ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 547/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από την Γραμματέα K.S.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, την ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Νικόλαο Λυγούρη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία <<……….>> που εδρεύει στη …….. Αττικής, όπως κατά νόμο εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Σταυρούλα Καπούνη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ).
Η εφεσίβλητη – ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 15.12.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τμήματος Ναυτικών Διαφορών. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2283/2024 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή εκκαλεί η εκκαλούσα – ενάγουσα με την από 12.9.2024 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2024 Πρωτ και …./…../2024 Εφετ.] έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αρχικώς για τη δικάσιμο της 16.10.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ με τις έγγραφες προτάσεις του, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη έφεση κατά της υπ’ αριθ.2283/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η από15.12.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2022 αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016 εντός της προβλεπομένης στο νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης, η οποία έλαβε χώρα την 1.7.2024, δεδομένου ότι δεν προέκυψε η επίδοση αυτής με επιμέλεια των διαδίκων οι οποίοι μάλιστα δεν αντιλέγουν προς τούτο. Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το παράβολο των 100,00 ευρώ με αριθμό ………./2024, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι, δυνάμει διαδοχικών ιδιωτικών συμφωνητικών, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου η πώληση του περιγραφόμενου στην αγωγή επαγγελματικού σκάφους έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 50.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ (24%) ποσού 12.000 ευρώ και συνολικά ποσό 62.000 ευρώ, από το οποίο κατέβαλε σταδιακά το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ. Ότι, παρά την καταβολή του ανωτέρω ποσού, ο εναγόμενος δεν προέβη στην παράδοση των εγγράφων και πιστοποιητικών του σκάφους, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης αυτού. Ότι προς εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής του, του απηύθυνε εξώδικη δήλωση – πρόσκληση, με την οποία τον κάλεσε να προβεί στην παράδοση των ανωτέρω εγγράφων εντός εύλογης προθεσμίας, πλην όμως ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε προς την πρόσκληση αυτή. Ότι λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του εναγομένου, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, υπαναχώρησε με μεταγενέστερη εξώδικη δήλωσή του από τη σύμβαση πώλησης. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η υπαναχώρησή της από την επίδικη σύμβαση ήταν νόμιμη και έγκυρη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της επιστρέψει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, το οποίο κατέβαλε έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να υποχρεωθεί περαιτέρω να της καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης, επίσης με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το ως άνω Δικαστήριο με την 2283/2024 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 7.10.2022 και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινα εκτελεστή για το ποσό των 20.000 ευρώ και καταδίκασε τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία όρισε στο ποσό των 1.300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ηττηθείς πρωτοδίκως εκκαλών – εναγόμενος με την υπό κρίση έφεσή του για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έλλειψη των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται από τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, όταν η αγωγή στηρίζεται στην υπαναχώρηση του πωλητή από σύμβαση πώλησης λόγω υπερημερίας του αγοραστή, προς το ορισμένο αυτής απαιτείται να εκτίθενται η κατάρτιση της σύμβασης και οι ουσιώδεις όροι της, ιδίως το αντικείμενο της πώλησης και το συμφωνηθέν τίμημα, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η υπερημερία του αγοραστή, η προηγούμενη εκπλήρωση ή η προσήκουσα προσφορά εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πωλητή, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του αγοραστή, ή τα περιστατικά που καθιστούν περιττή την προσφορά αυτή, η όχληση και η τάξη εύλογης προθεσμίας προς εκπλήρωση, όταν απαιτούνται κατά νόμο, ή τα περιστατικά που δικαιολογούν τη μη ανάγκη αυτών, καθώς και η δήλωση υπαναχώρησης και η περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο. Και τούτο διότι η υπαναχώρηση αποτελεί μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, η οποία επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο, επιφέροντας την αναδρομική λύση της σύμβασης και τις εκ του νόμου απορρέουσες συνέπειές της (ΑΠ 1168/2019, ΑΠ 216/2019, ΑΠ 472/2011).
