ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 542/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εναγόμενης: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………….» και πρώην επωνυμία «……………….» που εδρεύει στη ……. Μαγνησίας, …………….., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Παπακωστοπούλου (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στο ……. Μαγνησίας, οδός ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Βόλου).
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 01.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2021 και ειδικό ……/2021 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1940/2025 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Η εκκαλούσα – εναγόμενη προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 29.09.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ……/30.09.2025 και ειδικό ………../30.09.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/30.09.2025 και ειδικό …../30.09.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1940/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 01.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2021 και ειδικό …../2021 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – εναγόμενη την 04.09.2025 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……../04.09.2025 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας ……………), η δε κρινόμενη από 29.09.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../30.09.2025 και ειδικό ……/30.09.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – εναγόμενη το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα στην από 01.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2021 και ειδικό ……/2021 αγωγή της, την οποία άσκησε, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της οργάνωσης διανομών και της διανομής εμπορευμάτων και ότι η εναγόμενη παρασκευάζει και εμπορεύεται άλευρα και σιμιγδάλια, έχοντας στην κυριότητά της τρία φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, με αριθμούς κυκλοφορίας ……….., ………. και ………., ότι στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς τους, καταρτίσθηκε μεταξύ τους στη …… Μαγνησίας, η από 02.05.2017 σύμβαση διανομής, η οποία παρατίθεται αυτούσια στο δικόγραφο της αγωγής, και με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε αφενός τη διοργάνωση του δικτύου διανομών και τη διανομή των εμπορευμάτων της εναγόμενης στους πελάτες της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, με τη χρήση των ανωτέρω φορτηγών αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της εναγόμενης και με προσωπικό (οδηγούς και εργάτες) που θα απασχολούσε η ενάγουσα, κατά τους καθοριζόμενους από την εναγόμενη χρόνους παράδοσης των εμπορευμάτων της, αφετέρου τη φύλαξη των φορτηγών αυτοκινήτων, κενών ή έμφορτων, σε περιφραγμένους και φυλασσόμενους χώρους, ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε ένα έτος, αρχόμενη την 02.05.2017 και λήγουσα την 01.05.2018, ενώ προβλέφθηκε η δυνατότητα παράτασης της σύμβασης επί ένα έτος κάθε φορά, εφόσον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν γνωστοποιήσει την αντίθετη βούλησή του στον αντισυμβαλλόμενό του, ένα τουλάχιστον μήνα πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου, ότι η αμοιβή της ορίσθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στο Προσάρτημα 1 της από 02.05.2017 σύμβασης, στο ποσό των 37,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή σακιών σε πελάτες στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, στο ποσό των 24,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή παλετών (σακιών) σε πελάτες στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και στο ποσό των 20,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή ολόκληρου φορτίου παλετών (σακιών) σε ένα πελάτη στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, ενώ συμφωνήθηκε να καταβάλλεται την 15η ημέρα κάθε μήνα, μετά την έγκαιρη αποστολή από την ενάγουσα στην εναγόμενη, στο τέλος κάθε μήνα, των σχετικών τιμολογίων παροχής των υπηρεσιών, ότι ρητώς προβλέφθηκε ότι η από 02.05.2017 σύμβαση θα λύνεται με έγγραφη καταγγελία οποτεδήποτε και χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αφενός στις περιπτώσεις που ορίζονται στη σύμβαση, αφετέρου στην περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη παραβιάσουν τους όρους της σύμβασης και δεν επανορθώσουν, εντός τριάντα ημερών από τη σχετική πρόσκληση του αντισυμβαλλόμενου, εφόσον η παραβίαση είναι δεκτική επανόρθωσης, ή δεν παράσχουν επαρκή αποζημίωση, καθώς και στην περίπτωση που οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος προβεί σε παύση πληρωμών ή εξωπτωχευτικό συμβιβασμό ή κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ή διορισμό συνδίκου ή εκκαθαριστή, ότι η από 02.05.2017 σύμβαση διανομής τροποποιήθηκε εγγράφως την 07.08.2017 και την 21.02.2019, αντίστοιχα, και προστέθηκαν τα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, με αριθμούς κυκλοφορίας ……….. και …………., αντίστοιχα, ιδιοκτησίας της εναγόμενης, προς χρήση και με το προσωπικό της ενάγουσας, σε εκτέλεση της αναληφθείσας υποχρέωσής της προς διανομή των εμπορευμάτων της εναγόμενης σε πελάτες της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ότι η εναγόμενη δεν υπήρξε συνεπής προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις, αφού αφενός καθυστερούσε την έναρξη της φόρτωσης των εμπορευμάτων της στα φορτηγά αυτοκίνητα από το Λιμένα …. στη …… Μαγνησίας, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η ενάγουσα με τις αποδοχές του προσωπικού (οδηγών) των ανωτέρω φορτηγών αυτοκινήτων και να αδυνατεί να ορίσει τους κατάλληλους οδηγούς των οχημάτων, αφετέρου δεν χορηγούσε στους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων αντίγραφα των παραστατικών της γεφυροπλάστιγγας (ζυγολογίων) της εναγόμενης το Λιμένα ……, στα οποία αναγράφονταν το βάρος των μεταφερόμενων εμπορευμάτων και της συσκευασίας αυτών, ούτε αναλυτικές καταστάσεις των πελατών της εναγόμενης, στους οποίους θα παραδίδονταν τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, και επιπλέον δεν εξοφλούσε εμπροθέσμως τις οφειλόμενες αμοιβές της ενάγουσας, αλλά κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι των οφειλόμενων αμοιβών, ότι την 17.05.2021, η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της καταρτισθείσας μεταξύ τους από 02.05.2017 σύμβασης διανομής, επικαλούμενη τον ψευδή και συκοφαντικό για την ενάγουσα ισχυρισμό ότι αυτή είχε εισπράξει αχρεωστήτως κονδύλια αμοιβών, συνολικού ποσού 5.199,67 ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε είκοσι έξι (26) φορτωτικές που εκδόθηκαν από την ενάγουσα και αναγράφονταν στην περιεχόμενη στο αγωγικό δικόγραφο από 17.05.2021 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, καθώς και κονδύλια αμοιβών, συνολικού ποσού 11.871,19 ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ογδόντα πέντε (85) φορτωτικές που εκδόθηκαν από την ενάγουσα και αναγράφονταν στην περιεχόμενη στο αγωγικό δικόγραφο από 11.07.2021 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, ήτοι κονδύλια αμοιβών συνολικού ποσού 17.070,86 ευρώ, ως προς τα οποία η εναγόμενη δήλωσε ότι προβαίνει σε συμψηφισμό με τις οφειλόμενες από την ίδια αμοιβές της ενάγουσας για τη διανομή των εμπορευμάτων της σε εκτέλεση της από 02.05.2017 σύμβασης διανομής, ότι η ενάγουσα με τις από 18.05.2021 και από 20.07.2021, αντίστοιχα, εξώδικες δηλώσεις της, αρνήθηκε την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού ότι είχε εισπράξει αχρεωστήτως τα ανωτέρω κονδύλια αμοιβών της, συνολικού ποσού 17.070,86 ευρώ, και ζήτησε από την εναγόμενη να της καταβάλει τις εν λόγω αμοιβές της, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση σ’ αυτήν την 13.09.2021 της σχετικής εξώδικης δήλωσής της, πλην όμως η εναγόμενη αρνήθηκε και εξακολουθεί να της οφείλει το ως άνω ποσό των 17.070,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο της ταχθείσας ως άνω προθεσμίας την 14.10.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ότι επιπλέον η εναγόμενη της οφείλει ως συμφωνηθείσες αμοιβές της για τη διανομή των εμπορευμάτων της εναγόμενης, σε εκτέλεση της από 02.05.2017 σύμβασης διανομής, το συνολικό ποσό των 26.542,08 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ποσοστού 24%, ποσού 6.370,10 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 32.912,18 ευρώ, που αντιστοιχεί στο βάρος των παλετών μεταφοράς σακιών με αλεύρι ή σιμιγδάλι που παραδίδονταν προς μεταφορά από την ενάγουσα και υπολογίζεται για κάθε φορτίο σε 32 παλέτες, επί 18 κιλά η καθεμία, ήτοι 576 κιλά, επί δύο φορτία ημερησίως, επί είκοσι ημέρες μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και δεκαπέντε ημερών από την 02.05.2017 έως την 17.05.2021, ήτοι συνολικά 1.105,92 τόνοι, με συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας ποσού 24,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων, ότι εξαιτίας της ψευδούς και αβάσιμης καταγγελίας της από 02.05.2017 σύμβασης διανομής εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία αποτελεί, εκτός από αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης, συνάμα και αδικοπραξία, λόγω του περιεχόμενου σ’ αυτή ψευδούς και συκοφαντικού για την ενάγουσα ισχυρισμού ότι είχε εισπράξει αχρεωστήτως κονδύλια αμοιβών της συνολικού ποσού 17.070,86 ευρώ, υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, ύψους 25.000,00 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει τα ως άνω ποσά των 17.070,86 ευρώ, των 32.912,18 ευρώ και των 25.000,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 74.983,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο της ταχθείσας ως άνω προθεσμίας την 14.10.