ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 476/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
(Τακτική διαδικασία)
Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στη Γαλλία, στερούμενης ελληνικού Α.Φ.Μ., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κλεοπάτρα Μαδημένου [ΔΕ ΒΡΑΧΑΤΗΣ – ΜΑΔΗΜΕΝΟΥ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στη Λιβερία και έχει νόμιμα εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 89/1967 [ΑΦΜ ………], νομίμως εκπροσωπούμενης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) του ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστασίου Σιούλα, με δήλωση του άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Η ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «……….», ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των ήδη εφεσιβλήτων, την από 14-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../21-12-2021 αγωγή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της ανωτέρω αγωγής, εξέδωσε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθμ. 2738/2023 οριστική του απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Κατ’ αυτής της αποφάσεως, η εκκαλούσα άσκησε την από 15-1-2025 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ……………/17-1-2025 και επιμελεία της ιδίας προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων κατέθεσαν εμπροθέσμως τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 15-1-2025 και με αριθμ. κατ. ……../17.1.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2738/23-8-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β, 516, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως (23-8-2023) μέχρι την άσκηση της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) την 17/1/2025. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ερήμην της πρώτης των εφεσίβλητων, η οποία καίτοι κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 122, 123, 126 παρ. 1 εδ.γ΄ και 128 παρ. 1 και 143 του ΚΠολΔ) να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αφού αντίγραφο αυτής επεδόθη νόμιμα και εμπρόθεσμα στον παραστάντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για λογαριασμό της πληρεξούσιο δικηγόρο της …….., την 24.2.2025 (σχετικά υπ’ αριθμ. ……/24.2.2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….), αφού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ο ανωτέρω δικηγόρος, παρασταθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας, είναι αυτοδίκαια αντίκλητος αυτής (πρώτης εναγομένης – ήδη πρώτης εφεσίβλητου) για όλες τις επιδόσεις κάθε είδους δικογράφων, που αναφέρονται στη δίκη αυτή στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτός έχει γνωστοποιήσει με δικόγραφο στην αντίδικό του την αντικατάστασή του (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 328/2017, ΑΠ 254/2016, Εφ.Πατρ.216/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν παρούσα και η εν λόγω πρώτη των εφεσιβλήτων (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της ένδικης έφεσης, το οριζόμενο στο το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των εκατό [100] ευρώ (το υπ’ αριθμ. …………../2024 e-παράβολο ποσού εκατό [100] ευρώ, που αναγράφεται στην έκθεση καταθέσεως της εφέσεως), για το παραδεκτό δε της συζήτησης της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα προσεκόμισε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 524 ΚΠολΔ, αντίγραφο της ένδικης αγωγής, των προτάσεων που η πρώτη εναγομένη κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς επίσης και τα πρακτικά συζήτησης ενώπιον αυτού.
ΙΙ. Με την από 14-12-2021 αγωγή της, και κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Γαλλία εταιρεία με την επωνυμία «…………..», εξέθετε ότι, τυγχάνει Νηογνώμονας και η πρώτη εναγομένη, εφοπλίστρια, αλλά και διαχειρίστρια του υπό σημαία Πορτογαλίας, επιβατηγού πλοίου A (σελ. 4). Ότι δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισε την 19.1.2015 ατομικά με την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λιβερία εταιρεία με την επωνυμία «……………..», η οποία έχει νόμιμα εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 89/1967, ενεργούσας δια του δευτέρου εναγομένου, η πρώτη εναγομένη της ανέθεσε και αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε να εγγράψει στην κλάση της και να εκτελεί τις εκάστοτε αιτούμενες υπό των εναγομένων επιθεωρήσεις του διαχειριζόμενου από την πρώτη εναγομένη πλοίου AS και ήδη A (σελ. 5). Ότι με όρο που περιέχονταν στην ανωτέρω έγγραφη σύμβαση ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε την καταβολή της αμοιβής της από τις επιθεωρήσεις του εν λόγω πλοίου. Ότι το ως άνω πλοίο δεσμεύθηκε από τις Αρχές του λιμένα Τίλμπουρι του Ηνωμένου Βασιλείου με παρατηρήσεις για συγκεκριμένες επιθεωρήσεις. Ότι η πρώτη εναγομένη της εζήτησε να προβεί αυτή (ενάγουσα) στις εν λόγω επιθεωρήσεις, διαβεβαιώνοντάς την παράλληλα, ότι παρά τη νομική και πραγματική κατάσταση του πλοίου, αφού η πλοιοκτήτρια αυτού είχε ήδη πτωχεύσει, αυτή (πρώτη εναγομένη) θα της κατέβαλε την αμοιβή της