Με τον υπό στοιχείο ΙΙ.1.α λόγο της εφέσεώς του ο εκκαλών – εναγόμενος εκθέτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από αυτόν πρωτοδίκως ένσταση αοριστίας της αγωγής, μολονότι η ενάγουσα δεν εξέθετε στο αγωγικό δικόγραφο όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσής της. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ η αγωγή στηρίζεται στην άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης λόγω υπερημερίας του αγοραστή, δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε προηγουμένως εκπληρώσει ή προσφερθεί προσηκόντως να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που υπείχε έναντι αυτού, και ιδίως ότι είχε θέσει στη διάθεσή του τα αναγκαία δικαιολογητικά και έγγραφα για τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου ή ότι συνέτρεχαν περιστάσεις που καθιστούσαν περιττή την εκπλήρωση ή την προσφορά εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Ως εκ τούτου, κατά τον εκκαλούντα, δεν θεμελιώνεται η υπερημερία του ιδίου ούτε οι νόμιμες προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, με συνέπεια η αγωγή να είναι αόριστη και να έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέθεσε την κατάρτιση της από 16-4-2021 σύμβασης πώλησης του επίδικου σκάφους, το συμφωνηθέν τίμημα, καθώς και ότι κατέβαλε στον εναγόμενο μέρος αυτού, ανερχόμενο στο ποσό των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, εξέθεσε ότι ο εναγόμενος δεν της παρέδωσε τα αναγκαία για τη μεταβίβαση του σκάφους ναυτιλιακά έγγραφα και πιστοποιητικά ούτε τη νομή και κατοχή αυτού, ότι, προς τον σκοπό της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, του απηύθυνε την από 21-12-2021 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση, με την οποία τον κάλεσε να της παραδώσει εντός πέντε ημερών τα αναγκαία έγγραφα και το σκάφος, δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση, ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, καθώς και ότι, ακολούθως, με την από 6-10-2022 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 7-10-2022, υπαναχώρησε από τη σύμβαση και ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα παρέθεσε τα στοιχεία της σύμβασης, τα περιστατικά τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, θεμελίωναν την υπερημερία του εναγομένου, την προηγηθείσα όχλησή του, τη χορήγηση προθεσμίας προς εκπλήρωση, καθώς και τη δήλωση υπαναχώρησης και την περιέλευσή της στον αντισυμβαλλόμενο. Εξέθεσε, συνεπώς, όλα τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της αξίωσής της, ώστε να καθίσταται δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητάς της, ενώ οι αιτιάσεις του εκκαλούντος ότι δεν εκτέθηκαν περιστατικά σχετικά με την προηγούμενη εκπλήρωση των δικών της υποχρεώσεων ή την προσήκουσα προσφορά εκπλήρωσής τους δεν αφορούν το ορισμένο της αγωγής, αλλά την ουσιαστική βασιμότητα αυτής, δεδομένου ότι η ενάγουσα θεμελίωσε την αγωγή της στον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος είχε ήδη παραβιάσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, μη παραδίδοντας τα απαιτούμενα για τη μεταβίβαση του σκάφους έγγραφα και τη νομή και κατοχή αυτού. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον υπό στοιχείο ΙΙ.1.β λόγο της εφέσεώς του ο εκκαλών-εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως έκρινε ως νόμιμη την από 7-10-2022 δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας από την επίδικη σύμβαση πώλησης για το λόγο ότι κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 382 επ. ΑΚ, καθόσον η ενάγουσα δεν είχε προηγουμένως εκπληρώσει ούτε είχε προσφερθεί προσηκόντως να εκπληρώσει τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, ώστε να καταστεί απαιτητή η αντιπαροχή του και να περιέλθει ο ίδιος σε υπερημερία. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα, ευρισκόμενη η ίδια σε αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, δεν νομιμοποιούνταν να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα η σχετική εξώδικη δήλωση να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης ούτε να θεμελιώνει αξίωση επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος. Πλην όμως ο λόγος αυτός της έφεσης με αυτό το περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε πως ο εναγόμενος, μολονότι είχε αναλάβει την υποχρέωση να της παραδώσει το επίδικο σκάφος μαζί με όλα τα αναγκαία για τη μεταβίβασή του ναυτιλιακά έγγραφα και πιστοποιητικά, παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές. Επιπλέον εξέθεσε ότι με την από 21-12-2021 εξώδικη δήλωση – πρόσκλησή της τον κάλεσε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις εντός πέντε ημερών, δηλώνοντάς του ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση, πλην όμως εκείνος δεν συμμορφώθηκε. Ακολούθως, με την από 6-10-2022 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 7-10-2022, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την επίδικη σύμβαση και ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος τμήματος. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η ενάγουσα θεμελίωσε το δικαίωμα υπαναχώρησής της στον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής του υποχρέωσης, μετά από προηγούμενη όχληση και άπρακτη πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας. Οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, ότι η ενάγουσα δεν είχε προηγουμένως εκπληρώσει ούτε προσφερθεί να εκπληρώσει τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις και, συνεπώς, δεν νομιμοποιούνταν να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν κλονίζουν την ορθότητα της εφαρμογής των επικαλούμενων κανόνων δικαίου στην υπό κρίση περίπτωση, καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οδηγήθηκε στην κρίση περί της νομικής βασιμότητας του ασκηθέντος δικαιώματος, δεδομένου ότι η ενάγουσα αναφέρει ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρά την προηγηθείσα εξώδικη πρόσκληση της ενάγουσας, και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η τελευταία άσκησε νομίμως το δικαίωμα υπαναχώρησης, η δε σχετική εξώδικη δήλωσή της επέφερε τη λύση της σύμβασης. Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη έκρινε ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 382 επ. ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγομένου, με συνέπεια ο υπό στοιχείο ΙΙ.1.β λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Από την επανεκτίμηση της π’ αριθμ. ……/05-04-2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., που ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./31-03-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά ………), της από 12-04-2023 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ……., με αριθμό πρωτοκόλλου ………._2023, που ελήφθη με επιμέλεια του εναγομένου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθμ. ………/05-04-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………..), καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρο 339 σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ), για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων των προσκομιζομένων φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, συσταθείσα στην Αθήνα, δυνάμει του από 27-01-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και του …………….., για χρονική διάρκεια 12 ετών, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών ενοικίασης τουριστικού σκάφους χωρίς πλήρωμα και υπηρεσιών ενοικίασης επαγγελματικού τουριστικού σκάφους με πλήρωμα. Ως εταιρικό κεφάλαιο συμφωνήθηκε το ποσό των 220.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 220.000 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας ενός ευρώ (1) εκάστου, το οποίο καλύφθηκε ολοσχερώς σε μετρητά από τους ως άνω συμβαλλόμενους και δη κατά ποσοστό 37,50% από τον εναγόμενο, ο οποίος κατέβαλε το ποσό των 82.500 ευρώ και έλαβε 82.500 εταιρικά μερίδια και κατά ποσοστό 62,50% από τον …………….., ο οποίος κατέβαλε το ποσό των 137.000 ευρώ και έλαβε 137.500 εταιρικά μερίδια. Διαχειριστής της ορίστηκε αρχικά ο εκκαλών – εναγόμενος, ο οποίος αντικαταστάθηκε με την από 25-05-2021 απόφαση της Συνέλευσης των εταίρων της από τον ……………., κατά τροποποίηση του άρθρου 11 του συμφωνητικού σύστασης, απόφαση που καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρησης ………… Ο εναγόμενος …………….., εκπροσωπούμενος κατά τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων από τη ……….., συνήψε με την ενάγουσα εταιρεία «…………..» το από 9.3.