ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 470 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Γεώργιο Καραχάλιο (ΑΜ/ΔΣΑ ….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας «Καραχάλιος & Συνεργάτες ΔΕ» (ΑΜ/ΔΣΑ ……), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πολυδώρου (ΑΜ/ΔΣΑ ……), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος την από 25-07-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ………./31-07-2023) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, με την 1969/2025 οριστική απόφασή του, και κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.
Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 28-05-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………./28-05-2025) έφεσή του, η συζήτηση της προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, προσέβαλε την απόφαση αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 28-05-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………./28-05-2025) έφεση κατά της 1969/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία την από 25-07-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ…………./31-07-2023) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. Έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 02-05-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 28-05-2025. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………….., ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 και το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα εξέθετε ότι ο εναγόμενος με το σύζυγό της που τυγχάνει αδελφός του και είναι αμφότεροι λογιστές, συνέστησαν από κοινού το έτος 2007 την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «………………….» με σκοπό κυρίως την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ότι οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές μέχρι τις αρχές του έτους 2019, οπότε ο εναγόμενος άρχισε να κατηγορεί το σύζυγό της και αδελφό του ότι είχε υπεξαιρέσει από την εταιρία το συνολικό ποσό των 202.423 ευρώ, προκειμένου δε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του απευθύνθηκε στον οικονομολόγο-λογιστή ……………………., ο οποίος κατήρτισε τις από 10-10-2019 και από 10-11-2019 οικονομικές εκθέσεις του, στις οποίες προσδιόρισε αρχικά το ποσό των επικαλούμενων αδικαιολόγητων αναλήψεων από το σύζυγό της στο ποσό των 126.513 ευρώ, εν συνεχεία το διόρθωσε στο ποσό των 121.593 ευρώ και τέλος πρόσθεσε το ποσό των 50.505 ευρώ και κατόπιν ο εναγόμενος κατέθεσε εναντίον του συζύγου της τις με ΑΒΜ ……., …… και Ε ……….. μηνύσεις του. Ότι ο εναγόμενος κατέθεσε εις βάρος της την με ΑΒΜ …….. μήνυση με την οποία ζητούσε την ποινική της δίωξη για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης κατ’εξακολούθηση, ισχυριζόμενος ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους του, ότι όσα είχε αναφέρει στις υπ’αριθμόν ……./26-11-2021 και ……./01-02-2022 ένορκες βεβαιώσεις της ενώπιον των συμβολαιογράφων Πειραιά και Κρωπίας, ………. και …………… αντίστοιχα, ήταν εν γνώσει της ψευδή, τα οποία ωστόσο ήταν πλήρως αληθή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα εκεί (αγωγή). Ότι επί των ανωτέρω μηνύσεων σε βάρος του συζύγου της και μετά τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης από τον οικονομολόγο- φοροτεχνικό …………., σύμφωνα με την οποία η εταιρία οφείλει χρήματα στο σύζυγό της, δημοσιεύθηκε το υπ’αριθμόν ……./25-04-2023 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο απεφάνθη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα εκεί (αγωγή) να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ κατ’εξακολούθηση. Ότι από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγόμενου υπέστη ηθική βλάβη διότι πέραν της περιουσιακής της ζημίας (αμοιβή δικηγόρου για το γενικό χειρισμό της υπόθεσης κλπ.), δοκίμασε στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία, συνιστάμενη τόσο στην εμπλοκή της σε ένα χρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα όσο και στην πρόσληψη της ιδιότητας της υπόπτου, ως εκ τούτου επλήγη η τιμή και η υπόληψή της, αφού έλαβαν γνώση των ανωτέρω ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, Πειραιά και η Πταισματοδίκης του Πταισματοδικείου Νίκαιας, οι γραμματείς και εν γένει οι δικαστικοί υπάλληλοι των ανωτέρω Δικαστηρίων και οι δικηγόροι αμφοτέρων. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό με τις προτάσεις της (άρθρα 223,294,295 παρ.1 και 297 του ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλλει το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζητούσε να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 1969/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που ερείδεται επί της φερόμενης τέλεσης από τον εναγόμενο της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, στη συνέχεια, κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη, την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, και με τους λόγους αυτής που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια, με σκοπό να απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή.
Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις – εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 του ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 219/2026, ΑΠ 66/2024, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 972/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, “Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους”, ενώ κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 του νΠΚ (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α` 95/11.6.2019), “Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή”. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι 1-7-2019, η ψευδής καταμήνυση τιμωρείται μόνο εφόσον ο δράστης την τελεί με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται εκτός του άμεσου δόλου και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή (ΑΠ 796/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ` αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του “ευλόγου” και συνακόλουθα το “εύλογο” εμπεριέχεται αναγκαίως στο “ανάλογο”. Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από Θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ, από τους αρ. 1 ή 19, αναλόγως), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 66/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 87/2018).
Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίες ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενες πολιτικές δίκες και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1443/2024, ΑΠ 868/2020, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 736/2016), την υπ’αριθμόν ………../19-12-2023 ένορκη βεβαίωση του ……….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας ………… που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη, η οποία δόθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’αριθμόν ………/13-12-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….), τα έγγραφα που παραδεκτά προσκόμισαν μετ’επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ.2020, υπό άρθρο 529, σελ. 178), τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 64/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τα αποσπάσματα αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων που προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο εναγόμενος-εκκαλών, που λαμβάνονται υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο (βλ. ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 83/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), περαιτέρω από τις φωτογραφίες που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), τις κινήσεις των εταιρικών λογαριασμών, τα φορολογικά έγγραφα και παραστατικά της ομόρρυθμης εταιρίας, χωρίς τη συγκατάθεση της τελευταίας, καθώς και τα δικόγραφα αφορώσα δικαστικές διαμάχες (αστικές και ποινικές) μεταξύ του συζύγου της και του εναγόμενου-εκκαλούντος, όπως και το από 29-06-2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του εναγόμενου προς το σύζυγό της, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου, των οποίων η ενάγουσα προέβη σε επεξεργασία τους με την προσκόμισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τη χρήση τους ως αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία μεν περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εναγόμενου και της ομόρρυθμης εταιρίας, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεσή τους, πλην όμως λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, αφού εξυπηρετείται συγκεκριμένος νόμιμος σκοπός και τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα είναι αναγκαία για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της, και ως εκ τούτου δεν προσκομίστηκαν κατά παράβαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως του τρίτου προσώπου (Σ 9Α§1εδ.α΄) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2, 3 παρ.1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου, ήτοι των αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΑΠ 186/2020), εκτός από τις από 01-09-2016 και 03-07-2017 «βεβαιώσεις», όπως τιτλοφορούνται, του ……………., που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη, που δεν φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και της ημερομηνίας που αυτές δόθηκαν, από την αρμόδια αρχή, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι πρόκειται για μαρτυρική κατάθεση και δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν και στην παρούσα δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 422 του ΚΠολΔ (για ένορκες βεβαιώσεις), ούτε των άρθρων του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων, ως εκ τούτου συνιστούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 109/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1182/2012 ΝΟΜΟΣ), περαιτέρω από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 20-03-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας που υπεγράφη μεταξύ αφενός του …………….., συζύγου της ενάγουσας και αδελφού του εναγόμενου και αφετέρου του τελευταίου, οι οποίοι τυγχάνουν λογιστές στο επάγγελμα, νόμιμα καταχωρηθέντος, με αριθμό μητρώου ……. και αριθμό κατάθεσης ……/21-03-2007, στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά, συστήθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «………………..» και το διακριτικό τίτλο «………………», με σκοπό την κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επέκταση και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως φωτοβολταϊκών και άλλων ήπιας μορφής, κυρίως με την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), την εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας και την παροχή υπηρεσιών τεχνικών και οικονομικών στην εκπόνηση μελετών που έχουν σχέση με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων και άλλων ΑΠΕ. Ως έδρα της εταιρείας ορίσθηκε ακίνητο του πρώτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής κειμένης στο Δήμο Κορυδαλλού Αττικής επί της οδού ………………., στο οποίο ήδη στεγαζόταν και λειτουργούσε, όπως εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, το λογιστικό γραφείο του εναγόμενου, ενώ η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε αόριστη. Οι ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι κατέβαλαν ως εταιρικό κεφάλαιο το ποσό των 5.000€ έκαστος, ήτοι συνολικά το εταιρικό κεφάλαιο ανήλθε στο ποσό των 10.000€. Στο άρθρο 7 του ως άνω συμφωνητικού οι εταίροι συμφώνησαν ότι διαχειριστές, ταμίες και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας τους θα είναι και οι δύο, οι οποίοι θα την εκπροσωπούν σε όλες τις σχέσεις και τις συναλλαγές της, ενώ επιπλέον όρισαν ότι έκαστος εξ αυτών θα μπορεί μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρία με μόνη εξαίρεση την υπογραφή επιταγών, γραμματίων και οποιουδήποτε εγγράφου δεσμεύει την εταιρεία για ποσό άνω των 5.000€, οπότε στην περίπτωση αυτή θα είναι υποχρεωτική η σύμπραξη και των δύο μελών της. Η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία λειτούργησε έκτοτε (και εξακολουθεί να λειτουργεί) σύμφωνα με το σκοπό και το αντικείμενό της, ήτοι με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των δύο φωτοβολταϊκών σταθμών στη θέση «….» …… …., την οποία πωλούσε στο μοναδικό πελάτη της, που ήταν η …….. και νυν ………….., δυνάμει της από 31-01-2011 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, διάρκειας [20] ετών. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από της συστάσεως της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας έως και τις αρχές του έτους 2019 οι σχέσεις μεταξύ των ως άνω ομόρρυθμων εταίρων ήταν ομαλές έχοντας αγαστή μεταξύ τους συνεργασία, η οποία οφειλόταν αφενός στο συγγενικό τους δεσμό αφετέρου στην κατανομή των υποχρεώσεων για την ομαλή λειτουργία της εταιρίας και ειδικότερα ο εναγόμενος είχε αναλάβει κυρίως τη λογιστική παρακολούθηση της εταιρείας, η έδρα της οποίας ήταν στο λογιστικό του γραφείο (συγκέντρωση των παραστατικών και λοιπών σχετικών με την εταιρία εγγράφων, καταχώρησή τους στο λογιστικό πρόγραμμα του γραφείου του, κατάρτιση και υποβολή των λογιστικών φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες υπηρεσίες), ενώ ο …………….. είχε αναλάβει κυρίως το εκτελεστικό μέρος της λειτουργίας των φωτοβολταϊκών σταθμών και τις τραπεζικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι σχέσεις τους, από τις αρχές του έτους 2019, διαταράχθηκαν, γεγονός που προκύπτει από το από 21-02-2019 πρακτικό συνεδρίασης των εταίρων, με το οποίο συμφωνήθηκε να ανατεθεί αποκλειστικά στον εναγόμενο η εκπροσώπηση της εταιρίας μόνο για τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω του συστήματος των τραπεζών Πειραιώς και Alpha Bank, όπου τηρούνταν οι τραπεζικοί λογαριασμοί αυτής, ενώ συμφωνήθηκε επιπλέον να κατέχει μόνο αυτός τους ηλεκτρονικούς κωδικούς για τις συναλλαγές στο web banking, καθώς και την εταιρική κάρτα αναλήψεων. Ακολούθως, ο εναγόμενος προέβη σε αλλαγή των κωδικών ηλεκτρονικής πρόσβασης στους εταιρικούς λογαριασμούς, γεγονός που προκάλεσε την εξώδικη διαμαρτυρία του αδελφού του για τον εν γένει αποκλεισμό του από τη διαχείριση της ομόρρυθμης εταιρίας, ο δε εναγόμενος γνωστοποίησε στον αδελφό του την από 08-05-2019 εξώδικη δήλωσή του με την οποία τον ενημέρωσε ότι ήδη διενεργείται διαχειριστικός έλεγχος στην εταιρία επειδή προέκυψαν ενδείξεις αδικαιολόγητων κινήσεων από τον εταιρικό λογαριασμό στον προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου, καθώς και αδικαιολόγητες αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους εταιρικούς λογαριασμούς. Η ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων μεταξύ των δύο εταίρων συνεχίστηκε με τον …………….. να αρνείται ως προσχηματικά όσα του καταλόγιζε ο αδελφός του. Εν συνεχεία, με την από 21-10-2019 εξώδικη δήλωσή του ο εναγόμενος γνωστοποίησε στον …………….. την από 10-10-2019 έκθεση του οικονομολόγου λογιστή …………… επί της οικονομικής διαχείρισης της εταιρίας για την περίοδο από 21-03-2007 έως 31-03-2019, καλώντας τον να παράσχει εξηγήσεις για τις αναφερόμενες σε αυτήν μη δικαιολογημένες αναλήψεις από τους εταιρικούς λογαριασμούς και μεταφορές από αυτούς στον προσωπικό του λογαριασμό, συνολικού ποσού 126.513€, το οποίο με την από 10-11-2019 έκθεσή του ο ως άνω οικονομολόγος-λογιστής διόρθωσε σε 121.593€. Ειδικότερα, στην από 10-10-2019 έκθεση αναφερόταν ότι ο ……………….. είχε προβεί κατά το χρονικό διάστημα από 22-05-2014 έως 12-02-2019 σε αναλήψεις από τους εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και σε μεταφορές από αυτούς προς προσωπικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς, χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 126.513€, χωρίς να δικαιολογούνται αυτές από τα παραστατικά και τα βιβλία της ομόρρυθμης εταιρίας ως αφορώσες χρηματικές υποχρεώσεις- πληρωμές της εταιρίας. Με την από 29-10-2019 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε στον εναγόμενο και τον ανωτέρω οικονομολόγο, ο …………… αρνήθηκε το περιεχόμενο της έκθεσης και της εξώδικης δήλωσης του εναγόμενου, ως ψευδές και συκοφαντικό, ισχυρίστηκε ότι έχει χρηματοδοτήσει ο ίδιος την εταιρία από την προσωπική του περιουσία και επεσήμανε συγκεκριμένα σφάλματα στην ανωτέρω έκθεση, την οποία ο …………………, όπως ελέχθη ανωτέρω, διόρθωσε ως προς το συνολικό ποσό των αδικαιολόγητων αναλήψεων/μεταφορών σε 121.593€. Ακολούθως, στις 12-12-2019, ο ………….. κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 12-12-2019 με ΑΒΜΕ…….. έγκλησή του σε βάρος του εναγόμενου και του ………….., αιτούμενος την ποινική τους δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση, ενώ στις 09-01-2020 ο εναγόμενος ενεργώντας αφενός ατομικά και αφετέρου ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρίας και για λογαριασμό της, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 07-01-2020 με ΑΒΜ …………… έγκληση ζητώντας την ποινική δίωξη του ……………….. για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση συνολικού ποσού 121.593€, τελεσθείσα από αυτόν με την ιδιότητα του διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας. Στην εν λόγω έγκληση, με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ………….., εκτέθηκε μεταξύ άλλων ότι εν τοις πράγμασι διαχειριστής της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας από τη σύστασή της μέχρι τις 21-02-2019, ήταν αποκλειστικά ο ………….., επειδή ο εναγόμενος λόγω άλλων επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων δεν ήταν σε θέση να ασκεί καθήκοντα διαχειριστή. Με βάση τους ίδιους ισχυρισμούς, ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αριθμό κατάθεσης ……………/27-03-2020 αίτησή του, με την οποία ζητούσε τον αποκλεισμό του αδελφού του από την ομόρρυθμη εταιρία. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ουσίαν με την 1536/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία επικυρώθηκε με την 533/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Περαιτέρω, στις 20-01-2021, ο εναγόμενος ενεργώντας αφενός ατομικά, αφετέρου ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και για λογαριασμό της, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 20-01-2021 με ΑΒΜ …………… συμπληρωματική έγκληση, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη του αδελφού του για υπεξαίρεση συνολικού ποσού 172.098€, επικαλούμενος ότι διαπιστώθηκαν περαιτέρω αδικαιολόγητες αναλήψεις και μεταφορές χρηματικών ποσών από τους εταιρικούς λογαριασμούς, κατά το χρονικό διάστημα από 28-06-2012 έως 08-10-2018, συνολικού ύψους 50.505€. Ο ………….. κατά την απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας του Δ΄ Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά, αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε ο ίδιος χρηματοδοτήσει την εταιρία από την προσωπική του περιουσία, είτε μεταφέροντας και καταθέτοντας δικά του χρήματα στους εταιρικούς λογαριασμούς για την επίτευξη ρευστότητας, είτε εξοφλώντας από δικά του χρήματα υποχρεώσεις της εταιρίας έναντι τρίτων, ενώ αιτιολόγησε ορισμένες αναλήψεις ως αφορώσες τον εταιρικό σκοπό κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο απολογητικό του υπόμνημα. Ακολούθως, παραγγέλθηκε από την αρμόδια ανακρίτρια η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να εξακριβωθεί αν έλαβε χώρα σύννομη και χρηστή διοίκηση της ομόρρυθμης εταιρίας από τη σύστασή της μέχρι το έτος 2019, αν υπήρξαν αδικαιολόγητες αναλήψεις ή μεταφορές χρηματικών ποσών στους λογαριασμούς του ………… και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, πότε έλαβαν χώρα αυτές, αν ζημιώθηκε η εταιρία και κατά ποιο ποσό συνολικά. Ο διορισθείς πραγματογνώμονας …………., οικονομολόγος, συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον της ανακρίτριας την από Ιανουαρίου 2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, στην οποία με τρόπο εξαιρετικά αναλυτικό και λεπτομερή, εξέθεσε όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του, τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη για την παροχή διευκρινίσεων και τη συμπλήρωση στοιχείων, τη μεθοδολογία που εφάρμοσε και τα ακριβή ευρήματα από την αξιολόγηση του συνόλου των στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους επιμέρους ισχυρισμούς καθενός των διαδίκων ως προς επιμέρους αμφισβητούμενες συναλλαγές και αιτιολογώντας ειδικά το συμπέρασμά του επ’ αυτών. Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η συνεργασία των δύο αδελφών λειτούργησε αποτελεσματικά και έτσι εγκατέστησαν και λειτούργησαν μέσω της ομόρρυθμης εταιρίας τους με επιτυχία δύο φωτοβολταϊκά πάρκα στην …. και επιπλέον απέκτησαν και ανακαίνισαν, με τη συνδρομή επιχορήγησης ΕΣΠΑ, ένα ακίνητο 240 τ.μ. στον Πειραιά, όπου δημιούργησαν [8] γραφεία για εκμετάλλευση. Οι συνολικές επενδύσεις παγίων στοιχείων της εταιρίας από το έτος 2011 μέχρι το έτος 2018 προσδιορίστηκαν σε ποσό 1.147.347€, ο δανεισμός από τράπεζες σε ποσό 480.000€ (με δύο δάνεια εκ των οποίων το ένα είχε ήδη αποπληρωθεί), η επιχορήγηση σε ποσό 40.000€ και οι αποζημιώσεις από ασφαλιστικές εταιρείες σε ποσό περίπου 100.000€. Για την εγκατάσταση των δύο φωτοβολταϊκών πάρκων στην ….. ο …………… εκμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρία έκταση 4.000 τ.μ. από αγρό ιδιοκτησίας του συνολικής έκτασης 6.000 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 100€ και ο εγκαλών -εδώ εναγόμενος εκμίσθωσε σε αυτήν αγρό ιδιοκτησίας του 2.150 τ.