ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 525/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από τον δικαστή Λάζαρο Γιαπαλάκη Εφέτη που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. χωρίς την σύμπραξη γραμματέα για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ΤΟΥ …………… που εκπροσωπείται νόμιμα από την σύνδικο πτώχευσης ………… του Δ.Σ.Α. με Α.Μ. ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …….., δυνάμει της με αριθμό 911/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της με αριθμό ……/2026 διάταξης της Εισηγήτριας της Πτώχευσης και η οποία παραστάθηκε μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό του Δ.Σ.Α. με Α.Μ ……………..
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: ΤΗΣ ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …………. και το διακριτικό τίτλο ………. η οποία εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων στην ………., με Α.Φ.Μ. ……… η οποία νόμιμα εκπροσωπείται ως μη δικαιούχος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία …………. που εδρεύει στο …… Ιρλανδίας, με αρ. μητρώου Εταιριών ……….. ……………, νόμιμα εκπροσωπούμενης η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …………….., με Α.Φ.Μ. …….., η οποία νόμιμα εκπροσωπείται και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάνα ΝΤΑΗ του Δ.Σ.Α. με Α.Μ. ……..
Στη Γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατατέθηκε η από 23-6-2026 αίτηση αναστολής του αιτούντος, η οποία πήρε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……/2026 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ……./2026. Για τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ορίσθηκε η δικάσιμος που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, αφού παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως παραπάνω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην από 23-6-2026 κρινόμενη αίτηση αναστολής ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ` αριθμ. 7544/2026 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), απορρίφθηκε η από 21-1-2026 ανακοπή του (Γ.Α.Κ. …../2026, Ε.Α.Κ. ……/2026), με την οποία ζητεί την ακύρωση της υπ` αριθμ. ………../1/2026 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………………, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκε αναγκαστικώς το λεπτομερώς περιγραφόμενο στο δικόγραφο και στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητο (διαμέρισμα) αποκλειστικής κυριότητας του. Ότι με την ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ορίσθηκε ως ημερομηνία για τη διενέργεια πλειστηριασμού η 30-9-2026 ενώπιον της πιστοποιημένης επί του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Αθηνών …………. Ότι κατά της ανωτέρω, απορριπτικής της ανακοπής του, οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αιτών άσκησε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, την από 23-6-2026 αίτηση αναστολής εκτέλεσης του (Γ.Α.Κ. …./Ε.Α.Κ. ……./2026 Εφετείου Πειραιώς στην οποία σωρεύει την από 23-6-2026 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου έφεσης …………./2026. Ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανωτέρω εφέσεως του, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο, περαιτέρω, δε, ότι η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτελέσεως (με τη διενέργεια του πλειστηριασμού), θα επιφέρει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη για τους λόγους, που εκτίθενται στην κρινόμενη αίτηση του. Κατόπιν αυτών ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικώς να ανασταλεί η διενέργεια του ορισθέντος πλειστηριασμού με την ανωτέρω προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, για τις 30-9-2026, ημέρα Τετάρτη και από ώρα 10:00 μ.μ έως ώρα 12:00 μ.μ. ενώπιον της ανωτέρω πιστοποιημένης συμβολαιογράφου, πλειστηριασμού, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ασκηθείσας εκ μέρους του αιτούντος, εφέσεως. Τέλος, ο αιτών ζητεί να καταδικασθεί η καθ` ης η αίτηση στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση αναστολής αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 938 παρ.2 ΚΠοΔ, ως του Δικαστηρίου του ενδίκου μέσου, με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠΟΛΔ, ασκήθηκε, δε, παραδεκτά, δεδομένου ότι κατατέθηκε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 25-6-2026, δηλαδή τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν την καθορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού (30-9-2026) (άρθρο 938 παρ.4 ΚΠΟΛΔ). Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναστολής είναι και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ. Το αίτημα επιβολής σε βάρος της καθ ‘ ης των δικαστικών εξόδων του αιτούντος πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013, ως ισχύει), επί αίτησης χορήγησης αναστολής εκτέλεσης, τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 AK, 116 και 933 ΚΠΟΛΔ και 25 § 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠΟΛΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462, ΕΑ 5723/2022 ΤΝΠ Nomos). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009 ΤΝΠ Nomos, ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων, που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 ΤΝΠ Nomos). Έτσι, η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον, δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 139/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010 ΤΝΠ Nomos). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ Nomos).
Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναστολής του του ο αιτών ισχυρίζεται ότι η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ακινήτου του είναι καταχρηστική για το λόγο ότι το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του, ότι έχει ήδη κηρυχθεί η πτώχευση του δυνάμει της με αριθμό 911/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και το συγκεκριμένο ακίνητο έχει εισφερθεί στην πτωχευτική περιουσία προς συλλογική ικανοποίηση όλων των πιστωτών, πλην όμως η καθ’ ης συνεχίζει την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί του μοναδικού στοιχείου της πτωχευτικής περιουσίας αν και για σημαντικό μέρος της απαίτησης της δεν διαθέτει εμπράγματη ασφάλεια. Ότι ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός λαμβάνει χώρα ενώ επίκειται η πλήρη απαλλαγή του αιτούντος από τα χρέη του κατ’ άρθρα 92 και 192 παρ.3 του ν. 4738/2020. Ότι σε κάθε περίπτωση η αναγκαστική εκτέλεση του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου του αιτούντος ουδέν έχει να προσφέρει στην καθ’ ης διότι το Δημόσιο έχει δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης του επί προσημείωσης υποθήκης ποσού 167.883,51 ευρώ ενώ η αντικειμενική αξία του πλειστηριαζόμενου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 89.465,13 ευρώ. Ο ανωτέρω λόγος είναι νόμιμος στηριζόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων μετ’ επικλήσεως εγγράφων καθώς και από όσα εξέθεσαν προφορικά οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό ……………./3/8/2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου μεταξύ της πρώην τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …………. και ήδη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ………… χορηγήθηκε στον αιτούντα ως οφειλέτη το ποσό των 204.326,24 ευρώ για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών, την ομαλή εξέλιξη της ανωτέρω σύμβασης εγγυήθηκε ο ……………….. Στις 20/1/2014 επιδόθηκε στον αιτούντα εξώδικη καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, ενώ στις 10/2/2015 στον …………… Στις 12-12-2018 η Τράπεζα …….. υπέβαλε αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών σε βάρος των προαναφερόμενων προς έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τους, η οποία εκδόθηκε στις 26-2-2019 και τους επέτασσε όπως της καταβάλλουν το ποσό των 208.810,94 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας πλέον τόκων και εξόδων. Η με αριθμό ……../2019 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της επιδόθηκε στον αιτούντα από την καθ’ ης στις 9-1-2026 ενώ στις 20-1-2026 η ίδια επέδωσε στον αιτούντα την με αριθμό …../19/1/2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………… με την οποία κατασχέθηκε και εκτίθεται σε πλειστηριασμό για το ποσό των 200.000 ευρώ έναντι συνολικής οφειλής του αιτούντος 404.737,80 ευρώ τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ανωτέρω έκθεση κατάσχεσης ακίνητα του αιτούντος που βρίσκονται στον Πειραιά στην θέση …….. στην οδό …………… Μετέπειτα δυνάμει της με αριθμό 911/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε ο αιτών σε πτώχευση με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 3-8-2025, ενώ δυνάμει της με αριθμό ……/2026 διάταξης της Εισηγήτριας Πτώχευσης διορίστηκε σύνδικος πτώχευσης η δικηγόρος Πειραιά ……………… Ακόμη πιθανολογήθηκε ότι στο εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο υπάρχει ήδη εγγραφείσα υποθήκη ποσού 167.883,51 ευρώ ενώ η αντικειμενική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 89.465,13 ευρώ σε κάθε δε περίπτωση πιθανολογείται ότι η εμπορική του αξία δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση σήμερα την αξία της εγγραφείσας υποθήκης. Το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο πιθανολογήθηκε ότι αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειας του ενώ παράλληλα το παραπάνω ακίνητο έχει εισφερθεί στην πτωχευτική περιουσία προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η συμπεριφορά της καθ’ ης ασκώντας το δικαίωμα της να επισπεύσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του αιτούντος επιβάλλοντας κατάσχεση και επισπεύδοντας πλειστηριασμό του ακίνητου του στον Πειραιά, συνολικά εκτιμώμενη υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος καθώς το εν λόγω ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ήτοι την ικανοποίηση της απαίτησης της καθ’ ης λαμβάνοντας υπόψη ότι το όφελος της καθ’ ης από την εκτελεστική διαδικασία είναι ανύπαρκτο ως προελέχθη ανωτέρω καθόσον με την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση ο αιτών θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη διότι αυτός θα απωλέσει την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του ενώ η απαίτηση της καθ’ ης δεν θα ικανοποιηθεί διότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει απαίτηση ποσού 167.883,51 ευρώ η οποία προηγείται της απαίτησης της καθ’ ης ενώ η αξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου πιθανολογείται ότι σήμερα και λόγω της παλαιότητας του ανέρχεται στο ποσό των 89.465,13 ευρώ με αποτέλεσμα το ποσό που θα ληφθεί από την αναγκαστική εκποίηση του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της καθ’ ης. Συνεπώς με βάση τα παραπάνω η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος είναι μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της ένδικης αναστολής εκτέλεσης ως κατ’ ουσίαν βάσιμος και αφού πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, που ασκήθηκε κατά της εκκαλούμενης απόφασης και η εξαφάνιση αυτής, ως προς τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, πιθανολογείται δε περαιτέρω ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του αιτούντος αναγκαστική εκτέλεση θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού το ακίνητο που εκτίθεται σε πλειστηριασμό αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναστολής ως ουσία βάσιμη. Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να ανασταλεί ο επισπευδόμενος σε βάρος του αιτούντος ηλεκτρονικός αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου του που πρόκειται να διεξαχθεί στις 30-9-2026 που επιχειρείται από την καθ’ ης σε βάρος του αιτούντος δυνάμει της με αριθμό ……./19-1-2026 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………… επί των αναφερόμενων ακινήτων στην προαναφερόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του ως άνω δικαστικού επιμελητή μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της από 23-6-2026 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης δικογράφου …………../24-6-2026 έφεσης στην γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά κατά της με αριθμό 7544/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 4/2/2027. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ειδικώς ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠΟΛΔ, η εφαρμογή του οποίου δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 84§2 εδ. γ’ Ν 4194/2013 (όπως έχει αυτό τροποποιηθεί από το άρθρο 14§3 Ν. 4236/2014), σύμφωνα με όσα ορίζονται αναλυτικά στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται εις βάρος του αιτούντος, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/19.1.2026 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….. και δη τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ενώπιον της ειδικά πιστοποιημένης επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, Συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………. κατοικοεδρεύουσας στην Αθήνα επί της οδού ………….. στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ημέρα Τετάρτη και από ώρες 10.00 έως 12.00 μεσημβρινή, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 23.06.2026 έφεσης με ΓΑΚ/ΕΑΚ ένδικου μέσου: …………../2026, που εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και η οποία έχει προσδιοριστεί για την δικάσιμο της 4-2-2027.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
O ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