Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 546/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ  ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός   546/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη,  Εφέτη, ο  οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……….», πρώην «………….», η οποία εδρεύει στον οικισμό …………… Κυκλάδων, με αρ. ΓΕΜΗ …….. και Α.Φ.Μ. ………. Δ.Ο.Υ. Πλοίων,  η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Μαρία Φλωροπούλου .

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μονοπρόσωπης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», με τον διακριτικό τίτλο «………», η οποία εδρεύει στη ……. Αττικής, επί της …………., με Α.Φ.Μ. ……… Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο [Παπαχρονόπουλος  Δικηγορική Εταιρεία] (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ].

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 17.12.2022 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/9.12.20222 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1416/2024 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε στο σύνολό της.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 12.6.2024 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ. ………./2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ. …………../2024 έφεσή της, δικάσιμος για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε αρχικά η 18.9.2025 και μετ’ αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ανέπτυξε της απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη από 12.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  Πρωτοδικείου Πειραιώς …../2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετείου Πειραιώς ……../9.10.2024) έφεση, με την οποία πλήττεται η με αριθμό 1416/29.4.2024 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και  απέρριψε στο σύνολό της την από 7.12.2022  (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/9.12.2022)  αγωγή της ήδη εκκαλούσας περί καταβολής ασφαλιστικής αποζημιώσεως, έχει ασκηθεί νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 §§ 1, 2, 511, 513 § 1 στοιχ. β, 516 § 1 και 517 ΚΠολΔ και είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι το δικόγραφό της κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.6.2024, εντός δηλαδή της οριζόμενης από το νομό διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης, που έλαβε χώρα την 29.4.2024 δεδομένου ότι δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, γεγονός για το οποίο δεν αντιλέγουν οι διάδικοι, (άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011) και κατατέθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το με αριθμό . ……  ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και την από 12.6.2024 ηλεκτρονική βεβαίωση της ίδιας ως άνω υπηρεσίας περί ολοκλήρωσης της πληρωμής, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία.

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία ιστιοφόρου σκάφους αναψυχής «DHT», εκθέτει ότι είχε συνάψει με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλισης θαλάσσιου κινδύνου του ως άνω σκάφους, δυνάμει του αναφερόμενου στην αγωγή ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με ασφαλιζόμενη αξία 1.140.000 ευρώ, εφαρμοστέο δε δίκαιο το Αγγλικό Δίκαιο και ειδικότερα οι διατάξεις περί θαλάσσιας ασφάλισης και οι Institute Yacht Clauses 1.1.1985. Ότι στις 12.10.202,  κατά τη διάρκεια πλου του σκάφους από τη Βουλιαγμένη προς την Κύθνο, επήλθε αιφνίδια θραύση της ξαρτόριζας του προτόνου του ιστού, με συνέπεια την κατάρρευση του ιστού, την πτώση των πανιών και του λοιπού εξαρτισμού στο κατάστρωμα και στη θάλασσα, καθώς και την εμπλοκή σχοινιών και πανιών στην προπέλα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ακινητοποίηση του σκάφους και την άμεση ανάγκη επέμβασης του πληρώματος και των αρμοδίων αρχών. Ότι το ασφαλιστικό συμβάν γνωστοποιήθηκε αμέσως στην εναγομένη, η οποία προέβη στον διορισμό πραγματογνώμονα προς διερεύνηση των αιτίων και της έκτασης της ζημίας. Ότι, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα που προσκόμισε, η κατάρρευση του ιστού δεν οφειλόταν σε φυσιολογική φθορά, ελλιπή συντήρηση ή προϋφιστάμενη βλάβη, αλλά σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο θαλάσσιο κίνδυνο, ο οποίος καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ότι, παρά ταύτα, η εναγομένη αρνήθηκε αδικαιολογήτως να αναγνωρίσει την ασφαλιστική της ευθύνη και να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, επικαλούμενη ότι η ζημία προκλήθηκε από φθορά του εξαρτισμού, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει σημαντικά η αποκατάσταση του σκάφους, να απαιτηθούν εκτεταμένες εργασίες επισκευής και αντικατάστασης εξαρτημάτων, καθώς και να υποστεί η ενάγουσα πρόσθετες δαπάνες και απώλεια της δυνατότητας εκμετάλλευσης του σκάφους. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη  να της καταβάλει το ποσό των 107.660,18 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ασφαλιστική αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του σκάφους, κατόπιν αφαίρεσης της συμβατικής απαλλαγής των 2.000 ευρώ, και ειδικότερα περιλαμβάνει τις δαπάνες μεταφοράς, ανέλκυσης, αποκατάστασης του άλμπουρου και λοιπών εργασιών, τις δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών, υλικών και εργασιών επισκευής, τις αμοιβές και τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής του εκπροσώπου της, την αμοιβή και τα έξοδα του πραγματογνώμονα, καθώς και τις δαπάνες ανέλκυσης και παραμονής του σκάφους στη μαρίνα. Ότι λόγω της παράνομης και υπαίτιας καθυστέρησης της εναγομένης να της καταβάλει την αποζημίωση εξόδων επισκευής του σκάφους απώλεσε (α) τους ναύλους, που έκλεισε μέσω της ναύλομεσίτριας «……….» και του ναυλομεσίτη της «………..», συνολικού ποσού 33.950,00 ευρώ, (β) τους ναύλους, που θα κέρδιζε μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τρεις εβδομάδες τον μήνα Απρίλιο του 2022, συνολικού ποσού 4.800,00 ευρώ, δύο εβδομάδες τον μήνα Μάιο του 2022, συνολικού ποσού 3.200,00 ευρώ, τρεις εβδομάδες τον μήνα Ιούνιο του 2022, συνολικού ποσού 6.000,00 ευρώ, μία εβδομάδα τον μήνα Ιούλιο του 2022, συνολικού ποσού 2.400,00 ευρώ, και τρεις εβδομάδες τον μήνα Οκτώβριο του 2022, συνολικού ποσού 6.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 21.200,00 ευρώ, (γ) τον τελευταίο ναύλο του μηνός Οκτωβρίου 2021 ποσού 1.450,00 ευρώ, και (δ) για δύο εβδομάδες ιδιοχρησιμοποίησης από τον νόμιμο εκπρόσωπο και την οικογένειά του, κατά ρητή συμφωνία με τον ναυλομεσίτη «………..», ποσό 4.550,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό για την αποθετική ζημία, που υπέστη από τις ανωτέρω αιτίες, ανέρχεται σε 61.150,00 ευρώ. Ότι από την κακόπιστη, παράνομη, υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, που αντίκειται όχι μόνο στην υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, αλλά και στις αρχές της καλής πίστης, αφού η ίδια ανανέωσε την ασφαλιστική σύμβαση με εκείνη, μετά το επίδικο συμβάν, ωστόσο η εναγομένη σκόπιμα καθυστέρησε και δεν της κατέβαλε το ασφάλισμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η τελευταία ενδιαφέρεται μόνο για την είσπραξη χρημάτων, υπέστη η ίδια ηθική βλάβη, καθόσον το σκάφος της έχει τεθεί εκτός ναυλαγοράς, με φήμες να κυκλοφορούν στη ναυλομεσιτική αγορά επαγγελματικών τουριστικών σκαφών για αδυναμία της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της λόγω καθυστέρησης των επισκευών και απώλειας ναύλων, ώστε να μην δύναται να τεθεί και πάλι στη ναυλαγορά για ναυλώσεις, για την ικανοποίηση της οποίας (ηθικής βλάβης) δικαιούται ποσό 50.000,00 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη τη συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, η ενάγουσα ζητεί, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση στις προτάσεις της (άρθρα 223 εδ.β, 294 εδ.α, 295 παρ.1 εδ.β, 297 ΚΠολΔ)  αφενός να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το, ως άνω παρατεθέν, συνολικό ποσό των 107.660,18 ευρώ, που αφορά στην κάλυψη των ως άνω εξόδων αγοράς ανταλλακτικών, εξαρτημάτων και επισκευής του σκάφους, καθώς και εξόδων ανέλκυσης και φύλαξης στη μαρίνα ….. και λοιπών αναλυτικά ως άνω δαπανών, αφετέρου να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το, ως άνω παρατεθέν, συνολικό ποσό των 61.150,00 ευρώ για απώλεια ναύλων και ιδιόχρησιμοποίησης, και το ποσό των 50.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά έξοδά της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη ως προς το αίτημα καταβολής ασφαλιστικής αποζημίωσης, στηριζόμενο στις διατάξεις του αγγλικού δικαίου περί θαλάσσιας ασφάλισης (Marine Insurance Act 1906, όπως ισχύει μετά την Insurance Act 2015) και στους όρους του επίδικου ασφαλιστηρίου, προχώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα της διαφοράς. Κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η επίδικη ζημία προκλήθηκε από καλυπτόμενο ασφαλιστικό κίνδυνο, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ως πιθανότερη αιτία αυτής τη φυσιολογική φθορά του προτόνου του σκάφους, η οποία δεν συνιστά θαλάσσιο κίνδυνο ούτε καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ακολούθως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου και έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης, ενώ απέρριψε και το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο, κρίνοντας ότι δεν εκτίθενται περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη ανεξάρτητη από τη συμβατική σχέση των διαδίκων. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και καταδίκασε την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη η ενάγουσα και, αποδίδοντάς της εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί, με την υπό κρίση έφεσή της, την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής της.