μ. αντί μηνιαίου μισθώματος 50€, έως τον Ιούνιο του 2011, καθώς και χώρο στο λογιστικό του γραφείο στον Κορυδαλλό Αττικής, για να χρησιμοποιείται ως έδρα της εταιρίας, αντί μηνιαίου μισθώματος 50€. Όλα τα παραπάνω μισθώματα δηλώνονταν φορολογικά ως κόστη της ομόρρυθμης εταιρίας, μειώνοντας προς όφελός της τη φορολογητέα ύλη, ωστόσο, ο εναγόμενος ισχυριζόταν ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των εταίρων να μην εισπράττονται τα μισθώματα από αυτούς, ενώ ο ………….. αντίθετα ισχυριζόταν ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία και ότι διατηρούσε απαίτηση κατά της εταιρίας για οφειλόμενα μισθώματα. Ωσαύτως, ο πραγματογνώμονας, δεν έλαβε υπόψη το ποσό που ισχυρίσθηκε ο ……………. ότι συνιστά απαίτησή του από οφειλόμενα μισθώματα. Στην προκειμένη έρευνα περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαπιστώθηκε σύννομη διοίκηση της εταιρίας αναφορικά με τη νομικό- φορολογική της κατάσταση (ανελλιπής υποβολή όλων των υποχρεωτικών φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες αρχές), καθώς και η διασφάλιση του ελέγχου και της παρακολούθησης της πορείας της εταιρίας από αμφότερους τους εταίρους, δοθέντος ότι: α] όλα τα λογιστικά, τραπεζικά και νομικά έγγραφα και παραστατικά που αφορούσαν την εταιρία αποστέλλονταν στην έδρα της, όπου λειτουργούσε το λογιστικό γραφείο του εκεί εγκαλούντος-εδώ εναγόμενου, ο οποίος διενεργούσε τις απαραίτητες λογιστικές εργασίες για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρίας (καταχώρισή τους στο λογιστικό πρόγραμμα του γραφείου του, κατάρτιση και υποβολή των κατά νόμο αναγκαίων λογιστικών -φορολογικών εντύπων στις αρμόδιες αρχές), ενώ ο εκεί κατηγορούμενος- ……………… είχε την ευθύνη της «εκτελεστικής» χρηματοοικονομικής διαχείρισης (πληρωμές, μεταφορές, εξασφάλιση ρευστότητας κλπ.), ενώ σημειώνεται ότι μεταξύ των εγγράφων που αποστέλλονταν στην έδρα της εταιρίας ήταν και τα ενημερωτικά σημειώματα κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών της τελευταίας, όπως προκύπτει από την αναγραφή της διεύθυνσης «……………….» στα αποδεικτικά κίνησης του λογαριασμού της εταιρίας στην Τράπεζα Πειραιώς, β] η δραστηριότητα της ομόρρυθμης εταιρίας δεν ήταν περίπλοκη, καθώς αυτή είχε ένα μοναδικό πελάτη, οι καταβολές του οποίου γίνονταν στους εταιρικούς λογαριασμούς και γ] αμφότεροι οι εταίροι είναι λογιστές στο επάγγελμα, συνεπώς γνώριζαν τον τρόπο παρακολούθησης της οικονομικής πορείας μιας επιχείρησης. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας διευκρίνισε ότι λόγω μη τήρησης ημερολογίου ταμείου (δεν ήταν υποχρεωτική η τήρηση από την εταιρεία ως Ο.Ε. με βιβλία Β΄ κατηγορίας) και δοθέντος ότι τα μοναδικά έσοδα της εταιρείας «περνούσαν» μέσα από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, οι δε πληρωμές εξόδων της και προμηθευτών της γίνονταν είτε με έμβασμα στον δικαιούχο, είτε με μετρητά κατόπιν αντίστοιχης ανάληψης από εταιρικό λογαριασμό, είτε με μεταφορά χρημάτων από τους προσωπικούς λογαριασμούς των εταίρων σε λογαριασμό του δικαιούχου, ο έλεγχος που διενήργησε στηρίχθηκε στις κινήσεις των κρίσιμων εταιρικών λογαριασμών, ήτοι του με αρ………….. της τράπεζας Alpha Bank και του με αρ………… της τράπεζας Πειραιώς. Η εταιρία είχε άλλους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς στην εταιρεία στην Τράπεζα Πειραιώς, εκ των οποίων ο ένας δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες του προγράμματος ΕΣΠΑ και έκλεισε με την ολοκλήρωση του προγράμματος και ο έτερος ήταν δεσμευμένος λογαριασμός, οι κινήσεις του οποίου γίνονταν μόνο με εντολή του υπαλλήλου της τράπεζας μετά από αίτηση των εταίρων και δεν υπήρχε δυνατότητα των τελευταίων ακόμα και ενεργώντας από κοινού να προβούν σε μεταφορά χρημάτων από αυτόν. Ακολούθως, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αναιτιολόγητη ανάληψη ή μεταφορά από τους παραπάνω δύο λογαριασμούς, ούτε από τον έλεγχο που διενήργησε με εντολή του εναγόμενου ο ………….. Ο πραγματογνώμονας προσδιόρισε το ποσό των αναλήψεων και μεταφορών χρηματικών ποσών σε προσωπικό λογαριασμό του …………, που ελέγχθηκαν ως αναιτιολόγητες, στο ποσό των 118.393€ αντί του ποσού των 172.098€, που αποδόθηκε με το κατηγορητήριο, προβαίνοντας στις εξής διαπιστώσεις. α] ποσά, 1.000€, 120€ και 500€ είχαν υπολογιστεί δύο φορές, β] ποσό 300€ αφορούσε ανάληψη από τον εναγόμενο και όχι από τον ……….., ενώ ποσό 300€ αφορούσε έμβασμα υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας, γ] αναλήψεις συνολικού ποσού 51.485€ που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο ως επιμέρους πράξεις υπεξαίρεσης ταυτίζονταν με συγκεκριμένες αναλήψεις για τις οποίες ο εκεί εγκαλών-εδώ εναγόμενος είχε δηλώσει ρητά ότι έγιναν από τον αδελφό του προς πληρωμή υποχρεώσεων της εταιρίας και όχι αναιτιολόγητα. Ακολούθως, ο πραγματογνώμονας προέβη σε έλεγχο των χρηματικών ροών από και προς τους λογαριασμούς της ομόρρυθμης εταιρίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο ανάμεσα αφενός στις καταθέσεις που έκανε ο …………. προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας ύψους 138.710€ και τις μεταφορές χρημάτων από προσωπικό του λογαριασμό στους εταιρικούς λογαριασμούς ύψους 21.215€, ήτοι συνολικού ποσού 159.925€, αφετέρου στις αναλήψεις που έκανε ο ανωτέρω από τους λογαριασμούς της εταιρίας ύψους 22.700€ και τις μεταφορές χρημάτων από αυτούς προς προσωπικούς του λογαριασμούς ύψους 116.468€, ήτοι συνολικού ποσού 139.168€, ήταν θετικό κατά το ποσό των 20.757€ (βλ. σελ.49 έως 105 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπου αναλύονται διεξοδικά, κατ’έτος, οι τραπεζικές συναλλαγές-καταθέσεις, αναλήψεις, μεταφορές, οι ισχυρισμοί των εταίρων, τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από τον πραγματογνώμονα και αιτιολογημένα ο συνυπολογισμός επιμέρους συναλλαγών στις αιτιολογημένες ή αναιτιολόγητες αναλήψεις/μεταφορές ή στις καταθέσεις/μεταφορές προς την εταιρία από την προσωπική περιουσία του …………..). Διαπιστώθηκε, συνεπώς, ότι ο ……………. δεν είχε ιδιοποιηθεί παράνομα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την περιουσία της ομόρρυθμης εταιρίας, αλλά αντιθέτως είχε χρηματοδοτήσει αυτήν με περισσότερα χρήματα από όσα ανέλαβε και δη κατά το ποσό των 20.757€. Πλέον τούτων, ο ως άνω πραγματογνώμονας γνωμοδότησε ότι πρέπει να προστεθούν στο παραπάνω ποσό και όλα τα χρηματικά ποσά που προέκυψε ότι κατέβαλε ο ……………….. σε προμηθευτές της εταιρίας προς εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεών της ή για την κάλυψη εταιρικών εξόδων, είτε τοις μετρητοίς, είτε με μεταφορά χρημάτων από προσωπικό του λογαριασμό προς λογαριασμούς τρίτων, συνολικού ποσού 24.811,45 (βλ. σελ.106 έως 118 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπου αιτιολογείται ειδικά η λήψη υπόψη καθενός από τα επιμέρους κονδύλια που έγιναν δεκτά ως καταβολές από τον ……………….. υπέρ της εταιρίας, με βάση συγκεκριμένη συλλογιστική και αποδεικτικά μέσα, καθώς και η αντίστοιχη απόρριψη επιμέρους κονδυλίων συνολικού ύψους 45.372,88€, που κατά τους ισχυρισμούς του …………. έπρεπε να συνυπολογιστούν ως προσωπική του συνεισφορά στην εταιρία). Εξάλλου, ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι το ανωτέρω «ισοζύγιο» τραπεζικών συναλλαγών, που είναι θετικό κατά το ποσό των 20.575€ υπέρ του …………….., θα μπορούσε να αποβεί αρνητικό κατά το ποσό των 115.543€, έτσι ώστε δηλαδή να εμφανίζεται ότι οι αναλήψεις και μεταφορές σε προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου να υπερβαίνουν κατά το ποσό αυτό τις καταθέσεις και τις μεταφορές χρημάτων από δικό του λογαριασμό προς τους εταιρικούς λογαριασμούς, αν όλες οι καταθέσεις που έκανε αυτός σε τραπεζικούς λογαριασμούς εταιρίας δεν προέρχονταν από δική του περιουσία, αλλά από την εταιρική περιουσία όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών. Ωστόσο, αφενός δεν αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα ποσά που κατέθεσε ή μετέφερε ο τελευταίος στους εταιρικούς λογαριασμούς προήλθαν πράγματι από την εταιρική περιουσία με συγκεκριμένο τρόπο (π.χ. προηγούμενη ανάληψη, πληρωμή επιταγών εις διαταγήν της), αφετέρου από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός δεν είχε την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα να προβεί στις εν λόγω καταθέσεις, άλλωστε, ουδόλως ενδιαφέρει η πηγή των χρημάτων που κατέθεσε ο …………. στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας, αφού δεν προέκυψε ότι αυτά προέρχονταν από την εταιρική περιουσία. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, τα μόνα έσοδα της εταιρείας διέρχονταν μέσα από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς και όλες οι φερόμενες ως αναιτιολόγητες αναλήψεις και μεταφορές χρημάτων από αυτούς, λήφθηκαν ήδη υπόψη κατά τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Σημειωτέον ότι, όπως αναφέρεται ρητά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (σελ.46 και 56επ.), ο πραγματογνώμονας, δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις προς τους εταιρικούς λογαριασμούς που επικαλέστηκε ο …………, εφόσον προέκυψε σύνδεσή τους με προηγούμενη ανάληψη αντίστοιχου ή μεγαλύτερου ποσού από εταιρικό λογαριασμό, ήτοι δεν τις συνυπολόγισε στις γενόμενες από την ατομική του περιουσία καταθέσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος-εκκαλών στην ένδικη έφεσή του. Επιπλέον, ο εναγόμενος-εκκαλών ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι ο ίδιος είχε λάβει δάνειο 55.000€ από τον . ………, για λογαριασμό της εταιρίας, ποσό το οποίο παρέδωσε στον ……… με την οδηγία να προβεί σε τμηματικές καταθέσεις για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρίας, όπως και έπραξε ο τελευταίος πλην όμως ο ανωτέρω πραγματογνώμονας ουδόλως έλαβε υπόψη του την ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου ……………, στην οποία ο ανωτέρω βεβαίωσε τη σύναψη του δανείου ύψους 55.000€ για λογαριασμό της εταιρίας, την παράδοση του ανωτέρω ποσού σε μετρητά στον εναγόμενο και στη συνέχεια την παράδοση των χρημάτων αυτών από τον εναγόμενο στον αδελφό του, ποσό το οποίο ο εναγόμενος επέστρεψε στον προαναφερόμενο δανειστή από χρήματα που έλαβε ως αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία για τη ζημία που είχαν υποστεί τα φωτοβολταϊκά πάρκα της εταιρίας, αλλά ο πραγματογνώμονας το πίστωσε αυθαίρετα στον …….. ., ισχυρισμό που επανέλαβε στην ένδικη έφεσή του. Ωστόσο, ουδόλως ο εναγόμενος-εκκαλών απέδειξε την κατάρτιση του δανείου με την προσκόμιση μετ’επικλήσεως εγγράφων, καθώς κατ’άρθρο 393 του ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις…όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα [30.000] ευρώ, ενώ είναι αντίθετη στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής του μέσου επιχειρηματία η παράδοση χρημάτων λόγω δανείου εκτός τραπεζικού συστήματος και χωρίς καμία έγγραφη απόδειξη, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών και υποστήριξε ο ως άνω τεχνικός του σύμβουλος ……………., αλλά και ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ……….., στην από 20-10-2023 τεχνική του έκθεση, η οποία ουσιαστικά συνιστά αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης του …………….., και στην οποία επί λέξει αναφέρει ότι αυτός σχεδίασε και εκτέλεσε όλες εκείνες τις ελεγκτικές επαληθεύσεις που έκρινε αναγκαίες και κατάλληλες για το σκοπό του ελέγχου του, χωρίς να αναφέρει ποια στοιχεία έλαβε υπόψη του, ποια μεθοδολογία ακολούθησε και επιπρόσθετα χωρίς να επιδιώξει επικοινωνία με τον ……………., προκειμένου να λάβει υπόψη του τους ισχυρισμούς του και τα έγγραφα που τυχόν θα του προσκόμιζε αυτός. Ο εναγόμενος-εκκαλών, εξάλλου, ισχυρίζεται ότι όπως αναφέρει ο τεχνικός του σύμβουλος …………, ο ως άνω πραγματογνώμονας παρατύπησε στο έργο του, αφού όχι μόνο δεν ήρθε σε επαφή με τον τεχνικό σύμβουλο του εναγόμενου, ……….., αλλά ουδέποτε προέβη σε έλεγχο των επίσημων λογιστικών βιβλίων της εταιρίας, παρά μόνο σε καταγραφή δευτερευόντων φορολογικών στοιχείων. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι επίσης αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ανωτέρω πραγματογνώμονα προκύπτει σαφώς ότι αφενός συναντήθηκε δύο φορές με τον εναγόμενο, ότι πραγματοποίησε συνάντηση με τον …………… στις 16-12-2021, αφετέρου ζήτησε και έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία (τραπεζικές συναλλαγές, λογιστικά έντυπα κλπ.) που του παρέδωσαν οι εταίροι, ενώ ισολογισμούς και αποτελέσματα χρήσεων δεν καταρτούσε η εταιρία, καθώς δεν υποχρεούνταν λόγω του είδους των λογιστικών βιβλίων που διατηρούσε (β΄κατηγορίας), κατά παράβαση του άρθρου 8 του καταστατικού της, ούτε τηρούσε αναλυτικό ισοζύγιο εσόδων-εξόδων, πλην όμως υπέβαλε ανελλιπώς όλα τα φορολογικά έντυπα που υποχρεούνταν, στις αρμόδιες αρχές (Ε3, Ε5, βεβαιώσεις αποδοχών και συντάξεων κλπ.), με τα οποία διαπιστώθηκε χρηστή και σύννομη διοίκηση, όπως ελέχθη και ανωτέρω. Εξάλλου, ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών είχε αναλάβει τη λογιστική παρακολούθηση της εταιρίας και ήταν υποχρεωμένος να καταρτίζει τους ισολογισμούς κλπ. της εταιρίας. Σε κάθε περίπτωση, από το γεγονός ότι το …………. προέβαινε σε πληρωμές προς προμηθευτές και φορείς του δημοσίου (βεβαιωμένες οφειλές Δ.Ο.Υ., εργοδοτικές εισφορές ΕΦΚΑ) χωρίς χρήση των εταιρικών λογαριασμών, αλλά με καταβολή μετρητών ή με μεταφορά χρηματικών ποσών από τον προσωπικό του λογαριασμό όπως παραπάνω εκτέθηκε, σαφώς συνάγεται ότι είχε τη σχετική οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Επίσης, το γεγονός ότι και ο εναγόμενος είχε χρηματοδοτήσει την εταιρία με συνολικό ποσό 200.000€ από την προσωπική του περιουσία, δεν αναιρεί το γεγονός ότι και ο έτερος εταίρος ……….. είχε χρηματοδοτήσει κατ’επανάληψη την εταιρία, προς επίτευξη ρευστότητας ή εξόφληση απαίτησης τρίτων για λογαριασμό της. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η εταιρία δεν χρειαζόταν την οικονομική συμβολή του ……………. λόγω των εσόδων της κρίθηκε από τον πραγματογνώμονα ως αλυσιτελής, διότι σύμφωνα με την χρηματοοικονομική επιστήμη, οι ανάγκες χρηματοδότησης μιας επιχείρησης διαπιστώνονται από την ταμειακή ροή και όχι από τα έσοδα, γιατί τα έσοδα αφενός μπορεί να μην εισπραχθούν, παρότι τιμολογούνται, αφετέρου γιατί προαπαιτούν και έξοδα, γεγονός που αναμφισβήτητα γνώριζαν τόσο αμφότεροι οι ομόρρυθμοι εταίροι ως λογιστές, όσο και ο τεχνικός σύμβουλος του εναγόμενου ………………. ως οικονομολόγος λογιστής (βλ. στη σελ.46 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αναλυτικά τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα για την εκτίμηση της ταμειακής ροής της εταιρίας στο τέλος κάθε χρήσης, που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι απαιτήθηκε χρηματοδότηση της εταιρίας). Τα ανωτέρω δέχθηκε και το υπ’αριθμόν ……./2023 ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του …………. για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000€, κατ’εξακολούθηση που φέρεται τελεσθείσα στον Κορυδαλλό Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως τις 21-02-2019, αφού ομοίως έκρινε ότι και οι δύο εταίροι είχαν αναλάβει το βάρος της χρηματοδότησης της εταιρίας, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι αυτή συνέχισε ανελλιπώς την παραγωγική λειτουργία της, επιτυγχάνοντας ρευστότητα, κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεών της και αγορά παγίων ύψους 1.147.324€, μολονότι το καταβεβλημένο κεφάλαιό της ανερχόταν μόλις στο ποσό των 10.000€ και όλες οι λογιστικές χρήσεις από το 2011 ως το 2019 ήταν ζημιογόνες, πλην της χρήσης του έτους 2012, οπότε η εταιρεία παρουσίασε κερδοφορία ποσού 33.809€, ενώ από τραπεζικό δανεισμό, επιχορήγηση μέσω προγράμματος ΕΣΠΑ και αποζημιώσεις από ασφαλιστικές εταιρείες έλαβε συνολικά το ποσό των 620.000€ (480.000+ 40.000+ 100.000). Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου-εκκαλούντος ότι διατάχθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά η διενέργεια νέας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης από την πραγματογνώμονα …………, προκειμένου να γνωμοδοτήσει εγγράφως και αιτιολογημένα περί του εάν ο ………… κατέβαλε χρήματα από ατομικά του κεφάλαια στην εταιρία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής και για το εάν έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρηματικών ποσών μέρους του από την περιουσία της εταιρίας, ποιο το ύψος αυτών και πότε έλαβαν χώρα οι συγκεκριμένες αναλήψεις/μεταφορές, ισχυρισμός που θέτει υπό αμφισβήτηση για άλλη μια φορά την ορθότητα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ………………., είναι αβάσιμος, καθώς όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση της με αρ.πρωτ……/14-03-2025 πράξη διορισμού πραγματογνώμονα, η ανωτέρω πραγματογνώμονας διορίσθηκε δυνάμει της με αρ.ΑΒΜΕ……….. παραγγελίας της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά για τη διερεύνηση της τέλεσης ή μη της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατ’εξακολούθηση αντικειμένου αξίας άνω των 120.000€, προκειμένου να γνωμοδοτήσει η ανωτέρω περί του εάν ο εγκαλούμενος (ήτοι ο εδώ εναγόμενος) στην ΑΒΜ …………….. έγκληση της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και του ………., κατέβαλε χρήματα από ατομικά του κεφάλαια στην εταιρία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της και για το εάν έλαβαν χώρα αδικαιολόγητες μεταφορές ή αναλήψεις χρηματικών ποσών εκ μέρους του από την περιουσία της εταιρίας, ποιο το ύψος αυτών και πότε έλαβαν χώρα οι συγκεκριμένες αναλήψεις/μεταφορές, ήτοι εν προκειμένω στη νέα πραγματογνωμοσύνη ελεγχόμενος είναι ο εναγόμενος και όχι ο …………….. Εξάλλου, το αίτημα επίδειξης εγγράφων κατ’άρθρο 451 του ΚΠολΔ, που επαναφέρει με τις προτάσεις του ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών, ήτοι να προσκομίσει η εφεσίβλητη εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης α] το σύνολο των παραστατικών που αποδεικνύουν το ετήσιο εισόδημα του ……………. και αποδεικνύουν ότι πράγματι είχε νομίμως κτηθέν εισόδημα για να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της εταιρίας, β] πρωτότυπα τραπεζικά έγγραφα-παραστατικά μεταφοράς χρηματικών ποσών από τον τραπεζικό του λογαριασμό στον εταιρικό λογαριασμό και γ] το χειρόγραφο σημείωμα του ανωτέρω παραλαβής-παράδοσης, που συνέταξε κατά το χρόνο παράδοσης της οικονομικής διαχείρισης σε αυτόν (εκκαλούντα) και στο οποίο ανέφερε ότι δεν έχει λαμβάνειν ποσό από την εταιρία, είναι αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι η εφεσίβλητη κατέχει τα ανωτέρω έγγραφα, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του στην παρούσα δίκη για την προσκόμισή τους και δεν αναφέρονται ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη, ήτοι δεν περιγράφεται με ακρίβεια το είδος των παραστατικών, καθώς και το περιεχόμενό τους, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, ενώ ως προς το στοιχείο [γ] με το οποίο ζητεί την επίδειξη του «χειρόγραφου σημειώματος» του ……………….., από το περιεχόμενο που εκθέτει ο εκκαλών προκύπτει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι το έγγραφο αυτό, αν γίνει δεκτό ότι πράγματι το συνέταξε ο ανωτέρω, το παρέδωσε στον εκκαλούντα, διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να συνταχθεί εκ μέρους του τέτοιου περιεχομένου σημείωμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης και ενόσω εκκρεμούσε η σχηματισθείσα ποινική δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά για πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, ο εναγόμενος υπό την ως άνω διττή του ιδιότητα (αφενός ατομικά, αφετέρου ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας και για λογαριασμό της) κατέθεσε την από 03-05-2022 και με ΑΒΜ ……….. δεύτερη συμπληρωματική έγκληση, συσχετισθείσα στη σχετική ποινική δικογραφία, με την οποία κατήγγειλε νέες πράξεις υπεξαίρεσης ποσού 30.325,50€ κατά τα έτη 2015 έως 2018, επί της οποίας διατάχθηκε και διενεργήθηκε συμπληρωματική κύρια ανάκριση. Ο …………. στην από 06-10-2022 συμπληρωματική απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας και στο συνημμένο σε αυτήν συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα, αρνήθηκε εκ νέου την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι εκ του παραπάνω ποσού των 30.325,50€, για το οποίο υποβλήθηκε η δεύτερη συμπληρωματική έγκληση εναντίον του, α] ποσό 21.450€ αφορούσε [8] επιμέρους μεταφορές χρημάτων μεταξύ των δύο εταιρικών λογαριασμών εντός του έτους 2018 και συγκεκριμένα από τον εταιρικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς προς τον εταιρικό λογαριασμό στην τράπεζα Alpha Βank, ισχυρισμός που αποδείχθηκε βάσιμος, όπως κατέληξε ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο αντίγραφα κίνησης των δύο εταιρικών λογαριασμών, β] ποσό 1.900€ αφορούσε [4] επιμέρους μεταφορές χρημάτων προς τους προσωπικούς του λογαριασμούς, οι οποίοι είχαν ληφθεί υπόψη κατά τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης και πάντως οι [3] από αυτές συνολικού ύψους 1.500€ είχαν ήδη περιληφθεί στην πρώτη συμπληρωματική έγκληση του εναγόμενου και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να υπολογιστούν εκ νέου, ισχυρισμός ομοίως βάσιμος, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και από τη συγκριτική επισκόπηση μεταξύ των δύο συμπληρωματικών εγκλήσεων, γ] ποσό 4.674,50€ αφορούσε [6] επιμέρους μεταφορές χρηματικών ποσών που έγιναν από τον εταιρικό λογαριασμό και αφορούσαν υποχρεώσεις της εταιρίας, ισχυρισμός επίσης βάσιμος όπως δέχθηκε η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη και προέκυψε από τα σχετικά αντίγραφα κίνησης του εταιρικού λογαριασμού, δ] ποσό 2.300€ αφορούσε [3] επιμέρους μεταφορές χρημάτων από τον εταιρικό προς τον προσωπικό του λογαριασμό, τις οποίες ισχυρίστηκε ότι πραγματοποίησε προκειμένου να λάβει από την εταιρία χρήματα που είχε ήδη καταβάλει ο ίδιος σε τρίτους από την ατομική του περιουσία προς εξόφληση εταιρικών υποχρεώσεων, καθώς και για την πληρωμή διοδίων στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού, όπως τα αναφερόμενα ποσά είχαν δηλωθεί από τον ……………. ως έξοδα της εταιρίας στην κατάσταση πελατών προμηθευτών της στο σύστημα taxisnet της ΑΑΔΕ, ενώ επανέλαβε ότι η ευημερούσα οικονομική κατάσταση της εταιρίας και δη η μη ύπαρξη οφειλών της προς τρίτους δεν συνάδει με την υπεξαίρεση ποσού που υπερβαίνει τις 200.000€, όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Σημειώνεται ότι επί των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην ως άνω δεύτερη συμπληρωματική έγκληση κλήθηκε ο ίδιος ο πραγματογνώμονας από την ανακρίτρια προς παροχή διευκρινίσεων, ο οποίος ενέμεινε στο συμπέρασμα της αρχικής του έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους αυτό δεν αναιρείτο από τη νέα έγκληση. Συγκεκριμένα, με την από 24-05-2000 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της