Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 535/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως   535/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του    εκκαλούντος  :  ……………, ο  οποίος  εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο  από  την πληρεξούσια δικηγόρο, Βαγγελιώ Κουφάκη, βάσει δηλώσεως.

Της εφεσίβλητης : Της  εταιρείας με την επωνυμία  «…………….  » (η «………. »)  που εδρεύει στην ……….. Αττικής  και εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας νομίμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ (υπ’ αριθμ. 207/1/29.11.2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεια Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυναμει των διατάξεων του ν.  4354/2015,  και της Πράξης 118/19.5.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής  της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση  των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………..” με έδρα την Ιρλανδία, κατά τα οριζόμενα  στο από 22-6-2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10  του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει,    στον οποιο δικαιούχο της  απαίτησης, η ανώνυμη με την επωνυμία  «………………..»  και τον διακριτικό τίτλο  «…………… .», όπως εκπροσωπείται νόμιμα έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες  απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της απο 30.4.2020  σύμβασης   μεταβίβασης  τιτλοποιούμενων  απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία  του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε  από  την πληρεξούσια δικηγόρο, Ελένη Ζαννια.

Ο   ανακόπτων  άσκησε  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς     την από 23-11-2022 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης …………./2022 ανακοπή  κατά της καθ’ης,  και ζήτησε  να γίνει δεκτη.  Επί της ανωτέρω ανακοπής   εκδόθηκε    αντιμωλία των  διαδίκων η υπ’ αριθμ. 3380/2023 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ανακόπτων με την  από 30-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2025 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………/2025 και  προσδιορίσθηκε  για την δικάσιμο  που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος   δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσe προτάσεις, η δε πληρεξούσια δικηγορος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του ανακοπτοντος κατά της υπ’ αριθ. 3880/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε την   από 23-11-2022 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης ……………/2022   ανακοπή   κατά την  ειδική   διαδικασία των περιουσιακών διαφορων, έχει ασκηθεί νομοτύπως   και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει  παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της,  αρμοδίως δε φέρεται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της  έχει καταβληθει  και το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής  ……………/2025 παράβολο) σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ.3 του άρθρου  495  του ΚΠολΔ. Είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της (533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την αυτή ως άνω   διαδικασία.

Με την  από  23-11-2022  ανακοπή  ο ανακόπτων  και ήδη εκκαλών  ζητούσε, για τους  λόγους που αναφέρει α) να ακυρωθεί   η υπ’ αριθμ. …………./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης  σε βάρος του, συνολικού ποσού 79.190,53 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που  απορρέει από την   υπ’αριθ.   ……../26-9-2007  σύμβαση στεγαστικου δανείου και τις πρόσθετες πράξεις της, η οποία συνήφθη μεταξυ της  ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία  «……………..»  ως δανείστριας και του εκκαλούντος  ως  πιστουχου, με την οποία χορηγήθηκε στον ανακόπτοντα τοκοχρεωλυτικο δάνειο  ποσού 60.000 ευρώ,  β) η από 25-10-2022 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κατω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Επίσης ζητείται  να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερομενων  στο δικογραφο όρων της δανειακής σύμβασης και των πρόσθετων πράξεών της, να αναγνωρισθεί ότι μετά την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων ο ανακόπτων  δεν οφείλει καποιο ποσό από  την δανειακή σύμβαση καθώς και να υποχρεωθεί η καθ’ης να επιδείξει τα αναφερόμενα έγγραφα καθώς επίσης και να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των   διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών  απέρριψε ως απαράδεκτα τα σωρευόμενα  με την ανακοπή αναγνωριστικά αιτήματα με την αιτιολογία  ότι αντικείμενο της δίκης επί ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1  ΚπολΔ είναι μόνον η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος  ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, με βάση την επικαλούμενη ιστορική και νομική αιτία των προβαλλόμενων λόγων της  και, συνακόλουθα αίτημά της είναι η ακύρωση της  διαταγής πληρωμής καθώς και η ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης  που διενεργήθηκαν με βάση αυτήν, εφοσον με την ανακοπή σωρεύεται και ανακοπή του άρθρου  933 ΚΠολΔ και περαιτέρω μετά από έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων της, απέρριψε όλους τους  λόγους ανακοπής και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών   παραπονείται με την  υπό κρίση έφεση και για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να γίνει δεκτή η  ανακοπή  καθώς και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη  στην εν γένει δικαστική του δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.   Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που επιγράφεται “Τιτλοποίηση απαιτήσεων”, “…Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “ιδιωτική τοποθέτηση” είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade)… (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν, 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3)….Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, η πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγουμένου εδαφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου (παρ.7). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α`) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ.11). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.08.1923 (παρ.12). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ.14).Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ.15). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ.16). Τα ποσό που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά, κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ` αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος (παρ.17). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικό στους όρους του δανείου…(παρ.18). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης” (παρ.19).   Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 1688/2003) “Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003”, η οποία καταργήθηκε με την υπ` αρ. 20783/2020 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 4944/09.11.2020), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021), η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο(ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.”, και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν “αποτιτλοποίησης – αποχαρακτηρισμού των δανείων”, όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται, κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (πρβλ επί εκχώρησης κατά τις κοινές διατάξεις ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ` ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 909/2021, ΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με  τον πρώτο λόγο  και τον τρίτο λόγο ανακοπης (που επαναφέρονται  με τον πρώτο και τον  δεύτερο  λόγο εφέσεως)   ο ανακόπτων   διώκει την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενος ότι  από τα νομιμοποιητικά έγγραφα που προσκόμισε η καθ’ης  με την αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη  διαταγή πληρωμής, δεν αποδεικνυόταν η ενεργητική της νομιμοποίηση και ειδικότερα ότι δεν  αποδεικνυόταν εγγράφως, αφενός ότι η  καθ’ης ενεργούσε ως διαχειρίστρια  απαιτήσεων σε σχέση με την επίδικη απαίτηση  (πρώτος λόγος ανακοπής) αφετέρου ότι η επίδικη  απαίτηση μεταβιβάσθηκε  στο σύνολό της  στην αλλοδαπή εταιρεία  «……………..” (τριτος λόγος ανακοπής). Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο ανακοπής  εκθέτει ότι από τις προσκομισθείσες από 30-4-2020 και 18-6-2021 συμβάσεις διαχείρισης δεν προκύπτει ότι η επίδικη απαίτηση είναι μεταξύ των απαιτήσεων, των οποίων η καθ’ης ανέλαβε την διαχείριση, αφού καμια συμβαση διαχείρισης δεν συνοδεύεται από το σχετικό παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες προς διαχείριση απαιτήσεις, δεν γίνεται καμία αναφορά  σε συγκεκριμένες συμβάσεις  δανείων (απαιτήσεις) των οποίων ανέλαβε η καθ’ης  την διαχείριση,  σε αντίθεση με την από 30-4-2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που συνοδεύεται από σχετικο παράρτημα με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις και ότι από κανένα από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ης ανέλαβε την διαχείριση της επίδικης απαιτήσεως. Με τον τρίτο λογο ανακοπής εκθετει ειδικότερα ότι σε κανένα σημείο των προσκομισθεντων εγγράφων δεν γίνεται κάποια ειδικότερη  αναφορά  επί του ύψους της μεταβιβαζόμενης απαίτησης από την αρχική δανείστρια στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπου και ότι από το προσκομισθεν αντίγραφο εκ του παραρτήματος της συμβάσεως πωλησης και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων αποδεικνύεται ότι η επίδικη απαίτηση είναι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν  στην εταιρεία ειδικού σκοπού, αλλά δεν  αποδεικνύεται  το ύψος αυτής, υποβάλλοντας αίτημα επίδειξης   του αποσπάσματος  εκείνου της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης που αναφέρει το ποσό της εκχωρήσεως για την επίδικη απαίτηση. Με τέτοιο περιεχόμενο οι  ως άνω λόγοι ανακοπής είναι  νόμιμοι  ερειδόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 623, 626 παρ. 1 και 3 και 628 παρ. 1 ΚπολΔ. Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται  και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), μη λαμβανομένων υποψιν όσων εκ των προσκομιζομενων υπό τoυ εκκαλούντος  εγγράφων  δεν γίνεται επίκληση και δεν προσδιοριζονται σε βαθμο ατομικότητος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά  περιστατικα: Δυνάμει της υπ’ αριθ. …../26-9-2007  σύμβασης  στεγαστικού δανείου  και της με ιδία ημερομηνία  πρόσθετης πράξης, η οποια συνήφθη  μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» ως δανείστριας  και  τoυ  ανακόπτοντος  ως  πιστουχου χορηγήθηκε στον ανακόπτοντα τοκοχρεολυτικό δάνειο, ποσού 60.000 ευρώ,  σύμφωνα με τους όρους  που διαλαβάνονταν στη δανειακή σύμβαση και  στην πρόσθετη πράξη της,  για την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ως εγγυητρια η μη διάδικος ………….  Ακολούθως, μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων καταρτίσθηκαν : α) η από 9.12.2010 πρόσθετη πράξη, με την οποία συμφωνήθηκε  η ρύθμιση του τότε χρεωστικού υπολοίπου από την δανειακή σύμβαση, ποσού 51.991,80 ευρώ, με βάση τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν όρους  και β) η από 16.5.2012 πρόσθετη πράξη με το παράρτημά της, με την οποια συμφωνήθηκε η ρύθμιση του τότε χρεωστικού υπολοιπου, από την δανειακή σύμβαση, ποσού 54.998,48 ευρώ, με βάση τους διαλαμβανόμενους  σε αυτήν όρους. Περαιτέρω  δυνάμει της από 30.4.2024 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία συνήφθη μεταξύ της αρχικής δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας  με την επωνυμία «…………………» και της εταιρείας  ειδικού σκοπού   με την επωνυμία «…………..»,  με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας η αρχική δανείστρια τράπεζα  μεταβιβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού  λόγω πώλησης με τιτλοποίηση  απαιτήσεων, σύμφωνα με τις  διατάξεις  του άρθρου 10 του ν. 3156/2003,  χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύθηκε σε περίληψη  την 30.4.2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του  Ενεχυροφυλακείου Αθηνών,  με αριθμό  πρωτοκόλλου …./30.4.2020 στον τόμο … με αύξοντα αριθμό  ….. στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 που τηρείται στο  Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.   Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία περιλαμβάνεται  και η ένδικη απαίτηση  σε βάρος του ανακόπτοντος  από την  παραπάνω αναφερόμενη  σύμβαση δανείου, όπως τούτο αποδεικνύεται από  το με αρ. πρωτ. …../11-5-2020 αντίγραφο εκ  του παραρτήματος της σύμβασης (σελίδα  …. με αύξοντα αριθμό ……). Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης,  η δε καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη. Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη δικαιούχο μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η δικαιούχος να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν  από την  επίδικη σύμβαση  δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής.  Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «…………….»», κατέστη  δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως ως ειδικός διάδοχος της  μεταβιβάσασας  Τράπεζας.  Αρχικά  η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει της  από 30.4.2020 σύμβασης διαχείρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων  σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003,  η οποία δημοσιεύθηκε σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου  ……/30.4.2020 στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …..  στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.  2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ανέθεσε τη διαχείριση των  τιτλοποιημενων απαιτήσεων  που της μεταβιβάστηκαν, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης στην μεταβιβάσασα Τράπεζα. Επειδή ο ανακόπτων – δανειολήπτης  δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του από την δανειακή σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της, με την από 28.10.2020 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, η οποία επιδόθηκε  σε αυτόν  και στην ως άνω εγγυήτρια την 18.12.2020, η αρχική δανείστρια τράπεζα  «…………….» ενεργώντας με την ιδιότητα της διαχειρίστριας  των τιτλοποιούμενων  απαιτήσεων δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης διαχείρισης, ως προεκτέθηκε κατήγγειλε τη δανειακή συμβαση και τις προσθετες πραξεις της  και  τους γνωστοποιησε ότι το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο από τους λογαριασμούς που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της σύμβασης ανερχόταν συνολικά σε 79.190,53 ευρώ, το οποίο τους κάλεσε να της καταβάλουν  εντος πέντε εργασίμων ημερών από την παραλαβή της εξωδικης δήλωσης. Στην συνέχεια, με την από 18.6.2021 σύμβαση  διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύθηκε σε περιληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.6.2021 στο τόμο …. με αυξοντα αριθμό ….. