ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 482/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ. Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και πρώην επωνυμία «…………» που εδρεύει στο ……….. Αττικής, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας, ……….., με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει πωλήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελίνα Χατζηνούσκα (ΑΜ …………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία-Θεοφανία Τσιτούνη (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ο ανακόπτων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 08.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό …../2024 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3602/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την υπ’ αριθ. …./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 24.01.2024 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την από 26.11.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/27.11.2025 και ειδικό …./27.11.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/28.11.2025 και ειδικό …./28.11.2025 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3602/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και με την οποία έγινε δεκτή η από 08.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2024 και ειδικό …./2024 ανακοπή του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 21.11.2025 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……/21.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών . ……), η δε κρινόμενη από 26.11.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …/27.11.2025 και ειδικό …./27.11.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Ο εφεσίβλητος – ανακόπτων με την από 08.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό …./2024 ανακοπή του, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί αφενός η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθ. ……/06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του …………… ως οφειλέτη, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε ο ανακόπτων, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» ως δανείστριας, και δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλλει το ποσό των 50.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……….», ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, αφετέρου η προσβαλλόμενη από 24.01.2024 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3602/2025 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 εδ. β’ και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού έκρινε ότι η ανακοπή, στην οποία σωρεύθηκαν παραδεκτώς ανακοπή, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, κατά της διαταγής πληρωμής και ανακοπή, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, διότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 25.01.2024 (βλ. την υπ’ αριθ. …../25.01.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …….), η δε ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή την 14.02.2024 (βλ. την υπ’ αριθ. …./14.02.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………….), αλλά και κατ’ άρθρα 933, 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, διότι δεν παρήλθε η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, στη συνέχεια έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, ο όρος της υπ’ αριθ. ……/06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει του οποίου λαμβάνεται το έτος των 360 ημερών ως βάση υπολογισμού των τόκων, και ότι η χρήση αυτή ημερολογιακού έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών είχε ως αποτέλεσμα τη χρέωση του λογαριασμού του δανείου με τόκους παράνομα αυξημένους, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη στο σύνολό της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή δεν προκύπτει από τα έγγραφα, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την προσβαλλόμενη από 24.01.2024 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, ενώ καταδίκασε την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, και ήδη εκκαλούσα, για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινόμενη έφεσή της και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 που έχει τίτλο “προστασία καταναλωτών”, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε (ΟλΑΠ 15/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1010/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1242/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 788/2018 ΝΟΜΟΣ), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του Ν. 2251/1994 με το Ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης – δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015 ΧΡΙΔ 2015. 675, ΑΠ 1137/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1463/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ο Γενικός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ. 3 του ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή- δανειολήπτη, ο οποίος πλέον – όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της Κοινοτικής Οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.06.2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1438/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 του ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ένστασης (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή, την οποία αυτή αφορά, είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 62/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 821/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1133/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1071/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 333/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ένστασης) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1060/2019 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ’ ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, και ως εκ τούτου εάν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 2039/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1878/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 419/2004 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δεν δεσμεύεται, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 1408/1999 ΕλλΔνη 41. 737, ΜονΕφΘρ 321/2015 ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει εδώ θέση εναγόμενου, προβάλλει περισσότερους λόγους ανακοπής, δηλ. σωρεύει περισσότερες βάσεις σ’ αυτή, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση (ΑΠ 13/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012. 