Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 462/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης  462/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Της στη …… Κύπρου και επί της οδού ………. εδρεύουσας εταιρείας με την επωνυμία «………….», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Λύρα (ΑΜ ΔΣΠ ……).

Των εφεσίβλητων: 1) ………….. 2) ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Κοντοσέα (ΑΜ ΔΣΠ ………., ΔΕ Γ. Κοντοσέας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία ΑΜ ΔΣΠ ……), που κατέθεσε την από 20.5.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 22.12.2020 (με γεν.αριθ.κατάθ. …../2020 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2020) αγωγή, με την οποία ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 614/2024 οριστική απόφαση με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή διατάσσοντας τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου  η εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα, με την από 26.1.2026 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/27.1.2026 έφεση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας  αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων, η οποία παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από την 1.1.2026, το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου, ενώ με την παρ.2Α εδ.α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και εάν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Με το Ν.5221/2025 (άρθρ. 43) τροποποιήθηκε και η παρ.2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, στην οποία προβλέπεται η καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης, Ειδικότερα, ορίζεται ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι ένα (1) έτος που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ στην παρ.4 εδ. β του άρθρου 126 του Ν.5221/2025 ορίζεται ότι ως προς τις δημοσιευόμενες έως την 31.12.2025 αποφάσεις που είχαν εκδοθεί κατ’αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση. Μη υπάρχουσας ωστόσο στον παραπάνω νόμο σχετικής πρόβλεψης για την καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η έλλειψη σαφούς αναφοράς πρέπει να οδηγήσει στην ερμηνευτική άρση του ζητήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ.1 του ΕισΝΚΠολΔ, κατ’ανάλογη εφαρμογή των παραδοχών της ΟλΑΠ 10/2018, κατά την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 1 άρθρου τρίτου του Ν.4335/2015, που αντικατέστησε την παρ.2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, μειώνοντας την καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης από τρία (3) σε δύο (2) έτη. Έτσι, κατ’ανάλογη προσέγγιση, η καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου μετά την 1.1.2026 και στρέφεται κατά απόφασης που έχει εκδοθεί μετά την παραπάνω ημερομηνία χωρίς να έχει επιδοθεί, είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευσή της, ενώ ως προς τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.5221/2025 (1.1.2026) που έχουν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν έχουν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση.

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αριθ. 614/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομίμως, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται (άρθρ. 495 παρ.1 ως ισχύει κατά το χρόνο κατάθεσης του ενδίκου μέσου) και εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ δεν έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρ. 518παρ.2 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 126παρ.4 Ν.5221/2025), ακριβές δε αντίγραφο της έφεσης, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε εντός του προβλεπόμενου στο άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν.5221/2025) χρονικού διαστήματος των πέντε (5) μηνών από την κατάθεσή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 96 και 143 ΚΠολΔ, στην Ειρήνη Κοντοσέα, δικηγόρο Πειραιώς, δικαστικό πληρεξούσιο και αντίκλητο των εναγόμενων, ήδη εφεσίβλητων (βλ.υπ’αριθ. …../10.2.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …………….), η οποία είχε παραστεί ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό τμήμα της εκκαλουμένης. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρ. 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής, (Εφ.Πειρ. 416/2024 www.efeteio-peir.gr).

Με την από 22.12.2020 αγωγή, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, προσλήφθηκαν κάθε φορά για αόριστο χρόνο, από την εναγόμενη πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου PJ. με αριθμό νηολογίου ….. ….., ολικής χωρητικότητας 3.560 κόρων, προκειμένου να αποτελέσουν μέλη του δεύτερου πληρώματος του ανωτέρω πλοίου, σύμφωνα με την πρακτική της εταιρείας να ναυτολογεί και να απολύει διαδοχικά ένα πλήρωμα που απαρτίζεται από τους ίδιους ναυτικούς, προκειμένου να απασχολούνται στα τμήματα των δρομολογίων, που υπερβαίνουν τις επιτρεπόμενες ώρες απασχόλησης του «πρώτου πληρώματος». Οτι ειδικότερα ναυτολογήθηκαν, ο πρώτος με την ειδικότητα του πλοιάρχου κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019 και από 29.8.2019 έως 30.8.2019, ο δεύτερος με την ειδικότητα του προϊστάμενου ηλεκτρολόγου κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 26.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019 και ο τρίτος με την ειδικότητα του ναύκληρου κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.7.2019 έως 3.7.2019, την 5.7.2019 και την 12.7.2019. Οτι κατά την πρόσληψή τους συμφώνησαν να λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές που προβλέπονταν και καθορίζονταν για την ειδικότητα εκάστου των εναγόντων, από την ισχύουσα κάθε φορά Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας ακτοπλοϊκών – επιβατηγών πλοίων, πλέον αμοιβής κατ’αποκοπή για εργασία 8 ωρών κατά τα Σάββατα. Οτι σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ του έτους 2019, οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του πρώτου ανέρχονταν στο ποσό των 6.997,60 ευρώ, του δεύτερου στο ποσό των 4.428,75 ευρώ και του τρίτου στο ποσό των 3.301,50 ευρώ, ως τα ανωτέρω ποσά αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή. Οτι κατά τη διάρκεια των ως άνω ναυτολογήσεών τους, το πλοίο PJ ήταν ενταγμένο σε ακτοπλοϊκή γραμμή, με λιμένες αφετηρίας είτε τον Πειραιά είτε τη Ραφήνα και εκτελούσε τα αναφερόμενα στην αγωγή δρομολόγια. Οτι είτε αναλάμβαναν υπηρεσία κατά την εκκίνηση του δρομολογίου στο λιμάνι αφετηρίας, μία (1) ώρα πριν τον απόπλου και εργάζονταν συνεχόμενα μέχρι τα λιμάνια της Μυκόνου ή της Νάξου ή της ‘Ιου, είτε αναλάμβαναν υπηρεσία με την άφιξη του πλοίου σε ένα από αυτά τα λιμάνια και εργάζονταν συνεχόμενα μέχρι την επάνοδο του πλοίου στο λιμάνι αφετηρίας και την ολοκλήρωση των εργασιών αποβίβασης, γενικής καθαριότητας και πετρέλευσης, ήτοι μέχρι και δύο (2) ώρες μετά την προγραμματισμένη άφιξη. Οτι ο πρώτος ενάγων εργαζόταν στη γέφυρα του πλοίου, έχοντας τη διακυβέρνηση, την επίβλεψη των εργασιών κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου καθώς και της λειτουργίας των μηχανών, την τήρηση των ναυτιλιακών εγγράφων καθώς και την επιθεώρηση και τον έλεγχο του πληρώματος, αναλαμβάνοντας εργασία μία (1) ώρα πριν από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών στο τέλος του δρομολογίου επιστροφής. Οτι ο δεύτερος ενάγων εργαζόταν είτε στη γέφυρα του πλοίου, παρακολουθώντας τη λειτουργία των ηλεκτρογεννητριών και των άλλων μηχανημάτων είτε στο μηχανοστάσιο, όπου μετέβαινε ανά μία ώρα για οπτικό έλεγχο της λειτουργίας των μηχανημάτων, ενώ εκτελούσε εργασίες αποκατάστασης ηλεκτρολογικών βλαβών στο μηχανοστάσιο και τους άλλους χώρους του πλοίου καθώς και εργασίες τακτικής συντήρησης του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού. Οτι αναλάμβανε υπηρεσία μία (1) ώρα πριν από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι