Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 532/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως  532/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………», με ΑΦΜ …………, που εδρεύει στο ………….. Κρήτης, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Κληρονόμου (Α.Μ Δ.Σ Ηρακλείου …………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης – εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «………», με ΑΦΜ …………., που εδρεύει στην ……. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κορωναίο (Α.Μ Δ.Σ.Α ………..).

Της εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», με ΑΦΜ ………, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δαλιάνη (Α.Μ Δ.Σ.Α …………), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

H ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 10/7/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2020 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Με την ως άνω αγωγή συνεκφωνήθηκε η από 25/8/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης κατά της καθ’ ης η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτές. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, συζήτησε και συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα στις 8/10/2021, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 244/2023 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατά της ως άνω αποφάσεως, η ενάγουσα άσκησε την από 9/12/2024 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……../2024 και β) δικογράφου ……../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 5/6/2025 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο, ενώ η εναγομένη άσκησε την από 2/1/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου ……../2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 5/6/2025 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9/12/2024 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………/2024 και β) δικογράφου …………./2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 244/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 10/7/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2020 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας και της από 25/8/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2020 ανακοίνωσης δίκης – προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσας αγωγής της εναγομένης κατά της καθ’ ης η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, οι οποίες συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και συνεκδικάστηκαν, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 10/12/2024, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην εκκαλούσα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 24/1/2023 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση, η οποία στρέφεται κατά της εναγομένης και της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την αγωγή, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η κρινόμενη από 2/1/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …./2025 και β) δικογράφου …………./2025, η οποία στρέφεται κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), εφόσον υφίσταται έννομο συμφέρον της εφεσίβλητης – εκκαλούσας που στρέφεται κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης, για την περίπτωση που η ως άνω έφεση της ενάγουσας γίνει δεκτή και επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης εις βάρος της και το οποίο δύναται να αναζητήσει από την εφεσίβλητη δικονομική εγγυήτρια της, πρέπει, δε, να συνεκδικαστεί με την ως άνω από 9/12/2024 έφεση, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 31, 246, 524 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 2/1/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην εφεσίβλητη – εκκαλούσα και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 24/1/2023 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση, η οποία στρέφεται κατά της καθ’ ης η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης και της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).

Mε την από 10/7/2020 αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι, μεταξύ άλλων, δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας διαφόρων τύπων διχτύων ήδη από το έτος 1973, με εγκαταστάσεις στο ……………., της …………. Κρήτης, αλλά και τη …………, με το εκεί ευρισκόμενο εργοστάσιο να αποτελεί τη μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής του ομίλου της. Ότι η εναγομένη δραστηριοποιείται στον τομέα των χερσαίων οδικών διεθνών μεταφορών. Ότι τον Αύγουστο του έτους 2018 αυτή παρήγαγε με δικά της υλικά και πρώτες ύλες στο ως άνω εργοστάσιο της στη ……, αγροτικά δίχτυα καλλιεργειών συνολικής αξίας 70.647,44 ευρώ, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στην αγωγή, τα οποία ήλθε σε συμφωνία να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως σε πελάτη της στο εξωτερικό και δη στην εταιρεία με την επωνυμία «……………» με έδρα την πόλη …… της Ολλανδίας. Ότι στις 30.8.2018 η εναγόμενη ανέλαβε έναντι αμοιβής τη χερσαία (CMR) μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων της, από το εργοστάσιο της στη …… με προορισμό και τόπο εκφόρτωσης τις εγκαταστάσεις του πελάτη της στην πόλη ……….. της Ολλανδίας, δια των φορτηγών οχημάτων της με αριθμούς ………. και ………….. Ότι για το σκοπό της ως άνω μεταφοράς αυτή εξέδωσε τα υπ’ αριθ. … και ……./30.8.2018 δελτία αποστολής. Ότι μετά ταύτα, στις 10.9.2018 αυτοκίνητο με οδηγό που ενεργούσε σε σχέση προστήσεως με την εναγόμενη έφθασε στον προαναφερόμενο τόπο προορισμού των εμπορευμάτων. Ότι οι εκπρόσωποι της παραλήπτριας διαπίστωσαν εξ αρχής ότι η τέντα καλύψεως του ρυμουλκούμενου ήταν υπερβολικά τεντωμένη, γεγονός που προκάλεσε έντονο προβληματισμό αναφορικά με την κατάσταση τον φορτίου. Ότι κατά τη διαδικασία εκφόρτωσης που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι εννέα (9) παλέτες εκ τον φορτίου είχαν υποστεί ζημιά, ότι δεν ήταν σταθερά τοποθετημένες και διαλύθηκαν κατά την εκφόρτωση. Ότι αιτία των ανωτέρω ήταν η υπερφόρτιση του ρυμουλκούμενου, ότι οι παλέτες δεν είχαν προσδεθεί άκαμπτα, με αποτέλεσμα οι πυρήνες αυτών, ήτοι το περιεχόμενο των εμπορευμάτων, να έχουν υποστεί ζημιά. Ότι επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι ως άνω παλέτες είχαν φορτωθεί σε λάθος γωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να έχουν τρυπηθεί και να καταστραφεί το περιεχόμενο τους. Ότι τόσο οι εκπρόσωποι του πελάτη της, όσο και αυτή, ενημερώθηκαν δια του οδηγού της εναγόμενης, ότι είχε προηγηθεί μεταφόρτωση του ως άνω φορτίου στη Βουλγαρία εν αγνοία τους, πολλώ δε μάλλον χωρίς οποιαδήποτε δική τους συναίνεση ή έγκριση, από πρόσωπα που ενεργούσαν ως προστηθέντες της εναγόμενης. Ότι εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι κατά τη μεταφόρτωση των εμπορευμάτων της στη Βουλγαρία, οι εκπρόσωποι και προστηθέντες της εναγομένης μεταφόρτωσαν και στοίβαξαν τα εμπορεύματα της, με εντελώς λάθος τρόπο, αντίθετο με τους κανόνες της τέχνης και της τεχνικής, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα την υπερφόρτιση μεταξύ των παλετών και την καταστροφή μέρους του φορτίου. Ότι εξαιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς, η ως άνω πελάτης της αρνήθηκε καταρχήν να παραλάβει το σύνολο του φορτίου, εκ των υστέρων δε και κατόπιν παρακλήσεων της ενάγουσας, απαιτήθηκε η παραλήπτρια να υποβληθεί σε έκτακτες δαπάνες ελέγχου και εκφόρτωσης, που αναζήτησε από την ενάγουσα, τις οποίες και αυτή απέδωσε, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά στην αγωγή και ανέρχονται σε ποσό 1.896 ευρώ. Ότι κατόπιν της εκφόρτωσης διαπιστώθηκε ότι είχαν ολοσχερώς καταστραφεί τα, αναλυτικά περιγραφόμενα στην αγωγή, προϊόντα συνολικής αξίας 36.928,34 ευρώ. Ότι η ως άνω συνολική ζημία ποσού (1.896 + 36.928,34 =) 38.824,34 ευρώ, οφείλεται αποκλειστικά στις αμελέστατες πράξεις και παραλείψεις των εκπροσώπων, υπαλλήλων και προστηθέντων της εναγόμενης. Ότι τα ως άνω πρόσωπα ενεργώντας αντίθετα με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, εν αγνοία της προέβησαν σε μεταφόρτωση των ως άνω εμπορευμάτων στη Βουλγαρία, και μάλιστα κατά τρόπο αντίθετο στους κανόνες της τέχνης και της τεχνικής, αφού εκφόρτωσαν και φόρτωσαν τα εμπορεύματα χωρίς την συναίνεση ή έγκριση της σε άλλο όχημα, στοίβαξαν τις παλέτες, που ήταν αυτά τοποθετημένα, σε λάθος γωνία φόρτωσης και προκάλεσαν σε μέρος αυτών υπερφόρτιση, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή τον περιεχομένου τους κατά τα προαναφερόμενα. Ότι έχει πολλάκις οχλήσει προφορικώς και εγγράφως την εναγόμενη, προκειμένου να την αποζημιώσει για τις ανωτέρω ζημίες της, δεδομένου ότι αναγκάσθηκε προηγουμένως να αποζημιώσει αντιστοίχως την πελάτη της στην Ολλανδία, τόσο ως προς την αξία τον καταστραφέντος φορτίου, όσο και ως προς τις δαπάνες εκφόρτωσης και ελέγχου των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Ότι στα πλαίσια της συνεργασίας και καλής πίστεως, αποφάσισε να περιορίσει την απαίτηση της έναντι της εναγόμενης και προς τούτο εξέδωσε στο όνομα της το υπ’ αριθ. ……/29.10.2019 χρεωστικό τιμολόγιο συνολικού ποσού 24.397,80 ευρώ, το οποίο της απέστειλε, αλλά η εναγομένη αρνείται είτε να την αποζημιώσει σε χρήμα, είτε να δεχθεί να συμψηφίσει άλλως το ως άνω ποσό. Ότι εκ των ως άνω παράνομων ενεργειών των εκπροσώπων και προστηθέντων της εναγομένης, αυτή έχει υποστεί τεράστια ηθική βλάβη και ειδικότερα εκ της ως άνω τελούμενης αδικοπραξίας η εναγομένη εξέθεσε το όνομα και την φήμη της ιδίας στην προαναφερόμενη πελάτη της στην Ολλανδία, αλλά και στην ευρύτερη αγορά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των πελατών της, αναφορικά με την ποιότητα των προϊόντων της και την επαγγελματική συνέπεια της ιδίας. Ότι ως εκ τούτου, προσεβλήθη η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και υπόσταση και το εμπορικό της μέλλον και ότι για την αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης της, δικαιούται το εύλογα ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000). Επικαλούμενη τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: (α) το συνολικό ποσό των 24.397,80, νομιμοτόκως από τις 30.10.2019, άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας αγωγής, (β) το ποσό των 30.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης της ιδίας, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της παρούσας αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη.

