Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 541/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο  ΤΜΗΜΑ

Αριθμός απόφασης  541 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – ανακόπτουσας: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στον Δήμο …….., Αττικής, επί της ….. …., με ΑΦΜ ….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων, Στυλιανής Μαχαίρα (ΑΜ ΔΣΑ ….), η οποία κατέθεσε το με Νο ……../03.11.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ, Παναγιώτη Γιαννόπουλου (ΑΜ ΔΣΘ ….), μέλους της ΔΕ Γιαννόπουλος & Κόζη δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι δικ. Εταιρεία [με ΑΜ ….], η οποία κατέθεσε το με Νο …./03.11.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ, Ιωάννη Ρέμελη (ΑΜ ΔΣΑ ….), μέλους της ΔΕ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΡΕΜΕΛΗΣ -ΤΣΙΡΩΝΑΣ & ΣΥΝΈΤΑΙΡΟΙ [με ΑΜ …..], η οποία κατέθεσε το με Νο …./03.11.2025 γραμμάτιο προείσπραξης του ΔΣΠ και Νικόλαου Χαρίση (ΑΜ ΔΣΘ ….),  μέλους της ΔΕ Γιαννόπουλος & Κόζη δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι δικ. Εταιρεία [με ΑΜ ….], η οποία κατέθεσε το με Νο ……/03.11.2025 γραμμάτιο προείσπραξης τού ως άνω ΔΣ, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου – καθ΄ ου η ανακοπή: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών (Α.Φ.Μ. …..), ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπούμενο από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (οδός ………..) και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, που παραστάθηκε ατελώς δια της δικαστικής πληρεξούσιας του Ν.Σ.Κ., Αθηνάς Αβράμη [Α.Μ. Ν.Σ.Κ.:…….).

Η εκκαλούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 25.10.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./27.10.2021) ανακοπή, εκ του άρθρου 73 παρ. α΄ ΚΕΔΕ, την οποία άσκησε εναντίον του εφεσίβλητου (καθ΄ ου η ανακοπή), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την νέα τακτική διαδικασία. Επί της ανακοπής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 3504/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή. Εναντίον της απόφασης η ηττηθείσα ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 16.10.2024 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……, οπότε και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω αναφέρεται, ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 16.10.2024 έφεση (ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, κατάθεσης ένδικου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../23.10.2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για προσδιορισμό δικασίμου ………/23.10.2024], δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό …. κατά της με αριθμό 3504/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από 25.10.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/27.10.2021) ανακοπής, εκ του άρθρου 73 παρ. α΄ ΚΕΔΕ, της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά του καθ’ ου η ανακοπή  και ήδη εφεσίβλητου, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από την δημοσίευση, δε, της εκκαλουμένης απόφασης στις 26.10.2023 μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 23.10.2024, με κατάθεση του δικογράφου της στην Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (βλ. την ως άνω με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ένδικου μέσου της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../23.10.2024), δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ, {όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του ν. 4335/2015}]. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης καταβλήθηκε από την εκκαλούσα το νόμιμο, κατ’ άρθρο 495 αρ. 3 υπό Α εδ. β΄ ΚΠολΔ παράβολο και ειδικότερα το e – παράβολο, με αριθμό ………./2024, ποσού εκατό (100) ευρώ, το οποίο εξοφλήθηκε ολοσχερώς, όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 10 Οκτωβρίου 2024 σχετική βεβαίωση πληρωμής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς».