για τις εν λόγω επιθεωρήσεις. Κατόπιν της εν λόγω διαβεβαίωσης και ενόψει αυτής, αφού διαφορετικά λόγω της πτώχευσης της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας δεν θα προέβαινε στις εν λόγω επιθεωρήσεις, αυτή (ενάγουσα) προέβη, σε συνεργασία και υπό το συντονισμό της πρώτης εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 14.7.2020 έως 29.7.2020, σε επιθεώρηση του συστήματος που αναφέρεται στην εφαρμογή και συμμόρφωση σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση Εργατών θαλάσσης (Maritime Labour Convemtion – MLC), κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2020 έως 29.7.2020 σε επιθεώρηση του συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης του πλοίου σύμφωνα με τον Διεθνή Κώδικα Διαχείρισης (ISM Code) και την 29.7.2020 σε επιθεώρηση ασφαλείας σύμφωνα με το σύστημα που αφορά την ασφάλεια του πλοίου σε λιμενικές εγκαταστάσεις (ISPS), καθώς επίσης προέβη και σε επιθεώρηση αποκατάστασης των παρατηρήσεων του ανωτέρω Λιμεναρχείου. Με το πέρας των ανωτέρω επιθεωρήσεων, αυτή (ενάγουσα) εξέδωσε και απέστειλε στην πρώτη εναγομένη, για τις εν λόγω εργασίες, τρία τιμολόγια, συνολικού ποσού ευρώ 26.788,01, αφορώντα τη συμφωνημένη αμοιβή της. Ότι η πρώτη εναγομένη δεν της κατέβαλε την ως άνω αμοιβή της και για το λόγο αυτό αυτή όχλησε εξωδίκως αμφότερους τους εναγομένους. Επικαλούμενη περαιτέρω ότι η ως άνω περιγραφείσα συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης συνιστά αντισυμβατική, αλλά παράλληλα και αδικοπρακτική, ως αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη, συμπεριφορά, εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, εκ των οποίων η πρώτη ως εφοπλίστρια, άλλως διαχειρίστρια του ανωτέρω πλοίου, η οποία είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της και ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της από μέρους του συμβατικής ανάληψης της υποχρέωσης καταβολής της αμοιβής της, δια της υπογραφής του από 19.1.2015 συμφωνητικού, να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των ευρώ 26.788,01, νομιμοτόκως από την επομένη που έκαστο των εκδοθέντων τιμολογίων συμφωνήθηκε πληρωτέο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, άλλως από την επομένη ημέρα της εξώδικης οχλήσεως των εναγομένων, άλλως και όλως επικουρικώς από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Η ως άνω υπόθεση συζητήθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ναυτικό τμήμα), κατά τη δικάσιμο της 6ης Δεκεμβρίου 2022 και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2738/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία αφού κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς και εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο λόγω σιωπηρού μετασυμβατικού καθορισμού από τους διαδίκους, περαιτέρω, έκρινε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη και δη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 346, 681 επ. ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ και επαρκώς ορισμένη. Ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα η πρώτη εναγομένη, διαχειρίστρια του υπό σημαία Μαδέρας πλοίου AZ, ουδέποτε ανέθεσε αυτή ατομικά στην ενάγουσα την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή επιθεωρήσεων, καθώς επίσης ότι ο δεύτερος εναγόμενος, εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης, ουδέποτε ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της. Τέλος, επέβαλε σε βάρος της ενάγουσας τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, το ύψος της οποίας όρισε για αμφότερους στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα, έχουσα προφανές έννομο συμφέρον, ως εν όλω ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό, άσκησε, εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως προεκτέθηκε, την ένδικη έφεσή της, με την οποία πλήττει το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, με τους τρίτους λόγους της ένδικης έφεσής της για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου με τον πρώτο και τρίτο λόγο έφεσης και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με τους τρεις λόγους έφεσης, ζήτησε δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή και να καταδικασθεί οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων από τους παρισταμένου διαδίκους εγγράφων, λαμβανομένων υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αφού ληφθούν υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Γαλλία εταιρεία με την επωνυμία «…………………» ως εταιρεία κατάταξης πλοίων – Νηογνώμονας, ήδη από την 19.1.2015, είχε αναλάβει την ταξινόμηση του υπό σημαία Πορτογαλίας πλοίου Az, το οποίο ακολούθως μετονομάστηκε σε As, πλοιοκτησίας της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………….». Την 19.6.2020, απεδείχθη ότι, απαγορεύθηκε ο απόπλους του εν λόγω πλοίου [A] στο λιμάνι Τίλπουρι του Ηνωμένου Βασιλείου, με παρατηρήσεις από τις Λιμενικές Αρχές αναφορικά με τον Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code) του πλοίου, το Σύστημα Ασφάλειας Πλοίου σε Λιμενικές