168). Επομένως, και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξεταστεί, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει (ΑΠ 1556/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 1286/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 920/2011 ΕΠολΔ 2012. 101, ΑΠ 13/2010 ΝοΒ 2010. 1440, ΑΠ 1568/2009 ΔΕΕ 2010. 65, ΜονΕφΠατρ 55/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 5/2018 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, ο όρος της υπ’ αριθ. ………./06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει του οποίου λαμβάνεται το έτος των 360 ημερών ως βάση υπολογισμού των τόκων, και ότι η χρήση αυτή ημερολογιακού έτους 360 ημερών αντί 365 είχε ως αποτέλεσμα τη χρέωση του λογαριασμού του δανείου με τόκους παράνομα αυξημένους, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη στο σύνολό της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή δεν προκύπτει από τα έγγραφα, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος. Ο λόγος αυτός της ανακοπής παραδεκτά προβάλλεται, λόγω της ιδιότητας του ανακόπτοντος ως καταναλωτή, αφού η χορήγηση τοκοχρεωλυτικού δανείου με σκοπό τη βελτίωση – επισκευή κατοικίας στον οφειλέτη …………., δυνάμει της επίδικης υπ’ αριθ. ……………/06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, προς εξυπηρέτηση των ατομικών του αναγκών, την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων, αδελφός του πρωτοφειλέτη, συμπεριλαμβάνεται στις συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες (χορήγηση δανείων και πιστώσεων), που απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, συνιστούν, δηλαδή, παροχές προς τελικούς αποδέκτες (βλ. ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ), ο δε ανακόπτων συμβλήθηκε ως εγγυητής προς βοήθεια του αδελφού του, χωρίς να ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εντούτοις, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος, μολονότι η συμφωνία υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών πράγματι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη. Ειδικότερα, ο ανακόπτων δεν αναφέρει τα κατ’ ιδίαν κονδύλια του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση της σύμβασης δανείου λογαριασμού που προσβάλλει, ούτε επικαλείται επακριβώς ποια είναι τα παρανόμως επιδικασθέντα ποσά από την επιβάρυνση του υπολογισμού του επιτοκίου με τον υπολογισμό του έτους των 360 ημερών και ποιο τελικά είναι το ποσό από αυτά τα κονδύλια που οφείλει, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιτάσσεται με την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής. Αντιθέτως, επικαλείται αορίστως ότι επιβαρύνθηκε με τόκους παράνομα αυξημένους, χωρίς να προσβάλλει συγκεκριμένα κονδύλια του τηρηθέντος προς εξυπηρέτηση της σύμβασης δανείου λογαριασμού, ώστε μόνον κατ’ αυτό το ποσό να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής. Μετά ταύτα, ενόψει του ότι η επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα ακυρότητα του ανωτέρω όρου, λόγω αδιαφάνειάς του, δεν συνδέεται με την ακυρότητα συγκεκριμένων κατ’ ιδίαν κονδυλίων, και συνακόλουθα ποσών που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, επιπλέον δε η επικαλούμενη ακυρότητα δεν συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της δανειακής σύμβασης, αφού ούτε και ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της (άρθρο 181 του ΑΚ), ο τρίτος λόγος της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως, και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον λόγο αυτό της ανακοπής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την ανακοπή ως προς όλες τις διατάξεις της, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης που θα καθορισθεί εξαρχής, και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παράβολου στην καταθέσασα εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο τρίτος λόγος της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του. Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το Δικαστήριο τούτο υποκαθίσταται πλέον στη θέση εκείνου.
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 630 εδ. γ’, δ’ και 631 του ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, αλλά και την αιτία της πληρωμής. Η διάταξη του άρθρου 630 του ΚΠολΔ είναι ειδικότερη των διατάξεων των άρθρων 300 – 306 του ΚΠολΔ, αφού η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αλλά τίτλο εκτελεστό. Ειδικότερα, για την αναφορά της αιτίας της πληρωμής στη διαταγή πληρωμής αρκεί ο προσδιορισμός του είδους της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση (πχ. δάνειο ή παροχή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό), έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία από όλο το περιεχόμενό της για την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί διαταγής πληρωμής, με την οποία ειδικότερα διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο από την κίνηση λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης χορήγησης δανείου από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα στον οφειλέτη (καθ’ ου η διαταγή πληρωμής) και έκλεισε οριστικά, αρκεί για την πληρότητά της, ως προς την αιτία της πληρωμής, να αναφέρεται σε αυτή, έστω και συνοπτικά, ότι το ποσό του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του καθ’ ου αυτή εκδίδεται οφειλέτη, που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν και η κίνηση των πιστωχρεωστικών κονδυλίων του λογαριασμού αυτού, από την αντιπαραβολή των οποίων, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Στην περίπτωση δε, που ζητείται υπόλοιπο εντόκου δανείου, ο αιτών δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει το ποσό των νόμιμων τόκων, τους οποίους με δεδομένο το κεφάλαιο καθώς και τα νόμιμα επιτόκια, όπως αυτά είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εξευρίσκονται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς (ΑΠ 1016/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ’ του ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, συνάγεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδίκασης τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 99/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1587/2019 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, πρέπει δε να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1071/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνΚρ 21/2026 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστη, διότι δεν παρατίθενται σ’ αυτή τα κονδύλια των γενόμενων χρεοπιστώσεων του λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της ένδικης υπ’ αριθ. ……../06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου και το υπολογιζόμενο νόμιμο επιτόκιο. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, που καταγγέλθηκε, όπως εν προκειμένω, αρκεί να αναφέρεται ότι καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση παροχής τοκοχρεωλυτικού δανείου, ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στο σύνολό του ή τμηματικά στον δανειολήπτη και ότι ο τελευταίος καθυστέρησε την καταβολή κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης, λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση. Αντιθέτως, δεν απαιτείται, για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την ορισμένη περιγραφή της στον εκτελεστό τίτλο στην περίπτωση της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, να αναφέρονται τα επικαλούμενα από τον ανακόπτοντα στοιχεία, ήτοι τα κονδύλια των γενόμενων χρεοπιστώσεων και το υπολογιζόμενο νόμιμο επιτόκιο, καθόσον αυτά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία του περιεχομένου της αίτησης και της διαταγής πληρωμής, για την πληρότητα των οποίων δεν απαιτείται η αναφορά του εκάστοτε κατά τη λειτουργία της σύμβασης εφαρμοσθέντος επιτοκίου, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος ή η σύμβαση, ούτε, άλλωστε, απαιτείται να εξειδικεύονται τα κονδύλια των γενόμενων χρεοπιστώσεων, αφού θα προσκομίζονται τα έγγραφα της κίνησης των λογαριασμών, που τηρήθηκαν στα πλαίσια της σύμβασης. Σε κάθε δε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ………/2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι μνημονεύθηκαν σ’ αυτή και προσκομίσθηκαν, μεταξύ άλλων εγγράφων, η υπ’ αριθ. ………../06.07.2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την από 09.12.2011 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» ως δανείστριας, και του …………… ως οφειλέτη, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε ο ανακόπτων, η υπ’ αριθ. …../07.06.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ………, με την οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η από 25.05.2023 εξώδικη δήλωση γνωστοποίησης της καταγγελίας της ανωτέρω δανειακής σύμβασης, τα αποσπάσματα της κίνησης του υπ’ αριθ. ………….. δανειακού λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης από τη σύναψη της 09.12.2011 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών μέχρι και το κλείσιμο του λογαριασμού, τα οποία (αποσπάσματα) έχουν εξαχθεί με εκτύπωση των εμπορικών βιβλίων, και περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή στον υπολογιστή της πιστώτριας Τράπεζας, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τους υπάλληλους αυτής, που ενήργησαν την εκτύπωση, και τα οποία αποτελούν, κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων, πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας. Επιπλέον στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ………../2023 διαταγή πληρωμής προσδιορίσθηκε με σαφήνεια το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 66.334,16 ευρώ, κατά το οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω υπ’ αριθ. …………. δανειακού λογαριασμού, την 25.05.2023, από το οποίο ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή, κατόπιν περιορισμού του αιτούμενου ποσού, το ποσό των 50.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 08.06.2023, επόμενη της επίδοσης της από 25.05.2023 εξώδικης καταγγελίας, με το ισχύον κατά τη σύμβαση επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ποσού 700,00 ευρώ. Κατόπιν τούτων, προκύπτει ότι στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2023 διαταγή πληρωμής γινόταν σαφής διαχωρισμός μεταξύ των επιμέρους οφειλόμενων ποσών κεφαλαίου, τόκων, κεφαλαιοποιημένων τόκων, φόρων και επιβαρύνσεων πάσης φύσης, καθώς και εξόδων, αναγραφόταν το χρονικό σημείο έναρξης της τοκογονίας και οριζόταν ότι το οφειλόμενο ποσό θα καταβαλλόταν εντόκως, ενώ προσδιοριζόταν και το είδος του επιτοκίου, ενώ δεν απαιτείτο να γίνεται αναφορά του εκάστοτε κατά τη λειτουργία της δανειακής σύμβασης εφαρμοσθέντος επιτοκίου, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος ή η σύμβαση. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στην αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και στην ένδικη δανειακή σύμβαση δεν αναφέρθηκε το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ), κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2251/1994 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. Φ1-983/7/21.03.1991 ΚΥΑ των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εμπορίου και Εθνικής Οικονομίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. Ζ1- 178/09.03.2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να υπάρχει ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ), σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας (βλ. ΜονΕφΑθ 4498/2021 ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……./2023 διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι στην υπ’ αριθ. …../06.07.2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, υπάρχει αναφορά και υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού ποσοστού επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ), στον όρο 15 αυτής, στον οποίο ορίζεται ότι «Το επιτόκιο του δανείου, συμπεριλαμβανομένης της νόμιμης κατά περίπτωση εισφοράς του Ν. 128/1975, συνομολογείται σταθερό μεν προς ΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΥΟ ΕΚΑΤΟΣΤΑ τοις εκατό (3,72%) ετησίως για τις πρώτες (12) μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις εξυπηρέτησης του δανείου, κυμαινόμενο δε για τις υπόλοιπες δόσεις μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου εξυπηρέτησης του δανείου. Το κυμαινόμενο επιτόκιο του παρόντος δανείου συμφωνείται και ορίζεται από τώρα ότι έχει ως επιτόκιο αναφοράς το Βασικό Επιτόκιο (Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς Δημοπρασιών Ανταγωνιστικού Επιτοκίου) για Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.). Επί του ως άνω επιτοκίου αναφοράς συμφωνείται ότι προστίθεται περιθώριο ΔΥΟ ΚΑΙ ΕΝΝΙΑ ΔΕΚΑΤΑ (2,90%), σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου, καθώς και νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του Ν. 128/1975».