Περαιτέρω με την από 25.8.2020 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή, η εναγόμενη εκθέτει ότι η ενάγουσα άσκησε σε βάρος της την επισυναπτόμενη κύρια αγωγή. Ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. ….. ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης διαμεταφορέα με διάρκεια ασφάλισης από 1.3.2018 έως 1.3.2019 και της υπ’ αριθ. ……. πρόσθετης πράξης αυτού, η καθ’ ης η ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένη έχει αναλάβει την κάλυψη της γενικής αστικής ευθύνης της, για ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν κατά την μεταφορά εμπορευμάτων ιδιοκτησίας τρίτων, εντός και εκτός της Ελλάδας, με ανώτατο όριο κάλυψης ανά ζημιογόνο γεγονός που δεν θα ξεπερνά το ποσό των 500.000 ευρώ, κατά τους ειδικότερους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Επικαλούμενη τα ανωτέρω και ότι, εάν κριθεί ότι αυτή ενέχεται προς αποζημίωση έναντι της κυρίως ενάγουσας καθώς και ότι εάν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην τελευταία, ασκεί εναντίον της καθ’ ης την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης δυνάμει της οποίας, της ανακοινώνει την ως άνω ανοιγείσα κύρια δίκη, την προσεπικαλεί να παρέμβει αναγκαστικά σε αυτή και να την υποστηρίξει προς απόκρουση της κύριας αγωγής, ενώ περαιτέρω ζητεί, με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, μετά από το νόμιμο και παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που συμπεριλήφθηκε στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 223 εδ. β’, 294 εδ. α’, 295 παρ. 1 εδ. β’, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι η καθ’ ης, σε περίπτωση ήττας της εναγομένης στην ως άνω κύρια αγωγή, υποχρεούται να της καταβάλει τα ζητηθέντα με την αγωγή ποσά ή όποιο άλλο ποσό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και να καταδικασθεί η αντίδικος στα δικαστικά της έξοδα.

Επί των ως άνω δικογράφων, τα οποία συνεκδικάσθηκαν, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς εξέδωσε την υπ’ αριθ. 244/2023 οριστική απόφαση του, με την οποία απέρριψε τόσο την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, όσο και την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή, ως  άνευ αντικειμένου λόγω της απόρριψης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη από 9/12/2024 έφεση της, η ενάγουσα προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή της και παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή της, έτσι ώστε η τελευταία να γίνει δεκτή εν όλω. Περαιτέρω η εναγομένη με την κρινόμενη από 2/1/2025 έφεση της, ζητεί, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η από 9/12/2024 έφεση της ενάγουσας και κατ’ επέκταση η αγωγή της, να γίνει, κατά το αντίστοιχο ποσό, δεκτή η πρωτοδίκως ασκηθείσα ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της εφεσίβλητης.

Η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά καταρχήν τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, τον μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη. Όμως πολλές φορές στη μεταφορά παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 90 -107 του ΕμπΝ, προκειμένου ειδικότερα για μεταφορά πραγμάτων οδικώς, αναλαμβάνει με σύμβαση, που συνάπτει με τον παραγγέλλοντα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγέλλοντα, ότι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς. Κατά τη διάταξη τον άρθρου 97 ΕμπΝ, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για κάθε απώλεια ή φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων ανεξάρτητα από πταίσμα του, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο ή υπήρξε «ακαταμάχητη δύναμη», νομιμοποιείται, δε, να στραφεί απευθείας κατ’ αυτού και ο παραλήπτης των πραγμάτων, που δεν συμβλήθηκε μαζί του, αφού η σύμβαση παραγγελίας μεταξύ αποστολέα και παραγγελιοδόχου λειτουργεί ως γνήσια κατά το άρθρο 411 ΑΚ σύμβαση υπέρ του παραλήπτη ως τρίτον (ΟλΑΠ 33/1998, ΕλλΔνη 1998.1262). Η ευθύνη δηλαδή του παραγγελιοδόχου μεταφοράς είναι κατά την παραπάνω έννοια εγγυητική και εκείνος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον μεταφορέα για την καλή απ’ αυτόν εκτέλεση της μεταφοράς, στο μέτρο βέβαια που και ο τελευταίος ευθύνεται (ΑΠ 304/2007, ΝΟΜΟΣ). Μόνοι λόγοι απαλλαγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αποτελούν η ανωτέρα βία ή το πταίσμα του εντολέα, στο οποίο υπάγεται και η ζημία, που προέρχεται από την ιδιοσυσκευασία του πράγματος. Τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς οδικές μεταφορές ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς έχει την προαναφερόμενη ευθύνη μόνο στο βαθμό που ευθύνεται ο μεταφορέας, αφού ευθύνεται ως εγγυητής του. Παρόλο που δεν ευθύνεται αυτός σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης (CMR), οι διατάξεις της για την ευθύνη του μεταφορέα εφαρμόζονται ανάλογα και γι’ αυτόν, καθ’ όσον η εγγυητική του ευθύνη υπάρχει, όταν και ο ίδιος ο μεταφορέας υπέχει ευθύνη και στα μέτρο αυτής. Έτσι, επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, που διέπεται από τη Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης (CMR), οι ειδικοί λόγοι απαλλαγής ή περιορισμένης ευθύνης του μεταφορέα κατά τις διατάξεις της Διεθνούς αυτής Συμβάσεως επεκτείνονται και στον παραγγελιοδόχο μεταφοράς, επειδή η ευθύνη του είναι εγγυητική και υπάρχει στο μέτρο της ευθύνης του μεταφορέα, εκτός εάν η ολική ή μερική απώλεια των μεταφερομένων εμπορευμάτων οφείλεται σε δική του αυτοτελή συμπεριφορά. Συνέπεια της εις ολόκληρον ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφόσον ικανοποίησε το ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του μεταφορέα ως εις ολόκληρον συνοφειλέτη του κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ (ΑΠ 998/2002, ΔΕΕ 2002.1268, ΕφΑθ 773/2005, ΔΕΕ 2005.981, ΕφΑθ 2132/2001, ΔΕΕ 2001.626, ΕφΠειρ 775/2000, ΔΕΕ 2000.1258). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 6, 9 παρ. 1, 17-19, 23 παρ. 5 και 27 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως CΜR συνάγεται εκτός των άλλων ότι η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση μεταφοράς οδικώς με αμοιβή, όταν κατά τη σύμβαση αυτή ο τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων και ο οριζόμενος προς παράδοση τόπος βρίσκεται σε διαφορετικές χώρες, από τις οποίες η μία τουλάχιστον είναι συμβαλλόμενη χώρα, άσχετα με τον τρόπο διανομής ή την εθνικότητα των συμβαλλομένων. Για την εφαρμογή της είναι αδιάφορο ποιος είναι ο εντολέας του μεταφορέα και πού εκδόθηκε το δελτίο παράδοσης, όπως είναι αδιάφορο αν αυτός πού αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση ή την εκτελεί εντελώς περιστασιακά ή αναθέτει την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα ή έχει την ιδιότητα του παραγγελιοδόχου και όχι του μεταφορέα, αρκεί απλώς να μη γίνεται μνεία στη σύμβαση μεταφοράς ότι η μεταφορά θα ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπα ή ότι ο εντολέας αναθέτει απλώς και μόνο τη μέριμνα για την εξεύρεση μεταφορέα, γιατί τότε έχουμε σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, οπότε οι διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης CΜR δεν εφαρμόζονται άμεσα (ΕφΠειρ 1261/1997, ΕΕμπΔ 1998.776). Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή και όταν η σύμβαση μεταφοράς συνάπτεται απευθείας μεταξύ του μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ή μεταξύ του μεταφορέα και του παραλήπτη ή του μεταφορέα και του υπομεταφορέα και σε κάθε άλλη περίπτωση, αρκεί να πρόκειται για αυτοτελή σύμβαση μεταφοράς πού αναφέρεται στην εκτέλεση ενός συγκεκριμένου ταξιδιού μεταφοράς εμπορευμάτων, χωρίς να γίνεται μνεία ότι θα ανατεθεί η μεταφορά σε τρίτο (ΕφΠειρ 246/2006, ΠειρΝομ 2006.317). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρον 34 της Διεθνούς Συμβάσεως CMR ορίζεται ότι «εάν μεταφορά διεπόμενη υπό μοναδικού συμβολαίου εκτελεσθεί υπό διαδοχικών οδικών μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα είναι υπεύθυνος δια την εκτέλεσιν ολοκλήρου της εργασίας, του δεύτερου μεταφορέως και εκάστου επομένου τοιούτου καθισταμένων συμβαλλόμενων εις το συμβόλαιον μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παραδόσεως, λόγω αποδοχής υπ’ αυτών των εμπορευμάτων και του δελτίου παραδόσεως». Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όταν υπάρχουν περισσότεροι μεταφορείς, είτε πρόκειται για μεταφορά με χρήση δύο ή περισσοτέρων μεταφορικών μέσων, που εκτελείται κατ’ αλληλοδιάδοχα τμήματα, από περισσότερούς μεταφορείς, πού η υλική δραστηριότητά τούς οργανώνεται (συνδυάζεται) από το πρόσωπο (συνήθως νομικό) που αναλαμβάνει την ευθύνη για την εκτέλεση του συνόλου της μεταφοράς. Το πρόσωπο αυτό μεταξύ άλλων δύναται να μην εκτελέσει, το ίδιο, κανένα τμήμα της μεταφοράς, αναλαμβάνει όμως την ανεύρεση των κατάλληλων μεταφορέων και την σύναψη μαζί τους συμβάσεων μεταφοράς στο όνομα και για λογαριασμό του πελάτη του, οπότε σε περίπτωση ολικής ή μερικής βλάβης των μεταφερομένων εμπορευμάτων ευθύνονται όλοι εις ολόκληρον έναντι του παραλήπτη (άρθρο 36 της Διεθνούς Συμβάσεως CMR). Στην ουσία, όταν κάποιος από τους μεταφορείς δεν εκτελεί κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά αναθέτει το όλο έργο ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς σε άλλο μεταφορέα, με τον οποίο δεν είχε συμβληθεί άμεσα ο αποστολέας ή ο παραλήπτης, πρόκειται για μεταφορέα συνδυασμένης μεταφοράς (διαμεταφορέα) που είναι κατ’ ουσίαν παραγγελιοδόχος μεταφοράς, κατά την έννοια των άρθρων 95 επ. ΕμπΝ και ευθύνεται για τους ίδιους λόγους και με τον ίδιο βαθμό ευθύνης που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων τον (ΑΠ 1795/2012, ΕπισκΕμπΔ 2013.111, ΑΠ 180/1995, ΕλλΔνη 1996.660, ΑΠ 728/1994, ΕλλΔνη 1996.135, ΕφΠειρ 415/2019, ΕΝΑΥΤΔ 2019.6, ΕφΑθ 4350/2008, ΔΕΕ 2009. 90, ΕφΠειρ 246/2006, ΠειρΝομ 2006.317, ΕφΠειρ 83/2004, ΔΕΕ 2004.435, ΕφΘεσσ 152/2003 ΕπισκΕμπΔ 2003.341). Αν μάλιστα ένας μεταφορέας (ή ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς κατά τα προαναφερόμενα) καταβάλει αποζημίωση για την απώλεια ή βλάβη μεταφερομένων πραγμάτων, για την οποία είναι υπεύθυνος άλλος μεταφορέας, χορηγείται στον πρώτο δικαίωμα αναγωγής εναντίον του δευτέρου (ΕφΠειρ 246/2006, ΠειρΝομ 2006.317). Μπορεί πάντως ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς να αναθέσει την εκτέλεση της μεταφοράς σε μεταφορέα ή να την ενεργήσει με δικά του μεταφορικά μέσα. Εκείνο πού χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς με τον παραγγέλοντα, δεν είναι το αν θα εκτελέσει τη μεταφορά με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομά του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση του παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι, όταν ο ενάγων στηρίζει τις, κατά του εναγόμενου αξιώσεις του για αποζημίωση από την απώλεια ή βλάβη μεταφερομένων εμπορευμάτων στη (νομική και πραγματική) βάση ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες ως (οδικός ή θαλάσσιος) μεταφορέας και η ιστορική και πραγματική αυτή βάση της αγωγής δεν αποδειχθεί, δηλαδή ότι ο εναγόμενος ενήργησε και ευθύνεται ως μεταφορέας, αλλά αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος ενήργησε και ευθύνεται ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς με την προαναφερόμενη έννοια, τότε, εφόσον στην αγωγή δεν περιέχεται τέτοια επικουρική βάση (ευθύνης του εναγομένου ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς), η αγωγή αυτή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΕφΘεσσ 791/2011, ΕπισκΕΔ 2011.1019, ΕφΘεσσ 1878/2004, ΕπισκΕΔ 2004.993, ΕφΠειρ 341/2001, ΕΕμπΔ 2002.648, ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των υπ’ αριθ. …., ……../19-11-2020 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της ενάγουσας, ………. και ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου ………. ….., …….. και της υπ’ αριθ. ……../19-11-2020 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρα της ενάγουσας, ……….., ενώπιον της συμβολαιογράφου …, ………., οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την  υπ’ αριθ. ………/16.11.