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η εταιρεία ειδικού σκοπού «…………» ανέθεσε στην καθ’ης  όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει  διαχείρισης των τιτλοποιουμενων απαιτήσεων,  στις οποιες περιλαμβάνονται και οι ενέργειες για την δικαστική επιδίωξή τους. Έτσι η καθ’ης, στην οποία δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης διαχείρισης ανατέθηκε η διαχείριση από την εταιρεία απόκτησης, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «…………………….» η οποία  έχει καταστεί  ειδική διάδοχος της  τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια …………….,      δικαιούται να ασκήσει,  κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης. Ακολούθως η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος  αιτήθηκε  την έκδοση διαταγής πληρωμής και εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής. Με την παραπάνω διαταγή πληρωμής ο πρωτοφειλέτης  ανακόπτων   και η μη διάδικος εγγυητρια υπέρ αυτού διατάσσονται να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην καθ’ης η ανακοπή- αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής το συνολικο ποσό των 79.190,53 ευρώ εντόκως από 19.12.2020, με επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει κατά 2,5% το εκάστοτε  ισχύον συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής και με ανατοκισμό των τόκων  ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των 1.300 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε από την  καθ’ης η ανακοπή  στον ανακόπτοντα  εγγυητή   με την από 25-10-2022   επιταγή προς πληρωμή.  Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα   αποδεικνύεται ότι η καθ’ης κατά την  υποβολή της από 26-9-2022 αίτησής της  προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προσκόμισε όλα τα ανωτέρω αναφερομενα έγγραφα, που αποδεικνύουν την μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «……….» και την ανάθεση της διαχείρισης αυτής στην καθ’ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη. Ειδικότερα,απεδείχθη ότι  με την αίτηση της για την έκδοση διαταγής πληρωμής,  η καθ’ης προσκόμισε  στον Δικαστή τα εξής νομιμοποιητικά έγγραφα : 1) Την υπ’ αριθ.  ……./17.10.2019 ανακοίνωση καταχώρισης στοιχείων της καθ’ης στο Γ.Ε.Μ.Η., 2) Δημοσίευση σε περίληψη  με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.4.2020 στον τόμο  … με αύξοντα αριθμό  …. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 30.4.2020 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.  3156/2003, μεταξύ της αρχικής δανείστριας και της εταιρείας ειδικού σκοπού  «……………», 3) Το υπ’ αριθ. …… αντίγραφο από το  παράρτημα της παραπάνω αναφερόμενης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, 4) Δημοσίευση σε περίληψη με αριθμό  πρωτοκόλλου …../30.4.2020 στον τόμο …. με αύξοντα  αριθμό … του δημόσιου βιβλίου που τηρείται  στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 30.4.2020 σύμβασης  διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε  μεταξύ της αποκτώσας εταιρείας «………………..»  και της αρχικής δανείστριας τράπεζας και 5)  Δημοσίευση σε περίληψη  με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.6.2021 στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό  …. του δημόσιου βιβλίου που τηρείται  στο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών  της από 18.6.2021 σύμβασης διαχείρισης  επιχειρηματικών απαιτήσεων που  καταρτίσθηκε  μεταξύ της αποκτώσας  εταιρείας και της καθ’ης, 6) Ακριβή αποσπάσματα της κίνησης των  μηχανογραφικώς τηρηθέντων λογαριασμών για την ένδικη σύμβαση.  Τα ανωτέρω  αναφερόμενα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (και κοινοποιήθηκαν και  για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης) από την  εφεσίβλητη  εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί από την  εταιρεία ειδικού σκοπού «…………………..» η είσπραξη και διαχείριση της ένδικής απαίτησης, ήταν αρκετά για να αποδείξουν, κατά τα άρθρα 919 και 925 ΚΠολΔ, αφενός ότι η «…….» κατέστη ειδικός διάδοχος της απαίτησης της  «………………….» η οποία  είχε μεταβιβάσει με εκχώρηση λόγω πωλήσεως, κατά το άρθρο 10 του Ν.3156/2003, την ένδικη απαίτησή της και η μεταβίβαση αυτή είχε καταχωρισθεί νόμιμα κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000,  η οποία  καταχώριση   επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης, αφετέρου δε ότι η εφεσίβλητη  ήταν νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον Ν. 4354/2015 εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία η «………….», εκδοχέας της απαίτησης, ανεθεσε, με σύμβαση που επίσης καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο, την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης, με συνέπεια να νομιμοποιείται αυτή (καθ’ης η ανακοπή και ήδη εφεσιβλητη) να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και να αρχίσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να κοινοποιήσει και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης, και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης.  Στην  περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης και η σύμβαση αναθεσης της  διαχείρισης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 161/338/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό  αποσπασμα των μεταβιβαζομενων απαιτήσεων απ’ οπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση.  Υπό  την συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων 10 παρ. 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 συνάγεται  ότι για την επελευση των εννόμων αποτελεσμάτων τοσο της μεταβιβασης, όσο και της ανάθεσης διαχείρισης αρκεί η ολοκλήρωση της καταχώρισης περίληψης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, χωρίς να απαιτείται κάποια επιπλεον διατύπωση. Εν προκειμένω η εφεσίβητη  προσκομισε κατά την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής άπαντα τα απολύτως αναγκαία για την συγκεκριμενη μεταβίβαση και αναθεση διαχείρισης έγγραφα, που αποδεικνύουν την διαχειριστική της εξουσία, ως αυτά μνημονεύθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα τις δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβασεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, με το σχετικό αποσπασμα των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων στο οποιο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ου η εκτέλεση. Εφόσον οι περιλήψεις των προαναφερομένων συμβάσεων μεταβίβασης της απαίτησης και ανάθεσης της διαχείρισης έχουν καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, και δεδομένου ότι με την ως άνω καταχώριση  έχουν νομίμως συντελεσθεί η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης και η εν συνεχεία ανάθεση της διαχείρισής της στην εφεσίβλητη, κατά τα προεκτεθέντα,  δεν απαιτείται να προσκομισθούν κατά την υποβολή της αίτησης της διαταγής πληρωμης και να συγκοινοποιηθούν με την επιταγή  ολόκληρα τα κειμενα  των ως άνω συμβάσεων.  Από τα ως άνω έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν από την καθ’ης  με την από 26.9.2022 αίτησή της  για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αποδεικνυόταν εγγράφως η ειδικη διαδοχή και η ενεργητική νομιμοποίηση της  καθ’ης, η οποία κατά τον χρόνο της κατάθεσης της αίτησης ενεργούσε ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεως για λογαριασμό της «………..». Τούτο διότι, με βάση τις διατάξεις  του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων συντελείται με την καταχώριση της σχετικής σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, επομένως, για  την έγγραφη απόδειξη της ειδικής διαδοχής αρκούσε η προσκομιση της δημοσίευσης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης σε περίληψη, μαζί με το σχετικό απόσπασμα του παραρτήματος της σύμβασης, το οποίο εν προκειμενω προσκομίσθηκε με την σύμβαση πώλησης, χωρίς να απαιτείται αυτό να συνοδεύει και την σύμβαση διαχείρισης. Το παραρτημα ήταν αναγκαίο για την σύμβαση  εκχωρήσεως, ενώ για την σύμβαση διαχειρίσεως δεν ήταν αναγκαίο.  Αντίστοιχα, από  τα παραπάνω έγγραφα μεταξύ των οποίων η δημοσίευση σε περίληψη της από 18.6.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αποδεικνυόταν η νομιμοποίηση της καθ’ης ως εταιρείας διαχείρισης όλων των απαιτήσεων  που μεταβιβάσθηκαν λόγω τιτλοποιησης στην αλλοδαπή εταιρεία, επομένως, και η εξουσία  διαχείρισης της  σε σχέση με την επίδικη απαίτηση,  διότι αφενός  η ανάθεση της διαχείρισης  αφορά στο σύνολο των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν, οπως τούτο συνάγεται από τους ορισμούς  του Ν. 3156/2003, αφού δεν είναι δυνατόν να λαμβάνει χώρα ξεχωριστή  ανάθεση για κάθε  απαίτηση που τιτλοποιήθηκε και μεταβιβάσθηκε, αυτή γίνεται με μία πράξη για όλες τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις (άρθρο 10 παρ. 14 Ν. 3156/2003), αφετέρου από το ιδιο το περιεχόμενο  της με αριθμο πρωτοκόλλου 208/22.6.2021 δημοσίευσης της από 18.6.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αποδεικνύεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης αφορούσε στο σύνολο των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν με την από 30-4-2020 σύμβαση πώλησης στην αλλοδαπή εταιρεία, λόγω τιτλοποίησης. Η σύμβαση διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων και εν προκειμένω η από 22-6-2021 περίληψη της  σύμβασης διαχείρισης  δεν συνοδεύεται με κατάλογο των διαχειριζομένων δανείων διότι η διαχείριση  αφορά το σύνολο των μεταβιβασθεντων δανείων, ο προσδιορισμός των οποίων  γινεται με την σύμβαση τιτλοποίησης.  Εξάλλου  απο τον όρο 3α  της  από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  επιχειρηματικών απαιτήσεων  που καταρτίσθηκε μεταξύ της αρχικής δανείστριας και της  εταιρείας ειδικού σκοπού «…………………..» αποδεικνύεται ότι η αλλοδαπή εταιρεία απέκτησε  « απαιτήσεις  από εμπραγμάτως εξασφαλισμένα καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά, επιχειρηματικά και άλλα δάνεια του μεταβιβάζοντος (…………….) (ανά επιχειρηματική απαίτηση κεφάλαιο, δεδουλευμένοι τόκοι και απαιτήσεις από έξοδα) μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων  και των εξασφαλίσεων αυτών  συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, και απαιτήσεων κατά ασφαλιστικών εταιρειων  από συνδεόμενες  με τα ανωτέρω δάνεια ασφαλιστικές συμβάσεις  επί των ενυπόθηκων /προσημειωμένων ακινήτων». Από το περιεχόμενο του παραπάνω όρου  αποδεικνύεται ότι  στην «…………………….» μεταβιβάσθηκε  το σύνολο της απαίτησης κατά κεφαλαιο και τόκους σε βάρος του ανακόπτοντος  οφειλέτη από την δανειακή σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της   μαζί με όλες τις εξασφαλίσεις της. Από το προσκομιζόμενο δε υπ’ αριθ. 796 αντίγραφο  από το παράρτημα της προαναφερόμενης  από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης (σελίδα 4501), το οποίο προσκομίσθηκε από την καθ’ης  με την από 26.9.2022 αίτησή της για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αποδεικνύεται η μεταβίβαση της επιδίκου απαιτήσεως και η ταυτότητα αυτής, ως ο ίδιος ο ανακόπτων συνομολογεί. Η ταυτότητα της απαιτήσεως   αποδεικνύεται  από τα αναγραφόμενα στο αποσπασμα του παραρτήματος του Ενεχυροφυλακείου στοιχεία, ήτοι τα στοιχεια  του οφειλέτη -ανακοπτοντος (ονοματεπώνυμο αυτού, αριθμος φορολογικού  μητρώου), το είδος, τον αριθμό  και την ημερομηνία της σύμβασης, τον αριθμό του τηρούμενου λογαριασμού, την ύπαρξη της εμπράγματης εξασφάλισης, τα στοιχεία του εγγυητή (ονοματεπώνυμο και αριθμός φορολογικού μητρώου). Το γεγονός ότι στο υπ’ αριθ. … αντίγραφο  από το παράρτημα της προαναφερόμενης  από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης (σελίδα …..), το οποίο προσκομίσθηκε από την καθ’ης  με την από 26.9.2022 αίτησή της για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν αναγράφεται  το ύψος της μεταβιβαζόμενης  απαίτησης,  δεν επιδρά στην έγγραφη απόδειξη, αφού η έκταση της ευθύνης του έναντι της ειδικής διαδόχου παραμένει η ίδια.  Δηλαδή απεδείχθη ότι εχει εκχωρηθει το συνολο της απαιτήσεως στην προαναφερόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού και η διαχείριση ολοκληρης την  απαιτήσεως εχει ανατεθει στην  διαχειρίστρια- εφεσίβλητη, εφοσον αποδεικνύεται η ταυτότητα της απαιτήσεως. Προκειται δηλαδή για καθολική μεταβίβαση της απαιτήσεως. Εξάλλου το ύψος της μεταβιβασθείσης απαιτησεως είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο λόγω της τοκοφορίας αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος ανακοπής και ο τρίτος λόγος ανακοπής  πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.  Κατόπιν τούτων, όσον αφορά  το αίτημα του ανακόπτοντος να προσκομισθεί  το απόσπασμα εκείνο της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης που αναφέρει το ποσό της εκχωρήσεως για την επίδικη απαίτηση, είναι απορριπτέο, διοτι ο ανακόπτων  δεν εχει εννομο συμφερον προς τούτο, αφού  αποδεικνυεται ότι συνεφωνήθη να εκχωρηθεί το ποσό από την συγκεκριμένη οφειλή σε οποιοδήποτε ύψος  και να ανέρχεται. Εξάλλου δεν απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να κοινοποιήσει η καθ’ης και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης, και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης, καθώς, κατά τα προεκτεθέντα, τα έγγραφα που νομιμοποιούν την καθ’ης και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία που ανέλαβε την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων και που αποδεικνύουν την διαχειριστική της εξουσία,  είναι οι δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβασεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, με το σχετικό αποσπασμα των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, στο οποιο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του ανακόπτοντος.  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τους ανω   λόγους ανακοπής ως αβάσιμους κατ’ ουσίαν    με παρόμοια  αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, συμπληρώνεται παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και ορθώς  εξετίμησε τις αποδείξεις, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους ως άνω λόγους εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.  Mε τον δεύτερο  λόγο ανακοπής που επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο εφέσεως ο ανακόπτων διώκει την  ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενος ότι η καθ’ης δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικου σκοπού με την επωνυμία «………….» να καταθέσει την από 26.9.2022 αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμης, διότι από τα έγγραφα που προσκόμισε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  αποδεικνύεται  ότι η σε βάρος του  απαίτηση μεταβιβάσθηκε στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία από την αρχική δανείστρια τράπεζα «…………» λόγω τιτλοποίησης,  σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης  απαιτήσεων, και, αντίστοιχα, η  ανάθεση της διαχείρισης της στην καθ’ης δυνάμει της από 18.6.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του ίδιου ως άνω νομοθετήματος, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται  κατά νόμο η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησή της. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι  η καθ’ης και ήδη εφεσίβλητη η οποία δυνάμει της προαναφερόμενης  από 18-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων  κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων,  συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, της εταιρείας απόκτησης «………………….», ειδικής διαδόχου  της   τραπεζικής εταιρείας «……………….» κατόπιν μεταβίβασης σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, και της ένδικης απαιτήσεως, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δικαιούται να ασκήσει, κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης, όπως εν προκειμένω και  την  κατάθεση αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής,  καθόσον  κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που  απέρριψε  τον λόγο αυτόν της ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αυτή αιτιολογία,  ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός  λόγος εφέσεως.

Kατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ` αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 999/2019). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 370/2012). Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002). Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013). Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης Τράπεζας με βάση δανειασκή σύμβαση, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (AΠ 196/2020, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 753/1995 ΝΟΜΟΣ). Με τον τέταρτο λόγο ανακοπής, που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως κατα το πρώτο σκέλος του ο ανακόπτων  ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι στην ένδικη σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής  συμπεριελήφθηκαν oι εξής όροι οι οποίοι είναι    άκυροι ως καταχρηστικοί :  α) Ο όρος με βάση τον οποίο η τράπεζα έχει το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς το επιτόκιο, χωρίς συγκεκριμένους όρους και κριτήρια, ο οποίος αντίκειται στην αρχή της διαφάνειας και β) ο όρος με βάση τον οποιο ο κάτοχος κάρτας βαρύνεται με έξοδα  ανάληψης μετρητών, η χρέωση δε αυτή  αποτελεί   ουσιαστικά απαγορευμένη προμήθεια. Ότι η ύπαρξη των παραπάνω ΓΟΣ επηρέασε  την εξέλιξη της δανειακής σύμβασης και τη διαμόρφωση της οφειλής, κατά ποσό το οποίο δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι η έκθεση των περιστατικών, προς θεμελίωσή του δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα. Ειδικότερα ο ανακόπτων επικαλείται ακυροτητα των συγκεκριμένων όρων της σύμβασης, χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενό τους, ούτε αν έγινε χρηση των όρων κατά τη διάρκεια της δανειακής σύμβασης αρκούμενος σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της καθ` ης η ανακοπή, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για τις πιο πάνω αιτίες η οφειλή του με παράνομα ποσά, ώστε να συνδέεται η επικαλούμενη από τον ίδιο ακυρότητα, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που ο ανακόπτων διατάχθηκε να πληρώσει στην εφεσίβλητη, αφού, η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον   λόγο αυτόν  ανακοπής ως αόριστο με την αυτή ως άνω αιτιολογία, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.Με το άρθρο 1 ν. 1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 “περί ελέγχου πίστεως”, καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα “τραπεζικά επιτόκια” και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της. Έκτοτε με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα “τραπεζικά επιτόκια”, τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής ειδικότερα καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήσαν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού. Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήσαν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, δηλαδή των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και “κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου…”. Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήσαν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους. Με την υπ` αριθ. …/1987 ΠΔ/ΤΕ, με στόχο την, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών. Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Ειδικότερα, με την υπ` αριθμό …./28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής: “… Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ` άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν”. Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη “επιτοκίων χορηγήσεων”, πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα “χορηγήσεων” αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη “χορηγήσεις” υποδηλώνει σαφώς τις κατ` εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές. Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κτλ), τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια (χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κλπ), διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια. Κατά συνέπεια, με σειρά πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επήλθε ουσιαστικά απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, οπότε η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293 – 295 ΑΚ. Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ). Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014). Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1219/2001). Κατά συνέπεια, με βάση την αρχή του απαραβιάστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), η σχετική συμφωνία, παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθ. 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 “προστασία καταναλωτή” και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν, σταθερό ή κυμαινόμενο, τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 756/2015, 370/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών”, “1. όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την  κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην Ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην Ελληνική γλώσσα. 3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή, των παραγράφων 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου (οι παρ. 1 έως 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το αρ. 2 παρ. 1 του Ν. 3587/2007). 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός η χαρακτήρας γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω με το αρ. 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007). 7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι, οι οποίοι: α)….. ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση (η περ. ε` αντικαταστάθηκε ως άνω με το αρ. 2 παρ. 3 του Ν. 3587/2007, προηγούμενη διατύπωση “επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο”)……..ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή”. Ο Ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 “σχετικά-με τις καταχρηστικές ρήτρες τω συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές”, στην §1 του άρθρου 3 της οποία ορίζεται ότι “ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομική διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στ δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας “τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή”, (ΑΠ 652/2010).  Εξάλλου, με το άρθρ. 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρ. 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. α`/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α`/29.6.1998) μετανομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΗ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρ. 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του αρθρ. 25 παρ. 6 του ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας “Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας” (ΑΠ 652/2010). Στο πλαίσιο αυτό, έτσι, με τις περιπτώσεις i) και iv) της παραγράφου 2 εδ. α` του κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α` 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ` ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με “το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό”), καθώς και “σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)”. Περαιτέρω, με τα εδάφια α) και β) της παραγράφου 2 της απόφασης 178/2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α` 152/9.8.2004), ορίζεται ότι: “α) Η παρ. 2 εδ. α` (iv) του Κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης. β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου”. Επιπλέον, με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005), περαιτέρω δε και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό αφενός ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας [με την έννοια της “απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει], δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ` ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 652/2010) και αφετέρου οτι (αντιθέτως), είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στα άρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ. ε` και ια` του ν.2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος στους Γ.Ο.Σ. όρος, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στην προμηθεύτρια Τράπεζα, ρυθμίζοντας τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σύμβαση δανείου, να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και να δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολογήσεως του ως αορίστου. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η Τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010 NOMOΣ).  Τέλος σύμφωνα δε  με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 653/2013). Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017, 872/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012,  ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006), η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ  696/2021, ΑΠ 196/2020, 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).   Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών, κατά την έννοια του ν. 2251/1994, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή, ότι έχει διατυπωθεί, εκ των προτέρων, από την πιστώτρια τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (Α.Π. 370/2012, Α.Π. 35/2011, Α.Π0. 15/2007). Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (Α.Π. 387/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 84/2014, Α.Π. 35/2011, Α.Π. 27/2010).  Περαιτέρω,  από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων  626, 630 και 631 ΚπολΔ προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ` αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν. Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν. Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006). Ενόψει αυτών, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα. Από την παράλειψη ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018 ΝΟΜΟΣ).  Με τον πέμπτο λόγο ανακοπής, που επαναφέρεται με τον τέταρτο, τον πέμπτο λόγο και έκτο λόγο  εφέσεως,  ο  ανακόπτων ισχυρίζεται ότι   το αρχικό επιτόκιο του δανείου του δεν έγινε ποτέ αντικείμενο  διαπραγμάτευσης αλλά αποφασίσθηκε μονομερως από της καθ’ης και συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, όπως αναφέρεται στην προτυπωμένη σύμβαση προσχωρήσεως, την οποια υποχρεώθηκε να υπογραψει και δεν δεσμεύεται ως προς αυτο. Ότι στην δανειακή σύμβαση και στις πρόσθετες πράξεις της συμπεριλήφθηκαν  οι ακόλουθοι όροι σε  σχέση με το επιτόκιο, συμβατικό και υπερημερίας: α) Ο όρος  5 της δανειακής σύμβασης που ορίζει τα εξης: « 5.1.Το επιτόκιο του δανείου μπορεί να είναι σταθερό η κυμαινόμενο. 5.2. Το είδος και το υψος του επιτοκίου προσδιορίζεται στην πρόσθετη πράξη. 5.3. Εφοσον αυτό ειδικά συμφωνηθεί με  την πρόσθετη πράξη, το επιτόκιο προσαυξάνεται καθ’ολη τη διάρκεια του δανείου με τις εκατοστιαίες μονάδες που συνομολογούνται με αυτή.. 5.8 Ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση πέραν του επιτοκίου να καταβάλλει προς την τραπεζα την εκάστοτε προβλεπόμενη αρμοδίως εισφορά του Ν. 128/75 ή οποιαδήποτε άλλη ήθελε νομίμως επιβληθεί, β) Ο όρος 3 της από 25.9.2007 πρόσθετης πράξης που ορίζει  τα εξής « 3.1. Αρχική περίοδος σταθερού επιτοκίου – α. Συμφωνείται σταθερό επιτόκιο  4,85%  για τρία   (3) έτη από την αρχική μερική ή ολική εκταμίευσ-η του δανείου… 3.3 Κυμαινόμενο επιτόκιο – Το κυμαινόμενο  επιτόκιο είναι το άθροισμα  του εκάστοτε ελάχιστου επιτοκίου  προσφοράς για τις πράξεις  κύριας αναχρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ευρωσύστημα, που ανακοινώνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (του λοιπου Επιτόκιο Αναφοράς) πλέον περιθωρίου και τυχόν προσαυξήσεως. Κατά τα ανωτέρω το κυμαινομενο επιτόκιο του δανείου συναπαρτίζεται από : α.  Το επιτόκιο  αναφοράς : σήμερα…εκατοστιαίες μονάδες β. Το περιθώριο: 1,88 εκατοστιαίες μονάδες γ.  