εγκαταστάσεις (ISPS Code) αυτού και την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως Εργατών Θαλάσσης (SMC/ISSC/ΜLC). Η πρώτη εναγομένη, η οποία, όπως η ίδια ανέφερε με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου κατ’ εκείνο το χρόνο, δυνάμει συμβάσεως που είχε καταρτίσει με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία ………….., ναυλώτρια γυμνού του ανωτέρω πλοίου, είχε αναλάβει την τεχνική διαχείριση του πλοίου αυτού, με το από 3.7.2020 ηλεκτρονικό της μήνυμα, ενεργούσα ατομικώς ήτοι στο όνομά της και για λογαριασμό της, ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία ανέλαβε, αντί αμοιβής, τη διενέργεια των ανωτέρω επιθεωρήσεων και την έκδοση των αντίστοιχων πιστοποιητικών προς άρση των παρατηρήσεων των ανωτέρω λιμενικών αρχών και εν τέλει προς άρση της απαγόρευσης απόπλου του εν λόγω πλοίου. Ακολούθως, απεδείχθη ότι, η ενάγουσα, ενόψει της ανωτέρω συμφωνίας, προέβη (α) σε επιθεώρηση του συστήματος που αναφέρεται στην εφαρμογή και συμμόρφωση σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση Εργατών θαλάσσης (Maritime Labour Convention), του ως άνω πλοίου, η οποία έλαβε χώρα επί του πλοίου, στο λιμάνι Τίπλουρι του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά το χρονικό διάστημα από 14.7.2020 έως 29.7.2020, (β) σε επιθεώρηση του συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης του ιδίου ως άνω πλοίου, σύμφωνα με τον Διεθνή Κώδικα Διαχείρισης (ISM code), η οποία έλαβε χώρα ομοίως επί του πλοίου στο ανωτέρω λιμάνι, κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2020 έως 29.7.2020 και (γ) σε επιθεώρηση ασφαλείας, σύμφωνα με το σύστημα που αφορά την ασφάλεια του ως άνω πλοίου σε λιμενικές εγκαταστάσεις (ISPS), η οποία ομοίως έλαβε χώρα επί του πλοίου στο ως άνω λιμάνι την 29.7.2020, εκδίδοντας τα σχετικά πιστοποιητικά. Για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών η ενάγουσα εξέδωσε στο όνομα της πρώτης εναγομένης τα ακόλουθα τιμολόγια και δη (i) για την εκτέλεση υπ’ αυτής της ανωτέρω υπό στοιχείο (α) επιθεωρήσεως το με αριθμό ……./8-9-2020 τιμολόγιο ποσού ευρώ 13.163,67 ευρώ, πληρωτέο την 15.9.2020, (ii) για την εκτέλεση υπ’ αυτής της ανωτέρω υπό στοιχείο (β) επιθεωρήσεως το με αριθμό ……../8-9-2020 τιμολόγιο ποσού ευρώ 13.401,33 ευρώ, πληρωτέο την 15.9.2020 και (iii) για την εκτέλεση υπ’ αυτής της ανωτέρω υπό στοιχείο (γ) επιθεωρήσεως το με αριθμό ……../17-8-2020 τιμολόγιο ποσού ευρώ 223,00 ευρώ, πληρωτέο την 24.9.2020, τα οποία αυθημερόν με την έκδοσή τους, ως αναφέρει στην ένδικη αγωγή της και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό των εναγομένων, απέστειλε στην πρώτη εναγομένη εταιρεία. Η πρώτη εναγομένη εταιρεία, εν τούτοις, δεν εξόφλησε, κατά τα συμφωνηθέντα τα εν λόγω τιμολόγια, με αποτέλεσμα να συνεχίζει να οφείλει αυτά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τα εν λόγω τιμολόγια, αν και σε αυτά αναφέρεται το όνομα της ως άνω πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου εταιρείας, αυτά εξεδόθησαν στο όνομα της πρώτης εναγομένης ως οφειλέτριας, αφού η επωνυμία αυτής αναφέρεται στο άνω άκρο δεξιά εκάστου τιμολογίου, χωρίς ειδική αναφορά επ’ αυτών ότι αυτή (πρώτη εναγομένη) τυγχάνει διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο έφεσης, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Ότι η πρώτη εναγομένη την επίδικη σύμβαση δυνάμει της οποίας η ενάγουσα εκτέλεσε τις ανωτέρω επιθεωρήσεις κατήρτισε η ίδια ατομικά, αποδεικνύεται από (α) το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ως σχετικό 2 από 3.7.2020 ηλεκτρονικό μήνυμα αυτής (πρώτης εναγομένης), με το οποίο αυτή εζήτησε από την ενάγουσα να προβεί σε επιθεώρηση και ανανέωση των πιστοποιητικών ασφαλούς διαχείρισης, ασφάλειας και εφαρμογής σύμβασης εργατών θαλάσσης, καθώς επίσης και σε κατάρτιση της βεβαίωσης αποκατάστασης των παρατηρήσεων του εν λόγω πλοίου, που είχε θέσει το ανωτέρω Λιμεναρχείο, χωρίς να αναφέρει, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ότι, το αίτημά της αυτό αυτή (πρώτη εναγομένη) υπέβαλε ως διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, αναφέρεται ως αποστολέας αυτού ο …………….., ενεργούντος για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, αφού στο τέλος του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος αναφέρεται κατ’ ακριβή διατύπωση «Με εκτίμηση …………… …………..». Η πρώτη εναγομένη, αν και με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελίδα 18) αρνήθηκε ότι αυτή ανέθεσε στην ενάγουσα την επ’ αμοιβή διενέργεια των εν λόγω επιθεωρήσεων του ως άνω πλοίου, εν τούτοις δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα του ως άνω από 3.7.2020 ηλεκτρονικού μηνύματος, ούτε ότι ο ………….. ενήργησε, κατά την αποστολή αυτού (εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος), για λογαριασμό της ιδίας (πρώτης εναγομένης), σε συνδυασμό (β) με το γεγονός ότι τα επίδικα τιμολόγια η ενάγουσα, σε ανύποπτο χρόνο, εξέδωσε στο όνομα της πρώτης εναγομένης, στην οποία και απέστειλε αυτά, κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς (σχετικά σελ 9 ένδικης αγωγής) αυθημερόν με την έκδοσή τους, χωρίς η πρώτη εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να αμφισβητεί τούτο ειδικώς και χωρίς να αποδεικνύεται ότι αυτή, με τη λήψη των εν λόγω τιμολογίων διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα για την έκδοση αυτών στο όνομά της, καθώς επίσης για την αποστολή αυτών σε αυτήν, σε συνδυασμό (γ) με το γεγονός ότι ήδη από μηνός Απριλίου 2020 η πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου εταιρεία είχε γνωστοποιήσει στους προμηθευτές της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, ότι αδυνατεί πλέον να εξοφλήσει τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις της και σε συνδυασμό (δ) από το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν αναγγέλθηκε κατά την εκποίηση του ως άνω πλοίου με πλειστηριασμό την 26.10.2020, όπως θα έπραττε εάν την εν λόγω σύμβαση είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας. Η πρώτη εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αν και ισχυρίσθηκε κατ’ αρχήν ότι κατά τον «κρίσιμο χρόνο παροχής των υπηρεσιών που επικαλείται η ενάγουσα δεν ασκούσε τη διαχείριση του πλοίου» (σχετικά σελ. 18) αναφέροντας παράλληλα ότι τη διαχείριση αυτού είχε αναλάβει από την ανωτέρω ναυλώτρια του πλοίου εταιρεία και όχι από την πλοιοκτήτρια αυτού (σελ. 9 και 15 εγγράφων προτάσεών της) και ότι παραιτήθηκε της διαχειρίσεως την 20.7.2020 (σχετικά σελ. 6), ενώ η κρίσιμη ημερομηνία ανάθεσης του εν λόγω έργου ήταν η 3.7.2020, ημερομηνία του ως άνω ηλεκτρονικού μηνύματος, ισχυρίσθηκε περαιτέρω (σχετικά σελ. 15 επ.) ότι ως έχουσα αναλάβει την τεχνική διαχείριση του εν λόγω πλοίου, ενεργούσε πάντοτε στις συναλλαγές της με τους τρίτους αναφορικά με το εν λόγω πλοίο, όχι για δικό της λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας αυτού εταιρείας. Επί του τελευταίου αυτού ισχυρισμού πρέπει να σημειωθεί ότι, πράγματι, η ενοχική σχέση που συνδέει το διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή και ο διαχειριστής συναλλάσσεται με τους ενδιαφερομένους για το πλοίο τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, είναι δηλαδή άμεσος αντιπρόσωπος του, με συνέπεια, τα έννομα αποτελέσματα κάθε δικαιοπραξίας, που επιχειρεί ο διαχειριστής στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, να αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη (αρ. 211 ΑΚ) και ο πλοιοκτήτης να καθίσταται το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες που ενεργεί ο διαχειριστής με την ιδιότητά του αυτή και περαιτέρω αυτός, ήτοι ο πλοιοκτήτης να ενέχεται έναντι των δανειστών για τις απαιτήσεις που δημιουργούνται από τις δικαιοπραξίες αυτές. Όμως προϋπόθεση της μη ευθύνης του διαχειριστή είναι να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη κατά την κατάρτιση των συμβάσεων με τους τρίτους. Τότε μόνον δεν καθίσταται υποκείμενο της συναπτόμενης με την ιδιότητα του αυτή δικαιοπραξίας και κατ’ επέκταση, δεν ενέχεται ο ίδιος για την εκπλήρωσή της. Αντίθετα, ο διαχειριστής έχει προσωπική ευθύνη, όταν δεν δηλώνει ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη, καθώς επίσης και όταν δεν προκύπτει από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία γι’ αυτόν ή όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του (ΑΠ 1988/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, εν τούτοις, η πρώτη εναγομένη δεν ισχυρίσθηκε ότι κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως με την ενάγουσα, αυτή γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι ενεργεί ως διαχειρίστρια του ως άνω πλοίου, αφού, όπως προελέχθη, αυτή (πρώτη εναγομένη) δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι συνηλλάγη με την ενάγουσα έστω και για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου εταιρείας προς κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως. Τέτοια δήλωση δεν προκύπτει ούτε από το προαναφερόμενο από 3.7.2020 ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο αυτή (πρώτη εναγομένη), δια του ανωτέρω υπαλλήλου της, ανέθεσε στην ενάγουσα τις εν λόγω επιθεωρήσεις. Έτι περαιτέρω, εν προκειμένω δεν απεδείχθη ότι από τις ειδικές περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, προέκυπτε ότι η πρώτη εναγομένη, κατά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως με την ενάγουσα, επεχείρησε αυτή για λογαριασμό της Πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας, έστω κι αν τούτο αυτή (πρώτη εναγομένη) δεν εδήλωσε ρητά στην ενάγουσα με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα. Κατ’ αρχήν, αυτό δεν ισχυρίσθηκε ούτε η ίδια η πρώτη εναγομένη, η οποία, όπως αναλύεται και ανωτέρω, με τις έγγραφες προτάσεις της αρνήθηκε ότι την επίδικη, ως άνω αποδειχθείσα, σύμβαση, ενόψει της οποίας η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 14.7.2020 έως 29.7.2020, προέβη σε επιθεώρηση του συστήματος του ως άνω πλοίου, που αναφέρεται στην εφαρμογή και συμμόρφωση σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση Εργατών θαλάσσης (Maritime Labour Convention), η οποία