αφετηρίας, ενώ τις ημέρες που αναλάμβανε υπηρεσία στη Μύκονο ή την Νάξο ή την ‘Ιο, απασχολούνταν μέχρι το πέρας των εργασιών καθαριότητας και πετρέλευσης στο τέλος του δρομολογίου, εκτός εάν προέκυπτε κάποια βλάβη, οπότε ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει στο πλοίο και να εργασθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οτι ο τρίτος ενάγων απασχολούνταν στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης και απόπλου, ενώ όσο βρισκόταν εν πλω επέβλεπε τους χώρους του καταστρώματος και του γκαράζ, φροντίζοντας για την διατήρηση της καθαριότητας αυτών και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Οτι τις ημέρες που αναλάμβανε υπηρεσία στο λιμάνι αφετηρίας, ξεκινούσε μία (1) ώρα πριν από τον απόπλου με την φόρτωση του πλοίου, ενώ όταν αναλάμβανε υπηρεσία στη Μύκονο ή τη Νάξο ή την ‘Ιο εργαζόταν έως την επιστροφή στο λιμάνι αφετηρίας, με την εκφόρτωση, την εκτέλεση εργασιών γενικής καθαριότητας των εξωτερικών επιφανειών και του γκαράζ του πλοίου και με την επίβλεψη των υφισταμένων του ναυτών. Οτι κατά τις ημέρες της υπηρεσίας τους, οι ενάγοντες εργάστηκαν τουλάχιστον επί οκτώ ώρες. Με βάση τα ανωτέρω ζητούσαν, κατ’εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 60 ΚΙΝΔ α) ο πρώτος ενάγων να λάβει τις αποδοχές ολόκληρου του χρονικού διαστήματος από 2.6.2019 έως 30.8.2019 και επιπλέον επειδή η τελευταία ναυτολόγησή του διήρκεσε μόνο επί 2 ημέρες (ήτοι από 29.8.2019 έως 30.8.2019) να λάβει επιπλέον αποδοχές 28 ημερών προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μηνός, έως την 27.9.2019, ήτοι να λάβει συνολικά αποδοχές 3 μηνών και 26 ημερών εκ 6.997,60 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 27.057,38 ευρώ,  β) ο δεύτερος ενάγων να λάβει τις αποδοχές ολόκληρου του χρονικού διαστήματος από 2.6.2019 έως 26.9.2019 και επιπλέον επειδή η τελευταία ναυτολόγησή του διήρκεσε μόνο επί 2 ημέρες (ήτοι από 25.9.2019 έως 26.9.2019) να λάβει επιπλέον αποδοχές 28 ημερών προς συμπλήρωση  του μισθού ενός πλήρους μηνός, έως την 24.10.2019, ήτοι να λάβει συνολικά αποδοχές 4 μηνών και 23 ημερών, εκ 4.428,75 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 21.110,37 ευρώ και γ) ο τρίτος ενάγων να λάβει τις αποδοχές ολόκληρου του χρονικού διαστήματος από 2.7.2019 έως 12.7.2019 και επιπλέον επειδή η τελευταία ναυτολόγησή του διήρκεσε μόνο επί 1 ημέρα (την 12.7.2019) να λάβει επιπλέον αποδοχές 29 ημερών προς συμπλήρωση του μισθού ενός πλήρους μηνός, έως την 10.8.2019, ήτοι να λάβει συνολικά αποδοχές 1 μήνα και 9 ημερών, εκ 3.301,50 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 4.291,95 ευρώ. Επίσης ζητούσαν να λάβουν ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019, ο πρώτος ενάγων το ποσό των 3.476,36 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 2.703,31 ευρώ και ο τρίτος ενάγων το ποσό των 554,65 ευρώ και συνολικά ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει για βασικές αποδοχές και δώρα εορτών, στον πρώτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 30.533,74 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 30.8.2019, στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 23.813,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26.9.2019 και στον τρίτο το συνολικό ποσό των 4.846,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 12.7.2019, άλλως τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 614/2024 οριστική απόφαση, αφού αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 60 ΚΙΝΔ, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 330 εδ.α’, 340, 341, 345 εδ.α’, 346 εδ.α’, 648, 653, 655 εδ.α’,β’ ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 84 εδ.α’ ΚΙΝΔ, 1, 3, 5, 6, 8 παρ.12 και 13, 10, 14, 39 ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2019 που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, 1176, 907, 908 παρ.1ε’ και 910 αριθ. 4 ΚπολΔ. Ακολούθως προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.975,16 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 3.000 ευρώ με προσωρινά εκτελεστή διάταξη, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 5.803,42 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 2.500 ευρώ με προσωρινά εκτελεστή διάταξη και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των  994,85 ευρώ με προσωρινά εκτελεστή διάταξη για όλο το ποσό, ενώ απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και τον ισχυρισμό περί εξόφλησης που προέβαλε η εναγόμενη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εν μέρει ηττηθείσα εναγόμενη με την ένδικη έφεση, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ζητεί την παραδοχή της έφεσής της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης καθ’ο μέρος προσβάλλεται, προκειμένου να απορριφθεί η από 22.12.2020 αγωγή. Επίσης υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ, επειδή κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 2.400,58 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 2.500,00 ευρώ σε συμμόρφωση της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της εκκαλουμένης.

Ι. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 14 της σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε από 1.5 έως 31.12 και σε διαφορετική περίπτωση καταβάλλονται τα 2/25 του μισθού ή δύο ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας ενώ αναφορικά με το επίδομα εορτών Πάσχα οι ναυτικοί δικαιούνται μισθό 15 μερών, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου αντιστοίχως, ή 1/15 ημίσεος μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή ανάλογο κλάσμα επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του οκταημέρου, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε καθ’ όλο το διάστημα και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Απριλίου. Επιπλέον να λεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο μισθός που καταβαλλόταν την 15η ημέρα προ του Πάσχα και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβαλλόταν ή έπρεπε να καταβληθεί από την εργοδότρια ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, δηλαδή το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, το επίδομα αδείας, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές μεταξύ των οποίων είναι και η τροφοδοσία είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης θεωρούνται ο μισθός καθώς και κάθε άλλη παροχή εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας, τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου. Ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση : α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίνεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η υπερωριακή αμοιβή για παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος πάγια και τακτικά ανά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικά, γ) οι λοιπές, τακτικά και πάγια, καταβαλλόμενες παροχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜΕφΠειρ. 647/2014, 412/2014, τνπ ΝΟΜΟΣ), η τροφοδοσία, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτούσια και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜΕφΠειρ. 18/2016, 19/2016, 371/2016, 73/2016, 160/2014, 36/2014, 71/2014, όλες σε τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της σσνε (ΜΕφΠ 442/2023 δημ. σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς).

ΙΙ. Εξάλλου, για την εφαρμογή, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση Σ.Σ.Ε. ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, γιατί δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών, αφού έχει κριθεί επανειλημμένα στη χερσαία εργασία ότι κατά τη συσχέτιση, όμως, περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και Σ.Σ.Ε.), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ) (Ολ.ΑΠ 26/2007 ΕλλΔνη 2007.1010, ΑΠ 378/2012 ΔΕΕ 2013.399).

III. Ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ’ αυτό αναφέρεται η δίκη. Μόνο δε αν ο δανειστής – αποδεχόμενος την καταβολή – αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα. Αυτό δεν ισχύει για τον εργοδότη. Ειδικότερα : Η αγωγή του μισθωτού σε βάρος του εργοδότη για δεδουλευμένους μισθούς ή άλλες παροχές από την έγκυρη σύμβαση εργασίας έχει νομικό έρεισμα τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων ή άλλων διατάξεων, που εξομοιώνονται προς αυτές, οι όροι των οποίων γίνονται και όροι της ατομικής σύμβασης. Διχοστασία παρατηρείται στη νομολογία, αναφορικά με το ζήτημα της ένταξης στο αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής, των ποσών, που ο εναγόμενος – εργοδότης κατέβαλε στον ενάγοντα – εργαζόμενο για κάθε αγωγικό κονδύλιο. Το πρόβλημα αυτό ανακύπτει, όταν ο εργαζόμενος επιδιώκει δικαστικά την καταβολή του υπολοίπου διάφορων μισθολογικών παροχών, δια λαμβάνοντας στην αγωγή του τις καταβολές συγκεντρωτικά και όχι χωριστά για κάθε κεφάλαιο. Κατά μία γνώμη, η αγωγή πάσχει από αοριστία. Στην άποψη αυτή υποκρύπτεται αντιμετώπιση ανάλογη με εκείνη, που θεωρεί απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, η οποία περιορίστηκε κατά το συνολικό της αίτημα και όχι κατά ειδικότερα κονδύλια (ΑΠ 180/1988 ΕλλΔνη 1988 σ. 1659, Α.Π. 639/1988 ΔΕΝ 45 σελ. 470, ΕφΑθ 3156/2002 δημ. νόμος, Εφ.Αθ. 7640/1986 ΕλλΔνη 1987 σελ. 1262). Σύμφωνα ωστόσο με την αντίθετη, ορθότερη – και υιοθετούμενη από το παρόν δικαστήριο ως τέτοια – άποψη, οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν ένσταση εξόφλησης του εναγομένου, ώστε οποιαδήποτε καταβολή να αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του αμυντικού, κατ’ άρθρο 416 ισχυρισμού (ΑΠ 965/1998 ΕλλΔνη 1999 σελ. 315, Α.Π. 1291/94 ΔΕΝ 95 σ. 544, ΕΕΔ 96 σ. 32, Α.Π. 1545/1997, Δ. 29 σ. 409, ΕφΠειρ. 546/2010 ΕΝαυτΔ 2010 σ. 397, 994/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΚρήτης 514/2007 ΕλλΔνη 2008 σ. 1511, ΕφΑθ 10554/1997 ΕλλΔνη 1998 σ. 1967). Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ένσταση, όπως άλλωστε και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής. Ειδικά, η κατά το άρθρο 416 Α.Κ. ένσταση εξοφλήσεως ποσών, που γίνεται για την απόσβεση των αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, προκειμένου να είναι ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους χρηματικά ποσά, τα οποία απαρτίζουν το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε και την αιτία καταβολής τους. Διαφορετικά η ένσταση αυτή έστω και αν αναφέρεται το συνολικά καταβληθέν ποσό τυγχάνει αόριστη (Α.Π. 1320/2008 Ελλ.Δνη 49.1426, Α.Π. 1086/2006 ΕΕργ.Δ 55.306, Εφ.Αθ. 7344/2003ΔΕΝ 2006, 473, Εφ.Θεσ. 307/1994 Αρμ. 49.923). Η νομική αοριστία αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ, αντίθετα, η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Έτσι, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή στην ένσταση ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 8, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 922/2019, 19/2022). Εάν η ένσταση δεν περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) σχετικά με πληρωμή του συνόλου των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ’ αυτές (Α.Π. 701/2023, ΑΠ 123/2020, 1069/2014, ΕφΠειρ.386/2025, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς www.efeteio-peir.gr).

Από την επανεκτίμηση της υπ’αριθ. …../17.5.2021 ένορκης βεβαίωσης του ……….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. σχετ. υπ’αριθ. …/11.5.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………), της υπ’αριθ…./23.2.2022 ένορκης βεβαίωσης της ……….. και της υπ’αριθ. …../23.2.2022 ένορκης βεβαίωσης του ……….., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων (βλ. την υπ’αριθ. ………/18.2.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………… – για το παραδεκτό της κλήτευσης με την επίδοση σχετικής κλήσης στον υπογράφοντα το αγωγικό δικόγραφο πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος βλ. ΑΠ 991/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/1991 ΕλλΔνη 1992,820), οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) σταθμίζονται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας των ενόρκως βεβαιωσάντων καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, τα οποία συνδυάζει με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά μεταξύ των εναγόντων και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας εδρεύουσας στη …. της Κύπρου, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Κύπρου και με αριθμό νηολογίου …… ….. Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου PJ, κ.ο.χ 3.560, προσλήφθηκαν για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ο πρώτος με την ειδικότητα του πλοιάρχου, ο δεύτερος με την ειδικότητα του προϊσταμένου ηλεκτρολόγου και ο τρίτος με την ειδικότητα του ναύκληρου, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων μηνιαίων αποδοχών. Η εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο είχε ενταχθεί και αποτελούσε μέλος του ομίλου ………. υπό τον οποίο δραστηριοποιούνται οι κοινοπραξίες «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..» και η «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..», στις οποίες κοινοπρακτούν – μεταξύ άλλων – η εναγομένη με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο PJ, η εταιρεία «………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο ΤJ, η εταιρεία «…….» με το υπό ελληνική σημαία πλοίο AB, η εταιρεία «……….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CJ1, η εταιρεία «………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CV, η εταιρεία «………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο …………., η εταιρεία «…………» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο CJ2, η εταιρεία «………… με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο SJ και η εταιρεία «………….» με το υπό κυπριακή σημαία πλοίο PJ. Ο χρόνος εργασίας των εναγόντων στο ως άνω ταχύπλοο πλοίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 381/2001 «Κύρωση Κανονισμού περί μεγίστου χρόνου απασχόλησης πληρωμάτων Ε/Γ και Ε/Γ – Ο/Γ ταχυπλόων πλοίων» οριζόταν σε οκτώ ώρες ημερησίως, μη δυνάμενος να παραταθεί πέραν των δύο ωρών ανά εικοσιτετράωρο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μία επιπλέον ώρα ημερησίως, δηλαδή ένδεκα ώρες συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι ο συνολικός χρόνος εργασίας σε διάστημα επτά ημερών να μην υπερβαίνει τις εβδομήντα ώρες. Οπως τα διάδικα μέρη συνομολογούν, ο πρώτος ενάγων ναυτολογήθηκε στο επίδικο πλοίο κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 23.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 11.8.2019, την 16.8.2019, την 23.8.2019 και από 29.8.2019 έως 30.8.2019, ενώ ενδιάμεσα απολυόταν λόγω μετάθεσης σε άλλα πλοία του oμίλου. Ο δεύτερος ενάγων ναυτολογήθηκε στο επίδικο πλοίο κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.6.2019 έως 3.6.2019, από 14.6.2019 έως 15.6.2019, την 28.6.2019, την 18.7.2019, από 26.7.2019 έως 27.7.2019, την 3.8.2019, την 26.8.2019, την 30.8.2019, την 7.9.2019, την 15.9.2019, από 16.9.2019 έως 17.9.2019, από 18.9.2019 έως 19.9.2019, από 20.9.2019 έως 21.9.2019 και από 25.9.2019 έως 26.9.2019, ενώ ενδιάμεσα απολυόταν λόγω μετάθεσης σε άλλα πλοία του oμίλου. Τέλος ο τρίτος ενάγων ναυτολογήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 2.7.2019 έως 3.7.2019, την 5.7.2019 και την 12.7.2019. Οπως έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη και δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης, η ναυτολόγηση ενός εκάστου των εναγόντων λυόταν λόγω μετάθεσης σε άλλο πλοίο του ιδίου oμίλου, σε εκτέλεση ρητού όρου των εργασιακών τους συμβάσεων, πλην όμως τυπικά, διότι ουσιαστικά συνεχιζόταν χωρίς διακοπή και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του μήνα, με τους ίδιους ακριβώς εργασιακούς όρους και συνθήκες, σε άλλα πλοία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου οικονομικών συμφερόντων, ήτοι πραγματικά στον ίδιο εργοδότη, χωρίς ουσιαστική αλλαγή ή δυσμενή μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, όπως αποτυπώθηκε στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι κατά την πρόσληψή τους τελούσαν σε γνώση ότι θα κληθούν να απασχοληθούν όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο πλοίο αλλά σε περισσότερα του ενός πλοία του ίδιου ομίλου ως δεύτερο πλήρωμα, πλειστάκις εντός του ιδίου μηνός και συμφώνησαν να παρέχουν τοιουτοτρόπως τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους εργασίας. Οπως δέχθηκε επίσης η εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, οι προβλεπόμενες από τη ΣΣΝΕ 2019 κατά μήνα αποδοχές του πρώτου ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 6.997,60 ευρώ και δη 2.972,46 ευρώ ως μισθός ενεργείας, 653,94 ευρώ ως επίδομα Κυριακών, 924,08 ευρώ ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, 54,06 ευρώ ως επίδομα Πλοιάρχου α’, 36,64 ευρώ ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, 431,53 ευρώ ως επίδομα διακυβέρνησης, 178,39 ευρώ ως επίδομα παραλαβής, ελέγχου στοιβασίας και επίβλεψης φορτοεκφόρτωσης οχημάτων, 1.147,10 ευρώ ως αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρ. 8 παρ.1 της ΣΣΝΕ) και 599,40 ευρώ ως αντίτιμο τροφής.