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1940/2025 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 330, 345, 346, 361, 681, 914, 932 του ΑΚ και των άρθρων 69 παρ. 1 περ. ε’, 176, 907 και 908 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα κονδύλια των 32.912,18 ευρώ και των 25.000,00 ευρώ και έκανε αυτή δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς το κονδύλιο των 17.070,86 ευρώ και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 17.070,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 14.10.2021, και επέβαλε σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ύψους 600,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα – εναγόμενη με την κρινόμενη από 29.09.2025 έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον της αγωγή.
H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 του ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 533/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 698/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1374/2019 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση. Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής. Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών. Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ/τος 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ/τος 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως, η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 336/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 57/2026 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 470/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 485/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1154/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1374/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1057/2018 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους “τύπους” συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων). Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1.α) συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου), β) στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της “απορρόφησης ή αφομοίωσης”, κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή, γ) παράλληλα όμως είναι δυνατή σε συγκεκριμένη περίπτωση η συμπληρωματική εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τον συμβατικό τύπο στον οποίο ανήκει η δευτερεύουσα παροχή εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες που διέπουν την κύρια παροχή, δ) πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία “καταργητικού λόγου” ως προς αυτήν (λ.χ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχώρησης, κτλ.) επηρεάζει την τύχη της όλης σύμβασης. 2.α) συμβάσεις, όπως οι ως άνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες (“δίδυμες”) συμβάσεις, β) στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η “μέθοδος του συνδυασμού”, κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής σύμβασης, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν “καταργητικό λόγο”. 3. συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλομένου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής). Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω “μέθοδος του συνδυασμού” (ΕφΑθ 43/2024 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, με την οποία ο μεταφορέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταφέρει ορισμένα πράγματα από έναν τόπο σε άλλον, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής (κομίστρου), φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια. Η σύμβαση αυτή εάν αφορά σε εσωτερική μεταφορά, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 95 έως 107 ΕμπΝ και ιδίως από αυτήν του άρθρου 104 του ΕμπΝ, ενώ εφαρμόζονται σε αυτή συμπληρωματικά, για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις αυτές, εκείνες των άρθρων 681 επ. ΑΚ (ΑΠ 1669/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 860/1987 ΕΕμπΔ 1989. 214, ΕφΑθ 5439/2013 ΔΕΕ 2013. 1186, ΕφΠατρ 721/2005 ΔΕΕ 2006. 