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 της ΠΔTΕ 1969/08.08.1991 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1266/1982 (ΦΕΚ A’ 131/29.08.1991), “απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα”, ενώ κατά το κεφάλαιο ΣΤ εδ. α’ της ΠΔTΕ 2501/31.10.2001, που αντικατέστησε την ανωτέρω ΠΔΤΕ 1969/1991, δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη α) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων και β) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησης τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων, όπως επί παραδείγματι συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου. Αντίθετα, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κάποια ελάχιστα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ειδικότερα, δε, ως προς τις χορηγήσεις, το ύψος των αμοιβών για τυχόν παρεπόμενες ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπανών, καθώς και των εξόδων υπέρ τρίτων που εισπράττουν (ΑΠ 368/2019 ΕΠΟΛΔ 2019. 423, ΕφΠατρ 65/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 9/2022 ΝΟΜΟΣ). Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής παρανόμως επιδικάσθηκαν σε βάρος του προμήθειες, η καταβολή των οποίων δεν είχε συμφωνηθεί με σχετικό όρο ένδικης υπ’ αριθ. ……………../06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ο λόγος αυτός κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εξειδικεύονται στην ανακοπή τα επιμέρους ποσά των προμηθειών, αλλά και το είδος των προμηθειών που επιδικάσθηκαν σε βάρος του ανακόπτοντος και πως αυτά επέδρασαν στη γένεση, στο ύψος και στο ληξιπρόθεσμο της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, ούτε αμφισβητούνται συγκεκριμένα κονδύλια αυτής, ώστε να δικαιολογείται και το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την προβολή της συγκεκριμένης αιτίασης, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, σε περίπτωση ακυρότητας κάποιου κονδυλίου η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται μόνο κατά ένα μέρος και όχι στο σύνολό της (βλ. ΜονΕφΑθ 1051/2020 ΝΟΜΟΣ), αφετέρου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν απαγορεύεται η επιβολή δαπανών για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, ήτοι εφάπαξ δαπάνες και έξοδα υπέρ τρίτων, όπως επί παραδείγματι συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου ή έξοδα επίδοσης, εφόσον παρέχεται επαρκής ενημέρωση στον πιστούχο, ο δε σχετικός όρος μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση και κατά τρόπο κεκαλυμμένο, περιστάσεις, όμως, που δεν επικαλείται ο ανακόπτων ότι συντρέχουν εν προκειμένω. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι είναι άκυροι, λόγω της αντίθεσής τους προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, οι όροι της ένδικης υπ’ αριθ. ……../06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκαν σε βάρος του τα έξοδα εξέτασης αιτήματος δανειοδοτούμενου και προέγκρισης δανείου, καθώς και τα έξοδα διαχείρισης του προεγκριθέντος δανείου. Ο λόγος αυτός που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 κρίνεται αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στην ανακοπή ότι οι εν λόγω Γ.Ο.Σ. επιφέρουν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του ανακόπτοντος, ούτε εκτίθενται τα στοιχεία, με βάση τα οποία οι εν λόγω Γ.Ο.Σ. διαταράσσουν, και μάλιστα σημαντικά, την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει, στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, την ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικών των σχετικών όρων κατ’ άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 (βλ. ΑΠ 350/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 561/2014 ΧρΙΔ 2014. 622).