Με την από 25 Οκτωβρίου 2021 (με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης …../2021 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης …../2021) ανακοπή της, η οποία ασκήθηκε κατ’ άρθρο 73 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 356/1974 (παλαιού Κ.Ε.Δ.Ε.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Νέα Τακτική Διαδικασία), η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία “…………….” ζήτησε, για τους λόγους που εξέθετε σε αυτήν, την ακύρωση: α) της υπ’ αριθμ. …./19.07.2018 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και β) της υπ’ αριθμ. …./25.07.2018 ατομικής ειδοποίησης χρεών του ιδίου Προϊσταμένου, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε σε βάρος της και διώκεται η είσπραξη του συνολικού ποσού των εβδομήντα χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (70.780,56 €).Το ποσό αυτό αφορούσε απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου προερχόμενη από την επιβολή του υπ’ αριθμ. ……/09.11.2017 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 11.12.2015, με την αιτιολογία ότι η εταιρεία κατείχε αυθαίρετα κοινόχρηστη δημόσια έκταση (ζώνη αιγιαλού και παραλίας) συνολικής επιφάνειας 43.200 τ.μ. στη θέση “…………….” …….. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3504/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο τρίτος λόγος αυτής (με τον οποίο αμφισβητούνταν η ουσιαστική ύπαρξη της οφειλής και ο χαρακτήρας της έκτασης ως αιγιαλού) προβάλλεται απαραδέκτως λόγω δεδικασμένου, το οποίο παρήχθη από τη μη εμπρόθεσμη προσβολή του αρχικού πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης. Την απόφαση αυτή πλήττει ήδη η εκκαλούσα εταιρεία με την υπό κρίση έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή της, αιτούμενη, τέλος, την καταδίκη του εφεσίβλητου στη δικαστική της δαπάνη.

Επειδή, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, η οποία πηγάζει από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 και 24 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΕισΝΚΠολΔ), οι δικονομικές πράξεις, το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των ισχυρισμών (δηλαδή το επιτρεπτό της προβολής νέων/όψιμων ισχυρισμών το πρώτον κατ’ έφεση), διέπονται από το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτές ενεργούνται. Ειδικότερα, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α΄ 190/07.10.2022), με τον οποίο κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (νέος Κ.Ε.Δ.Ε.), ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του (7 Οκτωβρίου 2022) καταργείται το ν.δ. 356/1974 (παλαιός Κ.Ε.Δ.Ε.). Εντούτοις, οι εκκρεμείς διαδικασίες διοικητικής εκτέλεσης και οι σχετικές δίκες επί ανακοπών συνεχίζονται και διέπονται εφεξής από τις διατάξεις του νέου Κώδικα (ν. 4978/2022), εφαρμοζομένων συμπληρωματικά των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ). Κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης αυτής, το παραδεκτό, η νομιμότητα και η βασιμότητα των λόγων του εισαγωγικού δικογράφου της ανακοπής (το οποίο εν προκειμένω ασκήθηκε στις 25.10.2021) κρίνονται αποκλειστικά με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της άσκησής της, ήτοι το άρθρο 73 παρ. 1 του παλαιού Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974). Αντιθέτως, η διαδικασία της μεταγενέστερης κατ’ έφεση δίκης (η οποία στην υπό κρίση περίπτωση ανοίχθηκε με την από 23.10.2024 έφεση) και το παραδεκτό της προβολής όψιμων ισχυρισμών διέπονται από τις διατάξεις του νέου Κ.Ε.Δ.Ε., οι οποίες παραπέμπουν ευθέως στις ρυθμίσεις των άρθρων 527 και 535 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη ανακοπή της εταιρείας «………………» κατά των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης του Ελληνικού Δημοσίου ασκήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2021. Κατά τον χρόνο εκείνο ίσχυαν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.δ. 356/1974 (παλαιού Κ.Ε.Δ.Ε.). Συνεπώς, σύμφωνα με την προαναφερόμενη μείζονα σκέψη, το παραδεκτό, η νομιμότητα και η ουσιαστική βασιμότητα του εισαγωγικού δικογράφου της ανακοπής, καθώς και το δικαίωμα της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας να αμφισβητήσει την ύπαρξη και το νόμιμο της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου με τον τρίτο λόγο τής ως άνω από 25.10.2021 ανακοπής της, κρίνονται αποκλειστικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του παλαιού Κ.Ε.Δ.Ε. Αντιθέτως, η υπό κρίση έφεση κατά της απορριπτικής υπ’ αριθμ. 3504/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2024, ήτοι υπό την ισχύ του νέου Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022 – νέου Κ.Ε.Δ.Ε.), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 7 Οκτωβρίου 2022. Κατά συνέπεια, η διαδικασία της παρούσας κατ’ έφεση δίκης και το παραδεκτό της προβολής νέων πραγματικών περιστατικών διέπονται από τις διατάξεις του νέου Κ.Ε.Δ.Ε.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα εταιρεία παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ανακοπής της, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προσβολής του υπ’ αριθμ. …./09.11.2017 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης. Ισχυρίζεται, δε, ότι μετά τη συζήτηση της ανακοπής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (22.09.2022), μεσολάβησαν νέα πραγματικά περιστατικά και μεταβολή του κρίσιμου κανονιστικού καθεστώτος, ήτοι η έκδοση της υπ’ αριθμ. 41310/31.03.2023 απόφασης του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης (ΦΕΚ Δ΄ 229/31.03.2023), η οποία κατάργησε αναδρομικά την προγενέστερη υπ’ αριθμ. 856/1992 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας, επί της οποίας στηριζόταν αποκλειστικά ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως αιγιαλού, γεγονός το οποίο κάμπτει το παραχθέν δεδικασμένο και αποδεικνύει την αναδρομική ουσιαστική ανυπαρξία της απαίτησης του Δημοσίου.