Κατά τα άρθρα 3 και 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 («Ρώμη Ι»), ο οποίος εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές στον αστικό και εμπορικό τομέα, οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να υπαγάγουν τη σύμβασή τους στο δίκαιο της επιλογής τους, η δε επιλογή αυτή καταλαμβάνει τα ουσιαστικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και δεσμεύει το επιληφθέν δικαστήριο. Η αρχή της αυτονομίας της βούλησης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, εφαρμόζεται και στις συμβάσεις θαλάσσιας ασφάλισης, στις οποίες είναι συνήθης η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο, λόγω της μακρόχρονης εξέλιξης και της διεθνούς αποδοχής του αγγλικού ναυτασφαλιστικού δικαίου. Περαιτέρω, η υπαγωγή της έννομης σχέσης σε αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο δεν συνεπάγεται εφαρμογή αλλοδαπού δικονομικού δικαίου, αφού τα ζητήματα της διαδικασίας, της διεξαγωγής της δίκης, της εκτίμησης των αποδείξεων και, γενικότερα, κάθε θέμα που αφορά την απονομή της δικαιοσύνης διέπονται από το ελληνικό δίκαιο ως lex fori, ενώ μόνον τα ζητήματα που αφορούν τη γένεση, το περιεχόμενο, την έκταση και την απόσβεση των ουσιαστικών δικαιωμάτων διέπονται από το επιλεγέν αλλοδαπό δίκαιο (lex causae). Τις αρχές αυτές έχει παγίως δεχθεί και η νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία επισημαίνει ότι η επιλογή του αγγλικού δικαίου δεσμεύει το ελληνικό δικαστήριο ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων που διέπουν την ασφαλιστική σχέση, χωρίς όμως να θίγεται η εφαρμογή του ελληνικού δικαίου επί των δικονομικών ζητημάτων (ΑΠ 1375/2024, 1594/2023 1584/20112024). Το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί εφαρμοστέο κανόνα δικαίου και όχι πραγματικό γεγονός. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το περιεχόμενό του, να το ερμηνεύσει και να το εφαρμόσει ορθά, χωρίς να δεσμεύεται από τους νομικούς χαρακτηρισμούς των διαδίκων ή από τις γνωμοδοτήσεις που αυτοί προσκομίζουν, τις οποίες εκτιμά ελεύθερα ως αποδεικτικά μέσα. Προς τον σκοπό αυτό δύναται να αντλήσει στοιχεία από το κείμενο του αλλοδαπού νόμου, από τη νομολογία των δικαστηρίων του οικείου κράτους, από την αλλοδαπή θεωρία και από κάθε πρόσφορη επιστημονική πηγή, προκειμένου να διαγνώσει το ακριβές περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1375/2024). Περαιτέρω στη περίπτωση που από τους όρους του ασφαλιστηρίου προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο το αγγλικό δίκαιο, η ένδικη ασφαλιστική σχέση διέπεται από τις διατάξεις του Marine Insurance Act 1906, όπως αυτές εξακολουθούν να ισχύουν μετά την έναρξη ισχύος του Insurance Act 2015, σε συνδυασμό με τους ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου και των ενσωματωμένων σε αυτό Institute Yacht Clauses, ενώ η ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων γίνεται σύμφωνα με τις αρχές του αγγλικού common law, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις αποφάσεις των αγγλικών δικαστηρίων. Η νομολογία αυτή δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτικό βοήθημα, αλλά αναγκαίο στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου, δεδομένου ότι στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο η ερμηνεία των νομοθετικών διατάξεων συμπληρώνεται από τις δεσμευτικές δικαστικές αποφάσεις (binding precedents), οι οποίες προσδιορίζουν το ακριβές περιεχόμενο και την έκταση των σχετικών κανόνων δικαίου. Συνεπώς, για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 55 του Marine Insurance Act 1906 και των λοιπών διατάξεων που διέπουν την ένδικη ασφαλιστική σχέση, το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει όχι μόνο το γράμμα του νόμου αλλά και τις θεμελιώδεις αποφάσεις των αγγλικών δικαστηρίων που έχουν διαμορφώσει τις έννοιες της proximate cause, του latent defect, των perils of the sea και του ordinary wear and tear, οι οποίες στην υπό κρίση περίπτωση αποτελούν τον πυρήνα των προβαλλόμενων λόγων έφεσης. Ειδικότερα,  κατά το άρθρο 55 του Marine Insurance Act 1906, ο ασφαλιστής ευθύνεται μόνο για τη ζημία που προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, ο οποίος αποτελεί την εγγύτερη και αποτελεσματική αιτία (proximate cause) της απώλειας. Η έννοια της εγγύτερης αιτίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του αγγλικού ναυτασφαλιστικού δικαίου και δεν ταυτίζεται με την τελευταία χρονικά αιτία ούτε με κάθε περιστατικό που συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας, αλλά με εκείνο που, κατά την αντικειμενική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, υπήρξε η κυρίαρχη και ενεργός αιτία του ασφαλιστικού αποτελέσματος. Η αρχή αυτή γίνεται παγίως δεκτή από την αγγλική νομολογία που επικαλούνται οι διάδικοι και εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία του άρθρου 55 του Marine Insurance Act 1906, ενώ έχει γίνει δεκτό και από την ελληνική νομολογία ότι, όταν οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό δίκαιο, το ελληνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόζει τους ουσιαστικούς αυτούς κανόνες σύμφωνα με την ερμηνεία που τους αποδίδει η αγγλική νομολογία (ΑΠ 1375/2024). Εξάλλου, κατά το άρθρο 55 παρ. 2 του ίδιου νόμου, εξαιρούνται, κατ’ αρχήν, από την ασφαλιστική κάλυψη οι ζημίες που οφείλονται σε ordinary wear and tear, σε inherent vice ή στη φύση του ασφαλισμένου αντικειμένου, εκτός αν προκύπτει διαφορετική συμβατική ρύθμιση. Αντίθετα, το latent defect, δηλαδή το λανθάνον ελάττωμα που δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθεί με τη συνήθη επιμέλεια κατά τον χρόνο της ασφάλισης ή της επιθεώρησης, δεν ταυτίζεται ούτε με τη συνήθη φθορά ούτε με την εγγενή ιδιότητα του πράγματος. Για τον λόγο αυτό, η διάγνωση λανθάνοντος ελαττώματος δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση ή τον αποκλεισμό της ασφαλιστικής ευθύνης, αλλά απαιτείται να διαπιστωθεί αν το ελάττωμα αυτό αποτέλεσε την αποτελεσματική αιτία της ζημίας, σύμφωνα με τα κριτήρια που δέχεται η αγγλική νομολογία. Ακολούθως από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης της επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου φέρει ο ασφαλισμένος, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τόσο την επέλευση της ζημίας όσο και ότι αυτή εμπίπτει στους ασφαλισμένους κινδύνους που προβλέπει η ασφαλιστική σύμβαση ενώ,  όταν ο ασφαλιστής επικαλείται εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης, όπως ότι η ζημία οφείλεται σε ordinary wear and tear, σε inherent vice, σε πλημμελή συντήρηση ή σε άλλη εξαιρούμενη αιτία, αυτός φέρει το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την εξαίρεση αυτή, σύμφωνα με την πάγια ερμηνεία του άρθρου 55 του Marine Insurance Act 1906 από την αγγλική νομολογία. Επιπλέον η κρίση περί της αιτίας της ζημίας αποτελεί αντικείμενο δικανικής εκτίμησης και δεν ταυτίζεται με τα συμπεράσματα οποιασδήποτε τεχνικής έκθεσης ή πραγματογνωμοσύνης. Οι εκθέσεις πραγματογνωμόνων, οι επιθεωρήσεις που διενεργούνται για λογαριασμό των ασφαλιστών ή των ασφαλισμένων, καθώς και το General Inspection Protocol, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα, σύμφωνα με τα άρθρα 335, 338 και 340 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα όταν οι τεχνικές εκθέσεις καταλήγουν σε διαφορετικά πορίσματα ως προς την αιτία της ζημίας, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την πληρότητα της έρευνας, τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, τη συμβατότητα των συμπερασμάτων με τα αντικειμενικά ευρήματα και τη συνοχή τους με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, προκειμένου να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση ως προς την πραγματική και αποτελεσματική αιτία της ζημίας. Επίσης,  όταν από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στην επέλευση της ζημίας συνέβαλαν περισσότεροι παράγοντες, το Δικαστήριο δεν αρκείται στη διαπίστωση της ύπαρξης όλων των επιμέρους αιτίων, αλλά οφείλει να προσδιορίσει ποιο από αυτά συνιστά, κατά το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, την proximate cause, από την οποία εξαρτάται η ύπαρξη ή μη ασφαλιστικής ευθύνης. Μόνον μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής είναι δυνατή η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης και η κρίση επί του βασίμου των προβαλλόμενων λόγων έφεσης. Στην απόφαση …….. v. ……….. (The Cendor MOPU) [2011] UKSC ……, η οποία αποτελεί την κορυφαία (leading) απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 55 του Marine Insurance Act 1906, το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς σχετικής με τη θραύση των ποδιών πλωτής εξέδρας κατά τη διάρκεια θαλάσσιας μεταφοράς, διευκρίνισε ότι η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει τον προσδιορισμό της proximate cause, ήτοι της εγγύτερης και αποτελεσματικής αιτίας της ζημίας, κρίνοντας ότι η απλή ύπαρξη προϋπάρχουσας ευπάθειας ή εγγενούς αδυναμίας του ασφαλισμένου αντικειμένου (inherent vice) δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τον αποκλεισμό της ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά απαιτείται να διαπιστωθεί, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των πραγματικών περιστάσεων, αν η ζημία προκλήθηκε από ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο (perils of the sea) ή από εξαιρούμενο κίνδυνο. Συναφώς, γίνεται δεκτό ότι, σε περίπτωση κατά την οποία από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει η συνδρομή περισσότερων αιτιωδών παραγόντων, από τους οποίους ο ένας αποτελεί ασφαλισμένο και ο άλλος εξαιρούμενο κίνδυνο, υπερισχύει ο τελευταίος και ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, ενώ, εάν ο δεύτερος παράγοντας δεν προβλέπεται ούτε ως ασφαλισμένος ούτε ως εξαιρούμενος από τη σύμβαση, υπερισχύει ο ασφαλισμένος κίνδυνος και ο ασφαλιστής ευθύνεται (………… v. …………… (The Cendor MOPU) [2011] UKSC 5, ………….v. …………….. (……..) [1987] 1 Lloyd’s Rep. 32, ΜονΕφΠειρ 53/2023, Arnould, Law of Marine Insurance and Average, 2021, ch. 22-31).

Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και δη των εγγράφων, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ), χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), μεταξύ των οποίων και οι μη αμφισβητούμενης γνησιότητας προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες (άρθρα 444 παρ.1 περ.γ, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), η από 11.2022 τεχνική έκθεση του διπλωματούχου ναυπηγού μηχανολόγου μηχανικού ………… και η από 19.01.2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ναυπηγού μηχανικού ……….. (άρθρο 390 ΚΠολΔ), των υπ’ αριθ. …./07.04.2023 και ……./07.04.2023 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων …………. και της ……………, που δόθηκαν ενώπιον της αρμόδιας συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., και τις οποίες προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα, κατ’ άρθρο 237 παρ.1 ΚΠολΔ, και οι οποίες ελήφθησαν με δική της επιμέλεια, μετά από νόμιμη πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες κλήτευση της αντιδίκου της, κατ’ άρθρα 421-422 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τον Ν.4842/2021 (βλ. την υπ’ αριθ. …………/04.04.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………. στην αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλο της εναγομένης με τη συνημμένη σε αυτή γνωστοποίηση μαρτύρων και κλήση σε εξέταση αυτών), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υπ’αριθ. ……./07.04.2023 ένορκη βεβαίωση του ……… …………, καθότι αυτός τυγχάνει εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και δεν θα ληφθεί υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως ανυπόστστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 887/2022, ΑΠ 1389/2021). Περαιτέρω το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, συνεκτιμά όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς προσκομίστηκαν απαραδέκτως με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων της εναγομένης και όχι με τις τελευταίες (άρθρο 237 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ)  και δη η υπ’αριθ. …………/24.04.2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εναγομένης …………., που δόθηκε ενώπιον της αρμόδιας συμβολαιογράφου Αθηνών ……….., η υπ’αριθ. …../19.04.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………., μετά της συνημμένης σε αυτήν εξώδικης δήλωσης -πρόσκλησης σε ένορκη βεβαίωση, και αναφοράς ζημιογόνου συμβάντος στο επίδικο σκάφος, συνταχθέντος στην αγγλική γλώσσα με συνημμένη την από 24.04.2023 αποσπασματική μετάφραση, καθόσον  κρίθηκε ότι δεν δόθηκαν προς αντίκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν με τις προτάσεις της ενάγουσας, η οποία δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό, αλλά αντίθετα σκοπούν στην ενίσχυση της άρνησης της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής  (άρθρο 237 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ) έγγραφα (σχ. 34,35), δεδομένου ότι,  σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ως τέτοια δε νοούνται όχι μόνο εκείνα που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, αλλά και εκείνα που είχαν προσκομισθεί πλην όμως δεν λήφθηκαν υπόψη λόγω απαραδέκτου. Εφόσον δε δεν συντρέχει περίπτωση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας κατά την έννοια της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης (ΑΠ 1186/2023). Τέλος απ΄όσα συνομολογούν οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα, που κατέθεσαν (ΚΠολΔ 261, 352 παρ.1), όπως αναφέρονται ειδικότερα και περιοριστικά παρακάτω, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν κυρία και πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού πλοίου αναψυχής «Ι», νηολογίου Πειραιώς με αριθμό ……, ναυπηγηθέντος το έτος 2007 από τη ναυπηγική εταιρεία …., τύπου Cyclades 50.5, το οποίο χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για την επαγγελματική εκμετάλλευσή του μέσω ναυλώσεων. Προς κάλυψη των κινδύνων από την εκμετάλλευση του ανωτέρω σκάφους συνήψε, μέσω της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας εταιρείας «……………», με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία το υπ’ αριθ. …………. ασφαλιστήριο συμβόλαιο θαλάσσιας ασφάλισης, διάρκειας από 30.10.2020 έως 30.10.2021, με ασφαλισμένη αξία του σκάφους ποσού 120.000 ευρώ και ασφαλιστικό όριο αστικής ευθύνης έναντι τρίτων ποσού 1.000.000 ευρώ. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η ασφαλιστική σύμβαση θα διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και ειδικότερα από τις διατάξεις του Marine Insurance Act 1906 και τους Institute Yacht Clauses 1.11.1985, οι οποίοι ενσωματώθηκαν ως συμβατικοί όροι στο ασφαλιστήριο. Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης το σκάφος είχε υποβληθεί στις προβλεπόμενες τεχνικές επιθεωρήσεις, ενώ και κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης διενεργήθηκαν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι από τον αρμόδιο νηογνώμονα και τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν των οποίων εκδόθηκαν τα σχετικά πιστοποιητικά και το από 7.5.2021 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης Μικρού Επιβατηγού Πλοίου, από τα οποία προέκυπτε ότι το σκάφος πληρούσε τις προϋποθέσεις ασφαλούς εκτέλεσης των πλόων για τους οποίους προοριζόταν. Η εκκαλούσα επικαλείται τα ανωτέρω ως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι, κατά τον χρόνο έναρξης της επίμαχης ναύλωσης, το σκάφος ήταν αξιόπλοο και κατάλληλο προς χρήση, ενώ η εφεσίβλητη αντιτείνει ότι τα πιστοποιητικά αυτά δεν αποκλείουν την ύπαρξη προϋπάρχουσας κατασκευαστικής ή λειτουργικής ατέλειας, ζήτημα το οποίο αποτελεί βασικό αντικείμενο της αποδεικτικής διερεύνησης στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, στις 9.10.2021 το σκάφος παραδόθηκε σε ναυλωτή της εταιρείας «……..», ο οποίος το παρέλαβε στη μαρίνα ………….., ενώ στις 11.10.2021 απέπλευσε από το Λαύριο με προορισμό την Κέα. Κατά τον χρόνο του πλου επικρατούσαν στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με ισχυρούς βόρειους ανέμους, οι οποίοι, σύμφωνα με τις καταθέσεις του κυβερνήτη και των επιβαινόντων, έφθαναν κατά τόπους τα 6 έως 7 μποφόρ, συνοδευόμενοι από έντονο κυματισμό, διαδοχικές προσκρούσεις του σκάφους στα κύματα και συνεχείς καταπονήσεις της πλώρης αυτού. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, περί ώρα 15:30, ο κυβερνήτης αντιλήφθηκε αιφνίδια εισροή θαλάσσιων υδάτων από το πρωραίο τμήμα του σκάφους και ειδικότερα από την περιοχή του χώρου της άγκυρας, με αποτέλεσμα να κατακλύζεται σταδιακά ο εσωτερικός χώρος του πρωραίου τμήματος. Παρά τις άμεσες προσπάθειες του κυβερνήτη και των επιβαινόντων να περιορίσουν την εισροή των υδάτων και να αποστραγγίσουν το σκάφος, η εισροή συνεχίσθηκε, ενώ συγχρόνως επηρεάστηκε και η ασφαλής λειτουργία της κύριας μηχανής, γεγονός που κατέστησε αναγκαία τη διακοπή του πλου και την επιστροφή του σκάφους, με ίδια μέσα και με τη συνδρομή τρίτων, στη μαρίνα ….., όπου στη συνέχεια ανελκύσθηκε προς διαπίστωση των αιτίων του συμβάντος και αποκατάσταση των ζημιών. Μετά την επιστροφή του σκάφους στη μαρίνα …… και την ανέλκυσή του, η εκκαλούσα δήλωσε άμεσα το ασφαλιστικό συμβάν στην εφεσίβλητη, μέσω της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας εταιρείας «……………..», ζητώντας την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής κάλυψης. Η εφεσίβλητη, κατ’ εφαρμογή των όρων του ασφαλιστηρίου, ανέθεσε τη διερεύνηση του συμβάντος στον πραγματογνώμονα …….., ενώ η εκκαλούσα προσέλαβε προς τεχνική υποστήριξη των ισχυρισμών της τον ναυπηγό – μηχανολόγο μηχανικό ………….. Ακολούθως, η εκκαλούσα προέβη στις αναγκαίες εργασίες ανέλκυσης, μεταφοράς, διάγνωσης, επισκευής και αποκατάστασης του σκάφους, καθώς και σε κάθε συναφή ενέργεια που απαιτήθηκε για την επαναφορά του σε κατάσταση ασφαλούς και αξιόπλοης λειτουργίας, καταβάλλοντας, κατά τους ισχυρισμούς της, σημαντικά χρηματικά ποσά. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι, λόγω της ακινησίας του σκάφους επί μακρό χρονικό διάστημα και της συνακόλουθης αδυναμίας εκμετάλλευσής του κατά την τουριστική περίοδο, στερήθηκε τα προσδοκώμενα έσοδα από τη ναύλωσή του, διεκδικώντας αποζημίωση τόσο για τη θετική ζημία όσο και για το διαφυγόν κέρδος. Η εφεσίβλητη, αντιθέτως, αμφισβήτησε τόσο την αιτία και την έκταση των ζημιών όσο και το ύψος των αιτουμένων κονδυλίων, υποστηρίζοντας ότι οι διαπιστωθείσες βλάβες δεν οφείλονται σε ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, αλλά σε προϋπάρχουσα κατάσταση του σκάφους, με συνέπεια να μη γεννάται υποχρέωση ασφαλιστικής αποζημίωσης κατά τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης και του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου. Κατόπιν της δήλωσης του ασφαλιστικού συμβάντος, αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν σε τεχνική διερεύνηση των αιτίων της ζημίας. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη ανέθεσε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στον πραγματογνώμονα ………….., ο οποίος επιθεώρησε το σκάφος, έλαβε υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία και συνέταξε τη σχετική έκθεσή του. Αντιστοίχως, η εκκαλούσα ανέθεσε στον ναυπηγό – μηχανολόγο μηχανικό ………… τη διερεύνηση των αιτίων του συμβάντος, ο οποίος προέβη σε αυτοψία και λεπτομερή τεχνική εξέταση του σκάφους, αξιολογώντας τα ευρήματα που προέκυψαν από την επιθεώρησή του και τα στοιχεία της δικογραφίας. Οι δύο αυτές τεχνικές εκθέσεις κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς την αιτία της εισροής των θαλάσσιων υδάτων και της πρόκλησης των επίδικων ζημιών. Ειδικότερα, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η ζημία προκλήθηκε από την επέλευση ασφαλισμένου θαλάσσιου κινδύνου, συνεπεία των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του πλου, ενώ η εφεσίβλητη αποδίδει την πρόκλησή της σε προϋπάρχουσα φθορά ή κατασκευαστική ατέλεια του σκάφους, η οποία δεν εμπίπτει στην ασφαλιστική κάλυψη. Η αντίθετη αυτή τεχνική αξιολόγηση των αιτίων του συμβάντος αποτέλεσε τον πυρήνα της διαφοράς των διαδίκων, επί του οποίου θεμελιώθηκαν τόσο η άρνηση της εφεσίβλητης να καταβάλει ασφαλιστική αποζημίωση όσο και οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης. Πλέον συγκεκριμένα, από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι το επίδικο σκάφος, πριν από το ένδικο συμβάν, είχε υποβληθεί στις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης τεχνικές επιθεωρήσεις και ελέγχους. Ειδικότερα, στις 13.4.2021 διενεργήθηκε η ετήσια επιθεώρησή του από τον αναγνωρισμένο οργανισμό International Naval Surveys Bureau (INSB Class), ενώ ακολούθως εκδόθηκε, στις 7.5.2021, το Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης Μικρού Επιβατηγού Πλοίου, με το οποίο πιστοποιήθηκε ότι το σκάφος, οι μηχανές του, τα ηλεκτρολογικά και ηλεκτρονικά όργανα, τα μέσα επικοινωνίας, τα ναυτιλιακά όργανα, τα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα, καθώς και ο εν γένει εξοπλισμός και εφοδιασμός του, πληρούσαν τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας και ήταν κατάλληλα για την εκτέλεση των πλόων για τους οποίους προοριζόταν. Μετά την ανέλκυση του σκάφους, ο ορισθείς από την εφεσίβλητη – εναγομένη πραγματογνώμονας προέβη σε επιθεώρηση αυτού στις 13.10.2021 και συνέταξε την από 19.10.2021 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Κατά την έκθεσή του, η εισροή των θαλάσσιων υδάτων δεν αποδόθηκε στην επέλευση εξωτερικού θαλάσσιου κινδύνου, αλλά στη σταδιακή διάβρωση του πυρήνα του πρωραίου τμήματος του σκάφους, η οποία, κατά την κρίση του, είχε εξελιχθεί σε βάθος χρόνου λόγω εισροής υγρασίας από προϋφιστάμενη αστοχία στεγανοποίησης. Ειδικότερα, ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε αποκόλληση της εξωτερικής στρώσης υαλονήματος, εκτεταμένη αποσάθρωση του ξύλινου πυρήνα και παρουσία υγρασίας στο πρωραίο τμήμα, εκτιμώντας ότι τα ευρήματα αυτά δεν ήταν δυνατόν να έχουν προκληθεί αποκλειστικά από το επίδικο συμβάν, αλλά αποτελούσαν αποτέλεσμα μακροχρόνιας διεργασίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ζημία δεν οφείλεται σε ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, αλλά σε προϋπάρχουσα φθορά του σκάφους, μη καλυπτόμενη από την ασφαλιστική σύμβαση. Ωστόσο, τα  ανωτέρω συμπεράσματα δεν επιβεβαιώνονται κατά τρόπο πλήρη και πειστικό από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων καθώς η διαπίστωση εκτεταμένης διάβρωσης του πυρήνα του πρωραίου τμήματος του σκάφους και η συνακόλουθη εκτίμηση ότι η φθορά αυτή είχε δημιουργηθεί σε βάθος χρόνου αποτελούν αξιολογικές κρίσεις του πραγματογνώμονα, οι οποίες στηρίζονται κυρίως στη μακροσκοπική παρατήρηση των ευρημάτων μετά την ανέλκυση του σκάφους, χωρίς αυτές να συνοδεύονται από εξειδικευμένες εργαστηριακές ή άλλες τεχνικές δοκιμές, ικανές να προσδιορίσουν με ασφάλεια τον χρόνο έναρξης και εξέλιξης της διαπιστωθείσας φθοράς ή να αποκλείσουν ότι η αποκόλληση της εξωτερικής στρώσης και η εισροή των υδάτων συνδέονται αιτιωδώς με τις ιδιαίτερες καταπονήσεις που δέχθηκε το σκάφος κατά τον επίδικο πλου. Επίσης η έκθεση δεν αξιολογεί ειδικώς το γεγονός ότι λίγους μόλις μήνες πριν από το συμβάν το σκάφος είχε υποβληθεί στις προβλεπόμενες τεχνικές επιθεωρήσεις και είχε εφοδιασθεί με τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά καταλληλότητας, ούτε αιτιολογεί για ποιο λόγο η φερόμενη ως μακροχρόνια φθορά δεν είχε διαπιστωθεί κατά τους προγενέστερους αυτούς ελέγχους. Επομένως, το συμπέρασμα της ανωτέρω τεχνικής έκθεσης ότι η αποκόλληση του εξωτερικού στρώματος υαλονήματος και η αποσάθρωση του ξύλινου πυρήνα είχαν προκληθεί από μακροχρόνια εισροή υγρασίας, συνεπεία προϋφιστάμενης αστοχίας στεγανοποίησης, δεν δύναται να εξαχθεί από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας δεδομένου ότι ο άνω συντάκτης της τεχνικής έκθεσης στηρίζει την κρίση του κυρίως στη μορφολογία των ευρημάτων που διαπίστωσε μετά την ανέλκυση του σκάφους, εκτιμώντας ότι η παρατηρούμενη διάβρωση και η κατάσταση του ξύλινου πυρήνα προϋπέθεταν πολυετή εξέλιξη. Επιπλέον, η έκθεση δεν αξιολογεί κατά τρόπο ειδικό την επίδραση των επικρατουσών κατά τον επίδικο πλου δυσμενών καιρικών συνθηκών ούτε εξετάζει εάν οι ιδιαίτερες καταπονήσεις που δέχθηκε το σκάφος κατά την πρόσκρουσή του στα κύματα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ενεργός αιτία εκδήλωσης ή επιτάχυνσης της αστοχίας που διαπιστώθηκε μετά το συμβάν. Τέλος, εφεσίβλητη, η οποία έφερε το βάρος απόδειξης της ένστασής της ότι η ζημία οφειλόταν σε προϋπάρχουσα φθορά, κόπωση του υλικού ή άλλο μη καλυπτόμενο από την ασφαλιστική σύμβαση αίτιο, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν με την απαιτούμενη βεβαιότητα τον σχετικό ισχυρισμό της. Η δε από 19.10.2021 έκθεση του πραγματογνώμονα που όρισε η ίδια, εκτιμώμενη ελεύθερα σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αρκεί, για τους προαναφερθέντες λόγους, προς πλήρη απόδειξη της προβαλλόμενης ένστασης, καθόσον οι παραδοχές της δεν επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά τεχνικά δεδομένα ούτε εναρμονίζονται με την προγενέστερη κατάσταση του σκάφους, όπως αυτή προκύπτει από τις επιθεωρήσεις και τη μέχρι τότε απρόσκοπτη λειτουργία του. Αντιθέτως, η τεχνική έκθεση του ναυπηγού – πραγματογνώμονα ………….., η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν επιθεώρησης του σκάφους και αξιολόγησης των ευρημάτων του επίδικου συμβάντος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η θραύση της ποδοστήριξης του πρωτονού και η επακόλουθη πτώση του καταρτιού συνδέονται αιτιωδώς με τις εξαιρετικά έντονες καταπονήσεις που δέχθηκε το σκάφος κατά τον επίδικο πλου και δεν αποτελούν εκδήλωση συνήθους φθοράς ή μακροχρόνιας κόπωσης του υλικού. Ειδικότερα, στην έκθεση αυτή επισημαίνεται ότι η φθορά της ποδοστήριξης ήταν εσωτερική και μη ορατή κατά τη συνήθη οπτική επιθεώρηση, ενώ η τελική αστοχία εκδηλώθηκε κατά την αντιμετώπιση των δυσμενών θαλάσσιων συνθηκών που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του συμβάντος. Η τελευταία αυτή τεχνική εκτίμηση ενισχύεται και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας καθώς αποδείχθηκε ότι το σκάφος είχε υποβληθεί, λίγους μόλις μήνες πριν από το επίδικο συμβάν, στις προβλεπόμενες επιθεωρήσεις από τον αρμόδιο νηογνώμονα και στις νόμιμες επιθεωρήσεις των λιμενικών αρχών, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε φθορά, αστοχία ή έλλειψη ως προς το κύτος, τον ιστό, τον εξαρτισμό ή τον λοιπό εξοπλισμό του, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα είχε πραγματοποιήσει σειρά ναυλώσεων χωρίς να εμφανίσει οποιοδήποτε σχετικό πρόβλημα. Τα περιστατικά αυτά δεν συμβιβάζονται ευχερώς με την παραδοχή ότι είχε ήδη αναπτυχθεί προ πολλού εκτεταμένη φθορά τέτοιας έκτασης, ώστε να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της ζημίας που εκδηλώθηκε κατά τον επίδικο πλου. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω,  από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι το επίδικο συμβάν εκδηλώθηκε αιφνιδίως κατά τη διάρκεια του πλου, υπό συνθήκες έντονης θαλάσσιας καταπόνησης, με αποτέλεσμα τη θραύση της ποδοστήριξης του πρωτονού, την πτώση του καταρτιού και την πρόκληση των επακόλουθων ζημιών στο σκάφος. Το γεγονός ότι ενδεχομένως προϋπήρχε εσωτερική αδυναμία ή λανθάνουσα κατάσταση σε επιμέρους στοιχείο του εξαρτισμού δεν αίρει τον χαρακτήρα του ζημιογόνου γεγονότος ως ασφαλισμένου θαλάσσιου κινδύνου, εφόσον η αστοχία εκδηλώθηκε συνεπεία των καταπονήσεων που δέχθηκε το σκάφος κατά τον επίδικο πλου και όχι ως αποτέλεσμα της συνήθους και προοδευτικής φθοράς του χρόνου. Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου εναρμονίζεται και με τις αρχές του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου της θαλάσσιας ασφάλισης, όπου κατά τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση ………… v ………….