ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 520/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων – εναγόμενων: 1) ………….., 2) ……………. και 3) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Υδραίο (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταματογιάννη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2023 και ειδικό ……./2023 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Μετά την κατάργηση των Ειρηνοδικείων της ελληνικής επικράτειας από την 16.09.2024 και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθ. 4088/2025 οριστική απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Οι εκκαλούντες – εναγόμενοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 30.10.2025 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../04.11.2025 και ειδικό ……/04.11.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../04.11.2025 και ειδικό …../04.11.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4088/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2023 και ειδικό ……../2023 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, μετά δε την κατάργηση των Ειρηνοδικείων της ελληνικής επικράτειας από την 16.09.2024 και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – εναγόμενους την 08.10.2025 (βλ. τη σχετική από 08.10.2025 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ………….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 4088/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), η δε κρινόμενη από 30.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../04.11.2025 και ειδικό ………./04.11.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – εναγόμενους το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα στην από 31.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό ……/2023 αγωγή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, μετά δε την κατάργηση των Ειρηνοδικείων της ελληνικής επικράτειας από την 16.09.2024 και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 5108/2024, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι η ίδια και οι εναγόμενοι, συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος την 08.04.2015 αδελφού της ……………, τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα και 2/3 εξ αδιαιρέτου οι εναγόμενοι, του αναλυτικά περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου (καταστήματος με αποθήκη) που βρίσκεται στο ισόγειο πολυώροφης οικοδομής, κειμένης στον Πειραιά, επί της συμβολής της ………. και της οδού …………., το οποίο απέκτησαν κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο και δυνάμει των επικαλούμενων συμβολαιογραφικών τίτλων, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ότι από το έτος 1988, αρχικά ο αδελφός της ………. και στη συνέχεια οι εναγόμενοι – συγκληρονόμοι του, κάνουν αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, λειτουργώντας εντός αυτού επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος καφετέρια – ζαχαροπλαστείο – εστιατόριο, έχοντας αποκλείσει την ενάγουσα από τη χρήση του ακινήτου, ότι οι εναγόμενοι δεν της αποδίδουν την ωφέλεια που αποκομίζουν από την αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 31.12.2022, η οποία συνίσταται στη μισθωτική αξία της ιδανικής μερίδας της ενάγουσας, ότι με βάση την επιφάνεια, την θέση, την άριστη κατάσταση και την παλαιότητα του ακινήτου, αλλά και τις επικρατούσες στην αγορά ακινήτων οικονομικές συνθήκες, το μηνιαίο μίσθωμα, σε περίπτωση εκμίσθωσης αυτού σε τρίτους, θα ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 31.12.2022, στο ποσό των 12.507,60 ευρώ και συνακόλουθα, η μισθωτική αξία, που αντιστοιχεί στην ιδανική της μερίδα, ανέρχεται στο ποσό των 4.169,20 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή στο ποσό των 50.030,40 ευρώ ετησίως για το έτος 2022, αφαιρουμένου του ποσού των 10.720,80 ευρώ που της έχουν ήδη καταβάλει οι εναγόμενοι, ήτοι στο ποσό των 39.309,60 ευρώ, από το οποίο οφείλουν να της καταβάλουν η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 9.827,40 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 14.741,10 ευρώ και η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 14.741,10 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό, και κατόπιν παραδεκτού, κατ’ άρθρα 223, 295 και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμού του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 39.309,60 ευρώ, από το οποίο η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 9.827,40 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 14.741,10 ευρώ και η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 14.741,10 ευρώ, ως οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης, η οποία αντιστοιχεί