Επί δανειακών τραπεζικών συμβάσεων, το άρθρο 2 παρ. 7 περ. ε’, ια’ του Ν. 2251/1994 αξιώνει τα κριτήρια, με τα οποία καθορίζονται οι όροι αυτών, να αναφέρονται στη σύμβαση, δεδομένου ότι ο νόμος δεν ανέχεται την αοριστία του τιμήματος, παρά μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, οπότε πρέπει να αναφέρονται ειδικώς καθορισμένα και εύλογα κριτήρια (ΕφΑθ 446/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1471/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5101/2011 ΝοΒ 2011. 2139, ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006. 1467, ΕφΑθ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003. 643). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και, παράλληλα, ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 336/29.02.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων, που, με την υπ’ αριθ. 2435/26.06.1998 πράξη του, μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν στους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας «Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας». Στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις «i» και «iν» της παρ. 2 εδ. α’ του κεφαλαίου Β’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (ΦΕΚ Α’ 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, κατ’ ελάχιστο, να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με «το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)», καθώς και «σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)». Περαιτέρω, με τα εδάφια «α» και «β» της παρ. 2 της απόφασης 178/3/2004 της ΕΤΠΘ (ΦΕΚ Α’ 152/09.08.2004), ορίζεται ότι: «α) Η παρ. 2 εδ. α’ (iν) του Κεφαλαίου Β’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ,λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζόμενου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου». Εξάλλου, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη, περαιτέρω δε, με βάση και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό, αφενός μεν, ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (με την έννοια της «απόκλισης» από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει), δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής, κατ’ ανώτατο όριο, δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης και αφετέρου (αντιθέτως), είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 περ. ε’ και ια’ του Ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος στους ΓΟΣ όρος, ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στην προμηθεύτρια Τράπεζα, ρυθμίζοντας τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σύμβαση δανείου, να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα, ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αορίστων. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η Τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 354/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1196/2010 ΝΟΜΟΣ). Ήτοι, συνοψίζοντας, η συνήθης στην τραπεζική πρακτική σύναψη δάνειων με κυμαινόμενο επιτόκιο ουδόλως είναι «per se» παράνομη ή έστω αντικείμενη στο νόμο περί προστασίας του καταναλωτή. Το κρίσιμο, αντιθέτως, είναι αν τα κριτήρια, που τίθενται για τη μεταβολή του επιτοκίου, είναι εύλογα και όχι προδήλως αόριστα, καθώς και το αν η σύναψη του όρου έχει λάβει χώρα υπό όρους διαφάνειας, ήτοι, ιδίως, αν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο. Με την υπ’ αριθ. 178/19.07.2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ (ΦΕΚ Α’ 1872/26-27.12.2006), ορίστηκε ότι η παρ. 2 εδ. α’ (iν) του κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, περί κυμαινόμενου επιτοκίου, κατά την οποία, η ελάχιστη ενημέρωση, που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη κάποιας σύμβασης και συγκεκριμένα, ως προς τις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, αφορά στο γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο, με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και την πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντιστοίχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια ΕΚΤ), είναι σύμφωνη με την αρχή περί ελεύθερης διαμόρφωσης των τραπεζικών επιτοκίων και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, όταν δε, η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της EKT, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κτλ, οι τελευταίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Η πρόβλεψη, συνεπώς, στη σύμβαση δυνατότητας μονομερούς τροποποίησης του συμβατικού επιτοκίου από το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να συνοδεύεται από τον καθορισμό ειδικών και εύλογων κριτηρίων (ΕφΠειρ 638/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1471/2013 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το τέταρτο, το όγδοο και ένατο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ. ια’ του Ν. 2251/1994, οι όροι της ένδικης υπ’ αριθ. ………/06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει των οποίων η καθ’ ης η ανακοπή διατηρούσε το δικαίωμα να μεταβάλει το επιτόκιο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, να διαμορφώνει το επιτόκιο της δανειακής σύμβασης υπερβαίνοντας τα ανώτατα εξωτραπεζικά επιτόκια και να επιβάλει ανατοκισμό των τόκων σε χρονικό διάστημα μικρότερο ή και εντός του εξαμήνου. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο ανακόπτων ουδόλως προσδιορίζει, ως όφειλε για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, το ύψος του πράγματι εφαρμοσθέντος επιτοκίου, καθώς και τα χρηματικά ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε εξαιτίας της εφαρμογής του μονομερώς καθορισθέντος από την καθ’ ης η ανακοπή και ακύρου, κατά τους ισχυρισμούς του, επιτοκίου καθώς και ανατοκισμού των τόκων σε χρονικό διάστημα μικρότερο ή και εντός του εξαμήνου, δοθέντος ότι η διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα μόνο κατά το αντίστοιχο μέρος, από δε τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό.
Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση δανείου ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωση, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη. Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 του ΚΠολΔ, 36 του Ν. 4194/2013, 14 του Ν. 1599/1986), ενώ δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακριβείας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακριβείας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 84/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 35/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 110/2025 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το έκτο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ. ια’ του Ν. 2251/1994, ο όρος της ένδικης υπ’ αριθ. ……………../06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου περί πλήρους αποδεικτικής ισχύος του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της δανείστριας Τράπεζας. Ο λόγος αυτός κρίνεται μη νόμιμος και απορριπτέος, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την δανείστρια Τράπεζα, που προκύπτει από την κίνηση των λογαριασμών της σύμβασης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, καθόσον δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη.
Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, για να μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, πρέπει η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ). Το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 624 του ΚΠολΔ βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής. Ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ’ αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 62/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1379/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1133/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2210/2013 ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτό βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 1346/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1395/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 105/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 999/2019 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά το πέμπτο και το έβδομο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ. ια’ του Ν. 2251/1994, οι όροι της ένδικης υπ’ αριθ. ………./06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει των οποίων η καθ’ ης η ανακοπή διατηρούσε το δικαίωμα πίστωσης του δανείου σε λογαριασμό του πελάτη και άμεσου εκτοκισμού αυτού πριν από την εκταμίευση, καθώς και το δικαίωμα είσπραξης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου. Ο λόγος αυτός κρίνεται αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται στην ανακοπή πως οι εν λόγω όροι της ένδικης δανειακής σύμβασης επέδρασαν στη γένεση, στο ύψος και στο ληξιπρόθεσμο της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, ούτε αμφισβητούνται συγκεκριμένα κονδύλια αυτής, ώστε να δικαιολογείται και το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την προβολή της συγκεκριμένης αιτίασης, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, σε περίπτωση ακυρότητας κάποιου κονδυλίου η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται μόνο κατά ένα μέρος και όχι στο σύνολό της.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 εδαφ. α’ του Ν. 128/1975, επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της …, υπέρ του εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς τράπεζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αύτη οφείλεται πέραν των, δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών. Από τη διάταξη αυτή ούτε προβλέπεται, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη (ως τέτοια νοείται και η τυχόν θέσπιση ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο τυχόν θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση). Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλο απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την ισχύ του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών. Εφόσον όμως στον σχετικό Γ.Ο.Σ. γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975 προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460). Εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α’ του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 821/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1369/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 39/2019 ΝΟΜΟΣ). Ο ανακόπτων ισχυρίζεται με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ότι είναι άκυρος λόγω της αντίθεσής του προς το Ν. 2251/1994 ο όρος της ένδικης υπ’ αριθ. 4083927488/06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, με τον οποίο προβλέπεται μετακύλιση στον ανακόπτοντα της εισφοράς του Ν. 128/1975, διότι αφενός είναι παράνομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον δανειολήπτη, με την ενσωμάτωση αυτής της εισφοράς στο επιτόκιο της σύμβασης, αφετέρου επιτρέπεται ανατοκισμός μόνο των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων και των εισφορών, με αποτέλεσμα να έχουν ενσωματωθεί στην επίδικη οφειλή τόκοι που προέκυψαν από παράνομη μετακύλιση και από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, γεγονός που συνιστά τοκογλυφία εκ μέρους της δανείστριας Τράπεζας, και να καθίσταται έτσι άκυρη στο σύνολό της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή είναι παράνομη και μη εκκαθαρισμένη. Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον ο ανακόπτων απλώς αμφισβητεί το ύψος της απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο των τηρηθέντων για την ένδικη σύμβαση δανείου λογαριασμών και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από την παράνομη, κατά την άποψή του, μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 ή από τον ανατοκισμό της εισφοράς αυτής, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, για να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, όπως αυτό θα διαμορφωνόταν εάν δεν είχαν λάβει χώρα η παράνομη μετακύλιση και ο παράνομος ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975. Κατ’ αποτέλεσμα των ανωτέρω, δεν είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που οι λόγοι ήθελαν κριθούν ουσιαστικά βάσιμοι, της διαταγής πληρωμής κατά τα αντίστοιχα μέρη, δοθέντος ότι, ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παρανόμων ποσών ή ανατοκισμών δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης, ούτε καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα των αντίστοιχων ποσών της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ίδιοι λόγοι της ανακοπής είναι μη νόμιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, καταρχήν είναι σύννομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον δανειολήπτη, βάσει σχετικών ρητών όρων της σύμβασης δανείου, όπως εν προκειμένω, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής. Επιπλέον δε, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, κατά ρητή πρόβλεψη του σχετικού όρου της ένδικης υπ’ αριθ. …………./06.07.2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η εισφορά του Ν. 128/1975 συνυπολογίζεται για την εξαγωγή του τελικού συμβατικού επιτοκίου που βαρύνει τον δανειολήπτη, επαυξάνοντας το ποσοστό αυτού, οπότε ο συνυπολογισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεδομένου ότι η ανωτέρω εισφορά ενσωματώθηκε πλήρως, κατά ρητούς όρους της δανειακής σύμβασης, στο ποσοστό του επιτοκίου, με συνέπεια να αποτελεί το ποσό που την αναπαριστά ουσιαστικά ποσό τόκων και να ανατοκίζεται νομίμως ανά εξάμηνο.
Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε, ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με την παραπάνω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 5/2011 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 7/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 207/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 375/2021 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1352/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1472/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 459/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1027/2010 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη, είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικά δύο μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Δεν εμπίπτει, ωστόσο, στην ως άνω απαγόρευση (αναστολή καταδιωκτικών μέτρων), όπως ισχύει και στην περίπτωση της πτώχευσης, η υποβολή αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής και η έκδοση αυτής καθαυτής, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αίτηση και η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποτελούν επιθετικές πράξεις, όπως η έγερση αγωγής, αλλά απλά αποσκοπούν στην κτήση εκτελεστού τίτλου, ενώ επίσης τόσο αυτές όσο και η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, δεν αποτελούν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά προδικασία αυτής, ενώ αντιθέτως αποτελεί επιθετική πράξη η επίδοση της διαταγής πληρωμής, αφού έχει λάβει τον εκτελεστήριο τύπο κατ’ άρθρο 924 εδ. α’ του ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 138/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 1271/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2230/2008 ΕπισκΕμπΔ 2009. 160). Με τον έβδομο και τον όγδοο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστική και άκυρη η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον η καθ’ ης η ανακοπή γνώριζε αφενός τη δύσκολη οικονομική κατάσταση του ιδίου, αλλά και του πρωτοφειλέτη αδελφού του, …………………, λόγω της επικρατούσας οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της πτώσης των εισοδημάτων τους, αφετέρου τις εκκρεμούσες αιτήσεις αυτών ενώπιον του Ειρηνοδικείου περί υπαγωγής τους στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010, από τις οποίες απορρίφθηκε η αίτηση του ανακόπτοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε δεκτή η αίτηση του αδελφού του ως και ουσιαστικά βάσιμη. Οι λόγοι αυτοί περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή είναι μη νόμιμοι, καθόσον τα επικαλούμενα από τον ανακόπτοντα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στον τρόπο με τον οποίο η καθ’ ης η ανακοπή επέλεξε να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτησή της, και αληθή δε υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο κατάχρηση δικαιώματος. Εξάλλου, ο ανακόπτων ουδόλως επικαλείται περιστατικά, αναφορικά με συμπεριφορά της καθ’ ης η ανακοπή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, ώστε να δημιουργηθεί σ’ αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι η καθ’ ης η ανακοπή δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της στο χρόνο που το άσκησε.
Με τον ένατο λόγο της ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ούτε στην επίσπευση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της προσβαλλόμενης από 24.01.2024 επιταγής προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον με την υπ’ αριθ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό ότι ο Ν. 3156/2003 και ο Ν. 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, και ως εκ τούτου ότι η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου και θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α’ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις, και συνεπώς με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 3156/2003 και Ν. 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), όπως εν προκειμένω η καθ’ ης η ανακοπή, έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Εξάλλου, αμφότεροι οι ως άνω νόμοι έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζεται η διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης. Ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρίες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 08.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …./2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η προσβαλλόμενη από 24.01.2024 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του οικείου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων, την από 26.11.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3602/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 3602/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την από 08.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2024 και ειδικό …/2024 ανακοπή.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Επικυρώνει την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την προσβαλλόμενη από 24.01.2024 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής.
Επιβάλει σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 15.07.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