[2011] UKSC ……), όταν μία προϋπάρχουσα εσωτερική αδυναμία ή ευπάθεια του ασφαλισμένου αντικειμένου εκδηλώνεται και προκαλεί τη ζημία συνεπεία της επέλευσης θαλάσσιου κινδύνου, ο τελευταίος δεν παύει να αποτελεί την εγγύτερη (proximate) και νομικά κρίσιμη αιτία της ζημίας. Η ύπαρξη προδιάθεσης ή εσωτερικής αδυναμίας δεν αποκλείει αφ’ εαυτής την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον η επέλευση του θαλάσσιου κινδύνου αποτελεί το γεγονός που ενεργοποιεί και ολοκληρώνει την καταστροφή του ασφαλισμένου αντικειμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ποδοστήριξη του πρωτονού παρουσίαζε εσωτερική ευπάθεια, η οποία δεν είχε καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί κατά τις προηγηθείσες επιθεωρήσεις, η ζημία δεν επήλθε από τη φυσική και σταδιακή εξέλιξη της κατάστασης αυτής, αλλά εκδηλώθηκε κατά τον επίδικο πλου, όταν το σκάφος υπεβλήθη στις ιδιαίτερες καταπονήσεις που προκάλεσαν οι δυσμενείς θαλάσσιες συνθήκες. Οι συνθήκες αυτές δεν αποτέλεσαν απλώς το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η ζημία, αλλά τον ενεργό εξωτερικό παράγοντα που προκάλεσε τη θραύση της ποδοστήριξης, την πτώση του καταρτιού και τις επακόλουθες βλάβες του σκάφους. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί από την ανωτέρω νομολογία, ο ασφαλισμένος θαλάσσιος κίνδυνος συνιστά την εγγύτερη και αποτελεσματική αιτία της ζημίας (proximate cause), ενώ η τυχόν προϋπάρχουσα εσωτερική ευπάθεια αποτελεί απλώς προϋπόθεση εκδήλωσης του κινδύνου και όχι αυτοτελή αποκλειστική αιτία αυτού. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η θραύση εκδηλώθηκε σε στοιχείο του εξαρτισμού του σκάφους καθώς,  σύμφωνα με την ίδια νομολογιακή προσέγγιση των αγγλικών δικαστηρίων, η φυσική φθορά (wear and tear) δεν ταυτίζεται με την αστοχία που προκαλείται όταν η λειτουργία του ασφαλισμένου αντικειμένου διακόπτεται από την επέλευση εξωτερικού θαλάσσιου κινδύνου, ο οποίος μετατρέπει μία ενδεχόμενη εσωτερική αδυναμία σε πραγματικό ζημιογόνο γεγονός. Εφόσον, επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η ζημία θα είχε επέλθει ανεξαρτήτως του επίδικου πλου και των θαλάσσιων καταπονήσεων που δέχθηκε το σκάφος, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι τελευταίες αποτέλεσαν το γεγονός που ενεργοποίησε την αστοχία του πρωτονού, η ζημία υπάγεται στην ασφαλιστική κάλυψη και δεν εμπίπτει στην εξαίρεση της συνήθους φθοράς. Κατά συνέπεια,  το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η επίδικη ζημία οφειλόταν σε προϋπάρχουσα φθορά και όχι σε ασφαλισμένο θαλάσσιο κίνδυνο, εσφαλμένα εφάρμοσε τους όρους της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και τις εφαρμοστέες διατάξεις του αγγλικού δικαίου περί προσδιορισμού της εγγύτερης αιτίας της ζημίας, ούτε εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Επομένως, οι  σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην εκκαλουμένη εσφαλμένη  εσφαλμένη εφαρμογή του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι βάσιμοι κατ’ ουσίαν και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκομένης της εξέτασης του τέταρτου λόγου της έφεσης περί απαραδέκτου της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των επιμέρους αιτημάτων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, ως αποθετική ζημία νοείται το κέρδος που πιθανολογείται με εύλογη πιθανότητα ότι θα αποκτούσε ο ζημιωθείς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές περιστάσεις, εφόσον δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός. Για να είναι ορισμένη αγωγή με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αποθετικής ζημίας, δεν αρκεί η επίκληση του αιτούμενου ποσού ή του τρόπου υπολογισμού του, αλλά απαιτείται να εκτίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές περιστάσεις, η πιθανότητα πραγματοποίησης του επικαλούμενου κέρδους, καθώς και τα επιμέρους στοιχεία που καθιστούν δυνατή την εξατομίκευση και τον υπολογισμό του (ΟλΑΠ 20/1992, ΝοΒ 1993.85, ΑΠ 1473/1992 ΕλλΔνη 34.1070). Ειδικότερα, όταν η αποθετική ζημία συνίσταται σε απώλεια εισοδήματος από επαγγελματική δραστηριότητα, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εύλογη πιθανότητα πραγματοποίησης του σχετικού κέρδους, όπως η συνήθης πορεία της επιχείρησης, οι ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες θα πραγματοποιείτο το κέρδος, καθώς και ο τρόπος προσδιορισμού του αιτούμενου ποσού, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητας της αξίωσης (ΑΠ 691/1982, ΝοΒ 1983.85, ΑΠ 296/2008, ΕλλΔνη 2009.558, ΑΠ 156/2007, ΕλλΔνη 2007.201, ΕφΑθ 3424/2007 ΕλλΔνη 2007.201). Τα ανωτέρω ισχύουν και επί αξίωσης διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση επαγγελματικού πλοίου, οπότε πρέπει να εκτίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η πραγματοποίηση των επικαλούμενων ναυλώσεων ή λοιπής εκμετάλλευσης του σκάφους και να προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αντίστοιχης αποθετικής ζημίας.

Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα – ενάγουσα διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο ποσού 56.600 ευρώ, το οποίο αφορούσε διαφυγόντα κέρδη από τους προσδοκώμενους ναύλους του σκάφους κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2022. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στην αγωγή της ότι  εξέθετε με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, ήτοι ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών περιστάσεων, με βεβαιότητα θα αποκόμιζε τα επίδικα κέρδη, εφόσον δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός καθώς και ότι προσδιόριζε αναλυτικά τους ήδη συμφωνημένους και «κλεισμένους» ναύλους, τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες αυτοί θα εκτελούνταν, τη διάρκειά τους, το συμφωνηθέν ναύλο για κάθε ναύλωση, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του συνολικού ποσού της αποθετικής ζημίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο να είναι επαρκώς ορισμένο και να μην συντρέχει λόγος απόρριψής του ως αόριστου. Επί του λόγου αυτού της έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από την επισκόπηση του περιεχομένου του κρίσιμου αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν περιορίσθηκε στην απλή επίκληση του συνολικού ποσού της αποθετικής ζημίας, αλλά εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυπτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών περιστάσεων, η εύλογη πιθανότητα πραγματοποίησης των επικαλούμενων κερδών. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι είχε ήδη επιβεβαιώσει και συμφωνήσει, μέσω της ναυλομεσίτριας εταιρείας «…………» και του ναυλομεσίτη της, δεκατέσσερις (14) συγκεκριμένες ναυλώσεις για τη θερινή περίοδο του έτους 2022, τις οποίες προσδιόρισε αναλυτικά ως προς τον χρόνο εκτέλεσής τους, τον τόπο παράδοσης και παραλαβής του σκάφους και το συμφωνηθέν τίμημα, αποτιμώντας την απώλεια των σχετικών ναύλων στο ποσό των 33.950 ευρώ. Περαιτέρω, επικαλέσθηκε ότι, συνεπεία της καθυστέρησης αποκατάστασης της ζημίας του σκάφους, απώλεσε και τη δυνατότητα σύναψης δώδεκα (12) ακόμη ναυλώσεων κατά την ίδια τουριστική περίοδο, τις οποίες επίσης προσδιόρισε ως προς τον χρόνο πραγματοποίησής τους και την αναμενόμενη αξία τους, υπολογίζοντας τη σχετική αποθετική ζημία στο ποσό των 21.200 ευρώ. Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή περιέχει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης αποθετικής ζημίας, καθόσον προσδιορίζει την πηγή του επικαλούμενου κέρδους, τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αυτό αναμενόταν να προκύψει, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του αιτούμενου ποσού, ενώ το ζήτημα της αλήθειας των σχετικών ισχυρισμών και της βεβαιότητας πραγματοποίησης των επίδικων ναυλώσεων αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και όχι το ορισμένο αυτής. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ήταν αόριστο και το απέρριψε για τον λόγο αυτό, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 298 ΑΚ, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου της έφεσης και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει να εξεταστεί το εν λόγω κονδύλιο περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική  βασιμότητα  του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης, αφού η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση αυτή απορρέει από τη σύμβαση. Δύναται, όμως, η ίδια συμπεριφορά να θεμελιώσει παράλληλα και ευθύνη από αδικοπραξία, όταν, πέραν της παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης, συνιστά συγχρόνως παράνομη προσβολή δικαιώματος ή παραβίαση γενικού καθήκοντος επιμέλειας που επιβάλλεται από την έννομη τάξη ανεξάρτητα από την ύπαρξη της σύμβασης, οπότε χωρεί συρροή των δύο μορφών ευθύνης. Στην περίπτωση αυτή, η αδικοπρακτική ευθύνη δεν θεμελιώνεται στην καθαυτή μη εκπλήρωση της σύμβασης, αλλά σε ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτοτελή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 967/2022, ΑΠ 1238/2018, ΑΠ 1803/2014, ΑΠ 261/2011, ΑΠ 1353/2008).

