Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 508/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης   508/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και πρώην επωνυμία «………….» που εδρεύει στο ….. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 18.04.2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας, ………………, με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει πωλήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 01.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με την από 17.07.2020 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο (ΑΜ …………… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Πανταζή (ΑΜ ……………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Ο ανακόπτων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 30.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2020 και ειδικό …../2020 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….». Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..», ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», δυνάμει της από 17.07.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ζήτησε να γίνει δεκτή η από 09.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2021 και ειδικό ……./2021 πρόσθετη παρέμβασή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2165/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην ως προς τη σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ κατά της από 01.09.2020 επιταγής προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……/2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και παρέπεμψε την εκδίκασή της στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ έκανε δεκτή τη σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ κατά της υπ’ αριθ. …../2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….», αφού γνωστοποίησε τη μεταβολή του προσώπου της διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, δυνάμει της από 18.04.2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» και με την οποία έχει καταστεί διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, και δήλωσε ότι η νέα διαχειρίστρια εταιρεία νομίμως συνεχίζει τη δίκη για λογαριασμό της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, ως προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, στη θέση της προηγούμενης διαχειρίστριας, με την από 10.06.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/04.07.2025 και ειδικό ……./04.07.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../04.07.2025 και ειδικό …../04.07.2025 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας–προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 177/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1485/2006 ΝΟΜΟΣ). Η άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και την εκπροσώπηση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατά την απουσία του, από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντιστρόφως (ΜονΕφΘεσ 266/2021 Αρμ 2021. 416, ΕφΘεσ 78/2017 Αρμ 2017. 1156, ΕφΠειρ, 11/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1250/2009 ΕλλΔνη 2012. 790). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής κατ’ άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ’ αυτού κατ’ άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1731/2011 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 274 παρ. 2 του ΚΠολΔ, «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει κανονικά μέρος στη δίκη, τότε α. αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β. αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του, μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της έφεσης, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από τον αναγκαίο ομόδικό του, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 267/2021 δημ. σε ΤΝΠ Νομοτέλεια, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 14/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 19/2020 ΝΟΜΟΣ). Αν, όμως, ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος δεν έχει κλητευθεί νομίμως για τη δικάσιμο κατά την οποία απολείπεται, τότε δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύεται από τον παρόντα προσθέτως παρεμβαίνοντα και η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΕφΑνΚρητ 99/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων με την από 30.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …../2020 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», ζήτησε, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί αφενός η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθ. ……./22.06.1992 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» ως πιστούχου, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..» ως δανείστριας, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………», και δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην τελευταία το ποσό των 942.410,12 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, αφετέρου η προσβαλλόμενη από 01.09.2020 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………..», ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», δυνάμει της από 17.07.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ζήτησε να γίνει δεκτή η από 09.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2021 και ειδικό ……../2021 πρόσθετη παρέμβασή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, επικαλούμενη ότι η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» έχει καταστεί ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», μετά τη γέννηση της εκκρεμοδικίας από την από 30.09.2020 ανακοπή, δυνάμει της από 01.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με την από 17.07.2020 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2165/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην ως προς τη σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ κατά της από 01.09.2020 επιταγής προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……./2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και παρέπεμψε την εκδίκασή της στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής και στη συνέχεια έκανε δεκτή τη σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ κατά της υπ’ αριθ. …../2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Την απόφαση αυτή παραδεκτά προσβάλλει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….», αφού γνωστοποίησε τη μεταβολή του προσώπου της διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, δυνάμει της από 18.04.2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………» και με την οποία έχει καταστεί διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, και δήλωσε ότι η νέα διαχειρίστρια εταιρεία νομίμως συνεχίζει τη δίκη για λογαριασμό της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, ως προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, στη θέση της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς, ωστόσο, να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς να καθίστανται απαράδεκτες οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από την αρχική διαχειρίστρια (βλ. ΑΠ 649/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1374/2004 στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΜονΕφΘες 1752/2025 ΝΟΜΟΣ), με την από 10.06.2025 έφεσή της και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ανακοπή εναντίον της καθ’ ης η ανακοπή. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η δε κρινόμενη από 10.06.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 04.07.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/04.07.2025 και ειδικό ……./04.07.2025 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 06.07.2023, ενώ για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – προσθέτως παρεμβαίνουσα το παράβολο των 150,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Εντούτοις, η εκκαλούσα – προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης στην αναγκαία ομόδικό της, υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………..», της σχετικής κλήσης προς συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προκειμένου η τελευταία να παραστεί στη συζήτησή της, την οποία επέσπευσε η εκκαλούσα – προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./04.07.2025 και ειδικό …../04.07.2025, σύμφωνα με την οποία εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας – προσθέτως παρεμβαίνουσας …………….(ΑΜ ……. ΔΣΑ) και κατέθεσε το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης, και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, καθόσον ελλείπει η απαιτούμενη προδικασία, ήτοι αυτή της κλήσης προς συζήτηση, και η υπόθεση πρέπει να επαναφερθεί για συζήτηση με νέα κλήση, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της έφεσης, αν ο αναγκαίος ομόδικος υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος δεν έχει κλητευθεί νομίμως για τη δικάσιμο κατά την οποία απολείπεται, τότε δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύεται από τον παρόντα προσθέτως παρεμβαίνοντα και η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος διαδίκου, διότι η παρούσα δεν είναι οριστική, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της δίκης μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. ΟλΑΠ 4/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1254/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 556/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.06.2025 έφεσης, κατά της υπ’ αριθ. 2165/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της καθ’ ης η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 18.06.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 29.07.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