1173, ΜονΕφΠειρ 28/2023 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι εφόσον ο μεταφορέας εκπλήρωσε την από τη σύμβαση μεταφοράς αναληφθείσα υποχρέωση προς μεταφορά και παράδοση των πραγμάτων, ο αποστολέας ή ο παραλήπτης υποχρεούται στην καταβολή του συμφωνηθέντος κομίστρου (ΑΠ 167/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1669/2011 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΕυβ 142/2018 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, της αγωγής του ενάγοντος εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του, οφείλει αυτός να επικαλεστεί στο δικόγραφό του τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου (ΑΠ 1184/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 703/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 597/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 682/2010 ΝΟΜΟΣ). Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης με πολλούς τρόπους, ήτοι κατ’ αποκοπή, κατά μονάδα έργου, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικά, χρονικά, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού (ΑΠ 897/2019 ΝΟΜΟΣ). Εάν η αμοιβή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ο εργολάβος οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του ποια είναι αυτή κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1462/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 314/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1539/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1336/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 412/1993 ΕλλΔνη 1995. 376, ΕφΛαρ 102/2012 Δικογραφία 2012. 500, ΕφΠατρ 517/2002 ΑχαΝομ 2003. 53). Εάν συμφωνήθηκε το σύστημα καθορισμού της αμοιβής κατά χρονικές μονάδες, που αναφέρονται στη χρονική έκταση του αποτελέσματος και ειδικότερα στον προσδιορισμό ορισμένου ποσού ανά ώρα μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, προκειμένου να εξαχθεί η συνολική αμοιβή του εργολάβου, μετά την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των ωρών που απαιτήθηκαν για την εκτέλεσή του με το συμφωνηθέν ανά ώρα ποσό. Καταβάλλεται δε η αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ΑΚ, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, που καθένα αποτελεί και αυτοτελές έργο, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος ή αυτοτελούς έργου. Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, οφείλει να προσδιορίζει τη συμφωνία για την αμοιβή με ένα από τους παραπάνω τρόπους (ΑΠ 162/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 233/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 882/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 346/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 485/2020 ΝΟΜΟΣ). Μόνο όταν η αμοιβή του εργολάβου καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού, ο καθορισμός αυτής θα γίνει είτε κατ’ άρθρα 371 – 373 του ΑΚ, είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως με τις τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή την ειθισμένη αμοιβή, αυτή, δηλαδή, η οποία συνηθίζεται υπό τις ίδιες συνθήκες τόπου, χρόνου κλπ. να καταβάλλεται σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας για όμοιες εργασίες (ΑΠ 941/2002 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 372/2014 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση δε κατά την οποία η αμοιβή ζητείται εντόκως από το χρονικό σημείο της παράδοσης του έργου, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή και ο χρόνος αυτός (ΑΠ 162/2018 ΝΟΜΟΣ). Ως έργο δε νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε, ώστε να δικαιούται της συμφωνημένης αμοιβής του, κατ’ άρθρο 694 του ΑΚ (ΑΠ 218/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση, που απορρέει από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, αν η πράξη αυτή διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 του ΑΚ γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον. Από δε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και ότι αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον, που έπαθε προσβολή, μεταξύ των άλλων και της τιμής του. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και μετά από εκτίμηση των περιστάσεων, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η άδικη πράξη του υπαίτιου και ιδίως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής και της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου και του υπόχρεου, ότι ο αδικηθείς υπέστη ηθική βλάβη. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, δηλαδή, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του ΑΚ και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ του άλλου μέρους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο άλλος υπέστη ζημία ή και ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του καταγγείλαντος. Περαιτέρω, δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς έννομων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μία συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρίες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για την αποκατάσταση, δε, της ηθικής τους βλάβης τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρουν ορισμένως ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χωρίς αποδείξεις, όπως συμβαίνει στα φυσικά πρόσωπα, αλλά σε μία συγκεκριμένη, έχουσα υλική υπόσταση, βλάβη, την οποία το αιτούμενο την χρηματική ικανοποίηση νομικό πρόσωπο πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 146/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 876/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 15/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1048/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 932/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 730/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 33/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2666/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6645/2019 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, προκειμένου να κριθεί εάν και κατά πόσο επήλθε, συνεπεία της αδικοπραξίας, προσβολή της εμπορικής πίστης και της επαγγελματικής υπόληψης του νομικού προσώπου, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρεται η επιχειρηματική και περιουσιακή κατάσταση του θιγόμενου νομικού προσώπου χωρίς την παρεμβολή της επιλήψιμης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής, ώστε να προκύπτει η διαφορά, η οποία συνιστά συγκεκριμένη βλάβη με υλική υπόσταση και να δικαιολογείται η αιτουμένη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1346/2000 ΕλλΔνη 2002. 383, ΕφΑθ 2666/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 306/2019 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 6645/2019 ΝΟΜΟΣ). Δεν απαιτείται, ωστόσο, η εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, διότι είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στην πίστη, το κύρος, τη φήμη, κ.λπ. του νομικού προσώπου (ΕφΑθ 2666/2021 ΝΟΜΟΣ), ούτε ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου, με τον οποίο επήλθε η επικαλούμενη βλάβη, αρκεί βέβαια να συνάγεται ότι η προσβολή του νομικού προσώπου επήλθε από τον αντίκτυπο, που είχαν τα αδικήματα σε βάρος του (ΕφΑθ 264/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2709/2021 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της έφεσης το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονιέται διότι η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, της αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 356/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1951/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 162/2013 ΕλλΔνη 2013. 168, ΕφΑθ 1531/2011 ΔΕΕ 2011. 936, ΕφΑθ 3289/2009 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος επί έφεσης του εναγόμενου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ. αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντα (ΑΠ 1436/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42. 925, ΕφΠειρ 77/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4924/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 20/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, ελέγχεται απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας στο σύνολό της, καθόσον δεν περιέχονται σ’ αυτή όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, που είναι αναγκαία για την άμυνα της εναγόμενης και για τη δυνατότητα εκ μέρους του Δικαστηρίου υπαγωγής των ιστορουμένων πραγματικών περιστατικών στις ανάλογες διατάξεις του νόμου, καθώς και για τον έλεγχο της βασιμότητας των αγωγικών κονδυλίων ποσού 17.070,86 ευρώ, ποσού 32.912,18 ευρώ και ποσού 25.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν εκθέτει για το ορισμένο των κονδυλίων της αγωγής της ποσού 17.070,86 ευρώ και ποσού 32.912,18 ευρώ, ότι προέβη σε προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση στην εναγόμενη – εργοδότη, του έργου που ανατέθηκε στην ενάγουσα – εργολάβο, κατά τα οριζόμενα στην ένδικη από 02.05.2017 σύμβαση, ενόψει του μικτού χαρακτήρα αυτής, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα όφειλε περισσότερες παροχές που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, εκ των οποίων η μία είναι οικονομικώς και νομικώς κύρια και οι άλλες παρεπόμενες, καθόσον ανέλαβε, εκτός από την κύρια παροχή της διοργάνωσης του δικτύου διανομών και της διανομής των εμπορευμάτων της εναγόμενης, με τη μεταφορά αυτών στους πελάτες της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, με τη χρήση των φορτηγών αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της εναγόμενης και με προσωπικό (οδηγούς και εργάτες) που θα απασχολούσε η ενάγουσα, κατά τους καθοριζόμενους από την εναγόμενη χρόνους παράδοσης των εμπορευμάτων της, επιπλέον και την παρεπόμενη παροχή της φύλαξης των φορτηγών αυτοκινήτων, κενών ή έμφορτων, σε περιφραγμένους και φυλασσόμενους χώρους. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αμοιβών της ενάγουσας συνολικού ποσού 17.070,86 ευρώ, ήτοι αμοιβών συνολικού ποσού 5.199,67 ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε είκοσι έξι (26) φορτωτικές που εκδόθηκαν από την ενάγουσα και αναγράφονταν στην περιεχόμενη στο δικόγραφο από 17.05.2021 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, καθώς και αμοιβών συνολικού ποσού 11.871,19 ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ογδόντα πέντε (85) φορτωτικές που εκδόθηκαν από την ενάγουσα και αναγράφονταν στην περιεχόμενη στο δικόγραφο από 11.07.2021 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, δεν εξειδικεύεται το έργο των μεταφορών που εκτέλεσε η ενάγουσα σε εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων από τη μεταξύ των διαδίκων από 02.05.2017 σύμβαση, προς διανομή των εμπορευμάτων της εναγόμενης σε πελάτες της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, αφού δεν προσδιορίζονται καθόλου στο δικόγραφο οι επιμέρους οδικές μεταφορές των εμπορευμάτων της εναγόμενης που εκτελέσθηκαν από την ενάγουσα, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής της, με τη χρήση των εκτιθέμενων στην αγωγή φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ιδιοκτησίας της εναγόμενης, και με το προσωπικό της ενάγουσας, ούτε τα εκτελεσθέντα δρομολόγια, ούτε το μέσο, με το οποίο εκτελέσθηκαν οι μεταφορές, ούτε ο τόπος παραλαβής και ο τόπος παράδοσης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, στοιχεία που θα έπρεπε να προσδιορίζονται για την επαρκή περιγραφή του εκτελεσθέντος έργου των συμβάσεων μεταφοράς εμπορευμάτων, αφού επιδρούν στον καθορισμό της φερόμενης ως συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Προσάρτημα 1 της από 02.05.2017 σύμβασης, και ανερχόμενης στο ποσό των 37,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή σακιών σε πελάτες στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, στο ποσό των 24,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή παλετών (σακιών) σε πελάτες στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και στο ποσό των 20,00 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενων εμπορευμάτων για τη διανομή ολόκληρου φορτίου παλετών (σακιών) σε ένα πελάτη στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, στη σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, που φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια του φορτίου, το έργο του μεταφορέα είναι ακριβώς η διαμετακόμιση των εμπορευμάτων από τόπο σε τόπο, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής (κομίστρου). Όσον αφορά στο αγωγικό κονδύλιο συνολικού ποσού 26.542,08 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ποσοστού 24%, ποσού 6.370,10 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 32.912,18 ευρώ, της φερόμενης ως συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας για το εκτελεσθέν έργο των συμβάσεων μεταφοράς των εμπορευμάτων της εναγόμενης που αντιστοιχεί στο βάρος των παλετών μεταφοράς σακιών με αλεύρι ή σιμιγδάλι, ομοίως δεν εξειδικεύεται καθόλου στο δικόγραφο το μεταφορικό έργο των επιμέρους οδικών μεταφορών που εκτέλεσε η ενάγουσα, σε εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων από την από 02.05.2017 σύμβαση, προς διανομή των εμπορευμάτων της εναγόμενης σε πελάτες της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων από 02.05.2017 σύμβασης, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της κρινόμενης αγωγής περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημά της, χωρίς να δεσμεύεται από τον αναγραφόμενο στην αγωγή νομικό χαρακτηρισμό της από 02.05.2017 σύμβασης ως σύμβασης διανομής (βλ. ΑΠ 42/2015 ΧρΙΔ 2015. 533, ΑΠ 881/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1308/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 334/2024 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω δε, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 02.05.2017 σύμβαση, δεν φέρει τα στοιχεία της σύμβασης διανομής, είτε απλής, είτε αποκλειστικής, αφού δεν εκτίθεται στο δικόγραφο ότι η εναγόμενη (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί για ορισμένη εδαφική περιοχή στην ενάγουσα (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής της, τα οποία στη συνέχεια η τελευταία μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, αποσκοπώντας σε εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης, αναλαμβάνοντας συνήθως και την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες της εναγόμενης (παραγωγού), ως προς την εμφάνιση