στην ιδανική της μερίδα, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 31.12.2022, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός της ανωτέρω χρονικής περιόδου αποκλειστικής χρήσης του κοινού ακινήτου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 4088/2025 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 346, 785, 786, 787, 792, 961, 962 του ΑΚ και του άρθρου 176 του ΚΠΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος τοκοδοσίας από την πρώτη ημέρα κάθε μηνός της χρονικής περιόδου αποκλειστικής χρήσης του κοινού ακινήτου και του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, που κρίθηκαν μη νόμιμα, και αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις προβληθείσες από τους εναγόμενους ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ενάγουσας και αναπροσαρμογής της μισθωτικής αξίας του επίκοινου ακινήτου, και αφού απέρριψε την προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση περί αφαίρεσης από την αιτούμενη αποζημίωση χρήσης των δαπανών ύψους 6.390,00 ευρώ, στις οποίες υποβλήθηκαν οι εναγόμενοι για τη λήψη από το Δήμο Πειραιώς άδειας χρήσης κοινόχρηστων χώρων για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων επί της πλατείας, στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στην ενάγουσα, ως αποζημίωση χρήσης, η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 8.040,60 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 12.060,90 ευρώ και η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 12.060,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, ενώ επέβαλε σε βάρος των εναγόμενων μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ποσού 500,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εναγόμενοι με την υπό κρίση έφεσή τους, ζητώντας την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον τους αγωγή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, ακόμη και αν δεν προέβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα), το οποίο αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 802/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1121/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 767/2014 ΝΟΜΟΣ). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 του ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 του ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 852/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 362/2010 ΝΟΜΟΣ) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1199/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1121/2017 www.areiospagos.gr, ΑΠ 767/2014 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 567/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 4/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 852/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 802/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 187/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 564/2012 ΝΟΜΟΣ), που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 5/2021 ΝΟΜΟΣ). Η αποδοτέα ωφέλεια προσδιορίζεται αφού αφαιρεθούν από τη μισθωτική αξία, μετά από ένσταση του εναγόμενου, τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του πράγματος, όπως τέλη, φόροι κ.λπ., χωρίς το συνυπολογισμό οποιωνδήποτε προσαυξήσεων της καθαρής ωφέλειας (ΑΠ 46/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 567/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1694/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα, είναι, κατ’ αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό κλειστό ή αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό, αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1417/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 276/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 767/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 121/2021 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, το δικαίωμα του συγκοινωνού δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αποχώρησε οικειοθελώς και δεν παρεμποδίστηκε στην χρήση του (ΕφΠειρ 173/2020 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ’ αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και, επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του, εκτός χρήσης, κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 564/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 362/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 61/2018 ΝΟΜΟΣ). Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006 ΝΟΜΟΣ). Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση (ΜονΕφΑθ 32/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 794 του ΑΚ, κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού. Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ. και 1101-1107 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο κοινωνός, που καταβάλει έξοδα πέραν τη αναλογίας του, δικαιούται να απαιτήσει τα επιπλέον καταβληθέντα, παρά των λοιπών κοινωνών, κατ’ αναλογία των μερίδων τους, απευθείας με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 794 του ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 του ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του πράγματος. Εάν δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο συγκύριος που πλήρωσε τα έξοδα του κοινού πράγματος, δικαιούται να αξιώσει αυτά κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών (ΑΠ 316/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 634/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 64/2025 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων – και της αδράνειας του δικαιούχου -η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του, ενώ για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 5/2011 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 16/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 612/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 604/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 42/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 184/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2120/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 20/2013 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους επαναφέρουν την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της εφεσίβλητης – ενάγουσας επικαλούμενοι ότι η αιτούμενη αποζημίωση χρήσης για την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου εκ μέρους τους είναι υπέρογκη και υπερβολική, ενώ καταδεικνύει αφενός προφανή διάθεση εκμετάλλευσης και πλουτισμού εκ μέρους της εφεσίβλητης – ενάγουσας, ενόψει των επικρατούντων οικονομικών συνθηκών την περίοδο μετά την επιβολή των μνημονίων και την πανδημία του COVID-19, της μεγάλης προσφοράς ομοειδών καταστημάτων στην ίδια περιοχή, της αύξησης των φόρων, του Φ.Π.Α., της αξίας των πρώτων υλών, αλλά και των εν γένει εξόδων λειτουργίας του καταστήματος τους, αφετέρου διάθεση αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος τους και καταφανούς αδικίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα δεν έχει συνεισφέρει οικονομικώς για τη συντήρηση του επίκοινου ακινήτου. Ωστόσο, με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (βλ. ΜονΕφΠειρ 248/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 32/2025 ΝΟΜΟΣ), καθόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας – δικαιούχου, ούτε ότι αυτή δημιούργησε στους εναγόμενους – υπόχρεους την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμά της ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί κατ’ αυτών, ώστε να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, ούτε ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας – δικαιούχου, αλλά και των εναγόμενων – υπόχρεων, ούτε συμπεριφορά των τελευταίων τελούσα σε αιτιώδη σχέση με εκείνη της ενάγουσας – δικαιούχου, ενόψει της οποίας, σε συνδυασμό και με την αδράνεια της ενάγουσας – δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματός της, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους επαναφέρουν την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένστασή τους περί αφαίρεσης από την αιτούμενη αποζημίωση χρήσης των δαπανών ύψους 6.390,00 ευρώ ετησίως, ήτοι 532,50 ευρώ μηνιαίως, στις οποίες υποβλήθηκαν οι ίδιοι για τη λήψη από το Δήμο Πειραιώς άδειας χρήσης κοινόχρηστων χώρων για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων επί της πλατείας. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 794, 440, 441 και 416 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 132/2017 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, δοθέντος ότι αφενός δεν εξειδικεύονται οι δαπάνες, στις οποίες ισχυρίζονται ότι προέβησαν οι εκκαλούντες – εναγόμενοι, αφετέρου δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 του ΑΚ, και συγκεκριμένα είτε η λήψη απόφασης όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου, είτε η λήψη μέτρων για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του πράγματος, και σε περίπτωση που δεν συνέτρεχαν οι ως άνω προϋποθέσεις, δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις των διατάξεων περί διοίκησης αλλοτρίων των άρθρων 730 επ. του ΑΚ ή περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση, οι επικαλούμενες από τους εκκαλούντες – εναγόμενους δαπάνες δεν συνιστούν έξοδα συντήρησης, διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού ακινήτου, ώστε να δύνανται να αναζητηθούν κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Από την επανεκτίμηση της με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ-ΕΒ ………./13.07.2023 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ………. ενώπιον της δικηγόρου Πειραιώς ……. (ΑΜ ……..), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόμενων (βλ. τις υπ’ αριθ. …./10.07.2023, …./10.07.2023 και ………/10.07.