Με το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση πέμπτου λόγου της έφεσης η εκκαλούσα – ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμες τις αξιώσεις της που θεμελιώνονταν στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν υπέχει μόνο συμβατική ευθύνη από τη σύμβαση ασφάλισης, αλλά και αδικοπρακτική ευθύνη, δεδομένου ότι η άρνησή της να καταβάλει την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση δεν συνιστούσε απλή αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αλλά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, εκδηλωθείσα με την άκριτη υιοθέτηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ……., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, περιείχε αναληθή και αβάσιμα πορίσματα περί φθορών από μακροχρόνια καταπόνηση, με αποκλειστικό σκοπό την αποφυγή της ασφαλιστικής κάλυψης. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται σε πάγια πρακτική της εφεσίβλητης, η οποία χρησιμοποιεί πανομοιότυπες πραγματογνωμοσύνες για την απόρριψη ασφαλιστικών απαιτήσεων, συνιστώντας έτσι αυτοτελή παράνομη πράξη, ικανή να θεμελιώσει ευθύνη προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, παράλληλα με τη συμβατική της ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εφεσίβλητης, αυτά δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 914 ΑΚ καθώς  η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη παράνομη συμπεριφορά εξαντλείται στην άρνησή της να εκπληρώσει την απορρέουσα από την ασφαλιστική σύμβαση υποχρέωσή της προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, κατόπιν υιοθέτησης της πραγματογνωμοσύνης που είχε ληφθεί κατ’ εντολή της. Τα περιστατικά αυτά, ακόμη και αν αποδεικνύονταν, θεμελιώνουν ενδεχομένως συμβατική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν συνιστούν όμως αυτοτελή παραβίαση γενικής υποχρέωσης που επιβάλλεται από την έννομη τάξη ανεξάρτητα από τη μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση, ούτε εκτίθενται πρόσθετα πραγματικά περιστατικά ικανά να προσδώσουν στην αποδιδόμενη συμπεριφορά τον χαρακτήρα αδικοπραξίας. Επομένως, η ερειδόμενη στο άρθρο 914 ΑΚ βάση της αγωγής δεν είναι νόμιμη και ο σχετικός δεύτερος κλάδος του πέμπτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ακολούθως, αφού κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη υπέχει ενδοσυμβατική ευθύνη από την επίδικη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητα των επιμέρους αγωγικών κονδυλίων της ένδικης αποζημίωσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι επίδικες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν, αν τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ασφαλισμένο περιστατικό, αν ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση της ζημίας και αν αποδεικνύονται ως προς το ύψος τους, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικότερων ισχυρισμών και αντιρρήσεων που προέβαλε η εφεσίβλητη ως προς καθένα από αυτά. Ειδικότερα, με το υπό στοιχείο Α1 αγωγικό κονδύλιο η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι έξι ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (2.426,61 €), το οποίο αναλύεται στις ακόλουθες επιμέρους δαπάνες: ποσό οκτακοσίων (800) ευρώ, το οποίο κατέβαλε δυνάμει της από 15.11.2021 απόδειξης είσπραξης του ………… για τη μεταφορά του Ε/Π-Τ/Ρ σκάφους «Ι» από την Κύθνο στη Μαρίνα ……., ποσό εκατόν πενήντα (150) ευρώ, το οποίο κατέβαλε δυνάμει του υπ’ αριθ. ………./21.10.2021 Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών της εταιρίας «…………» για την ανέλκυση και καθέλκυση του σκάφους, ποσό εξακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών (644,80 €), το οποίο κατέβαλε δυνάμει του από 18.10.2021 Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών του τεχνικού συμβούλου ………. («………») για την αμοιβή του, συμπεριλαμβανομένων της εκτός έδρας αποζημίωσής του και των εξόδων μετακίνησής του, ποσό έντεκα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (11,82 €) για τέλη πρυμνοδέτησης, ποσό εκατόν εξήντα (160) ευρώ για έξοδα διαμονής, ποσό πενήντα (50) ευρώ για την ενοικίαση δύο μοτοσικλετών για τις τοπικές μετακινήσεις, ποσά δεκατεσσάρων ευρώ και εξήντα λεπτών (14,60 €), δεκαπέντε (15) ευρώ, δεκαπέντε (15) ευρώ και δεκαπέντε (15) ευρώ για την έκδοση ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, καθώς και ποσό εξακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (654,39 €) για την αγορά καταπακτής τύπου «LP60 Low Profile Hatch». Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δαπάνες πραγματοποιήθηκαν πράγματι αμέσως μετά την επέλευση του ένδικου ασφαλισμένου κινδύνου και υπαγορεύθηκαν από την ανάγκη διάγνωσης της έκτασης των ζημιών, ασφαλούς μεταφοράς, ανέλκυσης και προστασίας του σκάφους, καθώς και της άμεσης διαπίστωσης και αντιμετώπισης των συνεπειών του ασφαλισμένου περιστατικού. Οι δαπάνες αυτές τελούν σε άμεση και πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, ήταν αντικειμενικά αναγκαίες και εύλογες για την αντιμετώπιση των συνεπειών αυτού και αποδεικνύονται τόσο ως προς την πραγματοποίησή τους όσο και ως προς το ύψος τους από τα προαναφερόμενα παραστατικά. Οι δε ισχυρισμοί της εφεσίβλητης ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ασφαλισμένο περιστατικό, αλλά ανάγονται σε προϋπάρχουσες φθορές ή σε εργασίες συντήρησης του σκάφους, δεν αποδείχθηκαν και απορρίπτονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα ήδη έγιναν δεκτά, οι εργασίες και οι σχετικές δαπάνες κατέστησαν αναγκαίες αποκλειστικά λόγω του ένδικου ασφαλισμένου συμβάντος. Επομένως, το υπό στοιχείο Α1 αγωγικό κονδύλιο συνολικού ποσού 2.426,61 ευρώ πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο στο σύνολό του. Περαιτέρω, ως προς τα επιμέρους κονδύλια της θετικής περιουσιακής ζημίας, τα οποία υπό τα στοιχεία Α2α, Α2β, γ και δ ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 87.882,65 ευρώ, η εναγομένη αμφισβητεί την ουσιαστική βασιμότητα και το ύψος των σχετικών δαπανών, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν αναγκαίες στο σύνολό τους οι αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες και προμήθειες και ότι τα αντίστοιχα ποσά είναι υπερβολικά, προς επίρρωση δε των ισχυρισμών της επικαλείται την τεχνική εκτίμηση του πραγματογνώμονά της. Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, δεν κρίνονται βάσιμες, καθόσον οι επίδικες δαπάνες δεν προκύπτουν από αυθαίρετο ή κατ’ αποκοπήν υπολογισμό της ενάγουσας, αλλά από συγκεκριμένες και αναλυτικές προσφορές εξειδικευμένων επαγγελματιών, στις οποίες προσδιορίζονται τα επιμέρους υλικά, ανταλλακτικά, εξαρτήματα και εργασίες, καθώς και η τιμή καθενός από αυτά, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του συνολικού κόστους αποκατάστασης. Ειδικότερα, ως προς το υπό στοιχείο Α2α κονδύλιο, ποσού 10.577,20 ευρώ, η ενάγουσα επικαλείται δύο προσφορές της εταιρείας «……….», η οποία εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ……., με VAT No ………….., και συγκεκριμένα την από 15.11.2021 και την από 18.11.2021 προσφορά. Κατά την πρώτη προσφορά, για την κατασκευή και αντικατάσταση των ιστίων αναφέρονται, ειδικότερα, τα GENOA SAILS, ήτοι τα ιστία πλώρης, επιφανείας 49,73 m², από υλικό SAILCLOTH CROSSCUT, αντί ποσού 2.380 ευρώ, τα MAIN SAILS, ήτοι τα κύρια ιστία, επιφανείας 49,39 m², επίσης από υλικό SAILCLOTH CROSSCUT, αντί ποσού 3.300 ευρώ, καθώς και το SALOUN IN KOCKPIT AND SUN BEDS, ήτοι το σαλόνι του χώρου διακυβέρνησης και οι ξαπλώστρες, αντί ποσού 1.350 ευρώ. Το σύνολο των ανωτέρω εργασιών ανέρχεται σε 7.030 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 1.687,20 ευρώ, και, ως εκ τούτου, σε συνολικό ποσό 8.717,20 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη δεύτερη προσφορά της ίδιας εταιρείας, της 18.11.2021, περιλαμβάνεται η κατασκευή BIMINI TOP ME JOKEY, από υλικό SUNBRELLA, αντί ποσού 750 ευρώ, καθώς και το LAZY PACK, επίσης από υλικό SUNBRELLA, αντί ποσού 750 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 1.500 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 360 ευρώ, και συνολικό ποσό 1.860 ευρώ. Επομένως, οι δαπάνες για την αγορά των υλικών και την αντικατάσταση και αποκατάσταση των ζημιών των ιστίων, των ξαπλώστρων, του σαλονιού και των τεντών ανέρχονται, κατά την αγωγή, στο ποσό των 10.577,20 ευρώ. Η εναγομένη αμφισβητεί ειδικότερα ότι το σύνολο των ανωτέρω δαπανών για τα ιστία, τις ξαπλώστρες, το σαλόνι, το Bimini Top και το Lazy Pack ήταν αναγκαίο και θεωρεί το σχετικό ποσό υπερβολικό. Η αμφισβήτηση αυτή, όμως, δεν εξειδικεύεται με συγκεκριμένη αντιπαράθεση προς τις επιμέρους εργασίες και τα επιμέρους υλικά της προσφοράς ούτε συνοδεύεται από συγκεκριμένη οικονομική αποτίμηση, από την οποία να προκύπτει ότι τα αναφερόμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στο απαιτούμενο κόστος των συγκεκριμένων εργασιών. Αντιθέτως, η δαπάνη αποτυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα στις δύο προσφορές, με προσδιορισμό του είδους κάθε ιστίου, της επιφανείας του, του υλικού κατασκευής του, καθώς και των λοιπών κατασκευών και του αντίστοιχου κόστους τους. Ενόψει, επομένως, της συγκεκριμένης τεχνικής και οικονομικής τεκμηρίωσης, η απλή αμφισβήτηση της εναγομένης ως προς την αναγκαιότητα ή το ύψος των επιμέρους δαπανών δεν αρκεί για να κλονίσει τη βασιμότητα του συγκεκριμένου κονδυλίου. Στη συνέχεια, υπό το στοιχείο Α2β η ενάγουσα ζητεί το ποσό των 65.816,85 ευρώ για την αγορά και αντικατάσταση των καταρτιών, τη μεταφορά των τμημάτων αυτών και των λοιπών υλικών, των φώτων και καλωδίων, των βάσεων και των ξαρτιών από τη Γαλλία, καθώς και για τις εργασίες επισκευής και εγκατάστασης αυτών επί του σκάφους, προς θεμελίωση δε του κονδυλίου επικαλείται την από 17.5.2022 προσφορά του εξειδικευμένου ναυπηγείου «…………». Ειδικότερα, ως προς το πρώτο κατάρτι, Mast Zspar