Η απόφαση επί της ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, καθώς και η οριστικοποίηση αυτού λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προσβολής του, παράγει δεδικασμένο ως προς την οφειλή της αποζημίωσης και το ποσό αυτής [ΑΠ 873/2022 ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, δυνάμει των γενικών αρχών του δικονομικού δικαίου η δέσμευση του δεδικασμένου αυτού τελεί υπό την αυτονόητη αίρεση της διατήρησης των αυτών πραγματικών και νομικών συνθηκών και, συνεπώς, το δεδικασμένο κάμπτεται και δεν εμποδίζει τον ανακόπτοντα να προβάλει, στο μεταγενέστερο στάδιο της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, νέες αντιρρήσεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες στηρίζονται σε αυτοτελή πραγματικά ή νομικά γεγονότα που γεννήθηκαν μεταγενέστερα. Εξάλλου, ο επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας ή παλαιού αιγιαλού, ο οποίος διενεργείται από την αρμόδια διοικητική αρχή προς τον σκοπό της επανόρθωσης πρόδηλου σφάλματος ή πλάνης περί τα πράγματα κατά τον αρχικό καθορισμό, στερείται δημιουργικού χαρακτήρα και διαθέτει υποχρεωτικά αναδρομική ισχύ (ex tunc) [ΣτΕ 98/2026 ΝΟΜΟς]. Η πράξη επανακαθορισμού δεν μεταβάλλει την φύση του εδάφους αλλά διαγιγνώσκει αναδρομικά την πραγματική φυσική κατάσταση αυτού (το αν δηλαδή βρεχόταν ανέκαθεν από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων). Συνεπώς, η ex tunc αναδρομική κατάργηση της αρχικής εσφαλμένης οριογραμμής συνεπάγεται την αναδρομική εξαφάνιση του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δημόσιου κτήματος (αιγιαλού) για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Κατ’ ακολουθίαν, η αναδρομική αυτή εξαφάνιση του κανονιστικού ερείσματος συνιστά γνήσιο οψιγενές γεγονός, το οποίο κάμπτει τα αντικειμενικά όρια του προγενέστερου δεδικασμένου, καθόσον εκλείπει αναδρομικά η ιστορική και νομική αιτία της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, καθιστώντας τη σχετική ταμειακή βεβαίωση ακυρωτέα, λόγω έλλειψης νόμιμης αιτίας είσπραξης.

Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, διά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, εξέδωσε σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας την υπ’ αριθμ. ……/19.07.2018 πράξη ταμειακής βεβαίωσης και την υπ’ αριθμ. …../25.07.2018 ατομική ειδοποίηση χρεών, συνολικού ποσού 70.780,56 ευρώ. Η διοικητική αυτή εκτέλεση ανοίχθηκε με νόμιμο τίτλο το υπ’ αριθμ. …../09.11.2017 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας εταιρείας αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 11.12.2015, με την αιτιολογία ότι κατείχε και χρησιμοποιούσε αυθαίρετα δημόσια έκταση, συνολικής επιφάνειας 43.200 τ.μ., εμπρός από το βιομηχανικό συγκρότημα λιπασμάτων στη θέση «………..» ……… Ο χαρακτηρισμός του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου δημόσιου κτήματος στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης του πρωτοκόλλου, ίσχυε η υπ’ αριθμ. 856/16.10.1992 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας (ΦΕΚ Δ΄ 1149), η οποία καθόριζε τις οριογραμμές του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού στη συγκεκριμένη θέση, εντάσσοντας την επίδικη έκταση εντός αυτών. Ωστόσο, από τα έγγραφα που παραδεκτά προσκομίζει το πρώτον κατ’ έφεση η εκκαλούσα εταιρεία, ως γνήσια όψιμα αποδεικτικά μέσα (κατ’ άρθρο 527 αρ. 2 ΚΠολΔ) – καθόσον αυτά εκδόθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της πρωτοβάθμιας συζήτησης της ανακοπής (22.09.2022) – αποδεικνύεται ότι η αρμόδια Επιτροπή Καθορισμού Αιγιαλού, με την από 28.02.2023 έκθεσή της, διαπίστωσε σοβαρό πραγματικό και τεχνικό σφάλμα στον αρχικό καθορισμό του έτους 1992. Η διαπίστωση αυτή της Διοίκησης βασίστηκε σε εμπεριστατωμένη διαχρονική μελέτη αεροφωτογραφιών των ετών 1938 έως 2017, η οποία απέδειξε ότι η γραμμή του αιγιαλού του 1992 είχε οριστεί κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο, καθόσον δεν αποτύπωνε το πραγματικό ανάγλυφο του εδάφους και τις μέγιστες φυσικές αναβάσεις των κυμάτων. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 41310/31.03.2023 απόφαση του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης (ΦΕΚ Δ΄ 229/31.03.2023), η οποία προέβη σε νέο επανακαθορισμό των οριογραμμών, ορίζοντας ρητά στην ειδική διάταξή της ότι «κάθε προηγούμενη σχετική με το θέμα απόφαση καταργείται». Με βάση τις νέες, διορθωμένες συντεταγμένες του επανακαθορισμού αυτού, κανένα τμήμα της έκτασης των 43.200 τ.μ. που κατέχει και χρησιμοποιεί η εκκαλούσα εταιρεία δεν εμπίπτει πλέον εντός των ορίων του αιγιαλού, της παραλίας ή του παλαιού αιγιαλού. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα πρόταση της παρούσας (κατ’ εφαρμογή της ΣτΕ 98/2026), η ως άνω υπ’ αριθμ. ……../2023 πράξη επανακαθορισμού, επειδή ακριβώς εκδόθηκε προς επανόρθωση πρόδηλου σφάλματος και πλάνης περί τα πράγματα της Διοίκησης, στερείται δημιουργικού χαρακτήρα και αναπτύσσει υποχρεωτικά αναδρομική ισχύ (ex tunc). Η πράξη αυτή δεν μετέβαλε τη φύση του εδάφους κατά το έτος 2023 αλλά διέγνωσε αναδρομικά ότι η επίδικη έκταση των 43.200 τ.μ. ουδέποτε, από τη φύση της, υπήρξε αιγιαλός, ούτε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2012 – 2015. Η αναδρομική αυτή εξαφάνιση του χαρακτήρα της έκτασης ως δημόσιου κτήματος (αιγιαλού) κάμπτει τα αντικειμενικά όρια του διοικητικού δεδικασμένου που είχε παραχθεί από τη μη προσβολή του Πρωτοκόλλου ……./2017, καθώς εξέλιπε ex tunc η ιστορική και νομική αιτία της απαίτησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς κατ’ αρχήν διέγνωσε την ύπαρξη δεδικασμένου, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιόν του, κατά τον χρόνο της πρωτοβάθμιας συζήτησης (22.09.2022). Πλην, όμως, ενόψει της μεταγενέστερης ριζικής ανατροπής του κανονιστικού καθεστώτος, με την έκδοση του ΦΕΚ Δ΄ 229/31.03.2023, το οποίο παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον κατ’ έφεση ως γνήσιο όψιμο πραγματικό γεγονός (άρθρο 527 αρ. 2 ΚΠολΔ), η εκκαλουμένη απόφαση καθίσταται πλέον μεταγενεστέρως εσφαλμένη. Εφόσον, λοιπόν, αποδείχθηκε αναδρομικά ότι η επίδικη χρήση εκ μέρους της εκκαλούσας δεν ήταν αυθαίρετη, η βεβαιωθείσα απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 70.780,56 ευρώ είναι ανύπαρκτη και στερείται νόμιμης αιτίας είσπραξης. Για το λόγο αυτό, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εφεσίβλητου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτό και το Δικαστήριο τούτο, κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή, να δεχθεί τον τρίτο λόγο αυτής ως κατ’ ουσίαν βάσιμο και να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Μετά, δε, την κατά τα άνω παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την κατ’ ουσίαν παραδοχή του τρίτου λόγου της ανακοπής, δυνάμει του οποίου ακυρώνονται οι προσβαλλόμενες πράξεις της διοικητικής εκτέλεσης (υπ’ αριθμ. ……../19.07.2018 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και υπ’ αριθμ. ……/25.07.2018 ατομική ειδοποίηση χρεών) λόγω αναδρομικής ανυπαρξίας της ουσιαστικής απαίτησης του εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών (τρίτου, τέταρτου και πέμπτου) λόγων της έφεσης. Ειδικότερα, παρέλκει η εξέταση των παραπόνων της εκκαλούσας εταιρείας που αφορούν την αοριστία του νόμιμου τίτλου εκτέλεσης (3ος λόγος έφεσης), την παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης (4ος λόγος έφεσης), καθώς και την εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (5ος λόγος έφεσης).