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του επαγγελματικού τουριστικού πλοίου αναψυχής με το όνομα «Ε» (E), κυριότητάς του. Με το συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε η μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής του ανωτέρω πλοίου στην ενάγουσα έναντι συνολικού τιμήματος πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ πλέον του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι συνολικού ποσού εξήντα δύο χιλιάδων (62.000) ευρώ ενώ συμφωνήθηκε ότι μέρος του τιμήματος θα καταβαλλόταν προκαταβολικά και ο υπόλοιπο θα εξοφλείτο κατά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης της κυριότητας, η οποία θα πραγματοποιείτο με την παράδοση από τον πωλητή όλων των αναγκαίων εγγράφων νομιμοποίησης του πλοίου, των προβλεπόμενων πιστοποιητικών αξιοπλοΐας, νηολόγησης και επαγγελματικής εκμετάλλευσης, καθώς και κάθε άλλου δικαιολογητικού που απαιτούνταν για την καταχώριση της μεταβίβασης στο αρμόδιο νηολόγιο και την απρόσκοπτη συνέχιση της επαγγελματικής εκμετάλλευσης του σκάφους από την ενάγουσα. Η ολοκλήρωση της μεταβίβασης, όμως, δεν κατέστη δυνατή εντός του αρχικώς προβλεφθέντος χρόνου, εξαιτίας των έκτακτων συνθηκών που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19), η οποία επέφερε ουσιώδη ανατροπή στην αγορά των επαγγελματικών τουριστικών σκαφών και στην τουριστική δραστηριότητα. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, οι ίδιοι συμβαλλόμενοι προέβησαν στη σύναψη νέου ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης στις 16.4.2021, με το οποίο επαναβεβαίωσαν τη βούλησή τους για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ίδιου πλοίου, τροποποιώντας όμως τους οικονομικούς όρους της αρχικής σύμβασης. Ειδικότερα, συμφώνησαν τη μείωση του συνολικού τιμήματος στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α., διατηρώντας κατά τα λοιπά σε ισχύ τις υποχρεώσεις του πωλητή για την παράδοση του πλοίου ελεύθερου από κάθε πραγματικό ή νομικό ελάττωμα, την παράδοση όλων των απαιτούμενων ναυτιλιακών εγγράφων, πιστοποιητικών και λοιπών δικαιολογητικών που απαιτούνταν για τη νόμιμη μεταβίβαση της κυριότητας και την εγγραφή αυτής στο Νηολόγιο Πειραιά, καθώς και την υποχρέωσή του να συμπράξει σε κάθε απαιτούμενη διοικητική ή συμβολαιογραφική ενέργεια μέχρι την οριστική ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Ερειδόμενο μεταξύ των διαδίκων ζήτημα αποτελεί ο χρόνος καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ειδικότερα, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ καταβλήθηκε στις 16.4.2021, κατά την υπογραφή του από την ίδια ημερομηνία δεύτερου ιδιωτικού συμφωνητικού, με τραπεζική μεταφορά στον λογαριασμό του εναγομένου στην Τράπεζα EUROBANK, αποτελώντας, κατά τους ισχυρισμούς της, το συνολικό τίμημα της νέας και αυτοτελούς σύμβασης πώλησης, με την οποία αντικαταστάθηκε η αρχική συμφωνία της 9.3.2020. Προς θεμελίωση της εκδοχής αυτής επικαλείται την ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που επήλθε εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού και υποστηρίζει ότι, συνεπεία αυτής, το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα των εξήντα δύο χιλιάδων (62.000) ευρώ αναπροσαρμόσθηκε σε σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, ποσό το οποίο, κατά την άποψή της, εξοφλήθηκε ολοσχερώς κατά την υπογραφή του δεύτερου συμφωνητικού, με την προαναφερθείσα τραπεζική μεταφορά. Αντιθέτως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ είχε ήδη καταβληθεί στις 12.3.2020, ως προκαταβολή έναντι του αρχικώς συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος των εξήντα δύο χιλιάδων (62.000) ευρώ, στο πλαίσιο εκτέλεσης του από 9.3.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης, πλην όμως η ολοκλήρωση της μεταβίβασης δεν κατέστη δυνατή. Κατά την εκδοχή του, το από 16.4.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν συνιστούσε νέα και αυτοτελή σύμβαση, αλλά τροποποίηση της ήδη υφιστάμενης συμβατικής σχέσης, με την οποία τα μέρη, λαμβανομένης υπόψη της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, συμφώνησαν να μειώσουν το συνολικό τίμημα στο ήδη καταβληθέν ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, χωρίς να λάβει χώρα οποιαδήποτε νέα χρηματική καταβολή κατά την υπογραφή του. Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, από την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα EUROBANK, από την οποία προκύπτει ότι το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ εμβάστηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου στις 12.3.2020, με αιτιολογία που αναφέρεται επ’ αυτής ως «προκαταβολή αγοράς σκάφους Ε ΝΠ ………». Επιπλέον δεν προέκυψε ότι κατά την κατάρτιση του από 16.4.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού έλαβε χώρα νέα καταβολή χρημάτων. Τούτο δε συνάδει και με το περιεχόμενο των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, από το οποίο προκύπτει ότι το αντικείμενο της πώλησης παρέμεινε αμετάβλητο και ότι η ουσιώδης μεταβολή που επήλθε με το δεύτερο συμφωνητικό αφορούσε αποκλειστικά το ύψος του τιμήματος, το οποίο μειώθηκε από εξήντα δύο χιλιάδες (62.000) ευρώ σε σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, το από 16.4.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν δύναται να αξιολογηθεί ως νέα σύμβαση πώλησης, αλλά ως τροποποίηση της αρχικώς καταρτισθείσας από 9.3.2020 συμβατικής σχέσης, εκδοχή η οποία εναρμονίζεται πληρέστερα τόσο με το περιεχόμενο των συμβατικών κειμένων όσο και με το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε. Πράγματι, η παραδοχή ότι το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ είχε ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο της αρχικής συμφωνίας παρέχει εύλογη οικονομική εξήγηση στη μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, ενόψει και της ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών που επέφερε η πανδημία του κορονοϊού, να περιορίσουν το συνολικό τίμημα στο ήδη καταβληθέν ποσό. Αντιθέτως, η εκδοχή της ενάγουσας, κατά την οποία το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ καταβλήθηκε για πρώτη φορά στις 16.4.2021, προϋποθέτει ότι, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους από την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης, δεν είχε καταβληθεί οποιοδήποτε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, εκδοχή η οποία δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στο περιεχόμενο των συμβατικών κειμένων, ούτε εξηγεί πειστικά τη μεταγενέστερη αναπροσαρμογή του τιμήματος, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι από τα τραπεζικά στοιχεία προκύπτει συγκεκριμένη καταβολή του ποσού, στις 12.3.2020, με ρητή αιτιολογία, παραπέμπει σε προκαταβολή για την αγορά του επίδικου σκάφους. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου και της λειτουργίας των δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, της διατήρησης του ίδιου αντικειμένου της πώλησης, της αποκλειστικής μεταβολής του ύψους του τιμήματος, καθώς και, ιδίως, του τραπεζικού αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ καταβλήθηκε στις 12.3.2020, στο πλαίσιο εκτέλεσης του από 9.3.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης, το δε από 16.4.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά την τροποποίηση του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο περιορίστηκε στο ήδη καταβληθέν ποσό, και όχι τη δημιουργία νέας υποχρέωσης καταβολής του ποσού αυτού. Ακολούθως, ο εναγόμενος και στα δύο ανωτέρω συμβατικά κείμενα, είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραδώσει όλα τα αναγκαία έγγραφα νομιμοποίησης, τα προβλεπόμενα ναυτιλιακά πιστοποιητικά και κάθε άλλο δικαιολογητικό που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης της κυριότητας του πλοίου και την καταχώρισή της στο Νηολόγιο Πειραιά, προκειμένου η ενάγουσα να αποκτήσει την πλήρη κυριότητα και τη νόμιμη εκμετάλλευσή του. Πλην όμως ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε άμεσα την ανωτέρω συμβατική του υποχρέωση, με συνέπεια η ενάγουσα να αποστείλει σε αυτόν την από 21-12-2021 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος της, με την οποία διαμαρτυρήθηκε έντονα για τη μη παράδοση των αναγκαίων για την εν θέματι μεταβίβαση ναυτιλιακών εγγράφων και πιστοποιητικών, τα οποία απαριθμούσε ρητά και τον κάλεσε, όπως εντός πέντε ημερών από την επίδοση της δήλωσης αυτής, της παραδώσει τα αιτηθέντα έγγραφα, καθώς και τη νομή και κατοχή του σκάφους, δηλώνοντας συγχρόνως ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα καταγγείλει την από 16-04-2021 σύμβαση πώλησης του σκάφους «Ε». Ο εναγόμενος απάντησε με την από 19- 01-2022 εξώδικη δήλωση – απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκλησή του, με την οποία αρνήθηκε τα όσα η ενάγουσα του