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ……….), της υπ’ αριθ. …………/19-11-2020 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρα της εναγομένης, ………., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθ. ………../13-11-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………..), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας διαφόρων τύπων διχτύων, διατηρώντας εγκαταστάσεις στο ………. και ………… Κρήτης, αλλά και στη ………, με το εκεί ευρισκόμενο εργοστάσιο να αποτελεί τη μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής του ομίλου της. Στα πλαίσια της, κατά τα ως άνω, εμπορικής της ενασχόλησης περί τον μήνα Αύγουστο του έτους 2018 παρήγαγε με δικά της υλικά και πρώτες ύλες στο ως άνω εργοστάσιο της στη …., αγροτικά δίχτυα καλλιεργειών, τα οποία ήλθε σε συμφωνία να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως στην εταιρεία με την επωνυμία «……….» με έδρα την πόλη …………….. της Ολλανδίας. Πλέον δε συγκεκριμένα συμφωνήθηκε να πωλήσει, με όρους παράδοσης DΑΡ (Delivered At Place), στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, τα λεπτομερώς αναφερόμενα, στην αγωγή και το υπ’ αριθ. ………../30.8.2018 τιμολόγιο πώλησης προς την ως άνω εταιρεία, εμπορεύματα, συνολικής αξίας 70.647,44 ευρώ. Στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε να αποσταλούν τα ως άνω εμπορεύματα από τις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην ……., στην έδρα της αγοράστριας εταιρείας στην Ολλανδία. Προς τούτο, εκδόθηκαν καταρχήν τα υπ’ αριθ. …. και …../30.8.2018 δελτία αποστολής, πού τα συνόδευε το προαναφερόμενο τιμολόγιο. Στα ως άνω έγγραφα (τιμολόγιο, δελτία αποστολής) μεταξύ άλλων ως παραλήπτης εμφανιζόταν η αγοράστρια εταιρεία και ότι η φόρτωση θα γινόταν από το φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας ……. – ………….. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατάρτισε προφορικά με την εναγομένη, η οποία τυγχάνει διεθνής μεταφορική εταιρεία και δραστηριοποιείται τόσο στον τομέα των χερσαίων οδικών διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων και οικοσκευών όσο και στον τομέα της αποθήκευσης και διανομής εμπορευμάτων, σύμβαση παραγγελίας διεθνούς οδικής μεταφοράς, δυνάμει της οποίας της ανέθεσε την οργάνωση για την οδική μεταφορά των ως άνω επίδικων εμπορευμάτων και συγκεκριμένα της ανέθεσε να εξεύρει μεταφορέα για την οδική μεταφορά των εμπορευμάτων και να συνάψει με αυτόν σύμβαση μεταφοράς για λογαριασμό της. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ενεργώντας ως αρχικός παραγγελιοδόχος μεταφοράς ανέλαβε την επιμέλεια της επίδικης μεταφοράς (Ελλάδα – Ολλανδία) και απευθύνθηκε στην, εδρεύουσα στην Βουλγαρία, εταιρεία με την επωνυμία «………….», στην οποία ανέθεσε περαιτέρω την μέριμνα και την οργάνωση του μεταφορικού έργου και δη την παραλαβή των επίδικων εμπορευμάτων από τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην ……….. και την μεταφορά και παράδοση τους στην παραλήπτρια αυτών στην Ολλανδία. Πράγματι, η ως άνω βουλγαρική εταιρεία, ενεργώντας ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος μεταφοράς, συμβλήθηκε με την εδρεύουσα στην Βουλγαρία εταιρεία με την επωνυμία «………», αναθέτοντας της την εκτέλεση της επίδικης μεταφοράς. Κατόπιν αυτών η τελευταία ως άνω εταιρεία, διέθεσε το φορτηγό της, με αριθμό κυκλοφορίας ………. – …………. (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο), στο οποίο και φορτώθηκαν τα επίδικα εμπορεύματα, ήτοι ανέλαβε την διεθνή οδική μεταφορά του συνόλου των πωληθέντων εμπορευμάτων, ως ο τελικός μεταφορέας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα ένδικα εμπορεύματα, συσκευασμένα σε παλέτες, που είχαν υποστεί απεντόμωση, ευρισκόμενα στις αποθήκες της αποστολέως ενάγουσας εταιρείας στην ……, παραδόθηκαν, στις 30.8.20218, στον προστηθέντα οδηγό της ως άνω μεταφορέως. Μάλιστα, με την φόρτωση των εμπορευμάτων εκδόθηκε και το από 30.8.2018 δελτίο παράδοσης (CMR), επί του οποίου αναγράφηκαν τα ως άνω δελτία αποστολής καθώς και το τιμολόγιο πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων. Επίσης, σε αυτό αναγραφόταν ο τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων, ήτοι η …. και ο τόπος παράδοσής τους, ήτοι η πόλη …. Ολλανδίας, όπου και ευρίσκονται οι εγκαταστάσεις της αγοράστριας εταιρείας ενώ ως μεταφορέας και ως όχημα μεταφοράς αναγράφεται η ως άνω βουλγαρική εταιρεία με την επωνυμία «………….» και το με αριθμό κυκλοφορίας …. – …., ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο, ιδιοκτησίας της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στη Σόφια Βουλγαρίας, στις 3.9.2018, κατά την διάρκεια του ταξιδιού μεταφοράς, εξαιτίας βλάβης που παρουσίασε το ως άνω όχημα, τα επίδικα εμπορεύματα, τα οποία είχαν φορτωθεί αρχικώς σε αυτό, εν συνεχεία μεταφορτώθηκαν στο με αριθμό κυκλοφορίας …. – ………… φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας άλλως εκμετάλλευσης, της εδρεύουσας στη Βουλγαρία εταιρείας με την επωνυμία «………» και ότι τελικώς μέσω αυτού του οχήματος μεταφέρθηκαν στον προορισμό τους, ήτοι στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας εταιρείας, όπου και αφίχθησαν στις 10.9.2018. Εκεί η αγοράστρια ολλανδική εταιρεία αρνήθηκε αρχικά να παραλάβει τα εμπορεύματα, λόγω της ύπαρξης ζημιών, που διαπιστώθηκαν σε τμήμα αυτών (βλ. σχετικά το από 12.9.2018 σημείωμα όπου επισημαίνεται ο ακατάλληλος τρόπος στοιβασίας και ασφάλισης του φορτίου). Τελικώς, στις 14.9.2018, η αγοράστρια αποδέχθηκε να παραλάβει το σύνολο του φορτίου οπότε και ξεκίνησε η διαδικασία εκφόρτωσης και παραλαβής των εμπορευμάτων. Κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα αναγκάσθηκε να αποζημιώσει την παραλήπτρια εταιρεία των επίδικων εμπορευμάτων για την ζημία που αυτή υπέστη λόγω της φθοράς κάποιων εξ αυτών. Εν συνεχεία αυτή εξέδωσε στις 29.10.2019 το υπ’ αριθ. ……./29.10.2019 τιμολόγιο της στο όνομα της εναγομένης, αξιώνοντας από την τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 24.397,80 ευρώ, ως αποζημίωση για την καταστροφή των προϊόντων της κατά την μεταφορά τους από την …. στην …… στον πελάτη της. Η, δε, εναγομένη εταιρεία με την από 4.11.2019 απαντητική της επιστολή προς την ενάγουσα, επέστρεψε το εν λόγω τιμολόγιο σε αυτή, μη αποδεχθείσα να της καταβάλει το ως άνω ποσό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο ως άνω έγγραφο. Εν συνεχεία η ενάγουσα ήγειρε σε βάρος της εναγομένης την ένδικη αγωγή αξιώνοντας τα επίδικα ποσά, ισχυριζόμενη ότι αυτή ανέθεσε στην εναγομένη την χερσαία μεταφορά των ενδίκων εμπορευμάτων και ότι η τελευταία ευθύνεται απέναντί της ως χερσαίος μεταφορέας εκτελώντας την επίδικη μεταφορά μέσω προστηθέντων προσώπων από αυτή. Πλην όμως από τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έδρασε ως αρχικός παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ήτοι ανέλαβε την επιμέλεια της επίδικης μεταφοράς από την Ελλάδα στην Ολλανδία, την οργάνωση της μεταφοράς των ανωτέρω εμπορευμάτων από την αποστολέα προς την παραλήπτρια και στον τόπο διευθύνσεως αυτής, που ειδικά αναφέρεται στα ως άνω δελτία αποστολής εκδόσεως της ενάγουσας σε συνδυασμό με τη διεθνή φορτωτική (CMR). Προς τούτο απευθύνθηκε στην εδρεύουσα στην Βουλγαρία εταιρεία με την επωνυμία «……….», στην οποία ανέθεσε περαιτέρω την μέριμνα και την οργάνωση του μεταφορικού έργου και δη την παραλαβή των επίδικων εμπορευμάτων από τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην ………. και την μεταφορά και παράδοση τους στον παραλήπτη αυτών, στην πόλη ………  Ολλανδίας. Πράγματι, η ως άνω βουλγαρική εταιρεία, ενεργώντας ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, συμβλήθηκε με την, επίσης εδρεύουσα στην Βουλγαρία εταιρεία με την επωνυμία «…………..» αναθέτοντας στην τελευταία την εκτέλεση της (υλικής) πράξης της επίδικης μεταφοράς. Κατόπιν αυτών η ως άνω εταιρεία «…………..», διέθεσε το φορτηγό της, με αριθμό κυκλοφορίας …. – ….. (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο), στο οποίο και φορτώθηκαν τα επίδικα εμπορεύματα, ήτοι ανέλαβε την διεθνή οδική μεταφορά του συνόλου των πωληθέντων εμπορευμάτων, ως ο τελικός μεταφορέας. Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης προσιδιάζει στην δραστηριότητα του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και όχι του μεταφορέα, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, διότι κατ’ εντολή της αποστολέως ανέλαβε την επιμέλεια και την οργάνωση της επίδικης μεταφοράς από την Ελλάδα στην Ολλανδία και κατόπιν ανέθεσε την περαιτέρω οργάνωση αυτής στην ως άνω αναφερόμενη ενδιάμεση παραγγελιοδόχο μεταφοράς, η οποία τελικώς ανέθεσε την εκτέλεση της επίδικης μεταφοράς στην εταιρεία «…………..». Το γεγονός ότι η εναγομένη έδρασε στην προκείμενη περίπτωση ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς και όχι ως μεταφορέας συνάγεται και από το περιεχόμενο των εντύπων των επίδικων φορτωτικών CMR, οι οποίες εκδόθηκαν για την εν λόγω μεταφορά και συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα της διεθνούς μεταφοράς. Συγκεκριμένα για την μεταφορά αυτή των επίδικων