ανακρίτριας και το από 27-05-2022 έγγραφό του προς αυτήν, ο διορισθείς πραγματογνώμονας επεξήγησε αναφορικά με τις μεταφορές χρηματικών ποσών που επικαλούνταν ο εναγόμενος στην ως άνω έγκληση τα εξής: α] οι με αριθμούς 2,7,10 και 11 μεταφορές χρηματικών ποσών προς τον προσωπικό λογαριασμό του ……….. λήφθηκαν υπόψη κατά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης, συνεπώς δεν πρέπει να υπολογιστούν εκ νέου (οι με αριθμούς 2,10 και 11 μεταφορές χρημάτων είχαν ήδη συμπεριληφθεί και στην πρώτη συμπληρωματική έγκληση και ως εκ τούτου είχαν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο), β] οι με αριθμούς 1, 4, 5, 6, 12 και 13 μεταφορές χρηματικών ποσών δεν λήφθηκαν υπόψη γιατί δεν αφορούσαν τον ………….., αλλά εταιρικές υποθέσεις, γ] οι με αριθμούς 14 έως και 21 μεταφορές χρηματικών ποσών, που φέρονται στη δεύτερη συμπληρωματική έγκληση ως μεταφορές από τον εταιρικό λογαριασμό στην Alpha Bank προς το λογαριασμό του τελευταίου, είναι στην πραγματικότητα πιστώσεις προς τον εν λόγω εταιρικό λογαριασμό, συνεπώς δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη (σημειώνεται ότι πρόκειται για μεταφορές χρηματικών ποσών από τον εταιρικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς προς τον εταιρικό λογαριασμό στην Alpha Bank για τη δημιουργία ρευστότητας προς εξόφληση εταιρικών υποχρεώσεων, όπως αποδεικνύεται από τα αντίγραφα κίνησης των δύο λογαριασμών που είχε προσκομίσει ο …………. κατά τη συμπληρωματική απολογία του) και δ] οι με αριθμούς 3, 8 και 9 μεταφορές χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 2.300€, δεν υπολογίστηκαν κατά τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης επειδή δεν περιλαμβάνονταν στις αμφισβητούμενες συναλλαγές, συνεπώς δεν μεταβλήθηκε το αρχικό συμπέρασμα του περί «θετικού ισοζυγίου» υπέρ του …………… κατά το ποσό των 20.757€. Με βάση δηλαδή το τελικό πόρισμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα ……………, οι καταθέσεις και μεταφορές χρηματικών ποσών που πραγματοποίησε ο ………. στους εταιρικούς λογαριασμούς υπερέβαιναν τις αναλήψεις ποσών που του καταμαρτυρούσε ο εναγόμενος κατά το ποσό των 20.757€, ενώ πέραν των χρημάτων αυτών οι πληρωμές που είχε πραγματοποιήσει ο προαναφερθείς, εκτός εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών προς τους προμηθευτές της εταιρείας «…………», καθώς και για την κάλυψη λοιπών εξόδων και υποχρεώσεων αυτής, ανέρχονταν στο επιπλέον ποσό των 24.811,45€, προκειμένου να εξυπηρετήσει τη ρευστότητα της εταιρίας και να καλύψει τις ανάγκες και τις οικονομικές υποχρεώσεις αυτής. Ακολούθως, εκδόθηκε το προαναφερθέν υπ’αριθμόν ……../2023 ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του ……………. για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000€, κατ’εξακολούθηση που φέρεται τελεσθείσα στον Κορυδαλλό Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως τις 21-02-2019. Εν τω μεταξύ, λίγους μήνες μετά την υποβολή από τον εναγόμενο ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά των με ΑΒΜ …… και ……… 28 εγκλήσεων, η προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 20-07-2021 αγωγή της κατά του ……………, με την οποία αιτούνταν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλλει α] το ποσό των 172.098€ ως αποζημίωση για τα χρήματα που επικαλέστηκε ότι είχε υπεξαιρέσει ο ανωτέρω από τα ταμεία της εταιρείας, β] το ποσό των 7.224,83€ ως αποζημίωση αποτελούμενη βα] από το ποσό των 7.000€ που συνιστούσε την ισόποση ζημία που υπέστη η εταιρία από την επικαλούμενη παράνομη κατακράτηση εκ μέρους του εκεί εναγόμενου, μη απόδοση και οριστική απώλεια του εταιρικού φορτηγού αυτοκινήτου, με αρ.κυκλ. ……. Φ.Ι.Χ., μάρκας Renault Clio, ββ] το ποσό των 224,83€ που αποτελούσε το φόρο υπεραξίας που επικαλέστηκε ότι κατέβαλε εξαιτίας του εκεί εναγόμενου στη Δ.Ο.Υ Νίκαιας και πληρώθηκε από την εταιρία στις 21-02-2020, γ] το ποσό των 35.966€ ως απώλεια διαφυγόντων εσόδων, από τη μειωμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του εκεί εναγόμενου και δ] το ποσό των 40.000€ ως χρηματική ικανοποίηση για την επικαλούμενη ηθική βλάβη που υπέστη η εταιρία από τις παράνομες ενέργειες του εκεί εναγόμενου, ήτοι συνολικά το ποσό των 255.288,83€. Προς αντίκρουση της ως άνω αγωγής στρεφόμενης κατά του …………-συζύγου της ενάγουσας, η τελευταία κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………., δια της υπ’αριθμόν …../26-11-2021 ένορκης βεβαίωσης, μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα ακόλουθα: «… Αναφορικά με το αντικείμενο της συγκεκριμένης αγωγής που δικάζεται στην παρούσα φάση, το γεγονός ότι ο ……..- και μάλιστα υπό τη σφραγίδα της εταιρίας, ζητάει από τον …….. περί τις 250.000€, είναι -χωρίς υπερβολή- αστείο, σε σημείο που δεν ξέρω αν και ο ίδιος ο ……. το πιστεύει ή αν το ζητάει για κάποιους άλλους λόγους, εντυπώσεων ή εκδικητικούς. Όλοι μα όλοι, συμπεριλαμβανομένων θεωρώ του ……., γνωρίζουν ότι ο ……… έχει βάλει πολλά περισσότερα χρήματα στην εταιρία από όσα έχει κάνει ανάληψη και η εταιρεία ακόμα και σήμερα του χρωστάει. Και αντί να κάνει αυτός αγωγή στην εταιρεία, έρχεται ο αδερφός του, υπό το όνομα της εταιρίας, και ασκεί αγωγή ζητώντας ποσά εξωφρενικά, όχι απλώς μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, αλλά και με απλά μαθηματικά αν κάνει κάποιους υπολογισμούς, θα διαπιστώσει ότι δεν ευσταθούν. Με άλλα λόγια, ο …….., επειδή την «πονούσε» την εταιρία και την έβλεπε σαν δημιούργημά του και ποτέ δεν είχε να χωρίσει κάτι με τον αδερφό του, έβαζε αφειδώς χρήματα προκειμένου να τη στηρίξει όσο γινόταν. Και όταν έμπαιναν χρήματα τα έπαιρνε πίσω και πάλι όχι όλα τα ποσά. Η εταιρία ακόμα του χρωστάει. Και πιάνει ο ……… μόνο τις αναλήψεις, παραθεωρώντας προφανώς τις καταθέσεις και τις καταβολές που έκανε ο ……… από δικά του χρήματα και δημιουργεί μια αγωγή! Στην ….., για ζητήματα της εταιρίας, αγόγγυστα και χωρίς παράπονο πήγαινε μια ζωή ο ………. για να διευθετήσει τα πάντα. Τόσα χρόνια πηγαινοέρχεται με δικά του έξοδα και δεν έχει πάρει τίποτα από την εταιρία. Το 2013 η εταιρία αγόρασε κάποια γραφεία στον Πειραιά σε κεντρική οδό. Ο …….. πρότεινε να μεταφερθεί εκεί η εταιρία, αλλά ο …….. δεν ήθελε. Ήθελε να παραμείνει στο προσωπικό του λογιστικό γραφείο, προφανώς γιατί μέχρι πρότινος και για πολλά χρόνια είχε μια γραμματέα για το λογιστικό του γραφείο και δήθεν ήταν για την εταιρία των φωτοβολταϊκών (που η εταιρεία των φωτοβολταϊκών δεν χρειάζεται γραμματέα) και πληρωνόταν από αυτήν. Δεν την πλήρωνε ο ίδιος. Όλο αυτό ήταν φυσικά εις βάρος του ………. Την εταιρία την έχτισε από το μηδέν ο …….., γι’ αυτό και η διαχείριση από μέρους του υπήρξε άψογη με πληρωμένες υποχρεώσεις, εξοφλημένο δάνειο, κέρδη κλπ. Εξόφλησε το ένα δάνειο της εταιρίας και είχε βάλει στόχο να εξοφλήσει και το δεύτερο, μέχρι που ο αδερφός του άρχισαν να τον αποκλείει από τη διαχείριση και να του δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Και πάλι, ένα μικρό υπόλοιπο έχει μείνει. Πλέον ο ……. συμπεριφέρεται σαν να μην είναι ο ………… συνέταιρος. Τον έχει αποκλείσει από τα οικονομικά της εταιρίας. Έχει αλλάξει κωδικούς στην εφορία, στην τράπεζα και όλα αυτά χωρίς ποτέ να τον κάλεσε να μιλήσουν σαν άνθρωποι, σαν αδέλφια. Ο ……. δεν είχε πάρει ούτε ένα ευρώ από την εταιρία, αντιθέτως τόσα χρόνια συνεισφέρει με όλη του τη δύναμη. Μέχρι και το αυτοκίνητο της εταιρίας, με απολύτως δικά του χρήματα το αγόρασε ο ……… Ο ……… αρχικά είχε συμφωνήσει να πουληθεί, αλλά όταν πήγε ο …….. να το πουλήσει, άλλαξε γνώμη και φώναζε ότι το πώλησε χωρίς τη συναίνεση της εταιρίας! Τελικά ο ……. δεν το πούλησε ποτέ και μια απόπειρα που πήγε να κάνει, λόγω ολόκληρης φασαρίας που έκανε ο ………, τελικά δεν την ολοκλήρωσε και έτσι μέχρι και σήμερα το αυτοκίνητο είναι απούλητο. Όλα τα ανωτέρω τα βεβαιώνω ότι είναι η μόνη πραγματικότητα και αλήθεια…». Όμοιου σχεδόν περιεχομένου τυγχάνει και η υπ’αριθμόν ……/01-02-2022 ένορκη βεβαίωση της ενάγουσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αττικής …………, δοθείσα προς αντίκρουση της από 11-12-2020 ανακοπής που άσκησε η αυτή ομόρρυθμη εταιρία κατά του συζύγου της, …………… και κατά της υπ’αριθμόν …../2020 διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής του Ειρηνοδίκη ….., στην οποία ένορκη βεβαίωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: «… Όλοι μα όλοι, συμπεριλαμβανομένου θεωρώ του …….., γνωρίζουν ότι ο ……… είχε βάλει πολλά περισσότερα χρήματα στην εταιρία απ’ όσα έχει κάνει ανάληψη και η εταιρία ακόμα και σήμερα του χρωστάει. Ο …….., επειδή την «πονούσε» την εταιρία και την έβλεπε σαν δημιούργημά του και ποτέ δεν είχε να χωρίσει κάτι όταν αδελφό του, έβαζε αφειδώς χρήματα προκειμένου να τη στηρίξει όσο γινόταν. Και όταν έμπαιναν χρήματα, τα έπαιρνε πίσω, και πάλι όχι όλα τα ποσά. Η εταιρία ακόμα του χρωστάει. Στην ….. για ζητήματα της εταιρίας, αγόγγυστα και χωρίς παράπονο πήγαινε μια ζωή ο …….. για να διευθετήσει τα πάντα. Τόσα χρόνια πηγαινοέρχεται με δικά του έξοδα και δεν έχει πάρει τίποτα από την εταιρία. Το 2013 η εταιρία αγόρασε κάποια γραφεία στον Πειραιά σε κεντρική οδό. Ο ……… πρότεινε να μεταφερθεί εκεί η εταιρία, αλλά ο ……. δεν ήθελε. Ήθελε να παραμείνει στο προσωπικό του λογιστικό γραφείο, προφανώς γιατί μέχρι πρότινος και για πολλά χρόνια, είχε μια γραμματέα για το λογιστικό του γραφείο και δήθεν ήταν για την εταιρία των φωτοβολταϊκών (που η εταιρία των φωτοβολταϊκών δεν χρειάζεται γραμματέα) και πληρωνόταν από αυτήν. Δεν την πλήρωνε ο ίδιος. Όλο αυτό ήταν φυσικά εις βάρος του …….. Την εταιρία την έχτισε από το μηδέν ο …….., γι’ αυτό και η διαχείριση από μέρους του υπήρξε άψογη, με πληρωμένες υποχρεώσεις, εξοφλημένο δάνειο, κέρδη κλπ. Εξόφλησε το ένα δάνειο της εταιρίας και είχε βάλει στόχο να εξοφλήσει και το δεύτερο, μέχρι που ο αδελφός του άρχισε να τον αποκλείει από τη διαχείριση και να του δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Και πάλι ένα μικρό υπόλοιπο έχει μείνει. Πλέον ο …….. συμπεριφέρεται σαν να μην είναι ο ………. συνέταιρος. Τον έχει αποκλείσει από τα οικονομικά της εταιρίας. Έχει αλλάξει κωδικούς στην εφορία, στην τράπεζα.. Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να τον καλέσει να μιλήσουν σαν άνθρωποι, σαν αδέρφια. Ο ……… δεν είχε πάρει ούτε ένα ευρώ από την εταιρία, αντιθέτως, τόσα χρόνια συνεισφέρει με όλη του τη δύναμη. Μέχρι και το αυτοκίνητο της εταιρίας, με απολύτως δικά του χρήματα το αγόρασε ο ………… Ο …… αρχικά είχε συμφωνήσει να πουληθεί, αλλά όταν πήγε ο …….. να το πουλήσει, άλλαξε γνώμη και φώναζε ότι το πώλησε χωρίς τη συναίνεση της εταιρίας. Τελικά, ο ……. δεν το πούλησε ποτέ. Και μια απόπειρα που πήγε να κάνει, λόγω ολόκληρης φασαρίας που έκανε ο ……., τελικά δεν την ολοκλήρωσε και έτσι μέχρι και σήμερα το αυτοκίνητο είναι απούλητο. Αναφορικά με την ανακοπή που άσκησε η εταιρία εις βάρος του συζύγου μου, το συμφωνητικό μίσθωσης αγρού που συνήφθη μεταξύ του συζύγου μου και της εταιρίας, καθώς και το μίσθωμα που καταβαλλόταν είναι πραγματικό και όχι εικονικό. Γνωρίζω ότι από το έτος 2007 μέχρι και το τέλος του έτους 2019, ο ………. έχει εισπράξει όλα τα μισθώματα για όλους τους μισθωτικούς μήνες από την εταιρία δυνάμει του συμφωνητικού μίσθωσης. Και μάλιστα μαζί με το τέλος χαρτοσήμου. Επιπλέον, το να ισχυρίζεται η εταιρία ότι το ακίνητο δεν είναι στην κυριότητα του ……… είναι αστείο. Το ακίνητο αυτό ανήκει αναμφισβήτητα στην κυριότητα του συζύγου μου …….., βάσει συμβολαίου και από το 1996, όπου ο ……… αγόρασε το ακίνητο, κανένας δεν μας έχει ενοχλήσει. Όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούμε, εκμεταλλευόμαστε και νοικιάζουμε το ακίνητο χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Όλα τα ανωτέρω τα βεβαιώνω ότι είναι η μόνη πραγματικότητα και αλήθεια…». Ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά την με αριθμό ΑΒΜ ……….. μήνυσή του σε βάρος της ενάγουσας στην οποία ισχυρίσθηκε ότι ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους η τελευταία ανέφερε στις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις ότι ο ………….. είχε βάλει πολλά περισσότερα χρήματα στην εταιρία απ’όσα είχε κάνει ανάληψη και η εταιρία ακόμα και σήμερα του χρωστάει χρήματα, επίσης ότι ο …………, επειδή «πονούσε» την εταιρία και την έβλεπε σαν δημιούργημά του, έβαζε αφειδώς χρήματα προκειμένου να τη στηρίξει όσο γινόταν, καθώς και ότι ο …………. δεν έχει πάρει ούτε ένα ευρώ από την εταιρία, αντιθέτως τόσα χρόνια συνεισφέρει με όλη του τη δύναμη. Πλέον συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ανέφερε στην επίδικη μήνυση ότι η διαφωνία του με το σύζυγο της ενάγουσας έχει σχέση με την αφαίρεση από τον ……………. μεγάλου χρηματικού ποσό από το ταμείο της εταιρίας αυθαίρετα, καθώς και ότι η εγκαλούμενη σύζυγός του-εδώ ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη, γνώριζε ότι η εταιρία, στις 07-01-2020 και στις 20-01-2021, κατέθεσε τις με ΑΒΜ ………. και ΑΒΜ ……… μηνύσεις-εγκλήσεις σε βάρος του για την υπεξαίρεση από το ταμείο της εταιρίας συνολικού ποσού 172.098€ και με την επιφύλαξη ανεύρεσης μεγαλύτερου ποσού, καθώς και ότι η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, επίσης ανέφερε ότι ο ανωτέρω μετέφερε μεγάλο χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο συνδικαιούχοι είναι ο …………… και η ίδια, ότι από ενάρξεως της εταιρίας το έτος 2011, ο σύζυγός της δεν έχει βάλει χρήματα, διότι απλά δεν είχε, ότι τα χρήματα που εμφάνισε ως δικά του σε καταθέσεις της εταιρίας, είναι ή χρήματα που κατά καιρούς έκανε αναλήψεις από τους λογαριασμούς της, προς σχηματισμό ταμείου και πληρωμών σε μετρητά και τα επανακατέθετε αν χρειαζόταν, τις οποίες επανακαταθέσεις ονομάζει δικά του χρήματα ή χρήματα που έπαιρνε από τον ίδιο (τον εναγόμενο) προκειμένου να πάει στην τράπεζα και να τα καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας για πληρωμή διάφορων αναγκών, ότι η εγκαλουμένη σύζυγός του τα γνώριζε αυτά διότι ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού στον οποίο πήγαιναν τα χρήματα της εταιρίας. Επίσης, ισχυρίσθηκε στην επίδικη μήνυση ότι η εταιρία δεν του οφείλει χρήματα, διότι αν είχε απαιτήσεις κατά της εταιρίας έπρεπε ήδη να τις είχε ασκήσει, ενώ παρέθεσε πίνακα αναλήψεων που έκανε ο ……………… σε γνώση της εγκαλουμένης συζύγου του από το ταμείο της εταιρίας, ύψους 145.382,90€ από τις τράπεζες Alpha Bank και Πειραιώς. Όπως, όμως, αποδείχθηκε και ελέχθηκε ανωτέρω, οι καταθέσεις και μεταφορές χρηματικών ποσών, που πραγματοποίησε ο …………….. στους εταιρικούς λογαριασμούς υπερέβαιναν τις αναλήψεις ποσών από τους εταιρικούς λογαριασμούς, που καταμαρτυρούνται από τον εναγόμενο, κατά το ποσό των 20.757€, ενώ πέραν των χρημάτων αυτών, οι πληρωμές που είχε πραγματοποιήσει ο προαναφερόμενος, εκτός εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών, προς τους προμηθευτές της εταιρίας «……………..», καθώς και για την κάλυψη λοιπών εξόδων και υποχρεώσεων αυτής, ανέρχονταν στο επιπλέον ποσό των 24.811,45€, προκειμένου να εξυπηρετήσει με ρευστότητα την εταιρία και να καλύψει τις ανάγκες και τις οικονομικές υποχρεώσεις αυτής, καθώς όπως επίσης ελέχθη ανωτέρω, κατόπιν συμφωνίας των εταίρων, αυτός ασκούσε την οικονομική διαχείριση της εταιρίας, συνεπώς ουδέποτε αυτός υπεξαίρεσε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τα ταμεία της ομόρρυθμης εταιρίας, όπως δέχθηκε και το υπ’αριθμόν ……./2023 ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για το προρρηθέν αδίκημα, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Ως εκ τούτου, όλα όσα ανωτέρω κατέθεσε ενόρκως η ενάγουσα στις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω με ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι εφέσεως, στους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, ο εναγόμενος υποστήριξε στην ανωτέρω μήνυσή του ότι η ενάγουσα ψευδώς ανέφερε στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ότι «μέχρι και το αυτοκίνητο της εταιρίας με απολύτως δικά του χρήματα το αγόρασε ο …….. Ο ….. αρχικά είχε συμφωνήσει να πωληθεί, αλλά όταν πήγε ο ….. να το πουλήσει, άλλαξε γνώμη και φώναζε ότι το πούλησε χωρίς τη συναίνεση εταιρίας. Τελικά ο ……. δεν το πούλησε ποτέ. Και μια απόπειρα που πήγε να κάνει, λόγω ολόκληρης φασαρίας που έκανε ο ……., τελικά δεν την ολοκλήρωσε και έτσι μέχρι και σήμερα το αυτοκίνητο είναι απούλητο». Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε στη μήνυσή του ότι αποφασίστηκε για το καλό των εταίρων και της εταιρίας να αγορασθεί Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις, τελικά αποφασίστηκε να αγορασθεί το ΡΕΝΩ CLIO, συνολικής αξίας 13.607,01€, το οποίο εξοφλήθηκε από την εταιρεία με δύο τραπεζικές μεταφορές χρημάτων στις 02-02-2017 από την ΑΛΦΑ τράπεζα, ποσού 11.900€ και στις 28-12-2016 ποσού 2.000€ από την Τράπεζα Πειραιώς και ότι έτσι εξοφλήθηκε το σύνολο της αξίας του αυτοκινήτου μαζί με τα έξοδα του Υπουργείου Μεταφορών. Επίσης, ότι στις 28-06-2019 ο ………………. πώλησε το αυτοκίνητο εν αγνοία και εν κρυπτώ από την εταιρία, εκδίδοντας το με αριθμό 8 πλαστό τιμολόγιο, ποσού των 7.000€ χωρίς ποτέ να ερωτηθεί η εταιρία, καρπώθηκε μάλιστα αυτός και τα χρήματα, ενώ το αυτοκίνητο αυτό μεταβιβάστηκε αρχικά στην εταιρία «………………..» και μετά από παρέμβαση του ιδίου (εναγόμενου) τόσο στο Υπουργείο Μεταφορών όσο και στην ανωτέρω επιχείρηση, κατάφερε να ακυρώσει τη μεταβίβαση και να επανέλθει στην περιουσία της εταιρείας, καθώς ποτέ δεν ρωτήθηκε ο ίδιος και η εταιρία ποτέ δεν συμφώνησε σε πώληση. Ότι όσα κατέθεσε η νυν ενάγουσα είναι φαντασιώσεις και ψέματα, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράνομη ενέργεια του συζύγου της. Όπως, όμως, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, το αυτοκίνητο είχε αγοραστεί από τον …………… με δικά του χρήματα, πλην όμως για φορολογικούς λόγους ενεγράφη στο όνομα της εταιρίας, οπότε έπρεπε να πραγματοποιηθεί μεταφορά χρημάτων προς την πωλήτρια εταιρία από τον εταιρικό λογαριασμό για την αγορά του, όπως πράγματι και έγινε, και ο …………… χρηματοδότησε την εταιρία με το ανωτέρω ποσό και δη κατέβαλε το ποσό των 7.100€ στο λογαριασμό της εταιρίας για το σκοπό αυτό (1.100€ στις 02-02-2017, 6.000€ στις 03-02-2017), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 6.800€ (13.900-7.100) καλύφθηκε από αντίστοιχες πληρωμές που πραγματοποίησε ο ίδιος καλύπτοντας τις οικονομικές της υποχρεώσεις κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Το αυτοκίνητο αυτό χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο …………… χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία του εναγόμενου από τα τέλη του έτους 2016 που αγοράστηκε, επειδή όμως ο ανωτέρω ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, αποφάσισαν από κοινού με τον εναγόμενο να μεταβιβαστεί, είτε στον ίδιο τον …………… είτε σε τρίτο πρόσωπο, το δε με αριθμό … τιμολόγιο, ποσού των 7.000€, που εξέδωσε ο ανωτέρω (…………….) ουδόλως αποδείχθηκε πλαστό, ούτε ο εναγόμενος αναφέρει τους λόγους για τους οποίους είναι αυτό πλαστό, ούτε όμως απαιτούνταν η έγκριση του εναγόμενου προκειμένου να κάνει χρήση ο ανωτέρω της σφραγίδας της εταιρίας στην επιταγή που αυτός εξέδωσε προς την αγοράστρια εταιρία «…………..», βάσει του άρθρου 7 του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας, εφόσον η εν λόγω επιταγή δεν επιβάρυνε την εταιρία, αντιθέτως την ωφελούσε, στη συνέχεια η αγοράστρια εταιρία ζήτησε από τον ……………. την ακύρωση του ως άνω τιμολογίου και την έκδοση νέου, καθότι δεν είχε ακόμη μεταβιβάσει το αυτοκίνητο σε τρίτο πρόσωπο και από το Υπουργείο Μεταφορών της ζητούσαν νέο τιμολόγιο με νέα ημερομηνία, όπερ και έπραξε ο ανωτέρω εκδίδοντας το υπ’αριθμόν …../12-12-2019 τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας, ωστόσο η μεταβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς ο εναγόμενος δεν συναίνεσε σε αυτήν και ο …………… επέστρεψε στην εταιρία «…………….» το ποσό των 7.000€. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την ένορκη κατάθεση της μητέρας του εναγόμενου και του ……………., που περιέχεται στην υπ’αριθμόν ……./07-09-2020 ένορκη βεβαίωσή της, που δόθηκε με αφορμή άλλη πολιτική δίκη μεταξύ των δύο αδελφών, στην οποία βεβαίωσε ότι ο …………… αγόρασε με δικά του χρήματα το εταιρικό αυτοκίνητο. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω με ελλιπείς και εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν και να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο τέταρτος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο εναγόμενος υποστήριξε στην ίδια με αρ.ΑΒΜ Ε …………. μήνυσή του ότι η ενάγουσα ψευδώς ανέφερε στις επίδικες ένορκες βεβαιώσεις της ότι ο σύζυγός της εξοφλούσε με δικά του χρήματα τα τραπεζικά δάνεια που είχε λάβει η εταιρία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι το δάνειο που εξοφλήθηκε ήταν κοινή απόφαση των εταίρων, ότι από κοινού μεταβήκανε στις τράπεζες, μετέφεραν χρήματα από τη μία τράπεζα στην άλλη και υπέβαλαν κοινό αίτημα για πρόωρη αποπληρωμή, η δε εξόφληση έγινε με χρήματα της εταιρίας και όχι προσωπικά του …………., η δε εγκαλούμενη-εδώ ενάγουσα-εφεσίβλητη, δεν γνωρίζει τι λέει και ψεύδεται. Από την επισκόπηση όμως των επίδικων ενόρκων βεβαιώσεων και δη του σχετικού αποσπάσματος «.. η διαχείριση από μέρους του υπήρξε άψογη με πληρωμένες υποχρεώσεις, εξοφλημένο δάνειο, κέρδη κλπ. Εξόφλησε το ένα δάνειο της εταιρίας και είχε βάλει στόχο να εξοφλήσει και το δεύτερο, μέχρι που ο αδερφός του άρχισαν να τον αποκλείει από τη διαχείριση και να του δημιουργεί τεράστια προβλήματα…», σαφώς προκύπτει ότι ουδέποτε ανέφερε η ενάγουσα ότι η εξόφληση του δανείου έγινε με χρήματα του …………., αντίθετα η ενάγουσα αναφέρθηκε στην ορθή και αποτελεσματική οικονομική διαχείριση της εταιρίας από το σύζυγό της ως διαχειριστή αυτής, χωρίς να συνάγεται από τα λεγόμενά της ότι αυτός εξοφλούσε τα δάνεια της εταιρίας από προσωπικά του χρήματα. Ειδικότερα, το έτος 2011 η εταιρία έλαβε δύο [2] τραπεζικά δάνεια, και δη, τοκοχρεωλυτικό δάνειο από την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 275.000€, και εν συνεχεία πίστωση μέχρι του ποσού των 246.000€ από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.» και μετέπειτα Αlpha Βank. Τον Οκτώβριο του έτους 2018 ο ……………. ως διαχειριστής της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας εξόφλησε ολοσχερώς το δάνειο που είχε λάβει αυτή την τράπεζα Αlpha Βank, συνολικού ποσού 246.000 συν τόκους, ενώ παράλληλα αποπλήρωνε κανονικά και τις δόσεις του έτερου δανείου που είχε λάβει η εταιρία από την Τράπεζα Πειραιώς. Συγκεκριμένα, στις 11-10-2018 εξοφλήθηκε το δάνειο της τράπεζας Alpha Βank, όπως προκύπτει από την εκτύπωση κινήσεων πελατειακού λογαριασμό της ανωτέρω Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία στις 16-02-2018 καταβλήθηκε από την εταιρία το ποσό των 50.000€, με την αιτιολογία καταβολή σε δάνειο φωτοβολταϊκών («ΚΑΤΑΒ.