Την προσαύξηση επιτοκίου :…εκατοστιαίες μονάδες  Σύνολο  (α +β+γ)…%… 3.5 Σε όλες τις  ανωτέρω  περιπτώσεις  ο οφειλέτης επιβαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/75, σήμερα 0,12 %  κατα τους όρους της συμβάσεως» γ) Ο όρος Β.2 του παραρτήματος  της από 16.5.2012 πρόσθετης πράξης που ορίζει : «Επιτόκιο  Euribor τριμήνου, πλέον περιθωρίου 3,6  εκατοστιαίων μονάδων, πλέον της εκάστοτε ισχύουσας εισφοράς  του Ν. 128/75  ή οποιασδήποτε άλλης ήθελε νομιμως επιβληθεί, τροποποιούμενων των σχετικών όρων της ως άνω συμβάσεως  στεγαστικού δανείου  και των πρόσθετων αυτής πράξεων». Ότι, επιπλεον, στο αντίγραφο της με ημερομηνία 9.12.2010 πρόσθετης πράξης της δανειακής σύμβασης που προσκομίσθηκε από την καθ’ης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει με σαφήνεια το τελικό συμβατικό επιτόκιο που εφαρμόσθηκε από 9.12.2010, αφού αναγράφονται δύο διαφορετικά περιθώρια. Ότι από την έναρξη λειτουργίας της δανειακής σύμβασης και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 το επιτόκιο  που εφαρμόσθηκε ήταν σταθερό και ανερχόταν σε 4,85%,  και ότι κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, παρόλο που εφαρμόσθηκε κυμαινόμενο επιτόκιο, ο ανακόπτων δεν ενημερώθηκε σχετικά με το ύψος του και την μεταβολή του. Ότι επειδή το ύψος του επιτοκιου δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των λογαριασμών που προσκομισθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε, όμως η καθ’ης προσκόμισε πίνακα επιτοκίων, δεν αποδεικνυόταν εγγράφως  η απαίτηση και το νόμιμος ύψος της. Ότι οι παραπάνω όροι σχετικά με την  διακύμανση του επιτοκίου  είναι  άκυροι ως καταχρηστικοί ΓΟΣ, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ποιο είναι το ύψος του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας  αναχρηματοδότησης  είτε το ύψος του Euibor  τριμήνου, που η καθ’ης  λάμβανε κάθε φορά υπόψη για την  διαμόρφωση του τελικου επιτοκίου.  Περαιτέρω ισχυρίζεται   ότι  δεν διαθέτει  τις εξειδικευμένες  εκείνες οικονομολογιστικές και τραπεζικές γνωσεις, ώστε να  πληροφορηθεί τον τρόπο, που  θα αναπροσαρμόζεται  το επιτόκιο και το ύψος που θα ίσχυε κάθε φορά και ότι  επειδή οι σχετικοί όροι  για τον καθορισμο του επιτοκίου είναι άκυροι και αντιβαίνουν  στα χρηστά ήθη  (179 ΑΚ)  είναι άκυρη στο σύνολό της η δανειακη σύμβαση και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα για την καθ’ης.. Ότι επειδή με τους σχετικούς  όρους δεν προσδιορίζεται με τρόπο ορισμένο το επιτόκιο, παραβιάζεται η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002. Οτι, επιπλέον, η απαίτηση δεν είναι βέβαιη ούτε εκκαθαρισμένη,  ότι η διαταγή πληρωμής πάσχει από ακυρότητα, διότι δεν προκύπτει ποιο μέρος του επιδικασθέντος  συνολικού ποσού των 79.190,53 ευρώ αφορά στο αρχικό κεφάλαιο, που αντιστοιχει σε κεφαλαιοποιημενους τόκους και ποιο σε εξοδα. Ότι η απαίτηση εχει υπολογισθεί με παράνομα επιτοκια, ανώτερα των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Ότι επειδή με τους όρους 6.1. της δανειακής σύμβασης, 6.1 της από  9.12.2010 πρόσθετης πράξης  και 7.1 της από 16.5.2012  πρόσθετης πράξης το επιτόκιο υπερημερίας ορίσθηκε  σε 2,5 % άνω του συμβατικού επιτοκίου, δηλαδή υπερβαίνει το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο υπολογίζεται με 2% άνω του συμβατικού  σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος,η σε βάρος του απαίτηση δεν είναι βέβαιη και  εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτος κατά το σκέλος που αφορά την διακύμανση του επιτοκίου  είναι απορριπτέος μη νόμιμος, διότι  οι ως άνω σχετικοί με τον προσδιορισμό του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου όροι που συμπεριλήφθηκαν στην δανειακή σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις  της και οι οποίοι, υπό τα εκτιθέμενα, προσδιορισθηκαν μονομερώς από την δανείστρια τράπεζα δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί,  όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, διότι το κυμαινόμενο επιτοκιο και ο τρόπος προσαρμογής του καθορίσθηκαν με βάση σαφή κι εύλογα κριτήρια που δεν προσκρούουν στην αρχή της διαφάνειας, κατα τροπο μαθηματικώς προσδιορισιμο,   αφού η μεταβολη του επιτοκίου με την δανειακή σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα (επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ευρωσύστημα που ανακοινωνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επιτόκιο Euribor τριμηνου),  τα οποία, υπό τα  εκτιθέμενα,  αναφερονται στη σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της, επιπλέον αναφέρεται  το ύψος του  σταθερού  ποσοστού περιθωρίου επιτοκίου, καθως και η επιβάρυνση του εκάστοτε ισχύοντος ποσοστού του επιτοκίου  με την εισφορά του Ν. 128/75. Mε βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994 και της ανωτέρω αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, σε συνδυασμό με τον υπ` αριθμό 2 όρο της επίδικης σύμβασης, κρίνεται ότι κατά τρόπο ορισμένο ορίζεται η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου. Εξάλλου, η μεταβολή αυτού συνδέεται αποκλειστικά με δείκτη γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, που αναφέρεται στη σύμβαση, ενώ επιπρόσθετα προσδιορίζεται ρητά και αναλυτικά ο τρόπος προσαρμογής αυτού, ώστε να μην καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησης αυτών ως αορίστων.   Οι τραπεζικές εταιρείες αυξομειώνουν  το επιτόκιο ανάλογα με τις συνθήκες της χρηματαγοράς και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γεγονότα που δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων στην Τράπεζα και διαμορφώνονται ανάλογα με τις  συνθήκες αγοράς σε συνάρτηση με την ιδιαιτερότητα καθε τραπεζικού προϊόντος, ως προβλέπει και η επίδικη σύμβαση.  Έτσι με τους ανωτέρω όρους επιφυλάσσεται στη τράπεζα δικαίωμα μονομερούς  τροποποίησης της σύμβασης αναφορικά με τον καθορισμό του εκάστοτε επιτοκίου, ο δε συμβαλλόμενος αποδέχεται  το ενδεχόμενο μεταβολής του επιτοκίου προς τα άνω ή προς τα κάτω, το οποίο σημαίνει ότι  δεν απαιτείται νέα δήλωση βουλήσεως του καταναλωτή με το νέο ύψος επιτοκίου. Αλλωστε το κυμαινόμενο επιτόκιο  μεταβάλλεται ανεξάρτητα από την βούληση των συμβαλλομένων μερών, αλλά σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά  χρήματος, σύμφωνα με τα επιτόκια που ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος και εν προκειμενω η Ευρωπαϊκή  Κεντρική Τράπεζα και σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν στην διατραπεζική αγορά.   Οι όροι αυτοί όμως, όπως είναι διατυπωμένοι δεν είναι καταχρηστικοί, καθότι προβλέπουν ειδικούς και σπουδαίους λόγους, σύμφωνα με τους οποίους μεταβάλλεται το επιτόκιο, τα δε προσδιοριστικά  κριτήρια είναι ειδικά καθορισμένα εκ των προτέρων κι εύλογα  για τον ανακόπτοντα, ώστε να μην καθίσταται αόριστο το ποσοστό του τόκου, συνεπώς δεν διαψεύδονται οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες των τελευταίoυ ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής της σχέσης με την τράπεζα. Το επιτόκιο, συνεπώς, στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναπροσαρμόζεται με βάση εύλογα κριτήρια, βάσιμα και προκαθορισμένα στη σύμβαση, που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς  δηλαδή του κόστους του χρήματος για την τράπεζα.  Άλλωστε η υποχρέωση εκ μέρους της τράπεζας καθορισμού  ειδικών και βάσιμων  επιτοκίων   εκ των προτέρων κριτηρίων προκύπτει και από την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, που προβλέπει ότι η τράπεζα πρέπει να ανακοινώνει στον πελάτη σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος τους καθώς και κάθε πληροφόρηση σχετικά με τους βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου. Eιδικώς κατά το μέρος που ο ανακόπτων παραπονείται ότι δεν ενημερώθηκε σχετικά με το ύψος του επιτοκίου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απερριψε  κατα το σκελος αυτό τον λογο  ανακοπής σιγή ως μη νόμιμο. Σημειουται ότι κατά τουτο δεν προεβλήθη ειδικός λογος εφεσεως ο οποίος να διαλαμβανει ποια διαταξη νόμου και κατα ποιο τρόπο παρεβιάσθη. Σε κάθε περίπτωση η   καθ’ ης, τήρησε την βαρύνουσα αυτή υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας, αφού της επετράπη να προσδιορίζει μεν μονομερώς και να τροποποιεί το εφαρμοστέο επιτόκιο, πλην όμως κατόπιν ενημέρωσης του ανακοπτόντος και εφαρμογής εξαρχής καθορισμένων κριτηρίων ειδικά αναφερομένων στη σύμβαση κι εύλογων  για τον ανακόπτοντα και μόνο σε περίπτωση που υπάρχει βάσιμος και σπουδαίος λόγος που επιβάλλει την μεταβολή του επιτοκίου. Έτσι,  με τους όρους αυτούς  δεν διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων  σε βάρος του ανακοπτοντος. Εξάλλου όσον αφορά τον ισχυρισμό  ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο όρος της συμβάσεως, με τον οποίο συνομολογήθηκε  ότι τα επιτόκια της ένδικης σύμβασης υπερέβαιναν τα δικαιοπρακτικα (εξωτραπεζικα) επιτόκια, ειναι απορριπτέος, επίσης, ως μη νόμιμος, καθώς οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987) συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό. Ο  προσδιορισμός και η συμφωνία για το τραπεζικό επιτόκιο, που υπερβαίνει το εξωτραπεζικό δεν καθιστά αυτό παράνομο και ως εκ τούτου άκυρο. Το δικαιοπρακτικό επιτόκιο και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονταν από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις [άρθρο 2 παρ. 3 ν.δ. 588/1948, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν 1266/1982, όπως ισχύει και το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979], αφού καθεμία κατηγορία ρυθμιζόταν από διαφορετικά όργανα με διαφορετικές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, τα δε ονομαστικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών και γενικότερα τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονταν ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό και τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας [άρθρα 2, 4, 105 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας], ενώ, στη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων, πέραν του κόστους του χρήματος, ιδιαίτερη σημασία ανέπτυσσαν ο πιστωτικός κίνδυνος και το λειτουργικό κόστος. Η απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων στόχευσε στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών και τούτο είχε ως αποτέλεσμα να καθορίζουν πλέον οι ίδιες οι τράπεζες τα συμβατικά επιτόκια χορηγήσεων, χωρίς να δεσμεύονται από το ύψος των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Ενόψει του ότι δεν είναι παράνομο το επιτόκιο δεν είναι άκυρος ο όρος και η σύμβαση που κατάρτισαν οι διάδικοι, και ο επίδικος ενσωματωμένος στη σύμβαση Γ.Ο.Σ δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη, επί τη βάσει των πραγματικών διαπιστώσεων της προσβαλλόμενης απόφασης, της φύσεως των αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες αφορά η σύμβαση, του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και της απουσίας άλλων ρητρών στην ίδια σύμβαση από τις οποίες αυτός να εξαρτάται, καθώς και του ότι δεν έχει αυτός ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων, ούτε την επιβάρυνση του ανακοπτόντος. Επιπλέον, δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, η οποία διέπει το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. και είναι ενσωματωμένη στην ημεδαπή έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 έως 3, 6, 7 περ. ε`, ζ`, η` ια` και άρ. 5 ν. 2251/1994 και επιτάσσει τη σαφήνεια και το κατανοητό του κάθε όρου. Εν προκειμένω οι νομικές συνέπειες του όρου για τον ανακόπτοντα είναι σαφείς και δεν διαπιστώνεται ασάφεια προς ενίσχυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ανακοπτόντος, ούτε για την προβολή από την πλευρά της φαινομενικών αξιώσεων. Οι οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις από τον όρο είναι ευκρινείς για τον ανακόπτοντα, υπό την έννοια, ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από αυτον, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες  οικονομικές γνώσεις. Η διατύπωση του όρου υπήρξε σαφής και κατανοητή, το περιεχόμενο αυτού ορισμένο και η εξέλιξη του προβλέψιμη. Ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου ήταν για τον ανακόπτοντα σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο ανακόπτων,  μπορούσε να αντιληφθει με πλήρη σαφήνεια την αναλαμβανόμενη υποχρέωση ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του. Τούτο ήταν εκ των προτέρων εναργές και σαφές και προσδιοριζόταν εξ αρχής πριν την κατάρτιση της συμφωνίας, χωρίς απόκρυψη άλλων κριτηρίων, που θα διέψευδαν τις τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα (ΑΠ 2037/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου δεν είναι παρανομος  ο καθορισμός επιτοκίου υπερημερίας σε ποσοστό που υπερβαίνει  το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5%, αφού το ποσοστό αυτό αποτελεί το ανώτατο προβλεπόμενο  όριο με βάση την υπ’ αριθ. 2393/1996 ΠΔ/ΤΕ. Ακολούθως, κατά το μέρος που προβάλλεται ο ισχυρισμός  ότι η απαίτηση δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, επειδή το ύψος του επιτοκίου δεν αποδεικνυόταν εγγράφως  από τα αποσπάσματα των λογαριασμών που προσκομίσθηκαν  για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε από καποιο άλλο έγγραφο, αφού η καθ’ης  δεν προσκομισε πίνακα επιτοκίων, ο λόγος αυτός είναι, επίσης, μη νόμιμος. Τούτο διότι το απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της τραπέζης αποτελεί έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται η κινηση  και το οριστικό κατάλοιπο  που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης, καθώς και το διαμορφωθεν ύψος της οφειλής  του δανειολήπτη όχι οι κατ’ ιδίαν συμφωνίες σε σχεση με το επιτόκιο ή γενικότερα τη σύμβαση δανείου. Συνεπώς δεν είναι αναγκαία  η αναγραφή στο απόσπασμα του ύψους του επιτοκίου, με βάση το οποιο υπολογίσθηκαν τα επιμέρους ποσά τόκων, με τα οποία επιβαρύνθηκε η απαίτηση, εφόσον με δεδομένα τα σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο και χρόνος) καθώς και το συνομολογηθεν ή καθορισμένο από το νόμο επιτόκιο  είναι δυνατός  ο προσδιορισμος του ποσού των τόκων με απλές μαθηματικές πράξεις (ΑΠ  1268/2022 Nομος),  και αντίστοιχα δεν είναι αναγκαία για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης  η επισύναψη με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής εγγράφου  στο οποίο να αναγράφεται το εκάστοτε ισχυον και εφαρμοζόμενο  επιτόκιο. Η διαταγή πληρωμής  που εκδίδεται για κατάλοιπο  λογαριασμού από δανειακή σύμβαση,  με βάση αποσπάσματα  από τα εμπορικά βιβλία της τραπεζης, δυνάμει έγκυρης  σχετικής δικονομικης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, δεν πάσχει από αοριστία, όταν σε αυτήν  δεν αναφέρονται το ύψος  του επιτοκίου που εφαρμόζεται  για τον υπολογισμό των τόκων και ο τρόπος υπολογισμού τους, αφού τα ποσά που αντιστοιχούν στους τόκους  προκύπτουν  με μαθηματικό υπολογισμο, με βάση την χρονικη περίοδο εκτοκισμού και ανατοκισμού και το επιτόκιο που έχουν συμφωνήσει  οι συμβαλλόμενοι  ή ορίζεται από το νόμο.  Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει από  ακυρότητα, διότι  δεν αναγράφεται ποιο μέρος του επιδικασθέντος, ως κεφαλαίου, συνολικού ποσού των 79.190,53 ευρώ αφορά στο αρχικο κεφάλαιο, ποιο αντιστοιχεί σε κεφαλαιοποιημένους τοκους και ποιο σε έξοδα, ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι  σε περίπτωση διαταγής πληρωμής που εκδίδεται  για το κατάλοιπο του λογαριασμού απο δανειακή σύμβαση, αρκεί, κατά τα προεκτεθεντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης, η αναφορά του συνολικού καταβλητέου χρηματικού ποσού, το οποίο αποτελεί το κατάλοιπο του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των επιμέρους κονδυλίων, τα οποία, άλλωστε προκύπτουν από τα αποσπάσματα των λογαρισμών που προσκομίσθηκαν για την έκδοσή της. Τέλος  κατά το σκελος που προβάλλεται ισχυρισμός  περί απολυτης ακυρότητας της δανειακής σύμβασης  και πρόσθετων πράξεων της, με επίκληση των άρθρων 178,179 ΑΚ ο λόγος αυτός  είναι απορριπτέος ως αόριστος,   καθόσον ο ανακόπτων  δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά,  που να θεμελιώνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την υπέρμετρη δέσμευση του δικαιώματός του στην οικονομική του ζωή ούτε την  προφανή δυσαναλογία μεταξύ  παροχής  και αντιπαροχής, στοιχείο αναγκαίο, κατ’ άρθρο 179 ΑΚ, της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας.  Μόνο το γεγονός της έλλειψης ειδικών  (οικονομικών και λογιστικών) γνώσεών του, κατά τον χρόνο υπογραφής της ένδικης σύμβασης,, δεν μπορει να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην έννοια των χρηστών ηθών, ενώ η επίκληση του περιεχομένου των Γ.Ο.Σ. δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτού εκμετάλλευση της απειρίας του ανακόπτοντος  και δυσαναλογία παροχής  και αντιπαροχής. Ο ανακόπτων   δεν επικαλείται  πραγματικά περιστατικά  που να προσδίδουν στην δανειακή σύμβαση χαρακτήρα αντίθετο στα χρηστά ήθη, ούτε επικαλείται  την υπαρξη  φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής  και αντιπαροχής, δηλαδή δυσαναλογία που υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου, με ζημία του άλλου, η οποία (δυσαναλογία) να αναφέρεται στην αντικειμενικά εκτιμώμενη οικονομική αξία, κατά τον χρόνο  κατάρτισης της αρχικής δανειακής σύμβασης,   τη συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του ίδιου εκ μερους της τραπεζης και την εκμετάλλευση από αυτή μίας ή περισσοτέρων από τις ανω καταστάσεις.  Όσον αφορά το αίτημα επίδειξης εγγράφου -πινακα επιτοκιών είναι επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο καθως  δεν προσδιορίζεται το εν λόγω έγγραφο  σε βαθμό ατομικότητος, παρεκτός του ότι δεν ισχυρίζεται ο ανακόπτων  κατά τρόπο σαφή ότι πρόκειται για υπαρκτο έγγραφο κατά την εκκλητον δίκη και ότι δεν ζητείται το πρώτον  η σύνταξη του  και σε κάθε περίπτωση ότι εξακολουθεί να το κατέχει η καθ’ης  κατά τον χρόνο διεξαγωγής της κατ’ έφεσιν δίκης (ΑΠ 1023/1992  ΔΕΝ 49, 82, ΑΠ 1494/1987 ΕΕργΔ 47, 1.123). Σε κάθε δε περίπτωση κατόπιν απόρριψης του πεμπτου λόγου  ανακοπής, ο ανακόπτων δεν αντλεί έννομο συμφέρον από την επίδειξη εγγράφου – πινακα επιτοκιων, στο οποίο  να αναγράφονται τα εκάστοτε κυμαινόμενα που εφαρμόσθηκαν κατά την ισχύ της δανειακής σύμβασης και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αιτημα.  Το πρωτοβάθμιιο δικαστήριο που απέρριψε τον πέμπτο λόγο ανακοπής κατά τις ανωτέρω διακρίσεις με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία, όπου είναι αναγκαίο, αντικαθίσταται  και συμπληρώνεται κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτομένων ως αβάσιμων, των περί του αντιθέτου, λόγων έφεσης.    Mε τον έκτο λόγο ανακοπής,  που επαναφέρεται με τον πέμπτο λογο,  τον έκτο λόγο, τον όγδοο λόγο, τον ένατο  και τον δέκατο λόγο εφέσεως,  ο ανακόπτων ισχυρίζεται οτι η διαταγή  πληρωμής  πάσχει από ακυρότητα, διότι  στο επιδικασθέν κεφάλαιο δεν αναφέρεται ξεχωριστά το ποσό  που αντιστοιχεί σε κεφαλαιοποιημένους τόκους (πρώτο σκέλος). Ότι η αίτηση της καθ’ης  επι της οποίας  εκδόθηκε  η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής  είναι αόριστη διότι δεν αναφέρονται α) το υπόλοιπο που προκυπτει μετά  από κάθε καταβολή  ή χρέωση, β) το ποσό κάθε δόσης, τα χρονικά διαστήματα υπολογισμού τόκων, με επιπλέον αναφορά  του συγκεκριμένου επιτοκίου που εφαρμόσθηκε, καθώς και τα ποσά των τόκων (δεύτερο σκέλος). Ότι η σε βάρος του απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμενη, διότι με την αίτησή της προς έκδοση διαταγής πληρωμής η καθ’ης δεν προσκόμισε : α) πινακα ποσοστών επιτοκιων, β) πλήρη σειρά αντιγράφων   κάθε δανειακού λογαριασμού  που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης, γ) πίνακα από τον οποίον να προκύπτει σε τι αντιστοιχεί κάθε κωδικός χρέωσης, δ) εφημερίδες στις οποίες έχει ανακοινώσει  την εφαρμογή των επιτοκίων με τα οποία υπολογίσθηκαν οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), ε) ποσά ή ποσοστά  προμηθείων και εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκαν οι τηρούμενοι λογαριασμοί, στ) την περίοδο εκτοκισμού του δανείου και  τη χρονικη βάση υπολογισμού των τόκων, ζ) αντίγραφα φορολογικών παραστατικών για τα έξοδα που χρεώθηκαν, η) αντίγραφα όλων των επιστολών ή εγγράφων για τις μονομερείς τροποποιήσεις  των όρων της σύμβασης και των πρόσθετων πράξεών της, θ) αντίγραφα όλων των παραστατικών που εκδόθηκαν για κάθε εγγραφή στους τηρούμενους λογαριασμούς, ι) ποσά των καταβολών, ια) έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ποιες είναι οι ληγμένες και ποιες οι άληκτες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ιβ) έγγραφο  με το ποσό και το ποσοστό κάθε είδους τόκων, το χρονικό διάστημα για το οποιο καταλογίσθηκαν τοκοι τοκων και σε ποια επιμέρους κονδύλια χρεώσεων αφορούν (τρίτο σκέλος). Ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής  πάσχει από ακυρότητα, διότι ούτε στα αποσπάσματα των λογαριασμών που προσκομίσθηκαν, ούτε στην αίτηση για την έκδοσή της, αλλά και στην ίδια την διαταγή πληρωμής, δεν αναφέρονται το επιτόκιο ενήμερης οφειλής και το επιτοκιο υπερημερίας (τέταρτο σκέλος). Ότι η προσβαλλόμενη διαταγη πληρωμής πάσχει  από διαδικαστικό  απαράδεκτο, λόγω  έλλειψης έγγραφης αποδειξης, επειδή για την απόδειξη της απαίτησης και του ύψους της η καθ’ης προσκόμισε αποσπάσματα από τα  εμπορικά βιβλία τα οποία στερούντο αποδεικτικής δύναμης, αφενός  για τον λόγο ότι  είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος της δανειακής σύμβασης, με  βάση τον οποίο  η οφειλή αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα, αφετέρου διότι στα αποσπάσματα που προσκομίσθηκαν δεν διακρίνονται οι τόκοι σε  συμβατικούς και υπερημερίας και δεν αναφέρεται  το εκάστοτε επιτόκιο που εφαρμόσθηκε (πεμπτο σκέλος). Ότι η  απαίτηση και το ύψος της  δεν αποδεικνυόταν  εγγράφως από τα αποσπάσματα που προσκομίσθηκαν, διότι δεν προσκομίσθηκε η πλήρης κίνηση των λογαριασμών που τηρήθηκαν  από την εκταμίευση του δανείου την 25.9.2007, αλλά κινήσεις των λογαριασμών  από 31.1.2012,  στις οποίες αποτυπώνεται ως πρώτη  χρεωστική εγγραφή  το ποσό των 54.738,51 ευρώ (έκτο σκέλος).   Ο ως άνω λόγος ανακοπής, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ισχυρίζεται ο ανακοπτων  οτι στο επιδικασθέν κεφάλαιο δεν αναφέρεται ξεχωριστά το ποσο που αντιστοιχεί σε κεφαλαιοποιημένους τόκους, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο προσδιορισμός του επιμέρους ποσού  που αντιστοιχεί σε κεφαλαιοποιημένους τόκους μπορεί να εξευρεθεί  με την διενέργεια μαθηματικών πράξεων και πάντως δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποιο προβάλλεται ισχυρισμος περί αοριστίας  της αίτησης επι της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ο λόγος ανακοπής, είναι επίσης, απορριπτέος ως μη νόμιμος,  αφού, κατά τη μείζονα σκέψη,   για το ορισμένο αυτής και της διαταγής πληρωμής  αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων  συμφωνήθηκε ότι το ποσό της απαίτησης θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα απο τα εμπορικά βιβλία της τραπεζας και ότι ο σχετικός λογαριασμός  εμφανίζει ληξιπρόθεσμο υπερ αυτης, το οποίο αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η  κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς να είναι απαραιτητο να αναφέρονται τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, ούτε να προσδιορίζεται  το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε για τον υπολογισμό  των τόκων, το οποίο επίσης δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο προσκομιζόμενο  για την έκδοση της διαταγής πληρωμής  απόσπασμα, από το οποιο κατά την συμφωνία των  διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτησης της τράπεζας (ΑΠ 368/2019). Όπως προεκτέθη ανωτέρω, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αίτηση και στη διαταγή πληρωμής  το επιτόκιο  βάσει  του οποίου υπολογίζονται  οι τόκοι, αφού το ποσοστό  του τόκου αυτού ορίζεται εκάστοτε από το νόμο και δεν αποτελεί στοιχείο της αίτησης ή της διαταγής πληρωμής, ούτε είναι αναγκαία η παράθεση του ποσοστού επιτοκίου  βάσει του οποίου  καθορίζονται τα κονδύλια των τόκων, αφού τα λοιπά  σταθερά στοιχεία  (κεφάλαιο – χρόνος) επιτρέπουν τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων.  