έλαβε χώρα επί του πλοίου στο λιμάνι Τίπλουρι του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2020 έως 29.7.2020, προέβη σε επιθεώρηση του συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης του πλοίου, σύμφωνα με τον Διεθνή Κώδικα Διαχείρισης (ISM code), η οποία έλαβε χώρα ομοίως επί του πλοίου στο ανωτέρω λιμάνι και την 29.7.2020 προέβη σε επιθεώρηση ασφαλείας, σύμφωνα με το σύστημα που αφορά την ασφάλεια πλοίου σε λιμενικές εγκαταστάσεις (ISPS), η οποία ομοίως έλαβε χώρα επί του πλοίου στο ως άνω λιμάνι, κατήρτισε αυτή (πρώτη εναγομένη) είτε ατομικά, είτε για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας του πλοίου αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………………..», η οποία και είχε συμφέρον από τις εν λόγω παρασχεθείσες υπηρεσίες. Έτι περαιτέρω, η ίδια (πρώτη εναγομένη) δεν ισχυρίσθηκε ότι είχε αναλάβει τη διαχείριση του εν λόγω πλοίου κατόπιν συμβάσεως με την ως άνω πλοιοκτήτρια εταιρεία, αλλά υποστήριξε ότι είχε αναλάβει την εν λόγω διαχείριση δυνάμει συμβάσεως με έτερη εταιρεία, ναυλώτρια του εν λόγω πλοίου. Εξάλλου, η πλοιοκτήτρια του πλοίου εταιρεία είχε παύσει τις έναντι τρίτων πληρωμές της, γεγονός που εγνώριζε η ενάγουσα και δεν είχε λόγο να αναλάβει μία εργασία με εντολέα της εταιρεία που δεν ήταν σε θέση να της καταβάλει την αμοιβή της. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι για τις εν λόγω υπηρεσίες της, μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης συμφωνήθηκε αμοιβή εκ ποσού ευρώ 13.163,67 ευρώ, πληρωτέο την 15.9.2020 για την εκτέλεση υπό της εναγούσης της ανωτέρω υπό στοιχείο (α) ανωτέρω επιθεωρήσεως του πλοίου, το ποσό των ευρώ 13.401,33 ευρώ, πληρωτέο την 15.9.2020 για την εκτέλεση υπό της εναγούσης της ανωτέρω υπό στοιχείο (β) επιθεωρήσεως του εν λόγω πλοίου και το ποσό των ευρώ 223,00 ευρώ, πληρωτέο την 24.9.2020, για την εκτέλεση υπό της εναγούσης της ανωτέρω υπό στοιχείο (γ) επιθεωρήσεως του εν λόγω πλοίου. Επομένως, η πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω αυτή ατομικά, στο όνομα και για λογαριασμό της, ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση των ως άνω επιθεωρήσεων, ενέχεται για την καταβολή της ως άνω συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα αυτή (πρώτη εναγομένη) κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ενεργούσε όχι ατομικά αλλά ως διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου, ήτοι στο όνομα και για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας αυτού ως άνω εταιρείας, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο κατά τούτο πρώτο και δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης. Εν τούτοις, δεν απεδείχθη ότι ο δεύτερος εναγόμενος, τεχνικός Διευθυντής της πρώτης εναγομένης έως την 30.4.2020, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στην πρώτη εναγομένη (σχετικά από 3.5.2020 προσκομιζόμενη αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού στον ΟΑΕΔ), ανέλαβε όπως και αυτός ενέχεται ατομικά για την καταβολή της ένδικης αμοιβής της ενάγουσας, αφού καμία σχετική έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται. Βέβαια, η ενάγουσα, προκειμένου και προς θεμελίωση ατομικά ευθύνης του δευτέρου εναγομένου, προς καταβολή της αμοιβής της από τις επίδικες επιθεωρήσεις του ως άνω πλοίου, ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της ότι, την ευθύνη αυτή ο δεύτερος εναγόμενος είχε αναλάβει ήδη με την από 19.1.2015 προγενέστερη έγγραφη σύμβαση, την οποία αυτή (ενάγουσα) είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη, ατομικά, αν και διαχειρίστρια του ως άνω πλοίου, εκπροσωπουμένης της τελευταίας από τον δεύτερο εναγόμενο. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με την εν λόγω από 19.1.2015 σύμβαση, προβλέφθηκε ότι για την καταβολή της αμοιβής της θα ευθύνεται, εκτός από την αντισυμβαλλομένη της πρώτη εναγομένη εταιρεία (σχετικά σελ. 6 ένδικης αγωγής) και το φυσικό πρόσωπο που υπέγραψε την σύμβαση αυτή για λογαριασμό της αντισυμβαλλομένης της – πρώτης εναγομένης. Εν προκειμένω, πράγματι προσκομίζεται στο σύνολό του το συνταχθέν στην αγγλική γλώσσα και σε αποσπασματική μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, το από 19.1.2015 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του δευτέρου εναγομένου. Στην πρώτη σελίδα του εν λόγω συμφωνητικού, κάτωθι του σήματος της ενάγουσας και υπό του τίτλου «Προϋποθέσεις ταξινόμησης», αποτυπώθηκε το όνομα του πλοίου [AZ] και τα στοιχεία του, καθώς επίσης και ο αριθμός καταχώρησης του εν λόγω πλοίου. Ακολούθως ενεγράφη η επωνυμία, η έδρα και τα στοιχεία επικοινωνίας της ως άνω πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου εταιρείας και ακολούθως, υπό του τίτλου «Διαχειρίστρια», η επωνυμία, η έδρα και τα στοιχεία επικοινωνίας της πρώτης εναγομένης. Ορίσθηκε δε η έδρα αυτής (πρώτης εναγομένης) ως διεύθυνση στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ηδύνατο να αποστείλει όλα τα έγγραφα που αφορούσαν το ανωτέρω πλοίο, ενώ αναφορικά με την επωνυμία στην οποία θα εκδίδονταν τα εκάστοτε