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα – εναγόμενη πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης, καθό μέρος απέρριψε τον ισχυρισμό της περί εξόφλησης των αιτούμενων αποδοχών του πρώτου εφεσίβλητου-ενάγοντος για τις ημέρες υπηρεσίας του στο ένδικο πλοίο, ο οποίος είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτος διότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγόμενης κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης, συνοπτικά, με σαφή αναφορά των γεγονότων που τον θεμελιώνουν. Ειδικότερα παραπονείται ότι στο πλαίσιο της νομίμως επ’ακροατηρίου προβληθείσας άρνησης της αγωγής ως νόμω και ουσίας αβάσιμης, αν και παρέθεσε στις προτάσεις του τα περιστατικά της καταβολής στον πρώτο εφεσίβλητο – ενάγοντα των ποσών που έλαβε, αποδεικνύοντας τον σχετικό ισχυρισμό με την προσκόμιση μετ’επικλήσεως των αναλυτικών αποδείξεων πληρωμής των αποδοχών του μετά των οικείων τραπεζικών εμβασμάτων, ουδόλως ελήφθησαν υπόψη από την εκκαλουμένη.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1, 115 παρ. 1 και 3, 242, 256 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 591 παρ. 1 εδάφ. δ΄, 614 παρ. 1 και 527 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου είναι πλέον υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, και συνεπώς, η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, η προβολή των μέσων επίθεσης και άμυνας (ως τέτοιων νοουμένων των πραγματικών ισχυρισμών που χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια και εισάγονται στη δίκη με τη μορφή ένστασης, αντένστασης και επαντένστασης), για να είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνεται, όχι μόνο με τις προτάσεις αλλά και προφορικά πριν από την έναρξη της συζήτησης στα ακροατήριο και να γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον καθ’ ου η ένσταση να αμυνθεί κατά τη διεξαγωγή της δίκης. Τα περιεχόμενα, δηλαδή, στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τα θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και καταχωρίζονται στα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά της συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα (άρθρο 591 παρ. 1 εδάφ. δ΄ ΚΠολΔ). Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση», σημειώνεται στα πρακτικά. Η σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.σχετ.ΟλΑΠ 2/2005 δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1450/2013, 1043/2010). Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών είναι απαραίτητη για την προάσπιση του δικαιώματος ακρόασης του ενάγοντος, που αγνοεί το περιεχόμενο των προτάσεων του αντιδίκου του, καθώς αυτές κατατίθενται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 2/2005 ό.π., ΑΠ 127/2016, 243/2005 δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον περί καταβολής ισχυρισμό της εναγόμενης επειδή δεν προτάθηκε συνοπτικώς και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δεν έσφαλε στην κρίση του. Ωστόσο ο ισχυρισμός περί εξόφλησης παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, κατ’ άρθρο 527 αριθ.6 ΚΠολΔ, καθόσον αποδεικνύεται εγγράφως και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Η εκκαλούσα – εναγόμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει 1) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 26, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………, το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 6.476,28 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.3), 2) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 2, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………., το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 352,53 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.4), 3) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 2, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………., το πλοίο ΤΤ και σύνολο αποδοχών 498,18 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.5), 4) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 2, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……….., το πλοίο WCJ και σύνολο αποδοχών 498,18 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.6), 5) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 16, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………., το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 3.985,40 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.7), 6) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 12, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………….., το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 2.989,05 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.8), 7) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 5, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………, το πλοίο ΤΤ και σύνολο αποδοχών 1.245,44 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.9), 8) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 8, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………, το πλοίο WCJ και σύνολο αποδοχών 1.992,70 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.10), 9) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 10, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας. ……………, το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 2.490,88 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.11) και 10) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 7, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……….., το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 1.743,62 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.25.12). Ο πρώτος εφεσίβλητος -ενάγων με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του επί της εφέσεως αρνείται ότι εισέπραξε το αιτούμενο για διαφορές αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος ναυτολόγησης ποσό, δια καταβολών από τις λοιπές, πλην της εκκαλούσας – εναγόμενης, εταιρείες του ομίλου. Η εναγομένη, η οποία έχει το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί εξόφλησης, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο πρώτος ενάγων έλαβε οιοδήποτε ποσό έναντι των ανωτέρω απαιτήσεών του για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του. Οι ανωτέρω εκτιθέμενες καταβολές στον πρώτο ενάγοντα, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες τα αναφερόμενα στις αποδείξεις πληρωμής και τα αντίστοιχα τραπεζικά εμβάσματα χρηματικά ποσά, εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών του από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης. Πράγματι, στις αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής, όπως αποδείχθηκε και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του ομίλου και όχι της εναγόμενης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του ομίλου και όχι του πλοίου της εναγόμενης. Καμία αναφορά δεν γίνεται στις εν λόγω αποδείξεις ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος κατά της εναγόμενης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής ή κατά περίπτωση ηλεκτρονικής μεταφοράς των ανωτέρω ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του ομίλου και όχι την εναγόμενη. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο εν λόγω (πρώτος) ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του έναντι της εναγόμενης. Μάλιστα, η ίδια η εναγόμενη, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την ένορκη βεβαίωση της …. …., η οποία κατέθεσε σχετικά, κατ’ ακριβή διατύπωση «…. Οι πληρωμές των αποδοχών των παραπάνω ναυτικών για κάθε ημέρα υπηρεσίας τους, γινόντουσαν με προκαταβολές και διατραπεζικά με εμβάσματα σε ατομικούς λογαριασμούς τους μέσω της τράπεζας ……………….. Κάθε μήνα εκδίδετο από το κοινό λογιστήριο του Ομίλου “……” στον Πειραιά, αναλυτική απόδειξη πληρωμής αποδοχών στην οποία αναφερόντουσαν ακριβώς οι ημέρες εργασίας κάθε ναυτικού και τα ποσά που πληρωνόντουσαν για κάθε συγκεκριμένη αιτία. Οι αποδοχές για τις ημέρες εργασίας του πληρώματος κάθε μήνα, πληρωνόντουσαν στους ναυτικούς από οποιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου σε πλοίο της οποίας υπηρετούσε, ή ακόμη και από την διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία “……………..”. Για το σύνολο των ημερών εργασίας σε κάθε πλοίο κάθε μήνα, έβγαινε εκκαθαριστικό σημείωμα το οποίο κάλυπτε τις αποδοχές των ημερών αυτών υπηρεσίας των ναυτικών μέσα στο μήνα. Αυτά τα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα – αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, έβγαιναν στο τέλος κάθε μήνα από το μοναδικό λογιστήριο της επιχείρησης “……..” στον Πειραιά και αφορούσαν τις αποδοχές για τις ημέρες υπηρεσίας του κάθε ναυτικού μέσα στο μήνα, και ο κάθε ναυτικός έπαιρνε αντίγραφο…». Η εν λόγω κατάθεση είναι αόριστη, αφού δεν αναφέρει ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου, κατέβαλε πότε και ποίο ποσό προς εξόφληση της απαιτήσεως του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγόμενης. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την κατάθεση του ………, στην υπ’αριθ. …../2022 ένορκη βεβαίωση, στην οποία αναφέρει κατ’ ακριβή διατύπωση «… Τις αποδοχές μας τις πληρωνόμασταν με προκαταβολές και εμβάσματα σε ατομικούς μας τραπεζικούς λογαριασμούς από οποιαδήποτε εταιρεία της επιχείρησης ……., ανεξάρτητα από το πλοίο στο οποίο είχαμε εργαστεί μέσα στο μήνα και σημειωνόντουσαν σε αποδείξεις πληρωμής αποδοχών που μας έδινε η εταιρεία κάθε μήνα, στις οποίες σημείωνε τις αποδοχές μας για κάθε μήνα και τις οποίες υπογράφαμε αφού είχαμε εισπράξει τα ποσά που έγραφαν και κρατούσαμε αντίγραφο…». Και η ανωτέρω κατάθεση είναι αόριστη, αφού ο ενόρκως βεβαιών δεν κατέθεσε ποίο ποσό κατεβλήθη από ποία εκ των ανωτέρω εταιρειών του Ομίλου και πότε, έναντι των απαιτήσεων του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, εάν πράγματι με τις παραπάνω καταβολές, οι τρίτες εταιρείες του Ομίλου, εξοφλούσαν τις ένδικες απαιτήσεις του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στην εναγόμενη, λογικό και αναμενόμενο ήταν, αυτές να αναγράψουν σαφώς στις ως άνω έγγραφες αποδείξεις τους, τα ποσά που κατέβαλαν για λογαριασμό της εναγόμενης, αφού πρόκειται για εξόφληση ξένης απαίτησης. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη έναντι της ανωτέρω απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο PJ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ουδέν κατέβαλε σε αυτόν, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη με τον πρώτο λόγο έφεσής της, με αποτέλεσμα για την αιτία αυτή να συνεχίζει να οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.498,80 ευρώ. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένσταση εξόφλησης τυγχάνει απορριπτέα στην ουσία της, ο σχετικός λόγος της έφεσης (πρώτος), με τον οποίο η εκκαλούσα επεδίωκε την παραδοχή της και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία άγει στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό της εκκαλουμένης, ήτοι στην απόρριψη της ένστασης, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’άρθρο 534 ΚΠολΔ, δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσης της εκκαλούσας και δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο περιορίστηκε στην έρευνα του λόγου έφεσης που η ίδια η εκκαλούσα μετέφερε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του στο πλοίο PJ εργάστηκε συνολικά 15 ημέρες για τις οποίες δικαιούται αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Εφόσον ο συνολικός μηνιαίος μισθός του για το έτος 2019 ανερχόταν, όπως έγινε δεκτό, στο ποσό των 6.997,60 ευρώ, ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει για κάθε 19μερο εργασίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων, το ποσό των 442,24 ευρώ [(6.997,60 ευρώ χ2/25=) 559,80 χ 0,79 19μερα=] και όχι το ποσό των 3.476,36 ευρώ που εσφαλμένως επιδίκασε η εκκαλουμένη σε βάρος της εναγομένης, καθώς υπολόγισε τα ένδικα επιδόματα με βάση τα δεκαεννιαήμερα που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα των μηνών που απασχολήθηκε ο πρώτος ενάγων στο ένδικο πλοίο και όχι με βάση τις πραγματικές ημέρες απασχόλησης αυτού επί του πλοίου, οπότε δικαιούται να λάβει την αναλογία των 15 ημερών και όχι το σύνολο των προβλεπόμενων στο νόμο αποδοχών, δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη και δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης, ο πρώτος ενάγων δεν δικαιούται τον κατ’άρθρο 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ μισθό. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη έσφαλε κατά τον αριθμητικό υπολογισμό του κονδυλίου τούτου και πρέπει ο δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το συναφές σκέλος αυτού, που πλήττει τον τρόπο υπολογισμό του κονδυλίου, να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Το ανωτέρω ποσό των 442,24 ευρώ οφείλει να καταβάλει η εναγόμενη στον πρώτο ενάγοντα, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης εξόφλησης των επιδομάτων εορτών, που επαναφέρει η εναγόμενη στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της έφεσης. Τούτο διότι στις ανωτέρω αναφερόμενες και προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία άλλων εταιρειών του Ομίλου και όχι της εναγόμενης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα άλλων πλοίων του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγόμενης, δεν γίνεται μνεία ότι οι γενόμενες καταβολές αφορούν και την ένδικη απαίτηση του πρώτου ενάγοντος έναντι της εναγόμενης για το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019, ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από τις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων με επιμέλεια της εναγόμενης, ………. και ……………., το περιεχόμενο των οποίων (ενόρκων βεβαιώσεων), κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση σημείο, παρατίθεται αυτολεξί ανωτέρω, αφού στις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις γίνεται γενική και αόριστη αναφορά ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων του Ομίλου γίνονταν όχι μόνο από την πλοιοκτήτρια του πλοίου που κάθε φορά απασχολείτο ο ναυτικός, αλλά και από έτερες εταιρείες του Ομίλου και τη διαχειρίστρια εταιρεία των πλοίων, χωρίς οι ανωτέρω εξετασθέντες να καταθέτουν σαφώς ποια από τις εταιρείες του Ομίλου κατέβαλε, πότε και ποιο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019, από την εργασία του στο ένδικο πλοίο της εναγόμενης. Μετά ταύτα ο δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την ένσταση εξόφλησης της απαίτησης του πρώτου ενάγοντος για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019, από την εργασία του στο πλοίο της, επιδιώκοντας την παραδοχή της και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κατά συμφωνία των διαδίκων ρύθμιζε τις επίδικες ναυτολογήσεις, οι ελάχιστες προβλεπόμενες κατά μήνα αποδοχές του δευτέρου ενάγοντος, απασχολούμενου στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης ως Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου, ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 3.555,65 ευρώ και δη 1.883,23 ευρώ ως μισθός ενεργείας, πλέον 414,31 ευρώ ως επίδομα Κυριακών, πλέον 622,07 ευρώ ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον 36,64 ευρώ ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον 599,40 ευρώ ως αντιτίμου τροφής, αφού ως προς αυτά τα επιμέρους κονδύλια η εκκαλουμένη απόφαση δεν πλήττεται. Με την εκκαλουμένη απόφαση, έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός ότι επιπλέον των ανωτέρω αποδοχών ο δεύτερος ενάγων δικαιούνταν το ποσό των 133,23 ευρώ μηνιαίως, ως επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, καθώς και ότι πλέον των ανωτέρω νομίμων αποδοχών, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του δευτέρου ενάγοντος και της εναγομένης, να λαμβάνει αυτός κατ’ αποκοπή αμοιβή μηνιαίως για εργασία οκτώ ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες και δη για 5,66 ημέρες Σαββάτου και αργίας κατά μέσο όρο μηνιαίως, αντί ποσού 16,34 ευρώ ανά ώρα και συνολικά μηνιαίως το ποσό των 739,87 ευρώ. Η εναγόμενη, με τον τρίτο λόγο της έφεσής της πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω εφαρμοζόμενης ΣΣΝΕ καθό μέρος δέχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων δικαιούνταν το ειδικό επίδομα ποσού 133,23 ευρώ μηνιαίως για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, επικαλούμενη ότι το επίδομα αυτό προβλέπεται από την οικεία ΣΣΝΕ μόνον για την ειδικότητα του Ηλεκτρολόγου και όχι και για την ειδικότητα του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου, με την οποία εργάσθηκε στο πλοίο της ο δεύτερος ενάγων. Επιπλέον, με τον ίδιο λόγο έφεσης πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης καθό μέρος δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων κατ’ αποκοπή αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω ΣΣΝΕ, εφόσον με τις διατάξεις της εν λόγω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται τοιούτου είδους αμοιβή. Από τις προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών που αφορούν την απασχόληση του δεύτερου ενάγοντα κατά το επίδικο διάστημα των ναυτολογήσεών του σε διάφορα πλοία του Ομίλου, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον δεύτερο ενάγοντα, μεταξύ άλλων και αμοιβή για «ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΑΒΒΑΤΟΥ». Και ενώ πράγματι με την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ΣΣΝΕ δεν προβλέπεται η καταβολή κατ’ αποκοπή κάθε μήνα αμοιβής για απασχόληση της ειδικότητας με την οποία εργάσθηκε ο δεύτερος ενάγων στο πλοίο της εναγομένης κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, ούτε ο τελευταίος εργαζόταν σε τακτική βάση τα Σάββατα και τις αργίες, όπως προκύπτει από το ναυτικό του φυλλάδιο, η σταθερή καταβολή της εν λόγω αμοιβής στις μισθοδοτικές του καταστάσεις, ενισχύει τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί ειδικότερης συμφωνίας του δεύτερου ενάγοντος και της εναγόμενης, για τη λήψη κάθε μήνα επιπλέον των νομίμων αποδοχών του, κατ’ αποκοπή αμοιβής για τυχόν εργασία του επί οκτώ ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, ο μηνιαίος μέσος όρος των οποίων (ημερών Σαββάτου και αργίας) ανέρχεται σε 5,66 ευρώ. Για την εν λόγω συμφωνηθείσα αμοιβή, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 13 της ανωτέρω ΣΣΝΕ κατά την οποία η ανά ώρα αμοιβή για την απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας της ειδικότητας του Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου ανέρχεται σε ευρώ 16,34. Επομένως, αποδεικνύεται ότι, μεταξύ της εναγόμενης και του δευτέρου ενάγοντος είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι, πλέον των νομίμων αποδοχών του, αυτός εδικαιούτο όπως λάβει αμοιβή για εργασία αυτού επί οκτώ ώρες για 5,66 κατά μέσο όρο μηνιαίως ημέρες Σαββάτου και αργίας, ανεξαρτήτως εάν αυτός πράγματι εργαζόταν τις εν λόγω ημέρες και συνολικά, αυτός (δεύτερος ενάγων) επιπλέον των ως άνω νομίμων αποδοχών του ως συμφωνημένες αποδοχές, δικαιούνταν να λάβει το ποσό των ευρώ (5,66 επί 8 επί 16,34=) 739,87, όπως ισχυρίσθηκε ο δεύτερος ενάγων με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου συνεπώς ως ουσιαστικά αβασίμου του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγόμενης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 8 της ανωτέρω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, υπό του τίτλου «Ειδικά Επιδόματα» προβλέφθηκε ότι στον Ηλεκτρολόγο του πλοίου για τις εργασίες μηχανοστασίου καθώς και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων καταβάλλεται μηνιαίως ως ειδκό επίδομα το ποσό των ευρώ 133,23. Επιπλέον, στο άρθρο 1 της ίδιας ΣΣΝΕ, υπό του τίτλου «Βασικός Μισθός» προβλέπεται ο βασικός μισθός του Ηλεκτρολόγου, χωρίς διάκριση μεταξύ Προϊσταμένου Ηλεκτρολόγου και Ηλεκτρολόγου. Ακολούθως, στη σημείωση (β) του ιδίου άρθρου της ίδιας ΣΣΝΕ προβλέπεται ότι «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του πδ 230/1984, σε πλοία άνω των 8.000 κοχ., προσλαμβάνονται δύο ηλεκτρολόγοι και ένας βοηθός Ηλεκτρολόγου, σύμφωνα δε με την παράγραφο 11 του άρθρου 7 του ΠΔ 437/1986, όπου υπάρχουν περισσότεροι του ενός ηλεκτρολόγοι, επικεφαλής τους είναι ο Προϊστάμενος Ηλεκτρολόγος ο οποίος ρυθμίζει τις εργασίες και τα λοιπά καθήκοντα των ηλεκτρολόγων και των βοηθών ηλεκτρολόγων. Με βάση τα παραπάνω όπου υπάρχουν περισσότεροι του ενός ηλεκτρολόγοι και βοηθός ηλεκτρολόγου, οι αντίστοιχοι βασικοί μισθοί καθορίζονται ως ακολούθως….». Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 230/1984 προβλέπεται ότι «Στο άρθρο 2 του Π.Δ. 177/74 “περί οργανικής συνθέσεως των πληρωμάτων των επιβατηγών (Ακτοπλοικών – Μεσογειακών – Τουριστικών) πλοίων” (Φ 64 Α`/74) προστίθεται παράγραφος 9 που έχει ως ακολούθως: “9 α) Σε πλοία, (ατμόπλοια, δηζελόπλοια) 1.500 μέχρι 8.000 κόρων ολικής χωρητικότητας προσλαμβάνονται ένας (1) Ηλεκτρολόγος και ένας (1) Βοηθός Ηλεκτρολόγου, πλην των δρομολογημένων ακτοπλοικών επιβατηγών πλοίων στα οποία η πρόσληψη του Βοηθού Ηλεκτρολόγου είναι προαιρετική. β) Σε πλοία άνω των 8.000 κόρων ολικής χωρητικότητας προσλαμβάνονται δυο (2) Ηλεκτρολόγοι και ένας (1) Βοηθός Ηλεκτρολόγου.». Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του ήδη κατηργημένου, με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ΠΔ 141/2014, άρθρου 7 του ΠΔ 437/1986, υπό του τίτλου «Καθήκοντα ηλεκτρολόγου», προβλέπονταν ότι «Ο Ηλεκτρολόγος: 1.Υποχρεούνται να εξασφαλίσει υπεύθυνα τη σωστή και ομαλή συντήρηση και λειτουργία όλων των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων παραγωγής – διανομής και κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σε όλους τους χώρους και διαμερίσματα του πλοίου, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών εφαρμογών πλην αυτών αρμοδιότητας του Αξιωματικού Ασυρμάτου που προσδιορίζονται από τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας Ελληνικών Εμπορικών πλοίων. 2.Εφαρμόζει τους κανόνες ασφάλειας για τα πρόσωπα, μηχανήματα για αποφυγή ηλεκτροπληξίας, πυρκαϊάς, και βλάβης. 3. Φυλάσσει και διατηρεί σε καλή κατάσταση τα αναλλώσιμα και ανταλλακτικά της αρμοδιότητάς του, τα όργανα μετρήσεων ελέγχου, τα εργαλεία και ευθύνεται για την συντήρηση όλων των συσσωρευτών του πλοίου πλην ασυρμάτου. 4.Μεριμνά για την σωστή λειτουργία του γενικού φωτισμού και του φωτισμού ασφάλειας του πλοίου, περιλαμβανομένης και της αντικατάστασης των λαπτήρων. 5.Βρίσκεται πάντοτε στο Μηχανοστάσιο κατά τον απόπλου και κατάπλου του πλοίου σε λιμένες, όρμους, διώρυγες, ποταμούς, διαύλους και γενικά όταν εκτελούνται χειρισμοί στην κύρια μηχανή. 6.Μετέχει και παρακολουθεί τις διενεργούμενες από τα εργοστάσια ή συνεργεία επισκευές της αρμοδιότητάς του. 7.Μεριμνά να υπάρχουν στο πλοίο τα αναγκαία υλικά και ανταλλακτικά της αρμοδιότητάς του και τηρεί βιβλία εργασιών και μονώσεων. 8.Ελέγχει και μεριμνά για την καλή κατάσταση της αντίστασης – μόνωσης των ηλεκτρογεννητριών, μετασχηματιστών, ηλεκτροκινητήρων, φωτισμού, των γραμμών τροφοδότησης των κυκλωμάτων και κάθε ηλεκτρολογικού μηχανήματος ή συσκευής. 9.Παρακολουθεί και μεριμνά για την ομαλή λειτουργία των μέσων φορτοεκφόρτωσης του πλοίου. 10.Διενεργεί τις επιβαλλόμενες από την τεχνική δεοντολογία ηλεκτρικές περιελίξεις επαγωγίμων κλπ για αποκατάσταση της λειτουργίας των ηλεκτρικών, μηχανών εφόσον υπάρχουν τα μέσα και είναι δυνατόν.11.Όπου υπάρχουν περισσότεροι· του ενός ηλεκτρολόγοι, επικεφαλής τους είναι ο Προϊστάμενος Ηλεκτρολόγος ο οποίος ρυθμίζει τις εργασίες και τα λοιπά καθήκοντα των ηλεκτρολόγων και βοηθών ηλεκτρολόγου.». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 91 του ΒΔ 683/1960 «Κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας επί επιβατηγών πλοίων», όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής του με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ΠΔ 71/2022, υπό του τίτλου «Ηλεκτρολόγος Καθήκοντα εν γένει.» «1. Ο Ηλεκτρολόγος, όπου υπάρχει τοιούτος, τελεί υπό τας διαταγάς και τον έλεγχον το Α` και του Β` Μηχανικού και είναι υπόλογος διά τα ηλεκτρικά μηχανήματα, τας ηλεκτρικάς εγκαταστάσεις και ψυκτικάς μηχανάς, το δίκτυον και το ηλεκτρικόν υλικόν εν γένει του πλοίου, εξαιρέσει των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνίας και διά την καλήν συντήρησιν και λειτουργίαν αυτών. 2. Οφείλει να επαναλαμβάνηται της αμέσου επισκευής πάσης ζημίας ή βλάβης η οποία ήθελε τυχόν παρουσιασθή εις οιανδήποτε ώραν ημέρας ή νυκτός εις τα υπό την δικαιοδοσίαν του ηλεκτρικά μηχανήματα και εγκαταστάσεις. 3. Μεριμνά διά τον καθαρισμόν των ηλεκτρικών λαμπτήρων και διά την αφαίρεσιν και διαφύλαξιν αυτών εν περιπτώσει επισκευής του πλοίου. 