εμπορευμάτων της κυρίως ενάγουσας εκδόθηκαν δυο (2) φορτωτικές, ήτοι: 1. Η από 30.8.2018 φορτωτική CMR επί εντύπου της μεταφορέως «………..» για τα με αριθμό κυκλοφορίας …. – ….. (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο) όχημα και 2. Η από 3.9.2018 φορτωτική CΜR επί εντύπου της μεταφορέως «……….» για το με αριθμό κυκλοφορίας … – ….. αυτοκίνητο/φορτηγό. Από τις φορτωτικές αυτές, προκύπτει ότι ο μεταφορέας που ανέλαβε αρχικά να εκτελέσει την μεταφορά είναι η «……………» και εν συνεχεία, εξαιτίας βλάβης που παρουσίασε το ως άνω όχημα, τα επίδικα εμπορεύματα, τα οποία είχαν φορτωθεί αρχικώς σε αυτό, εν συνεχεία μεταφορτώθηκαν στο με αριθμό κυκλοφορίας … – …. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας άλλως εκμετάλλευσης, της «………….» και ότι τελικώς μέσω αυτού του οχήματος μεταφέρθηκαν στον προορισμό τους, ήτοι στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας εταιρείας, όπου και αφίχθησαν στις 10.9.2018. Η ακολουθία των ως άνω εγγράφων αποδεικνύει την διαδικασία που τηρήθηκε καθώς και ότι η εναγομένη έδρασε ως αρχικός παραγγελιοδόχος μεταφοράς. Το γεγονός ότι εκδόθηκε το με αριθμό ……../31.8.2018 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη όπου γίνεται λόγος για είσπραξη διεθνούς ναύλου από αυτή, δεν αναιρεί την ως άνω κρίση τον Δικαστηρίου δεδομένου ότι κατά το συνήθως συμβαίνον στις περιπτώσεις αυτές, ο εν λόγω ναύλος εισπράττεται από την εταιρεία στην οποία έχει ανατεθεί η οργάνωση της μεταφοράς. Ούτε όμως και από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων, δύναται να αναιρεθεί η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου καθόσον από την ανάγνωση αυτών προκύπτει ότι το έργο που είχε ανατεθεί στην εναγομένη ήταν η εκτέλεση των απαιτούμενων ενεργειών ώστε να πραγματοποιηθεί η επίδικη μεταφορά. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, η ενάγουσα στήριξε τις αξιώσεις της κατά της εναγομένης στη νομική κα πραγματική βάση, ότι η τελευταία υποχρεούται να αποκαταστήσει τις αναφερόμενες στην αγωγή της πιο πάνω ζημίες ως χερσαίος μεταφορέας και όχι ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς. Εφόσον όμως, με βάση τις ως άνω παραδοχές, η ιστορική και νομική αυτή βάση της αγωγής δεν αποδείχθηκε και δεν διαλαμβάνεται στην ίδια αγωγή άλλη επικουρική βάση, τουναντίον μάλιστα η ενάγουσα και δια των προτάσεων της εμμένει στον ισχυρισμό της περί θεμελίωσης ευθύνης της εναγομένης ως χερσαίου μεταφορέα, η κύρια αγωγή ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν συνολικά, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη κατά παραδοχή άλλωστε και του σχετικού ισχυρισμού από πλευράς της εναγομένης, απορριπτομένης παράλληλα και της από 9/12/2024 εφέσεως. Περαιτέρω και κατόπιν της απορρίψεως της ως άνω εφέσεως, καθίσταται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου και η από 2/1/2025 έφεση της εφεσίβλητης – εκκαλούσας κατά της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι ματαιώθηκε η ενδοδιαδικαστική αίρεση, υπό την οποία η τελευταία είχε ασκηθεί, δηλαδή η ολική ή μερική αποδοχή από το δικαστήριο της ως άνω από 9/12/2024 εφέσεως και κατ’ επέκταση της κύριας αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στις επίδικες εφέσεις, αυτές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμες στην ουσία. Πρέπει, τέλος, να καταδικασθούν οι εκκαλούντες των ως άνω εφέσεων, αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που κατέβαλαν οι εκκαλούντες, αντίστοιχα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων τις από 9/12/2024 και από 2/1/2025 εφέσεις.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν τις ως άνω εφέσεις.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας της από 9/12/2024 εφέσεως, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης – εκκαλούσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας της από 2/1/2025 εφέσεως, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων για την άσκηση των υπό κρίση εφέσεων, στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 5 Αυγούστου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ                                                                ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