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……..), της υπ’ αριθ. ……./25.07.2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς της μάρτυρος ……………. και της υπ’ αριθ. ………/27.07.2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς του μάρτυρος ………., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. τις υπ’ αριθ. ………./17.07.2023 και ………/20.07.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ………..), των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους από 06.11.2011 υπεύθυνη δήλωση κατ’ άρθρο 8 του Ν. 1599/1986 του ………….. που λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν έγινε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη (βλ. ΑΠ 1405/2014 ΝΟΜΟΣ), καθώς και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 εδ. γ’, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 1304/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 189/2011 ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ βλ. ΑΠ 48/2009 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 338/1998 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 1168/2000 απόφασης του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η ενάγουσα και ο αδελφός της ………….. απέκτησαν από τη γιαγιά τους από τη μητρική γραμμή …………, τη συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα και 2/3 εξ αδιαιρέτου ο αδελφός της, ενός καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο πολυώροφης οικοδομής, έτους κατασκευής 1930, κειμένης στον Πειραιά, στη συμβολή της ……………και της οδού …….., στην πλατεία ……….. (πρώην …..) και το οποίο αποτελείται από δύο επιμέρους τμήματα, υπό στοιχεία 6Β και 6Β’, επιφάνειας 55,73 τ.μ. και 27,87 τ.μ., αντίστοιχα, και συνολικής επιφάνειας 83,60 τ.μ., διαθέτει πατάρι, επιφάνειας 40 τ.μ. που επικοινωνεί με το ισόγειο με δύο σκάλες και αποθήκη, επιφάνειας 16 τ.μ. που βρίσκεται στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο αδελφός της ενάγουσας ……………. απεβίωσε την 08.04.2015, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι από την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, από τον δεύτερο εναγόμενο τέκνο του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και από την τρίτη εναγόμενη τέκνο του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, και έτσι οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα και 2/3 εξ αδιαιρέτου οι εναγόμενοι (βλ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ’ αριθ. 20/1/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου ……. του Δήμου Τρίπολης Αρκαδίας, το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …../2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Παλαιού Φαλήρου και την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……/2017 Διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών περί χορήγησης κληρονομητηρίου). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από το έτος 1988, αρχικά ο αδελφός της ενάγουσας …………. και στη συνέχεια οι εναγόμενοι – συγκληρονόμοι του, έκαναν αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, λειτουργώντας εντός αυτού επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος καφετέρια – ζαχαροπλαστείο – εστιατόριο με τον διακριτικό τίτλο «…………….», έχοντας αποκλείσει την ενάγουσα από τη χρήση του ακινήτου. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κάνουν αποκλειστική χρήση του επίδικου κοινού ακινήτου, κατέχοντας το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας τους ποσοστό και στερώντας την ενάγουσα από τη χρήση αυτού, σύμφωνα με το μερίδιο που αντιστοιχεί στο δικό της ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, η ενάγουσα έχει δικαίωμα να αξιώσει από τους εναγόμενους αποζημίωση χρήσης. Η δε αποζημίωση, που δικαιούται η ενάγουσα, συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας της εκτός χρήσης κοινωνού, η οποία αποτελεί την αποδοτέα ωφέλεια και η οποία οφείλεται, ακόμα και εάν δεν πρόβαλε αξίωση σύγχρησης του κοινού ακινήτου, ενώ είναι αδιάφορο εάν παρεμποδίστηκε ή όχι σε αυτήν, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το κοινό ακίνητο βρίσκεται σε προνομιακή θέση, σε ένα από τα πιο κεντρικά, εμπορικά και πολυσύχναστα σημεία της πόλης του Πειραιά, αφού έχει πρόσοψη μήκους 6,50 μέτρων στην πεζοδρομημένη οδό ………….., η οποία συνέχεται