Z1001, προβλέπεται η προμήθεια του Z1001 σε δύο τεμάχια για λόγους μεταφοράς, με φώτα και καλώδια, αντί ποσού 11.975 ευρώ, η βάση του καταρτιού (Mast base) αντί ποσού 475 ευρώ, η μάτσα (Boom) Zspar Z690 αντί ποσού 4.100 ευρώ και η μεταφορά από τη Γαλλία στον …. Ελλάδος αντί ποσού 3.360 ευρώ, ήτοι συνολικά για το πρώτο κατάρτι ποσό 19.910 ευρώ. Ως προς το δεύτερο κατάρτι, Mast Spacecraft, προβλέπεται η προμήθεια του Spacecraft S1630 σε ένα τεμάχιο, με φώτα και καλώδια, αντί ποσού 11.175 ευρώ, η βάση του καταρτιού (Mast base) αντί ποσού 312,50 ευρώ, η μάτσα (Boom Spacecraft) F1700 αντί ποσού 3.926,25 ευρώ και η μεταφορά από τη Γαλλία στον …. Ελλάδος αντί ποσού 3.360 ευρώ, ήτοι συνολικά για το δεύτερο κατάρτι ποσό 18.773,75 ευρώ. Περαιτέρω, περιλαμβάνεται το standing rigging, including turnbuckles, ήτοι τα ξάρτια, συμπεριλαμβανομένων των εντατήρων, αντί ποσού 6.379,10 ευρώ, η Boom Vang Isovang, ήτοι η μάτσα Vang Isovang, αντί ποσού 1.121,25 ευρώ, ο Roller – κύλινδρος Genoas Fachnor LS290, αντί ποσού 4.737 ευρώ, τα Polyester halyards, ήτοι τα πολυεστερικά μαντάρια, αντί ποσού 782 ευρώ, το Windex, ήτοι ο ανεμοδείκτης, αντί ποσού 55 ευρώ, και η installation in ……, ήτοι η εγκατάσταση στον ……., αντί ποσού 1.320 ευρώ. Το σύνολο των ανωτέρω ανέρχεται σε 14.394,35 ευρώ, ενώ το συνολικό άθροισμα των επιμέρους ποσών των δύο καταρτιών και των λοιπών εργασιών και εξαρτημάτων ανέρχεται σε 53.078,10 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 12.738,74 ευρώ, και, ως εκ τούτου, σε 65.816,85 ευρώ. Η εναγομένη αμφισβητεί ως προς το ανωτέρω κονδύλιο ιδίως την έκταση των εργασιών και των προμηθειών που περιλαμβάνονται στην ως άνω προσφορά, υποστηρίζοντας ότι δεν απαιτούνταν όλα τα αναφερόμενα σε αυτήν εξαρτήματα και εργασίες και ότι το συνολικό κόστος είναι υπερβολικό. Η αιτίαση αυτή, όμως, δεν κρίνεται βάσιμη, καθόσον η επίδικη δαπάνη συντίθεται από συγκεκριμένα επιμέρους αντικείμενα, καθένα από τα οποία προσδιορίζεται τεχνικά και οικονομικά. Ειδικότερα, προσδιορίζονται αυτοτελώς τα δύο διαφορετικά κατάρτια, τα Zspar Z1001 και Spacecraft S1630, ο τρόπος παράδοσης αυτών, ήτοι σε δύο τεμάχια για λόγους μεταφοράς στην πρώτη περίπτωση και σε ένα τεμάχιο στη δεύτερη, τα φώτα και τα καλώδια, οι βάσεις των καταρτιών, οι αντίστοιχες μάτσες Zspar Z690 και Spacecraft F1700, τα standing rigging και turnbuckles, η Boom Vang Isovang, ο Roller Genoas Fachnor LS290, τα Polyester halyards, το Windex, η μεταφορά από τη Γαλλία στον …. και η εγκατάσταση στον ……, με συγκεκριμένη τιμή για κάθε επιμέρους στοιχείο. Επομένως, η εναγομένη, προκειμένου να κλονίσει τη βασιμότητα του κονδυλίου, όφειλε να αντιπαραθέσει συγκεκριμένα ποια από τα ανωτέρω εξαρτήματα ή εργασίες δεν απαιτούνταν, ποιο διαφορετικό υλικό ή τεχνική λύση θα ήταν κατάλληλο για την αποκατάσταση και ποιο θα ήταν το αντίστοιχο κόστος. Τέτοια ειδική και συγκεκριμένη οικονομική αντιπαράθεση δεν προκύπτει. Ειδικότερα, ως προς τη δαπάνη των 1.320 ευρώ για την εγκατάσταση στον ….., η εναγομένη υποστηρίζει ότι η παραμονή του σκάφους στον συγκεκριμένο χώρο ήταν μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνη που απαιτείτο για τις εργασίες επί της ξηράς. Η αιτίαση αυτή, όμως, δεν αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο περιλαμβάνεται σε επαγγελματική προσφορά ως κόστος εγκατάστασης, δεν ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη εργασία, ούτε προσδιορίζεται από την εναγομένη ποιο θα ήταν το εύλογο κόστος της συγκεκριμένης εγκατάστασης. Ενόψει δε του ότι η σχετική προσφορά προέρχεται από εξειδικευμένο ναυπηγείο και περιλαμβάνει αναλυτική κοστολόγηση των επιμέρους απαιτούμενων εργασιών και εξαρτημάτων, η γενική αμφισβήτηση του ύψους της δαπάνης δεν αρκεί για την απόρριψη ή τη μείωσή της. Ως προς το υπό στοιχείο γ κονδύλιο, ποσού 3.788,20 ευρώ, η ενάγουσα ζητεί την αξία των αναγκαίων υλικών και ανταλλακτικών και των απαιτούμενων εργασιών για την αντικατάσταση, αποκατάσταση και επισκευή των ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών μερών και μέσων του σκάφους, προς θεμελίωση δε αυτού επικαλείται την από 2.11.2021 προσφορά της εξειδικευμένης επιχείρησης του ηλεκτρολόγου-μηχανικού ………, με ΑΦΜ ……………. Κατά την προσφορά αυτή, ως προς τις εργασίες περιλαμβάνονται η αποξήλωση των δύο παλαιών φωτοβολταϊκών πάνελ και η εγκατάσταση δύο νέων, αντί ποσού 250 ευρώ, η αποσύνδεση και αφαίρεση του παλαιού φορτιστή των φωτοβολταϊκών, η τοποθέτηση νέων φορτιστών και η συνδεσμολογία τους, αντί ποσού 150 ευρώ, η αντικατάσταση του καλωδίου τροφοδοσίας των φωτοβολταϊκών με νέο, λόγω ζημίας του υπάρχοντος, αντί ποσού 100 ευρώ, η τοποθέτηση ανεμόμετρου στο κατάρτι, αντί ποσού 100 ευρώ, η τοποθέτηση κεραίας τηλεοράσεως στο κατάρτι, αντί ποσού 100 ευρώ, η τοποθέτηση κεραίας VHF στο κατάρτι, αντί ποσού 100 ευρώ, και η συνδεσμολογία του ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού του καταρτιού, αντί ποσού 300 ευρώ. Οι ανωτέρω εργασίες ανέρχονται συνολικά σε 1.100 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 264 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 1.364 ευρώ. Ως προς δε τα υλικά, αναφέρονται αισθητήρας ανεμόμετρου αντί ποσού 475 ευρώ, κεραία TV αντί ποσού 85 ευρώ, κεραία VHF αντί ποσού 45 ευρώ, δύο φωτοβολταϊκά πάνελ αντί ποσού 950 ευρώ, δύο φορτιστές φωτοβολταϊκών πάνελ αντί ποσού 250 ευρώ, καλώδια για τα φωτοβολταϊκά πάνελ αντί ποσού 50 ευρώ, καθώς και διάφορα αναλώσιμα, ήτοι αδιάβροχα βύσματα, ακροδέκτες, βίδες κ.λπ., αντί ποσού 100 ευρώ, ήτοι συνολικά για τα υλικά 1.955 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 469,20 ευρώ, και συνολικά 2.424,20 ευρώ, με τελικό άθροισμα εργασιών και ανταλλακτικών 3.788,20 ευρώ. Η εναγομένη αμφισβητεί και ως προς το κονδύλιο αυτό τη βασιμότητα των επιμέρους δαπανών και το ύψος τους. Πλην όμως, η αμφισβήτηση αυτή δεν συνοδεύεται από ειδικότερη αντιπαράθεση προς τα επιμέρους αναφερόμενα στην προσφορά υλικά και εργασίες ούτε από συγκεκριμένη οικονομική αποτίμηση, από την οποία να προκύπτει ότι ο αισθητήρας ανεμόμετρου, οι κεραίες TV και VHF, τα δύο φωτοβολταϊκά πάνελ, οι δύο φορτιστές, τα καλώδια, τα αδιάβροχα βύσματα, οι ακροδέκτες, οι βίδες και τα λοιπά αναλώσιμα μπορούσαν να εξασφαλισθούν ή να τοποθετηθούν με χαμηλότερο και συγκεκριμένα προσδιοριζόμενο κόστος, ούτε ότι οι επιμέρους εργασίες αποξήλωσης, τοποθέτησης, αντικατάστασης και συνδεσμολογίας μπορούσαν να εκτελεσθούν με διαφορετική δαπάνη. Αντιθέτως, η προσφορά διακρίνει με σαφήνεια την αξία των εργασιών από την αξία των υλικών και προσδιορίζει αυτοτελώς κάθε επί μέρους στοιχείο. Συνεπώς, η αόριστη αμφισβήτηση του ύψους της σχετικής δαπάνης δεν επαρκεί για να ανατρέψει την ειδικότερη οικονομική τεκμηρίωση του κονδυλίου. Τέλος, ως προς το υπό στοιχείο δ κονδύλιο, ποσού 7.700,40 ευρώ, η ενάγουσα ζητεί τις δαπάνες για την αντικατάσταση, αποκατάσταση και επισκευή των ανοξείδωτων κατασκευών και τμημάτων του σκάφους που υπέστησαν ζημία, προς θεμελίωση δε του κονδυλίου επικαλείται την από 26.10.2021 προσφορά της εταιρείας «…………», η οποία εδρεύει στον ………… Αττικής, επί της οδού ………….. Κατά την προσφορά αυτή, για την κατασκευή του ROLL BAR, από σωλήνα Φ-42,4 mm, προβλέπεται ποσό 2.200 ευρώ, για την κατασκευή του BIMINI, από σωλήνα Φ-30×2 mm, το οποίο θα φέρει τρία τόξα, ποσό 900 ευρώ, για δύο κολωνάκια, τα οποία θα κατασκευασθούν από σωλήνα Φ-25 mm, ποσό 160 ευρώ, για οκτώ μπαλκόνια, τα οποία θα κατασκευασθούν επίσης από σωλήνα Φ-25 mm, ποσό 320 ευρώ, για δύο μπαλκόνια πρύμνης, ποσό 1.500 ευρώ, για τη λάμα του πρότονου, η οποία θα κατασκευασθεί από λάμα 40×20 mm, ποσό 280 ευρώ, και για την κατασκευή και τοποθέτηση μπαλκονιού πλώρης, ποσό 850 ευρώ. Το συνολικό ποσό των ανωτέρω κατασκευών ανέρχεται σε 6.210 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ποσού 1.490,40 ευρώ, και, συνεπώς, στο συνολικό ποσό των 7.700,40 ευρώ. Η εναγομένη αμφισβητεί ότι απαιτούνταν όλες οι ανωτέρω εργασίες και θεωρεί υπερβολικό το σχετικό κόστος. Η αιτίαση αυτή, όμως, δεν δύναται να γίνει δεκτή, καθόσον η προσφορά δεν αναφέρεται αορίστως σε μία συνολική δαπάνη για ανοξείδωτες κατασκευές, αλλά προσδιορίζει αυτοτελώς και με τεχνικά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους κατασκευή, ήτοι το ROLL BAR από σωλήνα Φ-42,4 mm, το BIMINI από σωλήνα Φ-30×2 mm με τρία τόξα, τα δύο κολωνάκια από σωλήνα Φ-25 mm, τα οκτώ μπαλκόνια από σωλήνα Φ-25 mm, τα δύο μπαλκόνια πρύμνης, τη λάμα του πρότονου από λάμα 40×20 mm και το μπαλκόνι πλώρης, μαζί με το ειδικό κόστος κατασκευής ή κατασκευής και τοποθέτησης καθενός. Εφόσον δε η εναγομένη δεν αντιπαραθέτει συγκεκριμένη τεχνική λύση ή συγκεκριμένη τιμή για καθεμία από τις ανωτέρω κατασκευές, από την οποία να προκύπτει ότι η προσφορά υπερβαίνει το εύλογο κόστος της απαιτούμενης αποκατάστασης, η γενική κρίση ότι το συνολικό ποσό είναι υπερβολικό δεν αρκεί για να μειώσει την αποδεικτική αξία της συγκεκριμένης προσφοράς. Κατ’ ακολουθίαν, από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω προκύπτει ότι οι επιμέρους δαπάνες των κονδυλίων Α2α, Α2β, γ και δ, συνολικού ποσού 87.882,65 ευρώ, είναι επαρκώς τεκμηριωμένες ως προς τόσο το αντικείμενο όσο και το ύψος τους, αφού για κάθε επιμέρους κατηγορία προσκομίζονται ειδικές επαγγελματικές προσφορές, στις οποίες καταγράφονται αναλυτικά τα προς αντικατάσταση ή επισκευή είδη, τα απαιτούμενα ανταλλακτικά και εξαρτήματα, τα υλικά, οι εργασίες και οι αντίστοιχες τιμές. Η δε εναγομένη, μολονότι αμφισβητεί τη βασιμότητα των κονδυλίων και προβάλλει ότι ορισμένες δαπάνες δεν ήταν αναγκαίες ή ότι το ύψος τους είναι υπερβολικό, δεν αντιπαραθέτει συγκεκριμένη τεχνική και οικονομική αποτίμηση ικανή να καταδείξει, ως προς καθένα από τα ανωτέρω επιμέρους στοιχεία, ότι αυτό δεν απαιτούνταν ή ότι το αναφερόμενο κόστος υπερβαίνει το εύλογο κόστος της απαιτούμενης εργασίας ή του αντίστοιχου ανταλλακτικού. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις της εναγομένης δεν κλονίζουν την ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω κονδυλίων, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό της θετικής περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας. Επιπλέον, με το υπό στοιχείο Α3 αγωγικό κονδύλιο η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι έξι ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (2.426,61 €), το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, κατέβαλε για τη μεταφορά του ασφαλισμένου σκάφους από την Κύθνο στη Μαρίνα …………, την ανέλκυση και καθέλκυσή του, την αμοιβή τεχνικού συμβούλου, την καταβολή τελών πρυμνοδέτησης, τη διαμονή και μετακίνηση των προσώπων που μετέβησαν στην Κύθνο προς διαπίστωση της έκτασης των ζημιών και οργάνωση της αποκατάστασής τους, καθώς και για την προμήθεια αναγκαίου εξαρτήματος του σκάφους. Ειδικότερα, επικαλείται και προσκομίζει την από 15.11.2021 απόδειξη είσπραξης του …………., ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ, για τη μεταφορά του σκάφους από την Κύθνο στη Μαρίνα ………, το υπ’ αριθ. 8.356/21.10.2021 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της εταιρείας «…………», ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για την ανέλκυση και καθέλκυση του σκάφους, το από 18.10.2021 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της επιχείρησης «……..», ποσού εξακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών (644,80 €), για την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου, την υπ’ αριθ. 4194/15.10.2021 απόδειξη του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Σύρου, ποσού έντεκα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (11,82 €), για τέλη πρυμνοδέτησης, το υπ’ αριθ. ……./16.10.2021 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της …………., ποσού εκατόν εξήντα (160) ευρώ, για έξοδα διαμονής, το υπ’ αριθ. …./16.10.2021 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών του ……….., ποσού πενήντα (50) ευρώ, για την ενοικίαση δύο μοτοσικλετών, την υπ’ αριθ. ……/14.10.2021 απόδειξη της εταιρείας «…..», ποσού δεκατεσσάρων ευρώ και εξήντα λεπτών (14,60 €), καθώς και τις υπ’ αριθ. …./16.10.2021, …/17.10.2021 και …../17.10.2021 αποδείξεις της εταιρείας «……….», ποσού δεκαπέντε (15) ευρώ εκάστη, για ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καθώς και το υπ’ αριθ. …../11.11.2021 Τιμολόγιο Πώλησης της εταιρείας «……….», ποσού εξακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (654,39 €), για την προμήθεια καταπακτής τύπου «LP60 Low Profile Hatch». Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι οι ανωτέρω δαπάνες πραγματοποιήθηκαν πράγματι και ήταν αναγκαίες για τη μεταφορά, την ασφαλή διατήρηση και την αποκατάσταση του ασφαλισμένου σκάφους, καθώς και για τη διαπίστωση της έκτασης των ζημιών και την οργάνωση των αναγκαίων ενεργειών προς αποκατάστασή τους, τελώντας σε άμεση και πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ασφαλισμένο περιστατικό. Οι δε ισχυρισμοί της εφεσίβλητης, με τους οποίους αρνείται γενικώς την υποχρέωσή της προς αποζημίωση και αμφισβητεί την αιτιώδη συνάφεια των επιμέρους αγωγικών κονδυλίων με το ασφαλισμένο περιστατικό, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον δεν προέβαλε ειδική και συγκεκριμένη αντίκρουση ως προς την πραγματοποίηση, την αναγκαιότητα ή το ύψος των συγκεκριμένων δαπανών, οι οποίες αποδεικνύονται από τα ανωτέρω παραστατικά και συνιστούν εύλογη και αναγκαία συνέπεια του ασφαλισμένου περιστατικού. Επομένως, το υπό στοιχείο Α3 αγωγικό κονδύλιο, συνολικού ποσού 2.480 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24% πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Επίσης, με το υπό στοιχείο Α4 αγωγικό κονδύλιο η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (11.370,92 €), το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, κατέβαλε για τα έξοδα ελλιμενισμού, παραμονής και φύλαξης του ασφαλισμένου σκάφους στη Μαρίνα ….. από τον Οκτώβριο του 2021 και εφεξής, μέχρι την ολοκλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών για την αποκατάσταση των ζημιών του. Ειδικότερα, επικαλείται και προσκομίζει τα αντίστοιχα τιμολόγια και αποδείξεις της εταιρείας διαχείρισης της Μαρίνας …., από τα οποία προκύπτουν οι μηνιαίες χρεώσεις για την παραμονή του σκάφους στις εγκαταστάσεις της, καθώς και οι σχετικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με τον ελλιμενισμό του. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δαπάνες πράγματι πραγματοποιήθηκαν και συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ασφαλισμένο περιστατικό, καθόσον η μεταφορά του σκάφους στη Μαρίνα … κατέστη αναγκαία προκειμένου να επιθεωρηθεί, να εκτιμηθούν οι ζημίες του και να πραγματοποιηθούν οι απαιτούμενες εργασίες αποκατάστασής του από εξειδικευμένα συνεργεία. Οι δε ισχυρισμοί της εφεσίβλητης ότι η παραμονή του σκάφους στη Μαρίνα …… επί μακρό χρονικό διάστημα δεν ήταν αναγκαία, ότι το σκάφος μπορούσε να παραμείνει σε άλλο λιμένα χωρίς αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση και ότι οι σχετικές δαπάνες οφείλονται σε επιλογή της ενάγουσας, καθώς και η συναφώς προβαλλόμενη ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να περιορίσει τις επίμαχες δαπάνες χωρίς να διακινδυνεύσει την ασφαλή φύλαξη, επιθεώρηση και αποκατάσταση του σκάφους, ενώ, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η παραμονή αυτού στη Μαρίνα …… αποτελούσε αναγκαία και εύλογη συνέπεια του ένδικου ασφαλισμένου περιστατικού. Επομένως, και το υπό στοιχείο Α4 αγωγικό κονδύλιο, συνολικού ποσού 11.370,92 ευρώ πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση για το υπό στοιχείο Α κεφάλαιο της αγωγής το συνολικό ποσό των (2.426,61 + 87.882,65 + 2480 + 11.370,92 =)  104.160,18 ευρώ. Ακολούθως, με το υπό στοιχείο Β κεφάλαιο της αγωγής η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 61.150,00 ευρώ ως αποζημίωση λόγω απώλειας ναύλων και ιδιόχρησης του ασφαλισμένου σκάφους, ισχυριζόμενη ότι, συνεπεία του ένδικου ασφαλισμένου περιστατικού και της επακολουθήσασας καθυστέρησης αποκατάστασης της ζημίας και καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, στερήθηκε τη δυνατότητα επαγγελματικής εκμετάλλευσης αυτού κατά την τουριστική περίοδο. Από την εκτίμηση, όμως, των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε ήδη, μέσω της ναυλομεσιτικής εταιρείας «…………» και του ναυλομεσίτη …………., εξασφαλίσει δεκατέσσερις (14) συγκεκριμένες ναυλώσεις για την τουριστική περίοδο του έτους 2022, με προσδιορισμένο χρόνο πραγματοποίησης και συμφωνημένο τίμημα, από τις οποίες θα αποκόμιζε συνολικό καθαρό κέρδος ποσού 33.950,00 ευρώ, η δε ματαίωσή τους οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία διάθεσης και εκμετάλλευσης του ασφαλισμένου σκάφους εξαιτίας του ένδικου ασφαλισμένου περιστατικού. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε με την απαιτούμενη πληρότητα ότι η ενάγουσα θα πραγματοποιούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τις λοιπές επικαλούμενες ναυλώσεις των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Οκτωβρίου 2022, ούτε ότι θα εισέπραττε τον τελευταίο ναύλο της περιόδου του Οκτωβρίου 2021 ή ότι απώλεσε την επικαλούμενη αξία ιδιόχρησης του σκάφους, καθόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένες αποδεδειγμένες συμβατικές δεσμεύσεις, αλλά σε μελλοντικές προσδοκίες ή συμφωνίες, η πραγματοποίηση των οποίων δεν αποδείχθηκε με την απαιτούμενη κατά νόμο πιθανότητα. Επομένως, οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης είναι βάσιμοι κατά το μέρος αυτό και το υπό στοιχείο Β αγωγικό κονδύλιο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατά το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (33.950,00 €), και να απορριφθεί κατά το υπερβάλλον ποσό ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά συνέπεια, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και μετά τη νομότυπη τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις της ενάγουσας στο πρώτο βαθμό σε εν μέρει αναγνωριστικό  ως προς το μερικότερο κονδύλιο της απώλειας ναύλων, πρέπει το μεν να υποχρεωθεί η εναγομένη το μεν να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 104.160, 18 ευρώ, το δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ιδίας να καταβάλει στη ενάγουσα το ποσό των 33.950 ευρώ αμφότερα νομιμοτόκως από την επομένη της κοινοποίησης της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ανάλογο με την έκταση της νίκης και της ήττας εκάστης των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος της, (άρθρα 178, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό  ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή του παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12.6.2024 [ΓΑΚ – ΕΑΚ  …./2024  Πρωτ & ………./2024 Εφετ] έφεση.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό ………/2024 e-παραβόλου άσκησης της έφεσης στην εκκαλούσα.

Δέχεται κατ’ ουσίαν  την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 1416/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία – ναυτικών διαφορών).

Κρατεί και δικάζει την από 7.12.20222 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2022 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη το μεν να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των  εκατόν τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εξήντα και  δεκαοκτώ λεπτών (104.160,18) ευρώ, το δε αναγνωρίζει την υποχρέωση της ιδίας να καταβάλει στη ενάγουσα το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (33.950) ευρώ αμφότερα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Καταδικάζει εναγόμενη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις 24.8.22026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