης, τα πωληθέντα με κάθε σύμβαση είδη και οι ποσότητες αυτών, καθώς και οι επιμέρους τιμές μονάδας κάθε πωληθέντος είδους, όπως προκύπτουν από τα τιμολόγια πώλησης που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, και επιπλέον διαλαμβάνεται ότι σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων η ενάγουσα παρέδωσε τα πωληθέντα είδη στην εναγόμενη, πλην όμως η τελευταία, καίτοι είχε συμφωνηθεί να καταβάλει το τίμημα κάθε επιμέρους πώλησης με πίστωση ενενήντα ημερών, δεν τήρησε την υποχρέωση αυτή, αλλά εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 28.998,90 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά την κύρια βάση της, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω πλημμέλεια, διότι δεν αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο η αποδοχή των τιμολογίων εκ μέρους της εναγόμενης, η τήρηση δοσοληπτικού λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και τα πλήρη στοιχεία κάθε επιμέρους σύμβασης πώλησης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις, οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα, τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, και οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 150/2022 ΝΟΜΟΣ). Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα τιμολόγια πώλησης των εμπορευμάτων που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του ΚΠολΔ, καθόσον δεν φέρουν την υπογραφή είτε του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρείας ως παραλήπτριας – αγοράστριας των εμπορευμάτων, είτε τρίτου εξουσιοδοτημένου από αυτήν προσώπου, και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν προκύπτει η παράδοση των ενδίκων εμπορευμάτων και η αποδοχή της οφειλής εκ μέρους της εναγόμενης ως παραλήπτριας – αγοράστριας των εμπορευμάτων. Εντούτοις, οι λόγοι αυτοί της έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη. Συνεπώς, τα ένδικα τιμολόγια πώλησης των εμπορευμάτων που ενσωματώθηκαν στο αγωγικό δικόγραφο, καίτοι ανυπόγραφα, δεν παύουν να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και να είναι υποστατά ως έγγραφα, αφού αποτελούν αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε διαπιστώθηκε η μη γνησιότητα του περιεχομένου τους (βλ. ΜονΕφΠειρ 68/2024 ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 176, 189, 190 παρ. 3, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος είτε για τον εσφαλμένο εις βάρος του καταλογισμό τους, είτε για το ότι καταλογίστηκαν σε βάρος του, αλλά σε υπέρογκο ποσό, κατά την άποψή του, από αυτό που έπρεπε να υπολογιστούν. Ως «ουσία της υπόθεσης» κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ’ άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1688/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2193/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1637/2011 ΝΟΜΟΣ) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης. Εάν το ένδικο μέσο, ως προς την ουσία της υπόθεσης, απορριφθεί, ως απαράδεκτο, επέρχε­ται, συγχρόνως, η ίδια συνέπεια και κατά την παραπάνω διάταξη. Α­ντίθετα, η προσβολή των εξόδων δεν επηρεάζεται, εάν απορριφθεί, για άλλον λόγο, το ένδικο μέσο, ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 226/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 4/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 81/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑιγ 84/2021 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΔωδ 176/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 104/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 160/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 625/2020 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και εφαρμόζοντας την αρχή της ήττας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), επέβαλε τα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 1.400,00 ευρώ, σε βάρος της εναγόμενης. Η εκκαλούσα – εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη περί επιβολής σε βάρος της των δικαστικών εξόδων επικαλούμενη ότι τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα είναι υπέρογκα και πρέπει είτε να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης – ενάγουσας, είτε να μειωθούν. Ο λόγος αυτός ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη ανωτέρω νομική σκέψη, παραδεκτά προβάλλεται κατ’ άρθρο 193 του ΚΠολΔ, αφού με την ένδικη έφεση προσβάλλεται ταυτόχρονα και η ουσία της υπόθεσης, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Τούτο δε, διότι η εκκαλούσα – εναγόμενη δεν προσδιορίζει το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, δηλαδή εάν ο καθορισμός του ως άνω ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα απ’ αυτήν, η εκκαλούμενη απόφαση, με βάση την θεσπιζόμενη, με τη διάταξη του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, αρχή της ήττας, επέβαλε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 180 παρ. 1 και 192 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε βάρος της εκκαλούσας – εναγόμενης τα έξοδα, τα οποία καθόρισε, με βάση το άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ και τα άρθρα 58, 63, 68 και 84 του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», καθώς και την αξία του αντικειμένου της ένδικης αγωγής, ενώ, άλλωστε, για τον προσδιορισμό αυτό, με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν παραπονείται η εκκαλούσα – εναγόμενη. Κατά την επιβολή δε αυτών των δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας – εναγόμενης, το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του και επιπλέον, τα οριζόμενα στο Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται, όμως, να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (βλ. ΑΠ 99/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 81/2021 ΝΟΜΟΣ), ενώ, εν προκειμένω, το αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογεί τον προσδιορισμό των επιδικασθέντων πρωτοδίκως δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας, που νίκησε εν μέρει στο ποσό αυτό των 1.400,00 ευρώ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 02.12.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της και κατόπιν σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 02.12.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1868/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. …………../2025, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα.

Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 31.07.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