Κατά την διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του νικήσαντος διαδίκου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα, ο καθορισμός των εξόδων στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 176 έως 182 ΚΠολΔ. Επειδή, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 134423/1992 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ορίζεται ότι στις δίκες που διεξάγονται με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο (ή νομικά πρόσωπα που απολαμβάνουν των προνομίων του), η δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ αυτού περιορίζεται και ορίζεται μειωμένη, μη δυνάμενη να υπερβεί το εκάστοτε καθοριζόμενο ανώτατο χρηματικό όριο. Το ως άνω εξαιρετικό προνόμιο της επιδίκασης μειωμένης δικαστικής δαπάνης τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν η νομική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου (ή του αντίστοιχου φορέα) διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ), διά των μελών του (Δικαστικών Πληρεξουσίων ή Παρέδρων). Αντιθέτως, ο περιορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται εάν το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. εκπροσωπήθηκε στη δίκη από ιδιώτη δικηγόρο. Σημειώνεται, ότι ο ως άνω νομοθετικός περιορισμός της δικαστικής δαπάνης καταλαμβάνει αποκλειστικά την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του νικήσαντος διαδίκου και όχι τα λοιπά πραγματικά δικαστικά έξοδα (όπως το δικαστικό ένσημο, τα τέλη ή τα έξοδα επίδοσης).

Κατόπιν της κατά τα άνω παραδοχής της υπό κρίση έφεσης, της εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης και της παραδοχής της από 25.10.2021 ανακοπής της εταιρείας «…………………..», το καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει ο ηττηθείς διάδικος στην παρούσα δίκη. Συνεπώς, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της νικήσασας εκκαλούσας εταιρείας, το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ). Ωστόσο, από τα έγγραφα της δικογραφίας και τα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε νόμιμα στην παρούσα δίκη δια δικαστικής πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ). Επομένως, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σχετικού προνομίου του Δημοσίου, και ως εκ τούτου, τα σε βάρος του επιδικαζόμενα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας εταιρείας πρέπει να οριστούν στο, κατ’ αποκοπή, μειωμένο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957. Στο ποσό αυτό συμποσούνται τα έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ο δε καθορισμός τού ως άνω, κατ’ αποκοπή, ποσού δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των πληρεξουσίων δικηγόρων (3) με τους οποίους παρέστη η εκκαλούσα εταιρεία, καθόσον η αμοιβή υπολογίζεται ενιαία για τη δικαστική εκπροσώπηση του διαδίκου και όχι ανά πρόσωπο παραστάντος δικηγόρου (πρβλ. άρθρο 189 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του ηλεκτρονικού παραβόλου, με αριθμό ……./2024, για την άσκηση της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3504/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Νέα Τακτική Διαδικασία).

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 25.10.2021 ανακοπή.

Δέχεται τον τρίτο λόγο της ως άνω ανακοπής.

Ακυρώνει στο σύνολό τους την υπ’ αριθμ. …../19.07.2018 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και την υπ’ αριθμ. ……/25.07.2018 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά.

Επιβάλει σε βάρος του εφεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου την δικαστική δαπάνης της εκκαλούσας εταιρείας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει μειωμένα στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 13.8.2026

                Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