τιμολόγια για τις υπηρεσίες της ορίσθηκε η επωνυμία της πλοιοκτήτριας του ως άνω πλοίου εταιρείας και υπό την ένδειξη “C/O”, τα στοιχεία της πρώτης εναγομένης. Ακολούθως, στη σύμβαση αυτή περιελήφθησαν δέκα τρεις γενικοί όροι – άρθρα που αφορούσαν τους όρους συνεργασίας των συμβαλλομένων. Συγκεκριμένα, με τον πρώτο όρο αναφέρθηκε ο σκοπός της εμπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας και δη η ταξινόμηση από αυτήν πλοίων καθώς και πλωτών κατασκευών και υποδομών και το είδος των υπ’ αυτής προσφερόμενων υπηρεσιών ήτοι ελέγχου ασφαλείας, διαχείρισης πλοίων και εκπαίδευσης. Στο δεύτερο άρθρο ορίσθηκε η διαδικασία ταξινόμησης που η ίδια (ενάγουσα) ακολουθεί, ενώ στο τρίτο άρθρο προβλέφθηκαν οι κανόνες που αυτή εφαρμόζει κατά την ταξινόμηση. Στο τέταρτο άρθρο προβλέφθηκαν τα καθήκοντα της ενάγουσας, ακολούθως δε, στο πέμπτο άρθρο, η φύση των υπηρεσιών της και ότι η υπ’ αυτής έκδοση πιστοποιητικών βεβαιώνει μόνον τη συμμόρφωση του πλοίου με τους κανόνες της. Στο έκτο άρθρο προβλέφθηκε η ευθύνη της και το όριο της αποζημίωσης σε περίπτωση αμέλειάς της κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών της, ενώ στο έβδομο άρθρο προβλέφθηκε ο τρόπος άσκησης τυχόν αξιώσεων σε βάρος της, καθώς και οι λόγοι λύσης της εν λόγω συμβάσεως. Με τον όρο οκτώ του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι για τις υπηρεσίες της η ενάγουσα εδικαιούτο αμοιβή από τον πελάτη, η οποία κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου γεννάται από την παραλαβή του τιμολογίου, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκε η τοκοφορία των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της. Με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε επίσης ότι η κλάση ταξινόμησης, ηδύνατο να ανασταλεί σε περίπτωση μη καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας από τον πελάτη της, κατόπιν μίας πρώτης άκαρπης ειδοποίησης αυτού περί καταβολής της αμοιβής της. Με το άρθρο 9 προβλέφθηκε ρήτρα εμπιστευτικότητας, καθώς επίσης και οι προϋποθέσεις πρόσβασης του πελάτη στα δεδομένα του φακέλου της ταξινόμησης. Στο άρθρο 10 προβλέφθηκε η απαλλαγή της ενάγουσας από κάθε υποχρέωση σε περίπτωση καθυστέρησης εκτέλεσης των υπηρεσιών της από λόγους ανωτέρας βίας, ενώ με τον όρο 11 προβλέφθηκε ο τρόπος αντιμετώπισης τυχόν διαφωνιών μεταξύ ενάγουσας και πελάτη. Με τον όρο 12 προβλέφθηκε η αρμοδιότητα των Δικαστηρίου για τυχόν απλήρωτα τιμολόγια και δη το Δικαστήριο Nanterre στη Γαλλία ή κάθε Δικαστήριο που θα έκρινε κατάλληλο η ενάγουσα, ενώ κάθε διαφωνία σχετικά με τους γενικούς όρους συμφωνήθηκε ότι θα παραπέμπονταν σε διαιτησία στο Λονδίνο, Με το ίδιο άρθρο προβλέφθηκε ως εφαρμοστέο το Αγγλικό Δίκαιο. Κατά τον όρο 13 του ιδίου ως άνω συμφωνητικού, προβλέφθηκε ότι, οι Γενικοί όροι της εν λόγω σύμβασης, δεσμεύουν τα μέρη και θα τροποποιούνται μόνον εγγράφως, τυχόν ακυρότητα δε κάποιου εκ των όρων του, δεν θα επηρεάζει την εγκυρότητα και την ισχύ των υπολοίπων όρων αυτής, ενώ οι ορισμοί που περιέχονται στο εν λόγω έγγραφο θα υπερισχύουν έναντι διαφορετικών ορισμών των αυτών όρων που περιέχονταν σε έτερα έγγραφα της ενάγουσας. Στο τέλος των αριθμημένων όρων της εν λόγω συμβάσεως, προβλέφθηκε κατ’ ακριβή διατύπωση σε μετάφραση στα ελληνικά του στην αγγλική γλώσσα πρωτοτύπου κειμένου «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, έχοντας γνώση και αποδεχόμενος τους Κανόνες και Κανονισμούς του …….. και τους Γενικούς Όρους της …….. που παρατίθενται ανωτέρω, δηλώνει ότι επιθυμεί να διατηρηθεί το πλοίο στην κλάση του ………….. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος δηλώνει επίσης ότι έχει γνώση των Κανόνων που σχετίζονται με τις επιθεωρήσεις που πρέπει να διενεργούνται για τη διατήρηση της κλάσης, και ειδικότερα, σε περίπτωση ζημίας ή προσάραξης, καθώς και των απαιτήσεων να ενημερώνει τον Οργανισμό όποτε ο πυθμένας του πλοίου και τα σχετικά μέρη μπορούν να εξετασθούν σε δεξαμενισμό. Η υπογραφή αυτού του εγγράφου από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από τον ιδιοκτήτη – πλοιοκτήτη υποδηλώνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι εξουσιοδοτημένο από τον ιδιοκτήτη – Πλοιοκτήτη και εγγυάται την πληρωμή των αμοιβών του …….. Όνομα του εκπροσώπου του Ιδιοκτήτη – πλοιοκτήτη που υπογράφει αυτό το έγγραφο: …………, Τίτλος: Τεχνικός Διευθυντής, τόπος και Ημερομηνία Στη Λισαβόνα, Πορτογαλία, στις 19 Ιανουαρίου 2015». Στο τέλος του κειμένου του εν λόγω συμφωνητικού ακολουθεί η μη αμφισβητούμενη από τον δεύτερο εναγόμενο υπογραφή αυτού, καθώς και σφραγίδα του πλοίου. Από το περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως αποδεικνύεται ότι στη σύμβαση αυτή, αντισυμβαλλομένη της ενάγουσας εταιρείας, ήταν η πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου εταιρεία με την επωνυμία «………..» και όχι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η πρώτη εναγομένη εταιρεία. Τούτο αποδεικνύεται από το προοίμιο της εν λόγω συμφωνίας, στο οποίο προβλέφθηκε ότι, η τιμολόγηση των υπηρεσιών της ενάγουσας θα γίνεται στο όνομα της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αφού συμφωνήθηκε σχετικά «Πλήρη στοιχεία όπου η ………….. πρέπει να εκδώσει τιμολόγια που αφορούν το πλοίο ………………, με φροντίδα ……….» [ακριβή διατύπωση στο συνταχθέν στην αγγλική γλώσσα πρωτότυπο «Full details where …………. must issue invoices concerning ship: ……………..»]