4. Βοηθεί τους Ραδιοτηλεγραφητάς εις τας επισκευάς των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνίας και ηλεκτρονικών επισκευών. 5. Οσάκις δεν υπάρχει επί του πλοίου τοιούτος τα καθήκοντά του εκτελεί ο Β` μηχανικός βοηθούμενος υπό του προσωπικού της Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών.». Ήδη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.3 και 4 του ΠΔ 71/2022, διαχωρίσθηκαν οι αρμοδιότητες του Ηλεκτρολόγου που ρυθμίζονται με το άρθρο 91 του ανωτέρω ΒΔ και του βοηθού Ηλεκτρολόγου που ρυθμίζονται με το άρθρο 91 α του ανωτέρω ΒΔ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως από το γεγονός ότι στον «Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας επί επιβατηγών πλοίων» που εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν προβλέπονται διαφορετικές αρμοδιότητες για τον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο και τον μη Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 8 της ανωτέρω εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ, θεσπιζόμενο ειδικό επίδομα καταβάλλεται και στον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που κρίνοντας όμοια δέχθηκε ότι στις νόμιμες τακτικές αποδοχές του δευτέρου ενάγοντος περιλαμβάνεται και το ποσό των 133,23 ευρώ ως ειδικό επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου καθώς και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις της εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ και περαιτέρω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου, κατά τούτο, τρίτου λόγου της έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω οι ελάχιστες συμφωνημένες αποδοχές του δεύτερου ενάγοντος κατά τη διάρκεια της ένδικης ναυτολόγησης του ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 4.428,75 ευρώ και δη 1.883,23 ευρώ ως μισθός ενεργείας, πλέον 414,31 ευρώ ως επίδομα Κυριακών, πλέον 622,07 ευρώ ως επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, πλέον 36,64 ευρώ ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, πλέον 599,40 ευρώ ως αντιτίμου τροφής, πλέον 133,23 ευρώ ως επίδομα για τις εργασίες μηχανοστασίου και για την επίβλεψη κλιματιστικών μηχανημάτων, πλέον 739,87 ευρώ ως συμφωνημένη κατ’ αποκοπή αμοιβή για τυχόν εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας ανεξαρτήτως εάν πράγματι εκτελούσε αυτές και όχι μόνον το ποσό των 3.555,65 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του τρίτου λόγου έφεσης της εναγόμενης.

Επίσης με τον ίδιο (τρίτο) λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα – εναγόμενη πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης, καθό μέρος απέρριψε τον ισχυρισμό της περί εξόφλησης των αιτούμενων αποδοχών του δεύτερου εφεσίβλητου-ενάγοντος για τις ημέρες υπηρεσίας του στο ένδικο πλοίο, ο οποίος είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτος διότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγόμενης κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης, συνοπτικά, με σαφή αναφορά των γεγονότων που τον θεμελιώνουν. Ειδικότερα παραπονείται ότι στο πλαίσιο της νομίμως επ’ακροατηρίου προβληθείσας άρνησης της αγωγής ως νόμω και ουσίας αβάσιμης, αν και παρέθεσε στις προτάσεις του τα περιστατικά της καταβολής στον δεύτερο εφεσίβλητο – ενάγοντα των ποσών που έλαβε, αποδεικνύοντας τον σχετικό ισχυρισμό με την προσκόμιση μετ’επικλήσεως των αναλυτικών αποδείξεων πληρωμής των αποδοχών του μετά των οικείων τραπεζικών εμβασμάτων, ουδόλως ελήφθησαν υπόψη από την εκκαλουμένη. Ο ισχυρισμός αυτός περί εξοφλήσεως παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, κατ’ άρθρο 527 αριθ.6 ΚΠολΔ, καθόσον αποδεικνύεται εγγράφως και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Η εκκαλούσα – εναγόμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει 1) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 4, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………………, το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 608,94 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.5), 2) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 3, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………….., το πλοίο ΤΤ και σύνολο αποδοχών 1.136,70 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.6), 3) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούνιος 2019, ημέρες ασφάλισης 18, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……….., το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 2.740,24 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.7), 4) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 5, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………….., το πλοίο WCJ και σύνολο αποδοχών 771,94 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.8), 5) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 9, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………….., το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 1,414,41 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.9), 6) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Ιούλιος 2019, ημέρες ασφάλισης 16, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………….., το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 2.514,50 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.10), 7) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 4, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………, το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 628,63 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.11), 8) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 6, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……………., το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 942,94 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.12), 9) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Αύγουστος 2019, ημέρες ασφάλισης 2, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ………….., το πλοίο WCJ και σύνολο αποδοχών 297,64 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.13), 10) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Σεπτέμβριος 2019, ημέρες ασφάλισης 4, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας ……….., το πλοίο WCJ και σύνολο αποδοχών 595,28 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.14), 11) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Σεπτέμβριος 2019, ημέρες ασφάλισης 4, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………., το πλοίο CJ2 και σύνολο αποδοχών 628,63 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.15) και 12) την απόδειξη πληρωμής αποδοχών για την περίοδο Σεπτέμβριος 2019, ημέρες ασφάλισης 22, στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εταιρείας …………., το πλοίο CV και σύνολο αποδοχών 3.457,44 ευρώ, ενώ η ίδια ως άνω εταιρεία αναφέρεται ως εντολέας στο αντίστοιχο τραπεζικό έμβασμα – αναλυτική αναφορά εκτέλεσης πληρωμών (σχετ.27.16). Ο δεύτερος εφεσίβλητος – ενάγων με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του επί της εφέσεως αρνείται ότι εισέπραξε το αιτούμενο για διαφορές αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος ναυτολόγησης ποσό, δια καταβολών από τις λοιπές, πλην της εκκαλούσας – εναγόμενης, εταιρείες του Ομίλου. Η εναγόμενη, η οποία έχει το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί εξόφλησης, δεν απέδειξε ότι πράγματι ο δεύτερος ενάγων έλαβε οιοδήποτε ποσό έναντι των ανωτέρω απαιτήσεών του για διαφορές αποδοχών για την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του. Οι ανωτέρω εκτιθέμενες καταβολές στον δεύτερο ενάγοντα, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα από τις καταβάλλουσες τα αναφερόμενα στις αποδείξεις πληρωμής και τα αντίστοιχα τραπεζικά εμβάσματα χρηματικά ποσά, εταιρείες ως τρίτους, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 317 – 319 ΑΚ, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του δεύτερου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών του από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγομένης, την κρίσιμη χρονική περίοδο. Πράγματι, στις αναλυτικά αναφερόμενες και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής, όπως αποδείχθηκε και αναλύεται ανωτέρω, αναγράφεται η επωνυμία έτερης εταιρείας του Ομίλου και όχι της εναγόμενης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα ετέρου πλοίου του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγόμενης. Καμία αναφορά δεν γίνεται στις εν λόγω αποδείξεις ότι οι καταβολές αυτές αφορούν και τις ένδικες απαιτήσεις του δεύτερου ενάγοντος κατά της εναγόμενης. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στις συνοδεύουσες τις αποδείξεις πληρωμής, αποδείξεις καταβολής ή κατά περίπτωση ηλεκτρονικής μεταφοράς των ανωτέρω ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντος με εντολέα έτερη εταιρεία του Ομίλου και όχι την εναγόμενης. Εξάλλου, από μόνη την καταβολή των ανωτέρω ποσών, δοθέντος ότι ο δεύτερος ενάγων, εργάσθηκε στα πλοία που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις, δεν δύναται να συναχθεί ότι οι καταβολές αυτές αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις του έναντι της εναγόμενης. Μάλιστα, η ίδια η εναγόμενης, στα πλαίσια του υπό κρίση ισχυρισμού της δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν από συγκεκριμένη εκ των ανωτέρω εταιρειών, έναντι των ενδίκων απαιτήσεων του δεύτερου ενάγοντος. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις της …….. και του …………, το περιεχόμενο των οποίων κατά το ενδιαφέρον για την υπόψη περίπτωση σημείο, παρατίθεται αυτολεξί ανωτέρω, αφού στις εν λόγω καταθέσεις αορίστως αναφέρεται ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων γίνονταν από οποιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου και από τη διαχειρίστρια, χωρίς να καταθέτουν ειδικότερα ποια από τις εταιρείες κατέβαλε, πότε και ποιο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης του δεύτερου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο ανωτέρω πλοίο της εναγόμενης κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Επομένως, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη έναντι της ανωτέρω απαίτησης του δεύτερου ενάγοντος για διαφορές αποδοχών από την εργασία του στο πλοίο PJ, ουδέν κατέβαλε σε αυτόν, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, με αποτέλεσμα για την αιτία αυτή να συνεχίζει να οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.100,12 ευρώ. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένσταση εξόφλησης τυγχάνει απορριπτέα στην ουσία της, ο σχετικός λόγος της έφεσης (τρίτος), με τον οποίο η εκκαλούσα επεδίωκε την παραδοχή της και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία άγει στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό της εκκαλουμένης, ήτοι στην απόρριψη της ένστασης, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’άρθρο 534 ΚΠολΔ, δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσης της εκκαλούσας και δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο περιορίστηκε στην έρευνα του λόγου έφεσης που η ίδια η εκκαλούσα μετέφερε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του στο πλοίο PJ εργάστηκε συνολικά 21 ημέρες για τις οποίες δικαιούται αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2019. Εφόσον ο συνολικός μηνιαίος μισθός του για το έτος 2019 ανερχόταν, όπως έγινε δεκτό, στο ποσό των 4.428,75 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει για κάθε 19μερο εργασίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων, το ποσό των 389,73 ευρώ [(4.428,75 ευρώ χ2/25=) 354,30 χ 1,10 19μερα=] και όχι το ποσό των 2.703,30 ευρώ που εσφαλμένως επιδίκασε η εκκαλουμένη σε βάρος της εναγόμενης, καθώς υπολόγισε τα ένδικα επιδόματα με βάση τα δεκαεννιαήμερα που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα των μηνών που απασχολήθηκε ο δεύτερος ενάγων στο ένδικο πλοίο και όχι με βάση τις πραγματικές ημέρες απασχόλησης αυτού επί του πλοίου, οπότε δικαιούται να λάβει την αναλογία των 21 ημερών και όχι το σύνολο των προβλεπόμενων στο νόμο αποδοχών, δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη και δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης, ο δεύτερος ενάγων δεν δικαιούται τον κατ’άρθρο 60 του προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ μισθό. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη έσφαλε κατά τον αριθμητικό υπολογισμό του κονδυλίου τούτου και πρέπει ο τέταρτος λόγος της έφεσης, κατά το συναφές σκέλος αυτού, που πλήττει τον τρόπο υπολογισμό του κονδυλίου του επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019, να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Το ανωτέρω ποσό των 389,73 ευρώ οφείλει να καταβάλει η εναγόμενη στον δεύτερο ενάγοντα, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης εξόφλησης των επιδομάτων εορτών, που επαναφέρει η εναγόμενη στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου της έφεσής της. Τούτο διότι στις ανωτέρω αναφερόμενες και προσκομιζόμενες μετ’επικλήσεως από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία άλλων εταιρειών του Ομίλου και όχι της εναγόμενης, καθώς επίσης αναγράφεται το όνομα άλλων πλοίων του Ομίλου και όχι του πλοίου της εναγόμενης, δεν γίνεται μνεία ότι οι γενόμενες καταβολές αφορούν και την ένδικη απαίτηση του δεύτερου ενάγοντος έναντι της εναγόμενης για το επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019, ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από τις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων με επιμέλεια της εναγόμενης, …………….. και ……….., το περιεχόμενο των οποίων (ενόρκων βεβαιώσεων), κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση σημείο, παρατίθεται αυτολεξί ανωτέρω, αφού στις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις γίνεται γενική και αόριστη αναφορά ότι οι αποδοχές των πληρωμάτων των πλοίων του Ομίλου γίνονταν όχι μόνο από την πλοιοκτήτρια του πλοίου που κάθε φορά απασχολείτο ο ναυτικός, αλλά και από έτερες εταιρείες του Ομίλου και τη διαχειρίστρια εταιρεία των πλοίων, χωρίς οι ανωτέρω εξετασθέντες να καταθέτουν σαφώς ποια από τις εταιρείες του Ομίλου κατέβαλε, πότε και ποιο ποσό προς εξόφληση της ένδικης απαίτησης του δεύτερου ενάγοντος για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019, από την εργασία του στο ένδικο πλοίο της εναγόμενης. Μετά ταύτα ο τέταρτος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος αυτού με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την ένσταση εξόφλησης της απαίτησης του δεύτερου ενάγοντος για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2019, από την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης, επιδιώκοντας την παραδοχή της και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατ’ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη έφεση κατά τους ως άνω ευδοκιμήσαντες λόγους της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη πληγέν και μη ανατραπέν μέρος της για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσής της (ΑΠ 748/1984, Δνη 26/642, ΜονΕφΠειρ. 605/2014, αδημ. ΕφΠειρ. 700/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 277/2005, ΔΕΕ 2005/685, ΕφΠειρ. 91/2004, Πειρ. Νομ. 2004/160) και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.941,04 ευρώ (3.498,80 + 442,24) με το νόμιμο τόκο από 30.8.2019, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.489,85 ευρώ (3.100,12 + 389,73) με το νόμιμο τόκο από 26.9.2019 και στον τρίτο ενάγοντα (ως προς τον οποίο δεν προσβλήθηκε η εκκαλουμένη) το ποσό των 994,85 ευρώ (440,20 + 554,65) με το νόμιμο τόκο από 12.7.2019 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο, αιτήματος της εκκαλούσας – εναγόμενης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την μέρους της καταβολή στους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, των χρηματικών ποσών ως προς τα οποία η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, πλέον τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, αφού με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης εξαφανίζεται και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της εν μέρει ήττας της και κατά τα λοιπά να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρ. 106, 176, 178, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση.

Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της.

Κρατεί και δικάζει την από 22.12.2020 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/……………/2020) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός ευρώ και τεσσάρων λεπτών (3.941,04) με το νόμιμο τόκο από 30.8.2019, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (3.489,85) με το νόμιμο τόκο από 26.9.2019 και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (994,85) με το νόμιμο τόκο από 12.7.2019 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 7 Ιουλίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