Αρκεί η μνεία της συμφωνίας ότι το οφειλόμενο ποσό  θα αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, που απεικονίζει  την κίνηση του λογαριασμού. Επίσης απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι ο  λόγος  της ανακοπής και ως προς το τρίτο σκέλος του, με το οποίο ο ανακόπτων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η σε βάρος του απαίτηση δεν είναι βεβαιη και εκκαθαρισμένη, καθόσον η μη προσκομιση εκ μέρους της καθ’ης  των αναφερομένων από τον ίδιο εγγράφων δεν θίγει την βεβαιότητα και το εκκαθαρισμενο της απαίτησης και δεν αποκλείει την  έκδοση  διαταγής πληρωμής,  ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση ότι από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν  με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προέκυπτε  η ποσότητα της παροχής, δηλαδή το ύψος της απαίτησης από τη δανειακή σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της. Σε κάθε δε περίπωση το αίτημα, κατ’ ορθήν εκτίμηση, προσκόμισης των εν λόγω εγγράφων δεν είναι είναι νόμιμο καθόσον, δεν προσδιορίζονται τα εν λόγω έγγραφα  σε βαθμό ατομικότητος, παρεκτός του ότι δεν ισχυρίζεται ο ανακόπτων  κατά τρόπο σαφή ότι πρόκειται για υπαρκτά έγγραφα κατά την εκκλητον δίκη και ότι δεν ζητείται το πρώτον  η σύνταξη τους  και σε κάθε περίπτωση ότι εξακολουθεί να τα κατέχει κατά τον χρόνο διεξαγωγής της κατ’ έφεσιν δίκης (ΑΠ 1023/1992  ΔΕΝ 49, 82, ΑΠ 1494/1987 ΕΕργΔ 47, 1.123).  Ωσαύτως απορριπτέος  ως μη νόμιμος είναι ο λόγος ανακοπής και ως προς το τέταρτο σκέλος του,  διότι στα αποσπάσματα  των λογαριασμών  από τα εμπορικά βιβλία της τραπέζης  αποτυπώνεται η κινηση  και το οριστικό κατάλοιπο  καθώς και το διαμορφωθεν ύψος της οφειλής  του δανειολήπτη όχι οι κατ’ ιδίαν συμφωνίες σε σχεση με το επιτόκιο και συνεπώς δεν είναι αναγκαία  η αναγραφή στο απόσπασμα του ύψους του επιτοκίου, με βάση το οποιο υπολογίσθηκαν τα επιμέρους ποσά τόκων, με τα οποία επιβαρύνθηκε η απαίτηση, εφόσον με δεδομένα τα σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο και χρόνος) καθώς και το συνομολογηθεν ή καθορισμένο εκ του νόμου επιτόκιο  είναι δυνατός  ο προσδιορισμος του ποσού των τόκων με απλές μαθηματικές πράξεις (ΑΠ  1268/2022 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου),  και αντίστοιχα δεν  αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης και της διαταγής πληρωμής η αναφορά του επιτοκιου ενήμερης οφειλής  και του επιτοκίου υπερημερίας.  Εξάλλου, ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ως προς το πέμπτο σκέλος του, διότι η συμφωνία που περιλαμβάνεται  σε δανειακή σύμβαση ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, αποτελεί έγκυρη δικονομικη σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών, κατά την έννοια του ν. 2251/1994, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 1268/2022).  Τέλος ως προς το έκτο σκέλος του  ως άνω λόγου ανακοπής ότι η απαίτηση δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, διότι  δεν προσκομίσθηκε πλήρης κίνηση  των λογαριασμών  από την εκταμίευση του δανείου την 25.9.2007, αλλά σχετικές κινήσεις από 31.1.2012, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, οπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της διαταγής πληρωμής, με την από 16.5.2012 Πρόσθετη Πράξη μετά του παραρτήματος της αναγνωρίσθηκε από   τον ανακόπτοντα  το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου ανερχόμενο κατά την ανωτέρω ημερομηνία στο ποσο των 54.998,49 ευρώ.   Όταν αναγνωρίζεται το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991). Στην περίπτωση δε που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ` αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (AΠ 1346/2022, ΑΠ 1106/1994 ΝΟΜΟΣ).  Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση που  απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής κατά  τις ανωτέρω διακρίσεις με εν μέρει διάφορη αιτιολογια, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, αντικαθίσταται και συμπληρώνεται  παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου, προαναφερθέντων λόγων έφεσης. Με τον  έβδομο λόγο ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του, o oποίος κατ’ ορθην εκτίμηση επαναφέρεται με τον έκτο λόγο εφέσεως, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι η διαταγή πληρωμής  πάσχει από ακυρότητα, διότι σε αυτήν  δεν αναφέρεται εάν ο Δικαστής που την εξέδωσε προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομιμότητας των ΓΟΣ της δανειακής σύμβασης και των πρόσθετων πράξεών της, ούτε αναφέρονται τα  αποτελέσματα του ελέγχου αυτού. Ο λόγος αυτος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η αναφορά στην διαταγή πληρωμής  ότι ο εκδόσας αυτήν δικαστής  προέβη αυτεπαγγέλτως  στην έρευνα της καταχρηστικότητας  των ΓΟΣ  της δανειακής σύμβασης, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν αποτελεί  αναγκαίο περιεχόμενο της τελευταίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 630 ΚπολΔ, έτσι ώστε από την ελλειψή του, να καθίσταται άκυρη η διαταγή πληρωμής  (ΑΠ 1369/2022), ούτε αποτελεί  αναγκαίο περιεχόμενό της η αναφορά σε σχεση με τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου. Η έρευνα αυτεπαγγέλτως περί  ύπαρξης καταχρηστικών όρων στη σύμβαση, από την οποία απορρέει η επιδικασθείσα απαίτηση, δεν απαιτείται να προηγηθεί της έκδοσης διαταγής πληρωμής για το ορισμένο της τελευταίας,  ούτε συνιστά  θετική ή αρνητική  προϋπόθεση για την έκδοση  της διαταγής πληρωμής, την οποία οφείλει να ελέγξει ο εκδώσας τη διαταγή πληρωμής. Αντικείμενο της διαταγής πληρωμής δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής  βασιμότητας της αξίωσης, αλλά αποκλειστικώς ο εξοπλισμός της  με εκτελεστό τίτλο, ανεξάρτητα από την αυθεντική  διάγνωση της αξίωσης, απόκειται δε στον οφειλέτη να αμφισβητήσει με ανακοπή την έκταση ή την ύπαρξη της υποχρέωσής του. Η ύπαρξη  καταχρηστικών όρων  της σύμβασης, από την οποία απορρέει η επιδικασθείσα απαίτηση δεν αναιρεί  το εκκαθαρισμένο και βέβαιο αυτής και την δυνατότητα  έκδοσης διαταγης πληρωμής,  αλλά  η ύπαρξη  τέτοιων όρων, εφόσον αυτοί αποτέλεσαν περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης  και επηρέσαν την εξέλιξη της σύμβασης  δύναται να θεμελιώσει αυτοτελή  λόγο ανακοπής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον άνω  ανακοπής ως μη νόμιμο με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, αντικαθίσταται  και συμπληρώνεται  παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβασίμου τoυ περί του αντιθέτου, σχετικού λόγου έφεσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 “επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών”. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης “βαρύνουσα” στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1073/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον εβδομο  λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, ο οποίος επαναφέρεται με τον  έβδομο λόγο εφέσεως, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η πιστώτρια τράπεζα παράνομα και καταχρηστικά, με προδιατυπωμένους στην επίδικη πιστωτική σύμβαση όρους, απαλλάχθηκε από την εισφορά του Ν. 128/1975, μετακυλώντας το βάρος αυτής προς τον δανειολήπτη, χωρίς να αναφέρει ειδική αιτία για την εν λόγω επιβάρυνση, το δε ποσοστό αυτής καίτοι φόρος, παρανόμως αθροιζόταν στο συμβατικό επιτόκιο προσαυξάνοντάς το, ώστε  οι ως άνω όροι  να πάσχουν ακυρότητας κατ’ άρθρο  174 ΑΚ και περαιτέρω βάσει επίσης   προδιατυπωμένου  συμβατικού  όρου  καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης,  χρέωνε αυτούς παράνομα με ποσά για την εν λόγω εισφορά, τα οποία στη συνέχεια κεφαλαιοποιούσε, εκτόκιζε και  ανατόκιζε ομοίως παράνομα, αφού είχε ενσωματώσει την εισφορά στο επιτόκιο. Ότι με βάση τα παραπάνω, η ακυρότητα των επιμέρους ποσών της εισφοράς του Ν. 128/75 και του παράνομου ανατοκισμού τους επιδρά στην έγγραφη απόδειξη και στο εκκαθαρισμένο της απαίτησης, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λογω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσής τους στα ποσά των τόκων,  με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος  ο προσδιορισμος του ύψους της οφειλής,  η ένδικη απαίτηση να είναι στο σύνολό της  αννεκαθάριστη,  λόγω των παρανόμως χρεωθέντων ποσών εξαιτίας  του παράνομου ανατοκισμού  της εισφοράς του ν. 128/75.  Ότι οι όροι με τους οποίους μετακυλίεται  στον ανακόπτοντα η επιβολή της εισφοράς του Ν. 128/75 είναι άκυροι, διότι δεν προβλέπεται  η αιτία απαλλαγής της τράπεζας απο την υποχρέωση καταβολης της εν λόγω εισφοράς.  Ο ερευνώμενος αυτός  λόγος ανακοπής,  πρέπει να  απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (ΑΠ 330/2010, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 570/2010), ο δε έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας.  Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, νόμιμα επιβλήθηκε  η εν λόγω εισφορά, αφού αυτή ήταν η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με σχετικό συμβατικό όρο, η οποία ήταν καθ’ όλα έγκυρη ως μη προσκρούουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, δεδομένου και ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης ικανοποιήθηκαν, αφού για τη χρέωση αυτή πραγματοποιήθηκε ειδική αναφορά στη σύμβαση.   Ο περαιτέρω, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της ενδίκου ανακοπής, ισχυρισμός του ανακοπτόντος  ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζοντο, είναι απορριπτέος  ως νόμω αβάσιμος καθόσον το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ. 16-17). Εν προκειμένω, δοθέντος ότι η εν λόγω εισφορά αποτελούσε, με βάση τις προαναφερόμενες ρητές προβλέψεις της ένδικης δανειακής σύμβασης, μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νόμιμα κεφαλαιοποιείται, εκτοκίζεται  και ανατοκίζεται, κατά τα προεκτεθέντα.   Η εισφορά του ν. 128/75, εφόσον συμφωνηθεί η μετακύλιση στον δανειολήπτη, όπως εν προκειμένω, λογίζεται σύμφωνα με τη διαταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ.α ΑΚ ως τόκος και ως τόκος, νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπων καθυστερούμενων τόκων,  αφού αποτελεί  μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ως εκ τούτου, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 δεν είναι παράνομη και η εισφορά νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται,  δεν επηρεάζεται ούτε η αποδεικτικότητα της απαίτησης της καθ’ης με έγγραφα, ούτε το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης (ΑΠ 999/2019,  Εφ Λαμ 5/2022, ΕφΠατρ 58/2021  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).    Εξάλλου  υπήρξε ενημέρωση του δανειολήπτη, αφού αποτέλεσε αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως και δεν συντρέχει άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας. Από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου  προκύπτει ότι σε αυτόν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ειδική εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν τηρηθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον ανω  λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο με παρόμοια αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, συμπληρώνεται παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, δεν έσφαλε, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.2.1998 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.  Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 1353/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ1 της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων.  Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών σπς συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου».  Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και «οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ», ενώ σύμφωνα με το άρθρ. 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως «καταναλωτής» θεωρείται «κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του». Με το άρθρ. 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β ). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η προαναφερόμενη (ΚΥΑ ΖΙ699/23.6.2010) αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια – με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής – και όχι επαγγελματικά δάνεια, όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.  Ο γ.ο.