και ομοιότητα των πωλούμενων προϊόντων, ούτε εκτίθεται ότι η ενάγουσα (διανομέας) υποχρεούται να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και την φήμη της εναγόμενης (παραγωγού), να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, και έχοντας το δικαίωμα να καθορίζει η ίδια τις τιμές, με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους ή να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια, ενεργούσα η ενάγουσα (διανομέας), ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγόμενης (προμηθεύτριας – παραγωγού), υπό τον όρο της αποκλειστικότητας (στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής) και υπό την έννοια ότι η ενάγουσα (διανομέας) αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου της αποκλειστικά και μόνον τα συμβατικά προϊόντα της εναγόμενης (προμηθεύτριας – παραγωγού). Επιπροσθέτως, ως προς το αγωγικό κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης ύψους 25.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, η αγωγή κρίνεται αόριστη για τον λόγο ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της εάν η επικαλούμενη ηθική βλάβη του νομικού προσώπου της ενάγουσας συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη αυτής που έχει υλική υπόσταση και δύναται να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή της επιχειρηματικής και της περιουσιακής της κατάστασης χωρίς την παρεμβολή της επικαλούμενης αδικοπραξίας, σε σύγκριση με την επιχειρηματική και την περιουσιακή της κατάσταση μετά από αυτή, ώστε από τη σύγκριση των δυο οικονομικών μεγεθών να προκύπτει η διαφορά, η οποία συνιστά τη συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη της ενάγουσας, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση. Επιπλέον, δεν εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η φερόμενη ως αναιτιολόγητη καταγγελία της από 02.05.2017 σύμβασης εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία καταρχήν αποτελεί δικαίωμα αυτής, ασκήθηκε καταχρηστικά, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να συνιστά αδικοπραξία κατ’ άρθρο 914 του ΑΚ, δυνάμενη να θεμελιώσει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ της αντισυμβαλλόμενής της ενάγουσας, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης που προέβη σε αναιτιολόγητη καταγγελία της από 02.05.2017 σύμβασης.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς όλα τα αγωγικά κονδύλια και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κονδύλια των 32.912,18 ευρώ και των 25.000,00 ευρώ, ενώ έκανε δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο το κονδύλιο των 17.070,86 ευρώ και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 17.070,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 14.10.2021, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα – εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το κονδύλιο ποσού 17.070,86 ευρώ ήταν απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αλλά και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τα κονδύλια των 32.912,18 ευρώ και των 25.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι, αφού η εκκαλούσα – εναγόμενη ζητεί την απόρριψη της εναντίον της αγωγής, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τούτο έχει την εξουσία, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, να εξετάσει αυτεπάγγελτα και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, το παραδεκτό και τη νομιμότητα των αγωγικών αιτημάτων που έγιναν δεκτά ως παραδεκτά και νόμιμα πρωτοδίκως και να απορρίψει αυτά, ως αόριστα ή μη νόμιμα. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η από 01.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2021 και ειδικό ……./2021 αγωγή κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, λόγω της νίκης της εκκαλούσας πρέπει να επιστραφεί σε αυτήν το κατατεθειμένο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόστηκαν, αλλά και διότι εκτιμωμένων των περιστάσεων υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 116 παρ. 1β’ του Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 ΦΕΚ Α’ 246/10.12.2021 και εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις ως ειδικότερο του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 29.09.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1940/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1940/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 01.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2021 και ειδικό …../2021 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……../2025, ποσού εκατό (100,00) ευρώ.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 21.08.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