ΣΕ ΔΑΝ Φ/Β»), στις 7-09-2018 καταβλήθηκε από την εταιρία το ποσό των 4.800€ με την αιτιολογία καταβολή σε δάνειο φωτοβολταϊκών («ΚΑΤΑΒ.ΣΕ ΔΑΝ Φ/Β»), και στις 11-10-2018 καταβλήθηκε από την εταιρία το ποσό των 22.290,37€ με την αιτιολογία εξόφληση δανείων φωτοβολταϊκών («ΕΞΟΦΛ.ΔΑΝ Φ/Β»), ενώ οι δόσεις του δεύτερου δανείου αποπληρώνονταν κανονικά. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πέμπτος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, στην ίδια ως άνω μήνυση, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η ενάγουσα ψευδώς ανέφερε στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις ότι εκείνος δεν πηγαινοερχόταν στις εγκαταστάσεις των φωτοβολταϊκών πάρκων της ομόρρυθμης εταιρίας στην ….. Πλην όμως, η ενάγουσα κατέθεσε ενόρκως στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις επί λέξει «..Στην ……., για ζητήματα της εταιρείας, αγόγγυστα και χωρίς παράπονο πήγαινε μια ζωή ο …….. για να διευθετήσει τα πάντα», ήτοι βεβαίωσε ότι ο σύζυγός της πήγαινε στην …… αγόγγυστα για να διευθετεί ζητήματα της εταιρίας, χωρίς καμία αναφορά στο πρόσωπο του εναγόμενου, καθώς ο ………….. ήταν αυτός που είχε αναλάβει το εκτελεστικό μέρος της υλοποίησης των Φ/Β πάρκων (να συντονίζει τα συνεργεία, να παρακολουθεί τις πληρωμές τους, να υλοποιεί τις τραπεζικές διεκπεραιώσεις, να επισκέπτεται τα Φ/Β πάρκα και να συντονίζει τις εργασίες, να χρησιμοποιηθεί το web banking για τις τραπεζικές συναλλαγές) και ο εναγόμενος, που κατά δήλωση του ιδίου στον πραγματογνώμονα …………….. είχε λιγότερο χρόνο να διαθέσει για τα καθημερινά διαδικαστικά θέματα, διατηρούσε την ευθύνη του γενικού προγραμματισμού και της νομικο-λογιστικής παρακολούθησης της εταιρίας, αφού στην έδρα του ατομικού λογιστικού του γραφείου (η οποία ήταν και η έδρα της Ο.Ε.), συγκεντρώνονταν όλα τα λογιστικά, τραπεζικά και νομικά παραστατικά/έγγραφα της Ο.Ε., καταχωρούνταν στο λογιστικό πρόγραμμα (του λογιστικού του γραφείου) και καταρτίζονταν και υποβάλλονταν όλα τα -κατά νόμο-λογιστικά -φορολογικά έντυπα στις αρμόδιες αρχές. Τα ανωτέρω βεβαίωσε και η μητέρα των αδελφών …….. στην προρρηθείσα ένορκη βεβαίωσή της. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο έκτος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, στην ίδια ως άνω μήνυση, ο εναγόμενος ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Επιπλέον για τη δικαιολόγηση της υπαλλήλου και την υβριστική συμπεριφορά τους προς αυτήν έχω να πω τα εξής, η υπάλληλος αυτή κα ……………. προσελήφθη από την εταιρία το 2012. Προσελήφθη αρχικά με ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα, από τον ΟΑΕΔ, επιδότησης εργοδοτικών εισφορών. Προσελήφθη ως βοηθός λογιστή και όχι προσωπική μου γραμματέας, όπως ψευδώς αναφέρει η εγκαλούμενη για τη δημιουργία εντυπώσεων σε μια κατάθεση καθ΄ υπόδειξη του συζύγου της διότι η ίδια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να γνωρίζει αυτά που καταθέτει. Αποφασίστηκε από κοινού με τον ……………η πρόσληψή της, διότι την εποχή εκείνη αφενός είχε η εταιρία ξεκινήσει τις υποχρεώσεις της και έπρεπε να καταγράφει όλες της τις υποχρεώσεις, φορολογικές, τραπεζικές, έλεγχο προμηθευτών και καταγραφή εργασιών. Αφετέρου είχαν αρχίσει τα προβλήματα με την κατασκευάστρια εταιρεία του πάρκου …………… για ελαττωματικά πάνελς που μας πούλησε για το πάρκο μας και έπρεπε να υπάρχει πλήρης έλεγχος με καταγραφή θεμάτων προς τους δικηγόρους της υπόθεσης, με τους τεχνικούς συμβούλους για αλληλογραφία, πληκτρολόγηση για εξήγηση θεμάτων και αποστολές σε κάθε υπεύθυνο. Επειδή κανείς από τους δυο μας εταίρους δεν μπορούσε να αναλάβει όλο αυτό τον όγκο των εργασιών με την ευθύνη που αντιστοιχούσε, αποφασίστηκε η πρόσληψη της υπαλλήλου. Παραχώρησα για το λόγο αυτό ηλεκτρονικό υπολογιστή από την προσωπική μου περιουσία. Παραχώρησα εγώ ο β΄ εξ ημών και ιδιοκτήτης του λογιστικού μας γραφείου, στο οποίο παραχώρησα και ένα τμήμα του για να συστήσει η εταιρία την έδρα της (δηλαδή οδός ……………..)… Κατ’ επανάληψη έπαιρνε τηλ. ο …………… και σύζυγος της εγκαλουμένης και ζητούσε διάφορα έγγραφα από τις τράπεζες και άλλες υπηρεσίες από την υπάλληλο. Την πλήρωνε ο ίδιος ο …………….. επί αρκετά χρόνια και πλήρωνε τις ασφαλιστικές της εισφορές. Αυτό ήταν υποχρέωση της εταιρίας και όχι προσωπικά δικό του. Η εταιρία πλήρωνε από το ταμείο της. Ποτέ δεν έθεσε θέμα να παραλαμβάνει ο ίδιος τα έγγραφα, να τακτοποιεί τις υποχρεώσεις της εταιρίας και η εταιρία να μην πληρώνει μισθούς. Τα ήθελε όλα έτοιμα από την κα ……… και ο ίδιος να μην κάνει τίποτε». Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ……………., στην πραγματικότητα εργαζόταν ως γραμματέας στο λογιστικό γραφείο του εναγόμενου στο οποίο βρισκόταν και η έδρα της ομόρρυθμης εταιρίας, ήδη πριν από τη σύσταση της τελευταίας και όχι ως υπάλληλος αυτής. Πράγματι ο ……………. διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο για την ανωτέρω πρόσληψη της προαναφερόμενης ως υπαλλήλου της εταιρίας, όπως προκύπτει από την από 12-03-2019 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση του προαναφερόμενου προς τον εναγόμενο, που κοινοποιήθηκε στον τελευταίο στις 15-03-2019, στην οποία ο ………….. αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Και βέβαια επανειλημμένως σας έχω πει πως δεν αναγνωρίζω ως υπάλληλο της εταιρίας μας την κα ……………, την οποία χρησιμοποιείτε για το λογιστικό σας γραφείο, ωστόσο πληρώνετε από χρήματα της δικής μας εταιρίας, λόγω του ότι την έχετε καταχωρημένη ως υπάλληλο αυτής (ενν. της εταιρίας). Στη συνέχεια, στην από 14-10-2019 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωση του ……………. προς τον εναγόμενο, που κοινοποιήθηκε στον τελευταίο στις 15-10-2019, αναφέρονται επί λέξει τα εξής «Περαιτέρω, καίτοι επανειλημμένως σας έχω ενημερώσει πως η κα …………… δεν εργάζεται για την εταιρία μας και δεν την αναγνωρίζω ως υπάλληλο της εταιρίας μας, εσείς εξακολουθείτε να την πληρώνετε από χρήματα της εταιρίας μας ως δήθεν εργαζόμενη στην εταιρία μας, ενώ στην πραγματικότητα εκτελεί καθήκοντα υπαλλήλου αποκλειστικά του δικού σας λογιστικού γραφείου», περαιτέρω, στην από 27-12-2019 εξώδικη απάντηση- δήλωση του ………….. προς τον εναγόμενο που κοινοποιήθηκε στον τελευταίο στις 07-01-2020, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Στο άμεσο χρονικό διάστημα θα προβώ σε καταγγελία στην αρμόδια οικονομική αρχή για να γίνει έλεγχος στην εταιρία σχετικά με την εργαζόμενη ………….…, πληρώνετε από το ταμείο της εταιρίας την προσωπική σας υπάλληλο …………, την οποία επανειλημμένα σας έχω ζητήσει να μη φαίνεται ως εργαζόμενη της εταιρίας, αφού δεν κάνει ούτε μία ενέργεια γι’ αυτήν παρά μόνο για το λογιστικό σας γραφείο. Επίσης, από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως έγγραφα της εταιρίας που προσκόμισε η ενάγουσα, προκύπτει ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2012 μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 2017, ο εναγόμενος πλήρωνε ο ίδιος το μισθό της ως άνω υπαλλήλου και από τον Οκτώβριο του έτους 2012 έως και τον Νοέμβριο του έτους 2012 πλήρωνε ο ίδιος ο εναγόμενος τις εργοδοτικές εισφορές της συγκεκριμένης υπαλλήλου. Επίσης, στο από 26-09-2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του εναγόμενου προς τον ……………, επισυνάπτεται έγγραφο του εναγόμενου, στο οποίο αναφέρει ότι πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό που η εταιρία όφειλε τη δεδομένη χρονική στιγμή προς τον ……………, τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στις ασφαλιστικές εισφορές και στη μισθοδοσία της προαναφερθείσας υπαλλήλου, τα οποία εξόφλησε η εταιρία [«ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 3/17 (-340,80)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 4/17 (-340,80)», ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ ΔΠ (ενν.Δώρο Πάσχα)/17 (-177,50)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 5/17 (-340,80)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 6/17 (-340,80)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 7/17 (-340,80)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΙΚΑ 8+ΕΑ (ενν. επίδομα αδείας) /17 (-531,20)», «ΠΛΗΡΩΜΗ ΜΙΣΘΟΥ 7/17 (-850,0), «ΠΛΗΡΩΜΗ ΜΙΣΘΟΥ 8/17 (-1070,0), «ΠΛΗΡΩΜΗ ΜΙΣΘΟΥ 9/17 (-850,0)], ήτοι από το έτος 2017 ο εναγόμενος σταμάτησε να πληρώνει ο ίδιος την ως άνω υπάλληλο και ξεκίνησε να την πληρώνει με χρήματα της εταιρίας, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκε ο ……………. κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Εξάλλου, η ως άνω εταιρία φωτοβολταϊκών δεν απαιτούσε γραμματειακή υποστήριξη και μάλιστα πλήρους απασχόλησης, αφού είχε μόνο ένα πελάτη και έπρεπε να διαβιβάζει ένα τιμολόγιο το μήνα, για το κάθε φωτοβολταϊκό πάρκο, και δη στον αρμόδιο διαχειριστή ρεύματος προς πληρωμή (……….. και μετέπειτα …………….), σε αντίθεση με ένα λογιστικό γραφείο, το οποίο έχει πλείστες όσες εκκρεμότητες που πρέπει να διευθετηθούν από υπάλληλο, ο δε εναγόμενος ουδόλως ισχυρίσθηκε ότι απασχολούσε έτερο υπάλληλο για το λογιστικό του γραφείο, ενώ από το έτος 2019 και μετά, εφαρμόστηκε το σύστημα της αυτοτιμολόγησης με συνέπεια να μη χρειάζεται να γίνει η παραπάνω ενέργεια από την εταιρία. Εξάλλου, δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός του εναγόμενου-εκκαλούντος ότι στην με ΓΑΚ/ΕΑΚ……../2023 αίτηση του ………….. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ο ανωτέρω αιτήθηκε τον αποκλεισμό του από την ομόρρυθμη εταιρία, συνομολογεί ότι η προαναφερόμενη ήταν υπάλληλος της εταιρίας και ο ίδιος της κατέβαλε το μισθό της ως διαχειριστής και ότι αυτό το έχει παραδεχθεί πολλάκις ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αφού από την απλή επισκόπηση της ανωτέρω αιτήσεως που ο ίδιος ο εναγόμενος προσκόμισε μετ’επικλήσεως, δεν γίνεται καμία αναφορά στην ανωτέρω υπάλληλο, ενώ στην προγενέστερη από 05-05-2020 (αρ.εκθ.καταθ………../06-05-2020) αίτηση του …………… ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την οποία επίσης προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο εναγόμενος-εκκαλών, και με την οποία αιτήθηκε ο προρρηθείς το διορισμό προσωρινής διοίκησης στην ομόρρυθμη εταιρία, αναφέρεται ρητά ότι αυτός (………….) δεν αναγνωρίζει ως υπάλληλο της εταιρίας την ……….., αφού δεν εργάζεται στην εταιρία, ότι ο καθ’ου η αίτηση-εδώ εναγόμενος-εκκαλών την έχει καταχωρημένη ως υπάλληλο της εταιρίας ενώ στην πραγματικότητα την απασχολεί αποκλειστικά στο λογιστικό του γραφείο, πληρώνοντάς την ωστόσο από τα χρήματα της εταιρίας. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο έβδομος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, στην ίδια ως άνω μήνυσή του ο εναγόμενος αναγράφει ότι ψευδώς η ενάγουσα ανέφερε ότι ο σύζυγός της πρότεινε στον εναγόμενο να μεταφερθεί η έδρα της εταιρίας τους στα γραφεία που αγόρασε η τελευταία στον Πειραιά. Ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε τέθηκε θέμα μεταφοράς εταιρικής έδρας στον Πειραιά, ότι η εταιρία αγόρασε τύποις [8] μικρά γραφεία στον Πειραιά το έτος 2013, τα οποία και συνένωσε, ότι μέχρι το έτος 2015 τα γραφεία δεν μπορούσαν να κατοικηθούν διότι δεν είχαν ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ από το έτος 2015 και μετά ουδέποτε τέθηκε θέμα μεταφοράς της έδρας της εταιρίας στον Πειραιά, ότι η εγκαλούμενη-ήδη ενάγουσα-εφεσίβλητη ψεύδεται διότι καταθέτει για πράγματα που δεν γνωρίζει και προέρχονται από το σύζυγό της που είναι κατηγορούμενος για υπεξαίρεση, ότι για πρώτη φορά ο συνέταιρός του έθεσε θέμα το έτος 2019, όταν ανακαλύφθηκε το έλλειμμα στην εταιρία και συγκεκριμένα στις 21-02-2019 όταν με πρακτικό γενικής συνέλευσης της εταιρίας, αυτός (εναγόμενος-εκκαλών) ανάκτησε πίσω τους κωδικούς για τη χρήση των τραπεζικών λογαριασμών που μέχρι τότε τους κινούσε ο σύζυγός της και ότι η εταιρία από τον Ιούνιο του έτους 2015 έχει πλήρως επιπλωμένα γραφεία στα οποία πολλές φορές γίνονταν συναντήσεις μεταξύ τους ή με τρίτους. Τέλος, ανέφερε ότι τα συνεχή παράπονα ότι δεν υπάρχουν χώροι και γραφεία, είναι μια φθηνή δικαιολογία. Όπως, όμως, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο σύζυγος της ενάγουσας πρότεινε (αρχικά προφορικά) τη μεταφορά της έδρας της ομόρρυθμης εταιρίας στα γραφεία που αυτή απέκτησε στον Πειραιά Αττικής, ο δε εναγόμενος όμως αρνήθηκε. Στη συνέχεια όμως, αφού διαταράχθηκαν οι σχέσεις τους, τον όχλησε εγγράφως προς τούτο, όπως αποδεικνύεται από την από 12-03-2019 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση του ………. προς τον εναγόμενο , η οποία κοινοποιήθηκε στον τελευταίο στις 15-03-2019, και στην οποία ο ………… ανέφερε ότι το σύνολο της αλληλογραφίας, τόσο με τις τράπεζες όσο και με τους λοιπούς συναλλασσόμενους, φτάνει στο λογιστικό γραφείο του εναγόμενου χωρίς καμιά δική του ενημέρωση, ότι παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του για μεταφορά της έδρας σε άλλο ακίνητο που θα έχουν πρόσβαση και οι δύο, αυτός αρνείται αδικαιολόγητα τη μεταφορά της, με αποτέλεσμα να μην έχει πρόσβαση στην εταιρία, καθώς και ότι υπάρχουν κατάλληλα διαμερίσματα για έδρα της εταιρίας τους, αφού η τελευταία αγόρασε [8] διαμερίσματα σε κεντρικό σημείο του Πειραιά και κάλλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα εξ αυτών για έδρα. Επίσης, στην από 29-10-2019 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση του ……………. προς τον εναγόμενο, που του κοινοποιήθηκε στις 04-11-2019, ο ανωτέρω αναφέρει ότι σχετικά με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι παραχωρεί δωρεάν μέρος του γραφείου του στον ……. για έδρα της εταιρίας τους, έχει συναφθεί μεταξύ της εταιρίας και των εταίρων μισθωτήριο συμφωνητικό και όχι συμφωνητικό δωρεάν παραχώρησης χρήσης, ότι η εταιρία δηλώνει στην εφορία ότι πληρώνει μίσθωμα 600€ ετησίως, ότι η έδρα της εταιρίας δεν μπορεί να είναι μέσα στο λογιστικό του γραφείο στο οποίο δεν έχει ο ίδιος πρόσβαση, το οποίο είχε συμφωνηθεί ως προσωρινή λύση όταν η εταιρία δεν είχε στην κυριότητά της ακόμα ακίνητα ιδιόκτητα, ότι κατόπιν απέκτησε διαμερίσματα στον Πειραιά επί της οδού ………., και υπάρχει πλέον κατάλληλος χώρος για την έδρα της, ήτοι ένα εξ αυτών των γραφείων, αφού τα περισσότερα είναι κενά, τον καλούσε δε να προχωρήσουν σε μεταφορά της έδρας εταιρίας στα ιδιόκτητα γραφεία της στον Πειραιά. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της, ότι δηλαδή ο σύζυγός της είχε προτείνει στον εναγόμενο να μεταφερθεί στα νέα γραφεία η έδρα της εταιρίας, χωρίς να προσδιορίζει χρονικά πότε τον όχλησε προς τούτο, ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο όγδοος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε στην ίδια ως άνω μήνυσή του ότι ψευδώς η ενάγουσα κατέθεσε στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της επί λέξει τα εξής: «Πλέον ο …… συμπεριφέρεται σαν να μην είναι ο …….. συνέταιρος. Τον έχει αποκλείσει από τα οικονομικά της εταιρίας. Έχει αλλάξει κωδικούς στην εφορία, στην τράπεζα. Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να τον καλέσει να μιλήσουν σαν άνθρωποι, σαν αδέλφια», ότι στην πραγματικότητα, κατά τον εναγόμενο, δεν έχει αποκλειστεί από καμιά εταιρία, αντίθετα αυτός έχει εξαφανιστεί και δεν συμμετέχει με δική του ευθύνη στη διαχείριση και λήψη αποφάσεων της εταιρίας, επίσης ότι έχει όλους τους κωδικούς της εταιρίας και όποτε θέλει μπορεί να έλθει στα γραφεία της εταιρίας και να παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο χρειάζεται, καθώς και ότι ποτέ δεν αρνήθηκε να του παραδώσει ή να του επιδείξει ο,τιδήποτε ήθελε, πλην όμως δεν μπορεί η εταιρία να του στέλνει στο σπίτι του ή στο δικηγόρο του έγγραφα αορίστως που ζητά, καθώς «η εταιρία δεν διαθέτει δούλους που να εκπληρώνουν παράλογες απαιτήσεις». Όπως όμως ελέχθη και ανωτέρω, από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2019, που ο εναγόμενος ανέλαβε την οικονομική διαχείριση της εταιρίας, άλλαξε τους κωδικούς taxisnet και ebanking της εταιρίας, και έπαψε να ενημερώνει σχετικά τον ………………….., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην έχει πρόσβαση και εικόνα σε κανένα φορολογικό οικονομικό στοιχείο της εταιρίας, η οποία μάλιστα εδρεύει στα γραφεία του λογιστικού του γραφείου. Τούτο προκύπτει εναργώς από την από 30-10-2023 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση-απάντηση του εναγόμενου προς τον …………….. στην οποία αναφέρει επί λέξει «Επειδή τα θέματα που τίθενται στην ανωτέρω εξώδικό σας (λήψεις κωδικών και κλειδιών), έχουν προσωπικό χαρακτήρα και επειδή δεν έχω εμπιστοσύνη σε κανένα τρίτο να τα παραδώσω…», αλλά και από την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση του ……………., στην οποία ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως ότι δεν έχει κωδικούς της εταιρίας πλην των κωδικών ebanking της Τράπεζας Πειραιώς, επίσης ότι δεν έχει ούτε τους κωδικούς των συναγερμών και καμερών που έχουν στα γραφεία της εταιρίας στον Κορυδαλλό και στα φωτοβολταϊκά στην ……, ούτε τους κωδικούς της εταιρίας στη …………. Συνεπώς, όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα στις ένδικες ένορκες βεβαιώσεις της, ότι δηλαδή ο εναγόμενος έχει αποκλείσει το σύζυγό της από τα οικονομικά της εταιρίας, ότι έχει αλλάξει τους κωδικούς στην εφορία και στην τράπεζα, ήταν αληθή και ο εναγόμενος κατέθεσε την ένδικη μήνυσή του εις βάρος της εν γνώσει του ψεύδους των ανωτέρω αναφερόμενων σ’αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο ένατος λόγος εφέσεως, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου, εφόσον το συγκεκριμένο κεφάλαιό της δεν πλήττεται από τον εναγόμενο-ήδη εκκαλών με λόγο εφέσεως, επί λέξει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, ο εναγόμενος υποστηρίζει στη με ΑΒΜ …………… μήνυσή του ότι η ενάγουσα ψευδώς ανέφερε στις ένδικες καταθέσεις της ότι ο σύζυγός της ήταν αποκλειστικός κύριος του ακινήτου στη θέση «…..» του ……….., που εκμίσθωσε στην εταιρία για την κατασκευή του ενός φωτοβολταϊκού της πάρκου, ενώ, στην πραγματικότητα τμήματα του μίσθιου ακινήτου ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, στον Δήμο …… και σε άλλους ιδιώτες. Όπως, όμως, προκύπτει από το σχετικό κτηματολογικό φύλλο (ΚΑΕΚ ………), μοναδικός και πλήρης κύριος ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 4000 τ.μ., το οποίο εκμίσθωσε στην εταιρία «………… δυνάμει του από 20-03-2007 συμφωνητικού μίσθωσης αγρού, είναι ο …………, δυνάμει του με αριθμό …………../1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας συμβολαιογράφου …… …………, νόμιμα νόμιμα μεταγραφέντος στο Υποθηκοφυλακείο …, στον τόμο …. και με α.α…….». Επιπλέον, η εκκαλούμενη δέχθηκε ότι τα ανωτέρω που κατέθεσε η ενάγουσα στις ένορκες βεβαιώσεις της ήταν αληθή και ο εναγόμενος τη μήνυσε με την κατηγορία περί ψευδούς κατάθεσης (ως προς το κεφάλαιό της αυτό) εν γνώσει του ψεύδους της. Εξάλλου, με την με αριθμό ……./16-09-2024 Διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά η ένδικη από 24-02-2024 (ΑΒΜ …………) έγκληση του εναγόμενου σε βάρος της ενάγουσας, για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης κατ’εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέστηκε στις 26-11-2021 και την 01-02-2022 στον Πειραιά και στο Γέρακα Αττικής, απορρίφθηκε κατ’άρθρο 51 του ΚΠοινΔ ως προφανώς αβάσιμη κατ’ουσίαν. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, η ενάγουσα στενοχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε αφού κατέστη ύποπτος σοβαρού ποινικού αδικήματος, τρώθηκε δε η τιμή και η υπόληψή της και προσβλήθηκε η προσωπικότητά της, και ως εκ τούτου υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτής εύλογη χρηματική ικανοποίηση σύμφωνα με τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, τα αγαθά τα οποία προσβλήθηκαν, τον άμεσο δόλο του εναγόμενου, το είδος και την έκταση της βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, την στενοχώρια και την ταλαιπωρία που δοκίμασε, καθώς και την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων (η ενάγουσα εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε αλυσίδα σούπερ μάρκετ), χωρίς πάντως να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου [Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018, Α.Π. 600/2018, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 322/2014, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 285/2012], κρίνει ότι βάσει και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 3.000 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9παρ.2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ. ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 664/2020, ΑΠ 870/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς δεν υπερβαίνει καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΑΠ 491/2015, ΑΠ 531/2014). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των [3.000] ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή της από την ηθική βλάβη που υπέστη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και οι δέκατος και ενδέκατος λόγοι εφέσεως, στους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του, e παράβολου του Δημοσίου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 28-05-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………./28-05-2025) έφεση κατά της 1969/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δέχεται την ως άνω έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό …………. e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 10.7.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