καταλογίζει, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι το τελικώς συμφωνηθέν μεταξύ τους τίμημα ανέρχεται για την πώληση του ένδικου σκάφους στο ποσό των 62.000 ευρώ, ως εκ τούτου, του οφείλεται ακόμη ποσό 22.000 ευρώ, την κάλεσε μάλιστα σε συνάντηση, προκειμένου να ρυθμίσουν μεταξύ τους τον τρόπο καταβολής των 35.857,33 ευρώ, ποσό που ισχυρίζεται ότι του οφείλει η ενάγουσα από τις εργασίες ανακαίνισης του σκάφους «CΗ», το οποίο ανήκε στην ενάγουσα και ότι είχε αγοραστεί από αυτήν με τη δική του διαμεσολάβηση, σε ιδιαίτερα ευνοϊκή τιμή εξαιτίας των αναγκαίων εκτεταμένων επισκευών που έπρεπε να λάβουν χώρα. Εν συνεχεία, η ενάγουσα, με την από 06-10-2022 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 07-10-2022 (βλ. την υπό στοιχ. ………../07-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά ……………..), δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την από 16-04-2021 σύμβαση πώλησης του ένδικου σκάφους και κάλεσε τον εναγόμενο να της καταβάλει εντός πέντε ημερών από την επίδοση της ως άνω εξώδικης δήλωσης, το ποσό των 40.000 ευρώ που του είχε προηγουμένως καταβάλει ως τίμημα της πώλησης, δηλώνοντας συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα λάβει εναντίον του κάθε και οποιοδήποτε νόμιμο μέτρο. Ο εναγόμενος απάντησε με την από 17-10-2022 εξώδικη δήλωση – απάντηση -διαμαρτυρία – πρόσκλησή του, με την οποία επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι το μεταξύ τους συνομολογηθέν τίμημα για την πώληση του ένδικου σκάφους ανέρχεται στο ποσό των 62.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., ως εκ τούτου του οφείλεται ακόμη ποσό 22.000 ευρώ, ενώ ζήτησε να του καταβληθεί επιπλέον το ποσό των 35.857,33 ευρώ, καθώς και να δρομολογηθεί η διαδικασία εξόδου του από την ενάγουσα. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος, οι οποίοι προβλήθηκαν στο πλαίσιο της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρονται προς κρίση με τους λόγους έφεσης του, κατά το μέρος που αφορά το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, το ύψος και το είδος της αρχικής καταβολής του ποσού των 40.000 ευρώ καθώς και η νομική φύση της μεταγενέστερης δεύτερης συμφωνίας πώλησης του ένδικου σκάφους, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, ισχύουν όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά από το παρόν Δικαστήριο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί οικονομικής εκκρεμότητας της ενάγουσας έναντί του, η οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την επίλυση της ένδικης διαφοράς σχετικά με το σκάφος «CH», σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε αναλάβει, μέσω της εταιρείας της, την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συναφθεί για την αγορά του εν λόγω σκάφους, ότι στη συνέχεια η ενάγουσα διέκοψε την καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων, με αποτέλεσμα ο ίδιος να εξακολουθεί να βαρύνεται με οφειλές από το δάνειο, και ότι η παράλειψη αυτή επέδρασε στην εξέλιξη των μεταξύ τους συμβατικών τους σχέσεων, ακόμη και υποτεθεί αληθής, αλυσιτελώς προβάλλεται καθώς αφορά διαφορετική ενοχική σχέση, η οποία έχει ως αντικείμενο τη χρηματοδότηση και εκμετάλλευση άλλου σκάφους («CH») και όχι την επίδικη σύμβαση πώλησης του πλοίου «Ε». Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι οι σχετικές υποχρεώσεις ενσωματώθηκαν στους όρους της από 9.3.2020 ή της από 16.4.2021 σύμβασης, ότι συμφωνήθηκε να συμψηφισθούν με το τίμημα της πώλησης ή ότι η εκπλήρωση ή μη αυτών αποτελούσε προϋπόθεση για τη μεταβίβαση του «Ε». Ως εκ τούτου, ορθώς η εκκαλουμένη δεν θεμελίωσε την κρίση της στις επικαλούμενες οικονομικές εκκρεμότητες, αφού αυτές δεν ασκούν έννομη ή πραγματική επιρροή στην επίλυση της ένδικης διαφοράς. Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές πρέπει η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, όπως, ορθά κατ αποτέλεσμα έκρινε και η εκκαλουμένη με διαφορετική όμως αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς εξέταση πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατόπιν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου άσκησης έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12.9.2024 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024 Πρωτ και …………/2024 Εφετ.] έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας e παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, την 24η Αυγούστου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