σ. σε τραπεζικές συμβάσεις πίστωσης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στην αρχή της διαφάνειας η οποία συνάγεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και η οποία επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.  Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με το συγκεκριμένο όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον, όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, κατ` επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας-Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β` 917/23.6.2010) και παλαιότερα κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚπου ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001), η οποία καταργήθηκε με την επόμενη πιο πάνω ΚΥΑ, γεγονός που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου. (ΑΠ 633/2023, ΑΠ 699/2023, ΑΠ 1346/2022,ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ).    Εξαλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ. 2, 632 παρ. 1 και 216 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε στην τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1180/2009, δημοσιευμένες στη Νόμος, ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2008.424, ΕΑ 1731/2010, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009.819). Στο πλαίσιο αυτό, επί προβαλλόμενης με λόγο ανακοπής, καταχρηστικότητας των γενικών όρων συναλλαγών σε σύμβαση, πρέπει να εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε να ερευνηθεί, αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της, όπως επίσης και το εάν οι όροι επιβλήθηκαν δίχως να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και δίχως επαρκή ενημέρωση του ανακόπτοντος (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 15/2007, δημοσιευμένες στη Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω εύλογα απορρίπτεται λόγος ανακοπής κατά  διαταγής πληρωμής, όταν ο λόγος αυτός στηρίζεται στην καταχρηστικότητα συγκεκριμένων γενικών όρων, χωρίς, όμως, ο ανακόπτων να διευκρινίζει αν η έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής έγινε σε εκτέλεση οποιουδήποτε από αυτούς τους καταχρηστικούς όρους ή να ισχυρίζεται ότι συνεπεία των όρων αυτών επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς σε συγκεκριμένη περίπτωση και δη με εξειδίκευση, ποσοτικοποίηση και προβολή κατ’ ορισμένο τρόπο της επιβάρυνσής του αυτής. Και τούτο καθόσον το κύρος της διαταγής πληρωμής δεν πλήττεται από το λόγο και μόνο ακυρότητας τυχόν επιμέρους όρων της σύμβασης, αλλά μόνο εφόσον η ύπαρξη των όρων αυτών συνετέλεσε κατά τρόπο ουσιώδη στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, περιάγοντας τον μεν ανακόπτοντα σε δυσμενή θέση, τον δε καθ’ ου η ανακοπή σε προνομιακή, στην οποία δεν θα είχε περιέλθει, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί στη σύμβαση (ΑΠ 15/2007, όπ.π.). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση από κατάλοιπο λογαριασμού, μάλιστα, για να είναι ορισμένος ο τυχόν λόγος ανακοπής, που αναφέρεται στην απαίτηση, πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας αυτού (ΑΠ 491/1994, ΕφΛαρ 317/2010,  ΕφΘεσ 794/2007 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Αόριστος, συνεπώς θα είναι ο λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας συγκεκριμένων όρων σε δανειακή σύμβαση, εάν δεν αναφέρεται στο δικόγραφο κατά πόσο επηρεάζονται επιμέρους χρεώσεις, που αναγράφονται στον τηρηθέντα σχετικώς λογαριασμό και ποιο θα ήταν το οφειλόμενο ποσό, εάν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί (πρβλ. ΑΠ 1313/2007 ΕλλΔνη 2008. 1651, ΕφΑΘ 295/2001 ΔΕΕ 2002. 544).  Με τον έβδομο λόγο ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του,που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, ο   ανακόπτων ισχυρίζεται    ότι είναι καταχρηστικός ο όρος   της επίδικης  σύμβασης, που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως κατά το δεύτερο σκελος του, σύμφωνα με τον οποίον ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση το έτος 360 ημερών, διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και επιβαρύνει τον ανακόπτοντα  κατά 1,3889 % με περισσότερους τόκους,   δημιουργώντας μία πρόσθετη κατά έτος επιβάρυνση σε σχέση με  το αναμενόμενο από τον οφειλέτη ποσοστό επιτοκίου, χωρίς η επιβάρυνση αυτή να μπορεί να δικαιολογηθεί από την επίκληση κάποιου σύνθετου  χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους  εύλογους για τον οφειλέτη λόγους ή από κάποιο  δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας. Ότι  με τον υπολογισμό των τόκων  με βάση το έτος 360 ημερών διασπαται τεχνητά και κατ’ αποκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του  καταναλωτή, το έτος στο οποιο όφειλε να αναφερεται το επιτοκιο και δημιουργείται πρόσθετη επιβάρυνση, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, με αποτέλεσμα η δανειακή σύμβαση να είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη. Ο λόγος   αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος  καθόσον ο ανακόπτων  προβαίνει σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της οφειλής του, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του τoυ επικαλούμενου ως καταχρηστικου όρου,     ούτε θίγει  επιμέρους κονδύλια  επαρκώς προσδιορισμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται  από περισσότερα  επιμέρους κονδύλια, και της επιταγής προς πληρωμή, χωρίς να πλήττονται αυτές στο σύνολό τους (ΕφΑθ 1159/2012,  ΕφΑθ 1778/2010 NOMOΣ). Δεν  προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν τα πληττόμενα δια του λόγου αυτού κονδύλια του λογαριασμού. Ειδικότερα δεν εκτίθεται  εάν με τον επικαλούμενο ως καταχρηστικο όρο επηρεάζεται κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο από τα αναγραφόμενα στο λογαριασμό  και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή του, αν δεν υπήρχε  ο επικαλούμενος ως καταχρηστικος  αυτος όρος, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται ότι συνεπεία του ανωτέρω  όρου της συμβάσεως επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη του όρου συντέλεσε στη μη κανονική  εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών του, στην  καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού.Δεν γίνεται  προσδιορισμός των τόκων με βάση το έτος των 360 ημερών και των τόκων με βάση το έτος των 365 ημερών επι συγκεκριμένου κεφαλαίου, ώστε να προκύπτει η μεταξύ τους διαφορά, κατά την οποία και μόνο θα ήταν ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής. Ούτε επίσης  παρατίθενται  στοιχεία που θα καθιστούσαν δυνατή την εξαγωγή του αμφισβητούμενου ποσού έστω από το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς. Περαιτέρω κατα το σκέλος που προβάλλεται ισχυρισμός περί απόλυτης ακυρότητας της δανειακής σύμβασης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη με επίκληση του άρθρου 178 ΑΚ, o λόγος ανακοπής  είναι επίσης απορριπτέος ως  αόριστος, διότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται περιστατικά που καθιστούν την δανειακή σύμβαση άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον άνω  λόγο ανακοπής ως αόριστο   με εν μέρει διάφορη   αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, αντικαθίσταται και  συμπληρώνεται παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.  Με το τέταρτο και τελευταίο σκέλος του έβδομου λόγου ανακοπής, που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως κατά το τριτο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στο τελικά οφειλόμενο ποσό  συμπεριλαμβάνονται ποσά που αφορούν σε παράνομες χρεώσεις  για φόρους και έξοδα και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και σε τόκους επί αυτών, που συνυπολογίσθηκαν δυνάμει του ορου 17 της δανειακής σύμβασης, ο οποίος  είναι άκυρος  ως καταχρηστικός Γ.Ο.Σ.  Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ο ανακοπτων  δεν προσβαλλει συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού, ούτε προσδιορίζει τα ποσά  με τα οποια, παράνομα  κατά τους ισχυρισμούς του, επιβαρύνθηκε η οφειλή για φόρους, έξοδα και τόκους επί αυτων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον λόγο αυτόν ανακοπής ως αόριστο με την αυτή αιτιολογία, δεν έσφαλε, όσα δε  περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.   Σύμφωνα με το άρθρο 181 ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ`εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας. Η μερική ακυρότητα δεν αναφέρεται στο ουσιώδες περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, οπότε θα προκαλούσε ολική ακυρότητα, αλλά σε επί μέρους όρο, ρήτρα, παροχή της δικαιοπραξίας ή και σε μέρος αυτών. Η μερική ακυρότητα δεν σχετίζεται με την αιτία της ακυρότητας, αλλά αφορά την ενέργειά της με συνέπεια να μπορεί να επέλθει ολική ακυρότητα σε περιπτώσεις που ο λόγος της ακυρότητας αφορά ουσιώδες μέρος της δικαιοπραξίας. Αντικείμενο της μερικής ακυρότητας μπορεί να αποτελέσει μόνο η δικαιοπραξία που μπορεί να κατατμηθεί σε περισσότερα μέρη, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της, έτσι ώστε το έγκυρο μέρος να ισχύει ως αυτοτελής δικαιοπραξία μετά την αφαίρεση του άκυρου μέρους. Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, εάν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος. Για το σκοπό αυτό αναζητείται ερμηνευτικά όχι η πραγματική αλλά η υποθετική ή εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών. Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά, όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα του μέρους, διαφορετικά δεν θα είχαν περιλάβει το άκυρο μέρος, διότι αν το περιέλαβαν εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η διάταξη. Όποιος συνεπώς επικαλείται ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι τα μέρη δεν θα κατάρτιζαν την όλη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Προς τούτο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία θα συναγάγει το δικαστήριο ότι οι δικαιοπρακτούντες -συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος (σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με μνεία μεταξύ άλλων και της επιδιωκόμενης οικονομικής αξίας), ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία (AΠ 168/2021). Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρο 2 παρ.6 και 8 ν.2251/1994, 181, 200 ΑΚ) συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ` αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 105/2019). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013). Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019 ΝΟΜΟΣ).  Με τον όγδοο λόγο ανακοπής, που επαναφέρεται με τον ενδέκατο λόγο εφέσεως,  ο ανακόπτων  επικαλουμενος ότι στην δανειακή συμβαση και στις πρόσθετες πράξεις, που αποτέλεσε την αιτία για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχουν συμπεριληφθεί προδιατυπωμένοι όροι (ΓΟΣ), που αναφέρει με τους προηγούμενους λόγους της ανακοπής του, οι οποίοι είναι άκυροι  ως καταχρηστικοί, διότι προσκρούουν στην διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και  του Ν. 2251/1994,  προβάλλει ισχυρισμό περι ολικής ακυρότητας της δανειακής σύμβασης.    Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, κατόπιν της κατά τα παραπανω  απόρριψης του πέμπτου, του έκτου και του  έβδομου λόγου ανακοπής. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθώς πέραν του ότι  δεν συνδέεται  με την προσβολή ορισμένου κονδυλίου και  δεν αναφέρονται οι συνέπειες της ύπαρξης των εν λόγω συμβατικών όρων  στην εξέλιξη της επίδικης σύμβασης και στη διαμόρφωση του τελικώς  οφειλόμενου ποσού,   ο ανακόπτων ουδόλως μνημονεύει στο δικόγραφο της ανακοπής  συγκεκριμένα συγκεκριμενα περιστατικά,  από τα οποία να συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση δεν θα είχε  επιχειρηθεί  από τα συμβαλλομενα μέρη  χωρίς το άκυρο μέρος της (181 ΑΚ). Ο ανακόπτων  δεν επικαλείται περιστατικά από τα οποια να προκύπτει ότι  οι συμβαλλόμενοι στην δανειακή σύμβαση είχαν προσδώσει τέτοια σημασία στον όρο, ώστε αν κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν την δικαιοπραξία (ΑΠ 168/2021). Ο ανακόπτων προβάλλει ισχυρισμό περι ολικής ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, χωρίς ωστόσο να προβάλλει ότι η ακυρότητα αυτή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιφέρει ταυτόχρονα ακυρότητα της όλης σύμβασης (άρθρο 181 ΑΚ) και χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για την πιο πάνω αιτία η οφειλή τους με παράνομους τόκους, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που ο ανακόπτων διατάχθηκε να πληρώσει  στην εφεσίβλητη, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 370/2012).  