με την πλατεία Δημαρχείου, όπου βρίσκεται το κτήριο του Δήμου Πειραιώς και απέναντι το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, ενώ σε απόσταση λίγων μέτρων συμβάλλεται με την ……………, η οποία είναι από τους εμπορικότερους δρόμους της πόλης του Πειραιά, και επιπλέον είναι πλησίον του μετρό Πειραιά στάση Δημοτικό Θέατρο και πλησίον στάσης τραμ και λεωφορείων. Το κτίριο όπου βρίσκεται το επίκοινο κατάστημα, αν και παλαιάς κατασκευής, λόγω της ανακήρυξής του σε διατηρητέο με τη σχετική απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, είναι καλά συντηρημένο, ενώ στην ίδια καλή κατάσταση βρίσκεται και το επίδικο κατάστημα, το οποίο είχε ανακαινισθεί από τον αποβιώσαντα συγκύριο ……………. και συντηρείται επαρκώς από τους εναγόμενους συγκληρονόμους του. Λόγω δε της πλεονεκτικής θέσης του επίκοινου καταστήματος (πρόσοψη σε πεζόδρομο και τη συνεχόμενη με αυτόν πλατεία), παρέχεται η δυνατότητα στον εκάστοτε μισθωτή αυτού να μισθώνει και τους δημοτικούς χώρους του πεζόδρομου και της πλατείας, εξαιτίας δε της χρήσης αυτών αυξάνεται η πελατεία και ο κύκλος εργασιών του καταστήματος, και συνακόλουθα και η μισθωτική του αξία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μισθωτική αξία της ιδανικής μερίδας της ενάγουσας, και εν γένει του επίδικου καταστήματος, ουδέποτε προσδιορίσθηκε με συμφωνία μεταξύ των συγκυρίων, αλλά αντιθέτως καθορίζονταν με δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονταν κατόπιν άσκησης σχετικών αγωγών της ενάγουσας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η μισθωτική αξία του επίκοινου καταστήματος καθορίσθηκε ανά τ.μ., στο ποσό των 130,00 ευρώ για τα έτη 2006-2007, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 683/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 135,00 ευρώ για τα έτη 2008-2009, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 256/2015 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 802/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, στο ποσό των 130,00 ευρώ για τα έτη 2010-2011, δυνάμει των προσκομιζόμενων υπ’ αριθ. 455/2017 και 454/2017 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 130,00 ευρώ για το έτος 2012, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 597/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 100,00 ευρώ για τα έτη 2013-2014, δυνάμει των προσκομιζόμενων υπ’ αριθ. 152/2022 και 467/2020 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 85,00 ευρώ για τα έτη 2015-2016, δυνάμει των προσκομιζόμενων υπ’ αριθ. 245/2018 και 50/2021 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 95,00 ευρώ για το έτος 2017, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 699/2022 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, στο ποσό των 95,00 ευρώ για το έτος 2018, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 210/2023 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και στο ποσό των 100,00 ευρώ για το έτος 2019, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. 3875/2025 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Αποδείχθηκε επίσης ότι προκειμένου να εκτιμηθεί η μισθωτική αξία του επίκοινου καταστήματος κατά τα έτη 2010-2015, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, τα ως άνω Δικαστήρια έλαβαν υπόψη τους τη δημοσιονομική κρίση, η οποία έπληξε τη χώρα από τις αρχές του έτους 2010 και είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση των εισοδημάτων και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και συνακόλουθα τη διακοπή της λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων, την υπερπροσφορά καταστημάτων προς ενοικίαση και τη μείωση της μισθωτικής τους αξίας, και η οποία κορυφώθηκε το έτος 2015 με τη λήψη περαιτέρω μέτρων λιτότητας που συνοδεύονταν από διαδοχικές περικοπές αποδοχών και συντάξεων και ταυτόχρονη αύξηση της φορολογίας και επέφεραν αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, το έτος 2016 ανακόπηκε η πτωτική πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία παρουσίασε σημάδια σταθεροποίησης και ελαφρά ανοδική πορεία κατά τα έτη 2017-2018, η οποία είχε ως συνέπεια την εκ νέου αύξηση της ζήτησης των εμπορικών καταστημάτων, ιδίως στις πολυσύχναστες εμπορικές ζώνες των Αθηνών και του Πειραιώς, και τη συνακόλουθη αύξηση της μισθωτικής τους αξίας, και εν προκειμένω την αύξηση της μισθωτικής αξίας του επίκοινου καταστήματος κατά τα έτη 2017-2019, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αποφάσεις. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του έτους 2020 και εφεξής, άρχισαν να βελτιώνονται και να σταθεροποιούνται τα οικονομικά μεγέθη της εγχώριας οικονομίας, με αποτέλεσμα τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και τις ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας, και τη συνακόλουθη αύξηση της μισθωτικής αξίας των εμπορικών καταστημάτων. Ωστόσο, στις αρχές Μαρτίου του έτους 2020 ενέσκηψε απροσδόκητα στην ελληνική επικράτεια η πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, που είχε ως άμεση συνέπεια, μεταξύ άλλων περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση της νόσου, την πλήρη αναστολή της λειτουργίας όλων των εμπορικών καταστημάτων της χώρας έως τον Μάιο του έτους 2021, οπότε ήρθησαν σταδιακά όλα τα απαγορευτικά και περιοριστικά μέτρα και αποκαταστάθηκε σταδιακά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων. Εντούτοις, παρά την έκτακτη περίσταση της πανδημίας και τις επικρατούσες συνθήκες αβεβαιότητας, οι εμπορικές – μισθωτικές αξίες των καταστημάτων διατηρήθηκαν στα ίδια επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί κατά την προηγούμενη της πανδημίας περίοδο έως τις αρχές του έτους 2020. Αποδείχθηκε επίσης ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2022 τέθηκε σε λειτουργία το μετρό Πειραιά, η δε στάση Δημοτικό Θέατρο βρίσκεται πλησίον του επίκοινου ακινήτου, γεγονός που συνεπάγεται την αύξηση της μισθωτικής του αξίας. Εξάλλου, για την ανεύρεση της μισθωτικής αξίας του επίκοινου ακινήτου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα του έτους 2022, θα ληφθούν υπόψη και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους μισθωτήρια έτερων καταστημάτων, κειμένων στην ίδια περιοχή, αντίστοιχου χρονικού διαστήματος, όπως τα προσκομιζόμενα από 01.11.2022 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης ακινήτων που βρίσκονται στη συμβολή της ………….. και της οδού ………., ήτοι ισογείων καταστημάτων, επιφάνειας 34,03 τ.μ. και 17,96 τ.μ., αντίστοιχα, αντί μηνιαίου μισθώματος 6.500,00 ευρώ, ισογείου καταστήματος επιφάνειας 24,12 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 800,00 ευρώ και διαμερίσματος πρώτου ορόφου, επιφάνειας 119 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 1.500,00 ευρώ. Αναφορικά δε με τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης άλλων καταστημάτων, όμορων ή παρακείμενων προς το επίδικο κοινό ακίνητο, προγενέστερων χρονικών διαστημάτων, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία και συναξιολογήθηκαν κατά την εκδίκαση προγενέστερων αγωγών της ενάγουσας, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις. Όσον αφορά δε στην προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους από 25.04.2012 έκθεση εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών …… και ………………, σύμφωνα με την οποία η μισθωτική αξία του επίδικου καταστήματος ανέρχεται στο μηνιαίο ποσό των 4.250,00 ευρώ, πρέπει να επισημανθεί ότι αφορά στο έτος 2011, κατά το οποίο επικρατούσαν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και συνακόλουθα μειωμένες μισθωτικές αξίες των εμπορικών καταστημάτων, κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν τούτων, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η μισθωτική αξία του επίκοινου ακινήτου ανερχόταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 31.12.2022, στο ποσό των 120,00 ευρώ ανά τ.μ. μηνιαίως, ήτοι στο συνολικό ποσό των 10.720,80 ευρώ μηνιαίως (120,00 ευρώ Χ 89,34 τ.μ.), και συνακόλουθα, η μισθωτική αξία, που αντιστοιχεί στην ιδανική μερίδα της ενάγουσας, σύμφωνα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας της 1/3, ανέρχεται στο ποσό των 3.573,60 ευρώ μηνιαίως (10.720,80 ευρώ Χ 1/3), ήτοι στο συνολικό ποσό των 42.883,20 ευρώ ετησίως (3.573,60 ευρώ Χ 12), αφαιρουμένου του ποσού των 10.720,80 ευρώ που της έχουν ήδη καταβάλει οι εναγόμενοι, ήτοι στο ποσό των 32.162,40 ευρώ. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι κατά τα έτη 2007-2022 έχουν μειωθεί σε ποσοστό 50% τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος που διατηρούν στο κοινό ακίνητο και ότι το έτος 2022 η επιχείρησή τους εμφάνιζε ζημίες ύψους 138.645,57 ευρώ. Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη, καθόσον το ανωτέρω ακίνητο είναι κοινό των διαδίκων, και ως εκ τούτου γεννιέται δικαίωμα σύγχρησής του από αμφότερους τους διαδίκους, κατά το λόγο της μερίδας τους, ενώ είναι αδιάφορος ο τρόπος που οι εναγόμενοι – κοινωνοί χρησιμοποίησαν το ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό τους, δηλαδή έστω και διατηρώντας σε αυτό επιχείρηση που εμφάνιζε ζημίες, εφόσον, με τον τρόπο αυτό, αποκλείσθηκε στην πράξη η σύγχρηση εκ μέρους της ενάγουσας – κοινωνού, οι δε εναγόμενοι είχαν οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτούν κατά την κρίση και το συμφέρον τους. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στην ενάγουσα ως αποζημίωση χρήσης το συνολικό ποσό των 32.162,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 31.12.2022, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες – εναγόμενους με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο της έφεσής τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 176, 189, 190 παρ. 3, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηττάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος είτε για τον εσφαλμένο εις βάρος του καταλογισμό τους, είτε για το ότι καταλογίστηκαν σε βάρος του, αλλά σε υπέρογκο ποσό, κατά την άποψή του, από αυτό που έπρεπε να υπολογιστούν. Ως «ουσία της υπόθεσης» κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ’ άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1688/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2193/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1637/2011 ΝΟΜΟΣ) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης. Εάν το ένδικο μέσο, ως προς την ουσία της υπόθεσης, απορριφθεί, ως απαράδεκτο, επέρχεται, συγχρόνως, η ίδια συνέπεια και κατά την παραπάνω διάταξη. Αντίθετα, η προσβολή των εξόδων δεν επηρεάζεται, εάν απορριφθεί, για άλλον λόγο, το ένδικο μέσο, ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 226/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 4/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 81/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑιγ 84/2021 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΔωδ 176/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 104/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 160/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 625/2020 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και εφαρμόζοντας την αρχή της ήττας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων αυτής, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 500,00 ευρώ, σε βάρος των εναγόμενων. Οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, προσβάλλουν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη διάταξη περί επιβολής σε βάρος τους των δικαστικών εξόδων επικαλούμενοι ότι τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα είναι αυξημένα και πρέπει να μειωθούν. Ο λόγος αυτός ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη ανωτέρω νομική σκέψη, παραδεκτά προβάλλεται κατ’ άρθρο 193 του ΚΠολΔ, αφού με την ένδικη έφεση προσβάλλεται ταυτόχρονα και η ουσία της υπόθεσης, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Τούτο δε, διότι οι εκκαλούντες – εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, δηλαδή εάν ο καθορισμός του ως άνω ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα απ’ αυτήν, η εκκαλούμενη απόφαση, με βάση την θεσπιζόμενη, με τη διάταξη του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, αρχή της ήττας, επέβαλε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 180 παρ. 1 και 192 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε βάρος των εκκαλούντων – εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων, τα οποία καθόρισε, με βάση το άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ και τα άρθρα 58, 63, 68 και 84 του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», καθώς και την αξία του αντικειμένου της ένδικης αγωγής, ενώ, άλλωστε, για τον προσδιορισμό αυτό, με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν παραπονούνται οι εκκαλούντες – εναγόμενοι. Κατά την επιβολή δε αυτών των δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων εκκαλούντων – εναγόμενων, το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του και επιπλέον, τα οριζόμενα στο Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται, όμως, να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (βλ. ΑΠ 99/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 81/2021 ΝΟΜΟΣ), ενώ, εν προκειμένω, το αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογεί τον προσδιορισμό των επιδικασθέντων πρωτοδίκως δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης – ενάγουσας, που νίκησε εν μέρει στο ποσό αυτό των 500,00 ευρώ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 30.10.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων, λόγω της ήττας τους και κατόπιν σχετικού αιτήματος της εφεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλαν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 30.10.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4088/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……………/2025, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλαν οι εκκαλούντες.
Επιβάλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 31.07.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