. Δηλαδή η πρώτη των εναγομένων ορίσθηκε ως το ενδιάμεσο πρόσωπο, το οποίο ανέλαβε να παραλάβει και επιμελείται για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας εταιρείας, την εξόφληση των εκάστοτε τιμολογίων. Ότι αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας με το εν λόγω συμφωνητικό ήταν η πλοιοκτήτρια του πλοίου εταιρεία, αποδεικνύεται επιπλέον και από τη φράση στο τέλος του κειμένου της εν λόγω σύμβασης, όπου αναφέρεται «… Όνομα εκπροσώπου του ιδιοκτήτη που υπογράφει το παρόν έγγραφο» και ακολουθεί χειρόγραφα το όνομα του δευτέρου εναγομένου, ενώ πλάι της λέξεως «Τίτλος» ακολουθεί χειρόγραφα η λέξη Τεχνικός Διευθυντής [στο πρωτότυπο «…Name of Owner’s representative signing this document ……………. Title TECHNICAL MANAGER.»] και υπό του κειμένου, η μη αμφισβητούμενη χειρόγραφη υπογραφή του δευτέρου εναγομένου στο τέλος του εγγράφου και πλησίον της υπογραφής αυτού, η σφραγίδα του ανωτέρω πλοίου υπό το προηγούμενο όνομά του AZ. Αφού κατά το ίδιο το κείμενο ο δεύτερος εναγόμενος υπέγραψε ως εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας και μάλιστα κάνοντας χρήση της σφραγίδας του πλοίου, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίσθηκε από την ενάγουσα με αντισυμβαλλόμενή της την ως άνω πλοιοκτήτρια του πλοίου. Επομένως, τυγχάνουν αβάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι την εν λόγω από 19.1.2015 έγγραφη σύμβαση η ενάγουσα κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη και μάλιστα ατομικά αυτήν ως αντισυμβαλλομένη της ενάγουσας. Έτι περαιτέρω, από το ίδιο έγγραφο συμφωνητικό αποδεικνύεται ότι, την εν λόγω σύμβαση ο δεύτερος εναγόμενος δεν υπέγραψε ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου κατά τον ίδιο χρόνο, όπως διατείνεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, αλλά ως όργανο της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας. Εάν πράγματι ο δεύτερος εναγόμενος υπέγραφε ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, πλάι στην υπογραφή του δεν θα είχε θέσει τη σφραγίδα του ως άνω πλοίου, αλλά τη σφραγίδα της πρώτης εναγομένης. Το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν τεχνικός Διευθυντής της πρώτης εναγομένης, αφού αυτός (δεύτερος εναγόμενος) δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε ποτέ τεχνικός Διευθυντής της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας, δεν δύναται να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, αφού σαφώς από το έγγραφο συμφωνητικό και δη δια της χρήσεως της σφραγίδας του πλοίου, προκύπτει ότι, ο δεύτερος εναγόμενος προέβη στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρείας. Περαιτέρω, όπως η ενάγουσα αναφέρει στην ένδικη αγωγή της, απεδείχθη ότι στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, προβλέφθηκε ότι «… Η υπογραφή του παρόντος εγγράφου από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός του ιδιοκτήτη υποδηλώνει ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει εξουσιοδοτηθεί από τον ιδιοκτήτη και εγγυάται την καταβολή των τελών της …………..…» [κατ’ ακριβή διατύπωση στο πρωτότυπο που συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα «… The signature of this document by any person other the owner implies that this person is commissioned by the owner and warrants payment of ……………….”.»]. Προβλέφθηκε δηλαδή ότι, η υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού από έτερο πρόσωπο πλην του πλοιοκτήτη του πλοίου, θα είχε ως αποτέλεσμα την υπό του τρίτου αυτού προσώπου ατομικά ανάληψη, παράλληλα με τον Πλοιοκτήτη, της υποχρέωσης καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας για τις εργασίες επιθεώρησης επί του πλοίου, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως. Ως πρόσωπο έτερο του πλοιοκτήτη, κατ’ ερμηνεία της εν λόγω συμβάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι θα είναι κάθε πρόσωπο που ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη και όχι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, στην περίπτωση κατά την οποία πλοιοκτήτρια τυγχάνει εταιρεία και μάλιστα κεφαλαιουχική όπως εν προκειμένω και τη σύμβαση υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (πλοιοκτήτριας εταιρείας), ορισθείς είτε σύμφωνα με το καταστατικό της, είτε καθ’ υποκατάσταση του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος υπογράφει υπό την εταιρική επωνυμία της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι, κατά κανόνα, πλοιοκτήτρια ενός πλοίου τυγχάνει εταιρεία και μάλιστα, κατά κανόνα, κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα για την υπογραφή των συμφωνιών του νομικού προσώπου να απαιτείται η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου του. Εάν πράγματι οι συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν όπως πέραν της πλοιοκτήτριας εταιρείας να αναλάβει την ευθύνη καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αυτό θα το όριζαν σαφώς. Εν προκειμένω, ο δεύτερος εναγόμενος, υπογράψας την εν λόγω σύμβαση και θέσας τη σφραγίδα του πλοίου, αποδεικνύεται ότι αυτός ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Ως εκ τούτου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, ο δεύτερος εναγόμενος δεν ενήργησε κατά την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου εταιρείας, αλλά ούτε ως αντιπρόσωπος της ίδιας της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αλλά ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ενήργησε ως όργανο της τελευταίας, με αποτέλεσμα η υπογραφή του επί της εν λόγω συμβάσεως υπό της σφραγίδας του πλοίου, να θεωρείται πράξη της ίδιας της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αφού μέσω της υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού από τον δεύτερο εναγόμενο με τη σφραγίδα του πλοίου, εκφράστηκε πρωτογενώς η βούληση αυτής (πλοιοκτήτριας εταιρείας). Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) εκ της θέσεως της υπογραφής του στο εν λόγω συμφωνητικό είχε αναλάβει ατομικά, ως η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της, την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής αυτής (ενάγουσας), παράλληλα με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, για κάθε τυχόν εργασία επιθεώρησης του εν λόγω πλοίου. Όμοια κατ’ αποτέλεσμα κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εναγομένου, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης.
Κατ` ακολουθία των προεκτεθέντων, και αφού δεν υπάρχει έτερος λόγος έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει (α) να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εφεσιβλήτου – δευτέρου εναγομένου ως αβάσιμης στην ουσία της και (β) να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης – πρώτης εναγομένης και περαιτέρω να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την πρώτη εναγομένη και το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει να δικάσει στην ουσία της την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή, η οποία τυγχάνει νόμιμη κατά το ελληνικό δίκαιο που κρίθηκε εφαρμοστέο με την εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν επλήγη με λόγο έφεσης από τους διαδίκους και δη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 340, 341 εδ.α, 345 εδ.α, 346 ΑΚ, 68, 106, 176, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα οκτώ [26.788,00] ευρώ, και όχι το ποσό των ευρώ 26.788,01 όπως κατ’ εσφαλμένη άθροιση των επιμέρους κονδυλίων αξιώνει η ενάγουσα, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα που συμφωνήθηκε η καταβολή εκάστου επιμέρους ποσού και δη νομιμοτόκως το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα πέντε [26.565,00] ευρώ από την 16.9.2020 και το ποσό των ευρώ διακοσίων είκοσι τριών (223,00) ευρώ από την 25.8.2020. Περαιτέρω, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την πρώτη εφεσίβλητη – πρώτη εναγομένη εταιρεία κατά της απόφασης αυτής, ενώ λόγω της εν μέρει νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του κατατεθέντος υπ’ αριθμ. …………………../2024 ηλεκτρονικού παραβόλου των εκατό (100) ευρώ. Τέλος, και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176, 178, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 63, 68 παρ. 1 και 2 και 69 του Κωδ.Δικηγ. πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της πρώτης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από ένδικη από 15-1-2025 και με αριθμ. κατ. …………../17.1.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έφεση.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από την πρώτη των εφεσιβλήτων.
Δέχεται την ένδικη έφεση τυπικά και (α) απορρίπτει αυτή στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εφεσιβλήτου και (β) δέχεται αυτή στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του με αριθμό ………/2024 παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν κατά την άσκηση της ένδικης έφεσής της.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 2738/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη εταιρεία.
Κρατεί και δικάζει την ένδικη υπόθεση.
Δέχεται εν μέρει την ένδικη από 14-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/21-12-2021 αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης εταιρείας.
Υποχρεώνει την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «………………» να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα οκτώ [26.788,00] ευρώ, νομιμοτόκως το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα πέντε [26.565,00] ευρώ από την 16.9.2020 και το ποσό των ευρώ διακοσίων είκοσι τριών (223,00) ευρώ από την 25.8.2020.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια πενήντα (550,00) ευρώ και σε βάρος της πρώτης εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στον Πειραιά, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 14.07.2026.
Η Δικαστής Η Γραμματέας