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον άνω  λόγο ανακοπής κατά τις ως άνω διακρίσεις με εν μέρει διάφορη   αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο, αντικαθίσταται και  συμπληρώνεται  παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.   Περαιτέρω με τους ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγους της ανακοπής, που επαναφερονται με τον δωδέκατο λόγο εφέσεως, ο ανακόπτων επικαλούμενος  τις διατάξεις των άρθρων 178 και 200 ΑΚ, ισχυρίζεται  αφενος ότι κατόπιν ψήφισης του Ν. 3723/2008 το Ελληνικό Δημόσιο δεν συμβλήθηκε ως εγγυητής στη δανειακή σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των ελληνικών τραπεζών και της Ευρωπαϊκής  Κεντρικής Τράπεζας (εφεξης «Ε.Κ.Τ.»), παρά μονον εξέδωσε  ομόλογα τριετούς διάρκειας, ύψους 23 δισεκατομμυρίων ευρώ, αφετέρου ότι με τους Ν. 3845/2010, 3872/2010, 3965/2011, 4031/2011 και 4056/2012 οι τράπεζες έλαβαν από το Ελληνικό Δημόσιο, υπό τη μορφή εγγυήσεων, για τον ίδιο λόγο το επιπλέον ποσο των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ότι ειδικότερα, με τον Ν. 3723/2008 ορίσθηκε ότι θα εκδοθεί υπουργική απόφαση, με την οποία θα καθοριζόταν το ποσό που θα λάμβανε κάθε τράπεζα και μετά τριετία η τράπεζα όφειλε να εξοφλήσει το σύνολο του δανείου της, ώστε ακολούθως αυτή να λάβει πίσω  το σχετικό ομόλογο, αποκαλούμενο «ομόλογο εγγυήσεων» ή «εγγυήσεις προς τι τράπεζες» και ύστερα να το επιστρέψει προς ακύρωση. Ότι τελικά οι τράπεζες δεν αποπλήρωναν τα δάνεια που έλαβαν από την Ε.Κ.Τ., τα οποία έληγαν αρχές του έτους 2012, με αποτέλεσμα  το κράτος να αντικαταστήσει τα ομόλογα με νέα, τα οποία ενσωματώθηκαν στο δημόσιο χρέος. Ότι με τους Ν. 3845/2010, 3872/2010, 3965/2011, 4031/2011 και  4056/2012 οι τράπεζες έλαβαν από το Ελληνικό Δημόσιο, υπό τη μορφή ε γγυήσεων, για τον ίδιο λόγο το επιπλέον ποσό των 160 δισεκατομμυρίων ευρώ.  Ότι με τον τρόπο αυτόν οι τράπεζες, οι οποίες έλαβαν συνολικά το ποσό των 183 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο επιβαρύνει με φόρους τους πολίτες,  παραβίασαν τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπεξαίρεσαν το παραπανω ποσό  και τέλεσαν απάτη (ένατο λόγος ανακοπής). Ότι με τους Ν. 3864/2010 και 4079/2012 χορηγηθηκαν στις τράπεζες  10 και 40, αντίστοιχα, δισεκατομμύρια ευρώ, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφεξης «Τ.Χ.Σ»), το οποίο  παρότι ιδρύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο,   αποτελει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Ότι,  το Ελληνικό Δημόσιο  δώρισε σε έναν ιδιώτη, δηλαδή  Τ.Χ.Σ., το συνολικό ποσό των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, υπό μορφή «ανακεφαλαιοποιησης» των τραπεζών, κατά παράβαση της νομοθεσίας  περί ανωνύμων εταιρειών. Ότι η ίδρυση του Τ.Χ.Σ. αποτελεί, επίσης, απάτη και παραβίαση των άρθρων 178 και 200 ΑΚ, διότι, κατά τους υπολογισμούς του ανακόπτοντος, οι τράπεζες  δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, ούτε έλλειψη κεφαλαίων (δέκατος λόγος ανακοπής). Ότι η «ανακεφαλαιοποίηση», η οποία έγινε  με διαθεση μετοχών των τραπεζών σε μία τιμή (χ) για τα κεφάλαια που θα λάμβαναν ως  δάνειο, είχε ως αποτέλεσμα το Τ.Χ.Σ. να πωλήσει τις μετοχές πριν την ανάκαμψη σε τιμή υποπολλαπλάσια της τιμής αγοράς, η δε ζημία από την διάθεση των μετοχών μέχρι τώρα και η αντίστοιχη αύξηση των φόρων ανέρχεται σε 36 δισεκατομμύρια ευρώ (ενδέκατος λόγος ανακοπής).  Ότι, με τα κεφάλαια που χρηγήθηκαν στις τράπεζες από το Τ.Χ.Σ., ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης τους εξοφλήθηκε το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων (κοκκινων) δανείων και ότι  το Τ.Χ.Σ.  είναι το μόνο που δικαιούται να εισπράξει από τους δανειολήπτες.   Οι ως άνω λόγοι ανακοπής,  είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, διότι, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του  Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έγινε με σκοπό   την ενίσχυση  της σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, με την ενίσχυση της κεφαλαιακής  επάρκειας των  χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και όχι προς εξόφληση των συγκεκριμένων δανείων και την απαλλαγή  των οφειλετών από τα ληφθεντα δάνεια.  Ειδικότερα, δυνάμει των Ν. 3864/2010 και Ν. 4079/2012, η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών έλα­βε χώρα μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερό­τητας, το οποίο τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαί­ου, κατόπιν υποχρεωτικής τους συμμόρφωσης σε πληθώρα τραπεζικών ανακοινώσεων και οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με στόχο την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών προς αποτροπή άτα­κτης χρεωκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, ακολούθως, της Χώρας, όπως προκύπτει σαφώς και από το άρθρο 2 του Ν. 3864/2010, όπου αναφέρεται ότι σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελ­ληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης κε­φαλαιακής επάρκειας των τραπεζικών ιδρυμάτων, συμπε­ριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κα­τόπιν άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο και μέσω της κεφαλαι­ακής ενίσχυσης μεταβατικών πιστωτικών ιδρυμάτων που συστήνονται σύμφωνα με το άρθρο 63ε του Ν. 3601/2001 και όχι με στόχο την  απαλλαγή των οφειλετών από τα αναληφθέντα δάνεια. Εξάλλου, η ως άνω ανακεφαλαιοποίηση της καθ` ης η ανα­κοπή, επηρεάζει μεν το μετοχικό της κεφάλαιο  πλην, όμως, δεν αλλοιώνει τις υφιστάμενες συμβα­τικές της σχέσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη σύμβα­ση, και την εντεύθεν ενεργητική της νομιμοποίηση ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από αυτές, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ότι υπήρξε καθολική διαδοχή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στα δικαιώματα της καθ` ης η ανακοπή ή ότι του εκχωρήθηκε η επίδικη απαίτηση (ΕφΠειρ 270/2022). Επομένως η ανακεφαλαιοποίηση της αρχικής δανείστριας τράπεζας  δεν επηρεάζει τις σχέσεις της με τους δανειολήπτες, όπως εν προκειμένω ο ανακόπτων, ούτε έγινε με σκοπό να απαλλαγούν οι δανειολήπτες από τις οφειλες τους έναντι των δανειστριών τραπεζών.  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τους λόγους αυτούς ανακοπής ως μη νόμιμους  με την αυτή αιτιολογία, η οποία, όπου κρίνεται αναγκαίο,  συμπληρώνεται  παραδεκτά, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ, με την παρούσα, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε, όσα δε περί  του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα..

Από τις διατάξεις των άρθρων  924, 904, 916, 918 και 919  του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ’ αρχήν  θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κατω από τον οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί  και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων  ή το εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων.  Οι καταβολές του οφειλέτη δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου  της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη. Επίσης, ούτε το ποσό  του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό  του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων  που θα καταβληθεί  μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος  που θα έχει παρέλθει μέχρι της ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής.  (ΑΠ 194/1995 ΕΛΛΔνη 1996. 101). Έτσι η παράλειψη καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορει να γίνει με ακρίβεια από τα γνωστά δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των  τόκων, η διάρκεια του χρέους, το επιτόκιο που καθορίζεται από τον νόμο (ΑΠ 474/1999). Τα παραπάνω ισχύουν  και σε περίπτωση που το συνολικό κεφάλαιο αποτελείται από επί μέρους κονδύλια, η τοκοφορία των οποίων αρχίζει  από διαφορετικό χρονικο σημείο, διότι και σε αυτήν την περίπτωση ο υπολογισμός των τόκων μπορεί να γίνει με ακρίβεια, δεδομένου ότι και τα στοιχεία αυτά  ( επί μέρους κονδύλια, έναρξη τοκοφορίας καθενός) είναι γνωστά και  προκύπτουν από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή.  Με τον  δέκατο τρίτο  λόγο ανακοπής, που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο εφεσεως κατά το τέταρτο σκέλος του και  βάλλει κατά της επιταγής προς εκτέλεση,  ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι η,για τα ως άνω   εκτεθέντα υπό τον πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγο ανακοπής,  ακυρότητα του τίτλου της ανκοπτόμενης Διαταγής πληρωμής, η οποία έχει σαν συνέπεια την ακυρότητα της Διαταγής  Πληρωμής στο σύνολό της,  επιφέρει και την ακυρότητα της ανακοπτόμενης  από 9-2-2022 επιταγής  προς πληρωμής. Ότι η προσβαλλόμενη επιταγή  είναι αόριστη και ασαφής,  καθώς αδυνατει  να αντιληφθει με βεβαιότητα και σαφήνεια τον τρόπο υπολογισμου της απαίτησης από την καθ’ης και τα επί μερους κονδύλια των τόκων.  Ο λογος αυτός ειναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί μη πληρωθείσης προϋποθέσεως, δηλαδή ότι είναι άκυρη η διαταγή πληρωμής για τους ανωτέρω απορριφθέντες  λόγους. Αφού λοιπον απερρίφθησαν οι ανωτέρω λόγοι,  συνακολούθως πρέπει να απορριφθούν  και κατα το μέρος  που πλήττεται για τους αυτούς   λόγους η επιταγή κατ άρθρο 933 ΚπολΔ. Κατα το  μερος που πληττεται η επιταγή για αοριστία  ο λόγος είναι αβασιμος, καθοσον  η ακριβής αναγραφή του ποσού των τόκων δεν είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσα,  αφού  αφενός ο υπολογισμός αυτός  μπορεί να γίνει με ακρίβεια  από τα γνωστά δεδομένα, που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη επιταγή, ήτοι το κεφάλαιο, η έναρξη τοκοφορίας και το επιτόκιο, αφετέρου δε το ποσό των τόκων είναι μεταβλητό (προσαυξανόμενο) έως την εξόφληση της οφειλής.         Η επιταγή προς εκτέλεση πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως  καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα. Η παράλειψη των κονδυλίων των τόκων και του καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων  δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνει με βαση τα γνωστα δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των τόκων και η διάρκεια του χρέους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη  απέρριψε τον άνω  λόγο ανακοπής  με  συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία,  αντικαθίσταται και συμπληρώνεται κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβάσιμου, του περί του αντιθέτου, λόγου έφεσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα  των ανωτέρω, η ανακοπή  πρέπει να απορριφθεί.  Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς κατ`αποτέλεσμα με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται και αντικαθίστανται εν μέρει κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους επί μέρους λόγους της υπό κρίση  εφέσεως τoυ ανακόπτοντος, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επομένως, η υπό κρίση έφεση  πρέπει να απορριφθεί   στο σύνολό της, μετά μερική αντικατάσταση και συμπλήρωση αιτιολογιών.  Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της, να επιβληθούν σε βάρος του ανακοπτοντος- εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176,  189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 65,  68 παρ. 1 και 63 αρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικα Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό,    μετά δε την απόρριψη της εφέσεως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση αντιμωλίαν των  διαδίκων.

Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό κρίση έφεση.

Επιβάλλει εις βάρος του εκκαλούντος την δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποίαν καθορίζει σε  χίλια εξακοσια  (1.600)   ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις   6.8.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